1780/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1780/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τα παραπάνω η πληττόμενη απόφαση διττά παρεβίασε τη διάταξη του α. 559 § 16 Κ.Πολ.Δ. αφού: α. Δεν δέχθηκε ότι παρήχθει δεδικασμένο από την με αριθμ. 468/2002 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης. β. Αντιθέτως μη νομίμως δέχθηκε ότι η μεταγενέστερη απόφαση του Εφετείου Κρήτης (386/2003) παρήγαγε δεδικασμένο "περί της αληθούς εννοίας της με αρ. 468/2002 απόφασης του".
Full text
Απόφαση 1780 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1780/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Ο., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κώστα Παπαδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΗΛΙΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Μαγείρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-5-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 204/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 107/2010 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 22-6-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 8-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγεται αίτηση για αναίρεση απόφασης Εφετείου, η οποία έκρινε υπόθεση καταβολής στον ήδη αναιρεσείοντα, από την αντίδικό του συγκεκριμένου χρηματικού ποσού, σε εκτέλεση συμβατικής υποχρέωσής της.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ.16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχτηκε, ότι υπάρχει, ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 254 παρ.1 εδ.α' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 9 του Ν.2915/2001 και εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (αρθρ.573 παρ.1 ΚΠολΔ), "το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή της διάσκεψης παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση.
Η απόφαση μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης". Στην προκειμένη περίπτωση, η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως προκύπτει από την προσβαλλόμενη (υπ' αριθμ. 107/2010) απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία έχει ως ακολούθως: "... Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος στην από 26-5-2006 αγωγή του ιστορεί, ότι κατά της εναγομένης και του Κ.
Μ. άσκησε την από 24-2-1994 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν για τις αναφερόμενες σ' αυτή αιτίες το ποσόν των 31.849.143 δραχμών ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος. Ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αρ.565/2000 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν στον ενάγοντα συμμέτρως το ποσόν των 15.000.000 δραχμών.
Ότι την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι εκεί διάδικοι με τις από 31-1-2001 και 9-2-2001 αντίθετες εφέσεις τους με τις οποίες ζητούσαν οι μεν εναγόμενοι - εκκαλούντες να απορριφθεί η αγωγή, ο δε ενάγων - εκκαλών να γίνει δεκτή αγωγή στο σύνολό της. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η με αρ. 468/2002 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση του Κ.
Μ. εξαφάνισε ως προς αυτόν την με αρ. 565/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και απέρριψε την αγωγή, η οποία τον υποχρέωνε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσόν των 7.500.000 δραχμών δεδομένου ότι είχε δεχτεί τη σύμμετρη καταβολή, ενώ απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις του ενάγοντος και της εναγoμένης, υποχρεώνοντας έτσι την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ήμισυ της αρχικής του απαίτησης, ήτοι το ποσόν των 7.500.000 δραχμών.
Κατά της παραπάνω απόφασης του Εφετείου Κρήτης η εναγομένη άσκησε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αρ. 151/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την απέρριψε. Ότι η εναγομένη του έχει καταβάλει το ποσόν των 7.500.000 δραχμών και επειδή η απαίτησή του ανερχόταν σε 15.000.000 δραχμές, ζητεί να υποχρεωθεί να του καταβάλει το υπόλοιπο ποσόν των 7.500.000 δραχμών με το νόμιμο τόκο, σύμφωνα με την αφηρημένη αναγνώριση χρέους, άλλως με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφασή του, με την οποία έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση της, ως ερειδόμενη στις διατάξεις της αφηρημένης αναγνώρισης χρέους και περαιτέρω ουσία βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 22.010,27 ευρώ (7.500.000 δραχμών).
Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται με την κρινόμενη έφεσή της η εναγομένη για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή της αντιδίκου της. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 321, 322, 324, και 331 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το παραγόμενο από τις τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις δεδικασμένο σκοπός του οποίου είναι η διατήρηση βεβαιότητας δικαίου και η μη διάσπαση της επιβαλλόμενης από τη φύση του δικαίου συνοχής, ενώ η έκτασή του προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος, καλύπτει την κριθείσα έννομη σχέση ή συνέπεια και προϋποθέτει, εκτός άλλων και ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας εκείνης προς την κρινόμενη υπόθεση.
Δεδικασμένο δημιουργείται, όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο το οποίο ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει, όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό το οποίο κρίθηκε με την προηγουμένη απόφαση, απαιτείται όμως για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου (και) η ταυτότητα της νομικής αιτίας, δηλαδή ταυτότητα της διατάξεως που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης αποφάσεως προς τον κανόνα δικαίου, στον οποίο θεμελιώνεται η νέα αγωγή...
Εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις κάθε μεταγενέστερο δικαστήριο δεσμεύεται από το αναγνωρισμένο στην τελεσίδικη απόφαση δεδικασμένο και εμποδίζεται στην εκ νέου διάγνωση του κριθέντος ζητήματος... ακόμα και αν η τελεσίδικη αυτή απόφαση είναι εσφαλμένη για οποιοδήποτε λόγο, ανατρέπεται δε μόνο με την εξαφάνιση της απόφασης μετά από επιτυχή άσκηση αναίρεσης ή αναψηλάφησης...
Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 522, 535 και 536 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ναι μεν το εφετείο μετά την εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά παραδοχή κάποιου λόγου έφεσης και τη διακράτηση της υπόθεσης από αυτό για παραπέρα εκδίκαση, επιλαμβάνεται της διαφοράς χωρίς να δεσμεύεται πλέον από την αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος, η εξουσία του όμως αυτή να εξετάσει τα θέματα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως τελεί υπό τον περιορισμό του άρθρου 522 ΚΠολΔ.
από το οποίο προκύπτει, ότι η εξουσία του εφετείου περιορίζεται στην έρευνα των κεφαλαίων της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που προσβάλλονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.... Στην προκείμενη περίπτωση, από την εκτίμηση των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, προκειμένου να ληφθούν υπόψη είτε ως ίδια αποδεικτικά μέσα, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος με την από 24-2-1994 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου ζητούσε να υποχρεωθούν η εναγομένη - εκκαλούσα και ο .... εις ολόκληρον έκαστος να του καταβάλουν το ποσόν των 15.000.000 δραχμών, το οποίο ο πρώτος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης, αναγνώρισε, ότι του οφείλει για παρασχεθείσες εργασίες του πλέον τόκων ποσού 10.868.643 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 25-12-1987 έως 31-10-1990 και ποσού 6.162.643 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-11-1990 έως 15-12-1992 και συνολικά το ποσό των 31.849.143 δραχμών.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η με αρ. 565/2000 απόφαση, η οποία απέρριψε τα αιτήματα για ανατοκισμό των τόκων και της εις ολόκληρον ευθύνης, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στον ενάγοντα συμμέτρως το ποσό των 15.000.000 δραχμών με το νόμιμο τόκο από 16-1-1992 για τον ...
και από 29-1-1992 για την εναγομένη εταιρεία. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του Εφετείου Κρήτης, τόσον οι εναγόμενοι όσο και ο ενάγων με τις από 31-1-2001 και 9-2-2001 και με αριθμό κατάθεσης 126/2001 και 243/2001 εφέσεις τους παραπονούμενοι ο μεν ενάγων για την απόρριψη του ανατοκισμού και την εις ολόκληρον ευθύνη των εναγομένων και οι τελευταίοι ζητώντας να απορριφθεί στο σύνολο της η αγωγή.
Το Εφετείο Κρήτης αφού συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις εξέδωσε τη με αρ.468/2002 τελεσίδικη απόφασή του, η οποία απέρριψε τις εφέσεις του ενάγοντος και της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας και έκανε δεκτή την έφεσή του... εξαφάνισε ως προς αυτόν την απόφαση και απέρριψε ως προς αυτόν την αγωγή. Κατά της με αρ. 468/2002 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης ο ενάγων Ν.
Κ. δεν άσκησε κανένα ένδικο μέσο, ασκήθηκε όμως η με αρ. 73/17-10-2002 αναίρεση κατά της παραπάνω απόφασης από την εναγομένη ΗΛΙΟΣ ΑΕ κατά του Ν. Κ., όπως προκύπτει από το με αρ. 34/2006 πιστοποιητικό της γραμματέως του Εφετείου Κρήτης. Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με τη με αρ. 151/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία επικύρωσε την ως άνω τελεσίδικη απόφαση δεχθείσα ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 23α του ν. 2190/1920.
Στη συνέχεια, ο ενάγων με την από 25-11-2002 αίτησή του ενώπιον του Εφετείου Κρήτης ζήτησε τη διόρθωση του διατακτικού της με αρ. 468/2002 απόφασης του δικαστηρίου αυτού, με σκοπό να συμπληρωθεί το διατακτικό της, το οποίο κατά την άποψη του, από παραδρομή διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή και να προστεθεί διάταξη ως προς το ότι "Υποχρεώνει τη δεύτερη εναγομένη ΑΕ ΗΛΙΟΣ να καταβάλει στον ενάγοντα, το ποσόν των 15.000.000 δραχμών με το νόμιμο τόκο από 29-1-1992 έως την εξόφληση.
Το Εφετείο Κρήτης με την με αρ. 386/2003 απόφασή του απέρριψε την αίτηση, καθόσον δέχτηκε, ότι το διατακτικό της με αρ.468/2002 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου δεν χρήζει διορθώσεως και δεν διατυπώθηκε ελλιπώς, διότι, εφόσον η ανωτέρω απόφαση εξαφάνισε την εκκαλουμένη ως προς τον Κ. Μ. και απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς αυτόν, ισχύει η πρωτόδικη απόφαση (565/2000 απόφαση του πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου) ως προς την δεύτερη εναγομένη- εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία ΗΛΙΟΣ ΑΕ, αφού απορρίφθηκε ουσιαστικά η έφεσή της, η οποία είναι πλέον ο μοναδικός οφειλέτης του ενάγοντος Ν.
Κ., για το ποσό των 7.500.000 δραχμών. Πρέπει να λεχθεί, ότι, η τελεσίδικη ως άνω απόφαση (386/2003) παράγει δεδικασμένο περί της αληθούς εννοίας της με αρ. 468/2002 αποφάσεως του ανωτέρω δικαστηρίου δεσμεύον το παρόν Δικαστήριο. Σύμφωνα με τα παραπάνω με την με αρ. 565/2000 απόφαση του πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου κρίθηκε τελεσιδίκως και με δύναμη δεδικασμένου, ότι ο ενάγων δικαιούται το ποσόν των 7.500.000 από την εναγομένη ήτοι το ήμισυ του αιτηθέντος.
Για το υπόλοιπο ποσόν απορρίφθηκε η αγωγή με ρητή διάταξη. Η κρίση αυτή δεσμεύει το παρόν δικαστήριο, ως προς τα άνω ζητήματα ,ώστε να μη μπορεί να επανέλθει και να τα εξετάσει με τη κρινόμενη αγωγή με την οποία ο ενάγων ζητεί να του επιδικαστεί το ποσόν των 22,010,27 ευρώ (7.500.000 δραχμών) ως υπόλοιπο από το αναγνωρισμένο χρέος της εναγομένης.
Τα αντίθετα αφού δέχτηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε που απέρριψε την προταθείσα ένσταση δεδικασμένου που επαναφέρεται με το πρώτο λόγο εφέσεως και πρέπει, αφού γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη, να κρατηθεί η αγωγή να δικαστεί από το παρόν δικαστήριο και να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων εφέσεως.
Να σημειωθεί, ότι το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να ερευνήσει την επικουρική βάση της αγωγής που στηρίζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό και απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως μη νόμιμη, καθόσον το δικαστήριο περιορίζεται στην έρευνα των κεφαλαίων του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που προσβάλλονται με την έφεση.
Η δικαστική δαπάνη και των δυο βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του εφεσίβλητου που ηττήθηκε (αρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ' αντιμωλία των διαδίκων. Δέχεται τυπικά και ουσιαστικά την έφεση. Εξαφανίζει τη με αρ.204/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου. Κρατεί και δικάζει την από 24-5-2006 αγωγή.
Απορρίπτει αυτήν ως απαράδεκτη. Επιβάλλει σε βάρος του εφεσίβλητου τη δικαστική δαπάνη της εκκαλούσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) Ευρώ. Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσής του υποστηρίζει ότι: "...Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εδέχθη παραβιάζοντας τον νόμο, ότι η ύστερη απόφαση 386/2003 του Εφετείου Κρήτης, η οποία δέχθηκε ότι δεν έχρηζε διόρθωσης το διατακτικό της 468/2002 απόφασής του, με την προσθήκη σ' αυτό ότι "Υποχρεώνει την δεύτερη εναγομένη Α.Ε. ΗΛΙΟΣ να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 15.000.000 δρχ ...." όπως είχα ζητήσει με ιδιαίτερη αίτησή μου διόρθωσης παρήγαγε δεδικασμένο σε βάρος μου contra στο δεδικασμένο που είχε δημιουργηθεί με το σκεπτικό της πρότερης απόφασης του αυτού Δικαστηρίου (468/2002).
Κατά τα παραπάνω η πληττόμενη απόφαση διττά παρεβίασε τη διάταξη του α. 559 § 16 Κ.Πολ.Δ. αφού: α. Δεν δέχθηκε ότι παρήχθει δεδικασμένο από την με αριθμ. 468/2002 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης. β. Αντιθέτως μη νομίμως δέχθηκε ότι η μεταγενέστερη απόφαση του Εφετείου Κρήτης (386/2003) παρήγαγε δεδικασμένο "περί της αληθούς εννοίας της με αρ. 468/2002 απόφασης του".
Κατά τη μελέτη, όμως της δικογραφίας και κατά τη διάσκεψη επί της υποθέσεως προέκυψε, πως οι διάδικοι δεν προσκομίζουν κρίσιμα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία είναι απαραίτητα, προκειμένου να κριθεί, αν είναι ή όχι βάσιμος ο προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος. Ειδικότερα: α)δεν προσκομίζεται η φερόμενη ως έχουσα αριθμό 565/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, για την οποία στο αναιρετικό δικόγραφο αναφέρεται ότι "..δέχτηκε εν μέρει την αγωγή μου, δέχθηκε δηλαδή, ότι μου οφείλει ποσό 15.000.000 δρχ.
και υποχρέωσε τους εναγόμενους να μου καταβάλουν συμμέτρως το ποσό αυτό των 15.000.000 δρχ...." β)Για το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής υπάρχουν, εξ άλλου, αντιφατικές αναφορές στα προσκομιζόμενα έγγραφα: Στην 468/2002 απόφαση, αναφέρεται, ότι "... το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του (565/2000) αφού δέχτηκε την αγωγή σε μέρος, ως προς αμφοτέρους τους εναγομένους και υποχρέωσε αυτούς σε ολόκληρο να καταβάλλουν στον ενάγοντα 15.000.000 δραχμές εντόκως...", ενώ η πληττόμενη απόφαση δέχεται, κατά τα προεκτεθέντα, πως "...η με αρ. 565/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου έκρινε τελεσιδίκως και με δύναμη δεδικασμένου, πως ο ενάγων δικαιούται το ποσόν των 7.500.000 από την εναγομένη, ήτοι το ήμισυ του ....
Για το υπόλοιπο ποσόν απορρίφθηκε η αγωγή με ρητή διάταξη.... (γ) Δεν προσκομίζεται η φερόμενη ως έχουσα αριθμό 386/2003 απόφαση του Εφετείου Κρήτης. Εν όψει όλων αυτών, είναι προφανές, πως ανακύπτουν κενά και αμφίβολα σημεία, ως προς το τι όντως επεδικάσθη από την ανωτέρω πρωτοβάθμια απόφαση υπέρ του ήδη αναιρεσείοντος και ποιο ήταν το περιεχόμενο της εφετειακής απόφασης που φέρεται εκδοθείσα επί αιτήσεως για διόρθωση της (προσκομιζόμενης) υπ' αριθμ. 468/2002 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου.
Αυτά, εξετάζονται αυτεπάγγελτα και χρειάζονται συμπλήρωση και διευκρίνιση. Άρα, πρέπει να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο με φροντίδα του επιμελεστέρου των διαδίκων, ώστε να προσκομισθούν στοιχεία, από τα οποία να εξάγεται, το τι ακριβώς επιδικάστηκε υπέρ του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στις ως άνω αποφάσεις, ώστε να καταστεί δυνατόν να κριθεί, το περί παραβίασης ή μη του δεδικασμένου αναιρετικό παράπονο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, με φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων, της από 22-6-2010 αίτησης του Ν. Κ., για αναίρεση της 107/2010 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, ώστε να διευκρινιστούν τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ