1780/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΆρθ. 131, 69,132 ν. 419/1976, οι ΚΥΑ Φ083-58/1988, ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ 2900/1993, 2001800/185/0022/1993, 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/2001, άρθ. 135, 129 Ν. 2594/1998. Την προσαύξηση επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής (ΕΥΑ) για οικογενειακά βάρη δικαιούνται όλοι οι υπηρετούντες σε πρεσβείες της Ελλάδος και οι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, την προσαύξηση, όμως, για δαπάνες στέγασης μόνον οι αποσπασμένοι σ’ αυτές και όχι και οι εκεί προσλαμβανόμενοι από τον διευθύνοντα την πρεσβεία. Οι συναφείς αξιώσεις υπόκεινται στην κατ’ άρθ. 90παρ. 3 ν.2362/1995 διετή παραγραφή αρχομένη από την γένεση κάθε επιμέρους αξίωσης.
Legislator headnote
AI generated1780/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το άρθ. 131§1 του ν. 419/1976 "περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" που ίσχυε μέχρι την 23-3-1998 (άρθρ. 150§1 του νέου Οργανισμού του ΥΠΕΞ που κυρώθηκε με το ν. 2594/1998), ορίζεται ότι "ως αποδοχαί απάντων των υπαλλήλων του Υπουργείου νοούνται ο βασικός μισθός του βαθμού μεθ' όλων των κατά τας κειμένας διατάξεις χορηγουμένων επιδομάτων και προσαυξήσεων".
Full text
Απόφαση 1780 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Άρθ. 131, 69,132 ν. 419/1976, οι ΚΥΑ Φ083-58/1988, ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ 2900/1993, 2001800/185/0022/1993, 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/2001, άρθ. 135, 129 Ν. 2594/1998. Την προσαύξηση επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής (ΕΥΑ) για οικογενειακά βάρη δικαιούνται όλοι οι υπηρετούντες σε πρεσβείες της Ελλάδος και οι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, την προσαύξηση, όμως, για δαπάνες στέγασης μόνον οι αποσπασμένοι σ’ αυτές και όχι και οι εκεί προσλαμβανόμενοι από τον διευθύνοντα την πρεσβεία. Οι συναφείς αξιώσεις υπόκεινται στην κατ’ άρθ. 90παρ. 3 ν.2362/1995 διετή παραγραφή αρχομένη από την γένεση κάθε επιμέρους αξίωσης.
Αριθμός 1780/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γεωργία Παπαδάκη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Φ. Ε. του Γ., υπαλλήλου του Υπουργείου Εξωτερικών, υπηρετούντος στο Προξενείο της Ελλάδας στη ... της ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2107/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9190/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-12-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 1-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη του δευτέρου λόγου αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την διάταξη του άρθ. 90§3 ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους" η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από την γένεσή της, ενώ κατά την διάταξη του άρθ. 91 εδ.
α' του ίδιου νόμου με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι με την πρώτη απ' αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης.
Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθ. 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του δημοσίου κ.λπ. από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που διατυπώνεται στο άρθ. 91 εδ.
α', και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.ΑΠ 29/2006, ΑΠ 135/2011). Η προβλεπομένη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθ. 90§3 ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου κ.λπ. βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατ' άρθ. 250 αριθ. 6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθ. 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων (Ολ.ΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003), και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου (των ΟΤΑ κ.λπ.), η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτού επιβαρύνσεων (ΑΕΔ 1/2012, πρβλ.
Ολ.ΑΠ 38/2005). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας ύστερ' από έφεση του αναιρεσιβλήτου επί αγωγής αυτού κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου με αντικείμενο και την προσαύξηση του επιδόματος αλλοδαπής για οικογενειακά βάρη για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 21-1-2003, με την προσβαλλομένη 9190/2006 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι, κατά την προκριθείσα ερμηνεία του άρθ. 90§3 ν. 2362/1995, και λαμβανομένου υπόψη ότι η ένδικη αγωγή κατατέθηκε την 6-10-2004 μόνον οι συναφείς αξιώσεις του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 31-12-2001 είχαν υποπέσει στην θεσπιζόμενη με την ως άνω διάταξη διετή παραγραφή, αρξαμένη, κατά την γενομένη δεκτή ερμηνευτική άποψη, από το τέλος του έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους, και όχι, όπως είναι το ορθό, από την γένεσή τους.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και μη δεχθέν ότι είχαν παραγραφεί και οι αξιώσεις για το χρονικό διάστημα από 1/10-31/10/2002, δεδομένου ότι σύμφωνα με την 2010481/1172/0022/1996 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 387) οι αποδοχές του προσωπικού του Υπουργείου Εξωτερικών, μονίμου και με σύμβαση, που υπηρετεί στην αλλοδαπή, καταβάλλονται κάθε δίμηνο και στην αρχή του διμήνου, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ. 90§3 ν. 2362/1995 και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο συναφής πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
II. Με το άρθ. 131§1 του ν. 419/1976 "περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" που ίσχυε μέχρι την 23-3-1998 (άρθρ. 150§1 του νέου Οργανισμού του ΥΠΕΞ που κυρώθηκε με το ν. 2594/1998), ορίζεται ότι "ως αποδοχαί απάντων των υπαλλήλων του Υπουργείου νοούνται ο βασικός μισθός του βαθμού μεθ' όλων των κατά τας κειμένας διατάξεις χορηγουμένων επιδομάτων και προσαυξήσεων".
Περαιτέρω, με την §10 του ίδιου άρθρου, παρασχέθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό, προς αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα, Επίδομα Υπηρεσίας Αλλοδαπής (Ε.Υ.Α.) σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, τον βαθμό, τα οικογενειακά βάρη και το κόστος ζωής του τόπου στον οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος, ειδικότερα δε για τους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου και τους εμπειρογνώμονες του ΥΠΕΞ και ανάλογα με τις συνθήκες στέγασης που επικρατούν στη χώρα που υπηρετούν.
Σύμφωνα με την §11 του αυτού άρθρου το ως άνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, ύστερ' από πρόταση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών και για όλους τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας με την ίδια πράξη σε ποσοστό επί του επιδόματος που καθορίστηκε για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό.
Το επίδομα αυτό δικαιούται, κατά το άρθρο 69§1 του άνω ν. 419/1976, και το βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Εξάλλου, στο άρθρο 132 του ν. 419/76 ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι των διπλωματικών και των εμμίσθων προξενικών αρχών δικαιούνται δωρεάν οίκηση σε βάρος του Δημοσίου και ότι σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, ένεκα ειδικών οικιστικών συνθηκών, είναι δυνατό να μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα για τη στέγαση των λοιπών υπαλλήλων της εξωτερικής υπηρεσίας, στην περίπτωση αυτή, όμως, θα εκπίπτεται το ένα τρίτο του καταβαλλόμενου στους υπαλλήλους αυτούς επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής.
Περαιτέρω, με την Φ 083-58/1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ 177 Β'), που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12§1 του ν. 1256/1982 και 3§8 του 1288/1982 και κυρώθηκε με το άρθρο 25§1 του ν. 1884/1990, καθορίσθηκε το παραπάνω επίδομα για τους προϊσταμένους των διπλωματικών και προξενικών αρχών και για τους λοιπούς υπαλλήλους όλων των κλάδων και ορίσθηκε επιπλέον στο κεφάλαιο Γ' αυτής ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος που καθορίσθηκε γι' αυτούς αυξάνεται κατά 10% κατά τις αναφερόμενες εκεί διακρίσεις.
Με τις παρ. Ελ και ΣΤ της παραπάνω Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΚΥΑ) ορίζεται ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ν. 1504/1984.
Το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του με σύμβαση ενγένει προσωπικού μπορεί να μειώνεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, εφόσον συντρέχουν ειδικοί γι' αυτό λόγοι. Ακολούθως, με την ΣΤ1/Μ/Φ.083 - 13/ΑΣ2900/1993 κοινή απόφαση του Υπουργού Προεδρίας και του Υφυπουργού Εξωτερικών, χορηγήθηκε επίδομα στέγασης που ανέρχεται σε προσαύξηση 10% του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής στους μόνιμους υπαλλήλους του Διοικητικού Κλάδου Γεν.
Καθηκόντων, του Κλάδου Τεχνικών Επικοινωνιών, του Κλάδου Διοικητικών Γραμματέων και του Κλάδου βοηθητικού προσωπικού που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 132§2 του ν. 419/1976. Με την 2001800/185/0022/17-3-1993 ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, τροποποιήθηκε η παραπάνω παράγραφος Γ' της Φ 083-58/1988 και ορίσθηκε ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται από 1-1-1993 κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας μέχρις 6 ετών, κατά ποσοστό 8% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14% για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών.
Τα παραπάνω ποσοστά αυξήθηκαν σε 8, 12 και 16% αντιστοίχως από 1.1.2001 με την 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22.1.2001 ΚΥΑ. Με την τελευταία αυτή ΚΥΑ ορίσθηκε στην παρ. Γ' ότι: "Στους υπαλλήλους του Διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά 20% επί του επιδόματος του Προϊσταμένου/Πρέσβεως, εκτός του αρχαιοτέρου εκ των Συμβούλων Πρεσβείας ή του μοναδικού που υπηρετεί σε Πρεσβεία ή Μόνιμη Αντιπροσωπεία, του οποίου το ποσοστό αυξάνεται κατά 30%, αποκλειομένων από τη ρύθμιση αυτή των τυχόν λαμβανόντων επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής ανωτέρας βαθμίδας.
Στους μονίμους υπαλλήλους των λοιπών κλάδων, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά 10% επί του επιδόματος του Προϊσταμένου/Πρέσβεως". Εξάλλου, κατά τις ταυτόσημες (του ν. 419/1976) διατάξεις του άρθρου 135 §§ 4 και 5 του ν. 2594/1998, δηλαδή του από 24-3-1998 ισχύοντος νέου Οργανισμού του Υπ.
Εξωτερικών, προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα παρέχεται σε συνάλλαγμα επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αναλόγως του κλάδου και του βαθμού. Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και την στέγαση και καθορίζεται εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπ.
Εξωτερικών με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, για δε τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με την ίδια ΚΥΑ σε ποσοστό επ' αυτού το οποίο έχει καθορισθεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Με το άρθρο 129 §§ 2 και 5 του παραπάνω νόμου στις αρχές του εξωτερικού ορίζονται με ΠΔ θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου.
Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται επιτοπίως μόνιμοι κάτοικοι της χώρας, όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή. Με την ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών για την πρόσληψή τους καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας των ανωτέρω υπαλλήλων. Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση καταρτιζόμενη από τον προϊστάμενο της αρχής.
Οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.
Ειδικά, για όσους από αυτούς ελάμβαναν το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, το ύψος αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται, με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής, στην οποία υπηρετούν. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει καταρχήν ότι τα προβλεπόμενα στις ανωτέρω Κ.Υ.Α.
ποσοστά αύξησης για δαπάνες στέγασης δεν αποτελούν ξεχωριστό επίδομα, αλλά αύξηση του καταβαλλομένου επιδόματος Υπηρεσίας Αλλοδαπής, το οποίο καταβάλλεται και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που οι κείμενες διατάξεις προβλέπουν για την καταβολή του.
Οι εκδιδόμενες κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 131§11 του ν. 419/1976 ή του άρθρου 135§5 του ν. 2594/1998 ΚΥΑ που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα αυτό με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς αυτούς νόμους κριτήρια και μέσα στα διαγραφόμενα πλαίσια δεν είναι δυνατόν να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουσιοδοτικούς νόμους, όπως είναι η διάκριση αυτών σε μόνιμους, που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου, και σε υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου και να αυξήσουν το επίδομα μόνο στους πρώτους αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους.
Οι αποφάσεις, άρα, που στηρίζονται αποκλειστικά στην ανωτέρω διάκριση για ν' αυξήσουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μόνο των μονίμων υπαλλήλων, βρίσκονται έξω από τα όρια της προαναφερόμενης νομοθετικής εξουσιοδότησης (άρθρ. 43§2 του Συντάγματος) και κατά το μέρος που εξαιρούν από την αύξηση αυτή τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου είναι ανίσχυρες.
Όμως, η προαναφερόμενη ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ.2900/1993 κοινή υπουργική απόφαση που αφορά τις δαπάνες στέγασης, δεν αυξάνει το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής όλων των μονίμων υπαλλήλων που υπηρετούν στο εξωτερικό και για τους οποίους δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου κατοικία, αλλά μόνο των μονίμων υπαλλήλων, που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και συνεπώς, ανεξάρτητα από το αν η εν λόγω ρύθμιση καλύπτεται από τις διατάξεις για την απόσπαση ή είναι στο σύνολο της εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 131§1 του ν. 419/ 1976, που δεν παρέχει τη δυνατότητα τροποποίησης της αντίθετης διάταξης του άρθρου 132§2 του νόμου, θέμα ανίσχυρου της ρύθμισης δεν μπορεί να τεθεί για τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου που δεν αποσπάσθηκαν σε Αρχή του εξωτερικού, αλλά προσλήφθηκαν από τον προϊστάμενο της Αρχής αυτής σύμφωνα με το άρθρο 68 του άνω νόμου.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι με τις προδιαληφθείσες εξουσιοδοτικές διατάξεις των παραγράφων 10 και 11 του αρθρ. 131 του ν. 419/1976, δόθηκε η εξουσία αρχικά στο Υπουργικό Συμβούλιο και μετέπειτα στους Υπουργούς Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εξωτερικών και Οικονομικών (αρθρ. 25§1 ν. 1884/1990 και αρθρ. 12§1 ν. 1256/1982), όπως με κοινή υπουργική απόφασή τους καθορίζουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής και προβαίνουν σε αύξηση του επιδόματος αυτού κατά ποσοστό για δαπάνες στέγασης (η οποία αύξηση για την αιτία αυτή συνιστά στην ουσία αύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής), σύμφωνα με τα οριζόμενα στην §10 του ιδίου άρθρου 131 ν. 419/1976 κριτήρια και μέσα στα διαγραφόμενα από τον ως άνω νόμο πλαίσια.
Με βάση την παρεχομένη από τις ως άνω διατάξεις εξουσιοδότηση, μπορεί η εκδιδόμενη κοινή υπουργική απόφαση να καθορίζει σε διαφορετικό ύψος ή να αυξάνει σε διαφορετικό ποσοστό το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής για ορισμένους υπαλλήλους που έχουν ανάγκη στέγασης στο εξωτερικό. Επομένως, σύμφωνα με την έννοια της εξουσιοδότησης, ευρίσκεται εντός των ορίων αυτής η κατά ποσοστό 10% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβεως αύξηση λόγω στέγασης του επιδόματος αυτού μόνο για τους μονίμους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα, ρύθμιση, στην οποία προέβη η μνημονευθείσα ΚΥΑ ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ.2900/5.4.1993 και τούτο, διότι η απόσπαση του υπαλλήλου στο εξωτερικό γίνεται για την εξυπηρέτηση ειδικής υπηρεσιακής ανάγκης και για βραχύ χρονικό διάστημα τριών έως έξι (3-6) το πολύ μηνών (αρθρ. 107 ν. 419/1976), με αποτέλεσμα ο υπάλληλος αυτός να αντιμετωπίζει αναγκαίως άμεσες και αυξημένες δαπάνες στέγασης σε σχέση με τον υπηρετούντα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στην αλλοδαπή κατόπιν πρόσληψης ή μετάθεσης ή με οποιοδήποτε άλλο - πλην απόσπασης - νόμιμο τρόπο, ο οποίος έχει εξαρχής ρυθμίσει τις δαπάνες του για στέγαση στα πλαίσια του χορηγουμένου επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής.
Οι αυξημένες αυτές δαπάνες για στέγαση του αποσπώμενου υπαλλήλου δικαιολογούν την κατά 10% επαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του υπαλλήλου αυτού και την διαφοροποίησή του από τους κατ' άλλο τρόπο υπηρετούντες στο εξωτερικό συναδέλφους του, οι οποίοι δεν δικαιούνται της επαύξησης αυτής, την οποία η ως άνω ΚΥΑ ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ/2900/1993 χορήγησε μόνο στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, που αποσπώνται σε Αρχές του εξωτερικού και όχι στους εκεί υπηρετούντες ύστερ' από πρόσληψη ή μετάθεση ή άλλο παρόμοιο νόμιμο τρόπο.
Διότι, κατά τα προδιαληφθέντα, η ρύθμιση αυτή ευρίσκεται εντός των ορίων της εξουσιοδότησης του άρθρ. 131 §§ 10 και 11 του ν. 419/1976 και δεν αντιβαίνει προς την αρχή της ισότητας, εφόσον δικαιολογείται λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι σε σχέση με άλλους υπαλλήλους, οι οποίοι μετατέθηκαν ή προσλήφθηκαν και υπηρετούν στο εξωτερικό σε άλλου είδους (πλην αποσπάσεως) υπηρεσιακή σχέση (Α.Ε.Δ. 14/2005, ΑΠ 319/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας επί αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του τώρα αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζητούσε τις προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για δαπάνες στέγασης και για οικογενειακά βάρη για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 21-12-003 και αφού έκρινε μη νόμιμη την αγωγή ως προς την αξίωση για την προσαύξηση του για αντιμετώπιση δαπανών στέγασης και απέρριψε την αγωγή, κατά το αναφερόμενο στην απόφαση μέρος, κατά την αξίωση προσαύξησης του επιδόματος για οικογενειακά βάρη λόγω παραγραφής, με την προσβαλλομένη 9190/2006 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι με την από 6-2-1992 σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που συνήφθη μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον πρέσβη της Ελλάδος στην Σεούλ Κορέας Δ.
Μ., κατ' άρθ. 69§4 ν. 419/1976, ο ενάγων προσλήφθηκε ως κλητήρας στην ελληνική πρεσβεία της Σεούλ, ότι σύμφωνα με το άρθ. 1 της πιο πάνω εργασιακής σύμβασης οι μηνιαίες αποδοχές του καθορίσθηκαν με βάση τον μισθό του εσωτερικού κλητήρα Α' τάξης της Κεντρικής Υπηρεσίας, καθώς και το παρεχόμενο στους υπαλλήλους του κλάδου αυτού επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, ότι με την από 7-12-1999 τροποποιητική σύμβαση, που υπογράφηκε μεταξύ του ενάγοντος και του πρέσβη της Ελλάδος στην Σεούλ, που ενεργούσε ως εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου, αναπροσαρμόσθηκε η μηνιαία αποζημίωσή του σύμφωνα με την Φ 083/0311/ΑΣ14592/1999 απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών και το ύψος του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής από 3.520 σε 4.750 δολ.
ΗΠΑ μηνιαίως, ισχυόντων κατά τα λοιπά των όρων της αρχικής σύμβασης εργασίας, ότι ο ενάγων, ο οποίος είναι έγγαμος και πατέρας δύο ανήλικων τέκνων, του Γ. και Α., που γεννήθηκαν την 10-5-1995 και 20-5-1998 αντίστοιχα, προσέφερε τις υπηρεσίες του στην πρεσβεία της Σεούλ ως κλητήρας, με βάση την προαναφερομένη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, μέχρι 21-1-2003, όταν έγινε μόνιμος υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών σε θέση του κλάδου Διοικητικών Γραμματέων ΣΤ' τάξης και επομένως δικαιούται, κατά τα προαναφερθέντα, προσαύξηση επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για οικογενειακά βάρη για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 20-1-2003 (οι συναφείς αξιώσεις του για το προηγούμενο διάστημα της αγωγής κρίθηκαν, όπως προαναφέρθηκε, παραγεγραμμένες), ότι κατά συνέπεια το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα για την αιτία αυτή (δηλ.
για προσαύξηση οικογενειακών βαρών επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής) για το ως άνω χρονικό διάστημα το συνολικό ποσό των 25146 δολ. ΗΠΑ (12% + 8% = 20% Χ 9900 δολ. ΗΠΑ=1980 δολ. Χ 12,7 μήνες), με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά την σχετική αξίωση.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο για τον υπολογισμό των οφειλομένων στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα προσαυξήσεων οικογενειακών βαρών επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής έλαβε ως βάση τα αυξημένα ποσοστά που καθόρισε η ΚΥΑ 083/ΕΥΑ/ΑΣ/11254/2001 ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 129§5 του ν. 2594/1998, οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, όπως ο αναιρεσίβλητος, διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη του.
Συνεπώς, ο αναιρεσίβλητος δικαιούται την επίμαχη προσαύξηση που χορηγήθηκε για τα οικογενειακά βάρη και μετά την έναρξη της ισχύος του νεότερου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (ν. 2594/1998), εφόσον την δικαιούτο κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το προαναφερόμενο μέρος (παραγραφή των ως άνω επιμέρους αξιώσεων), να παραπεμφθεί κατά το μέρος τούτο η υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρινίσεις (εύρεση των τελικά οφειλομένων στον ενάγοντα ποσών), για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (κατ' ορθή ερμηνεία του άρθ. 580§3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθ. 12§4 ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, όπως αυτά προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθ. 22 ν. 3693/1957 και την ΥΑ 134423/1993, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 9190/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε διακόσια (200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ