Supreme Court dismisses appeal against civil judgment regarding attorney fees and ordered restitution of withheld amounts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Law Firm of Larissa's appeal against the Second Instance Court's decision awarding attorney fees to three individuals. The court found the lower court correctly applied civil code provisions regarding fee retention and rejected the argument that such retention violated constitutional rights. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the represented appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 71, 914, 297, 298 of the Civil Code; The Supreme Court held that the retention of attorney fees as compensation for representation does not violate constitutional provisions and that the lower court's application of these statutes was correct and subject to no further review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1780 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1780/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΛΑΡΙΣΑΣ" που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους, α. Βασίλειο Αρχοντή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., β. Παναγιώτη Πορφύρη και γ. Ιωάννη Βαϊόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3, κατοίκων ... και 4. Ψ4, κατοίκου ... . Οι μεν 1ος, 2ος, 3ος, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καρτζαφέρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο μεν τέταρτος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2003 αγωγή των ήδη τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων και την από 5-10-2004 κύρια παρέμβαση του ήδη τέταρτου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3802/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 4446/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείων με την από 14-12-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 3-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι κατά τη συζήτηση της κρινόμενης από 14.12.2007 αίτησης αναίρεσης, που έγινε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (27.04.2009) με εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, ο τέταρτος αναιρεσίβλητος Ψ4. Από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λάρισας ..., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι αντίγραφο της κρινόμενης από 14.12.2007 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4.446/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με τις συνημμένες πράξεις κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου, με κλήση για συζήτηση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (27.4.2009) επιδόθηκε, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, νομίμως και εμπροθέσμως στον τέταρτο αναιρεσίβλητο Ψ4. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το πολιτικό δικαστήριο δέχθηκε ότι έχει δικαιοδοσία σε υπόθεση που, κατά νόμο, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ.2 εδ.
γ' Κ.Πολ.Δ). Εξ άλλου, στο άρθρο 1 παρ.1 του ν. 1406/1983, που εκδόθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ.2 του Συντάγματος, όπως ίσχυε πριν την αναθεώρησή του με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "Υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί σ' αυτή.
Στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά: α) ... η) την ευθύνη του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στα διοικητικά δικαστήρια υπάγεται η διαφορά για αποζημίωση που απορρέει από παράνομες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ. κατά την ενάσκηση της δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί σ' αυτά και η παράνομη συμπεριφορά συντελείται με εκτελεστές διοικητικές πράξεις των οργάνων τους ή παραλείψεις προς έκδοση τέτοιων πράξεων, αλλά και από υλικές ενέργειες που συντελέσθηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξ αιτίας τους, εφόσον όμως δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας τους, ούτε οφείλονται σε πταίσμα του οργάνου, το οποίο ενήργησε εκτός του κύκλου των καθηκόντων του (ΑΕΔ 21/2005 και 3/2004).
Νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, είναι κατά το άρθρο 194 του Δικηγορικού Κώδικα και οι Δικηγορικοί Σύλλογοι, οι οποίοι κατά το εν λόγω άρθρο, έχουν ιδία περιουσία και υπόκεινται στις διατάξεις του κοινού δικαίου ως προς την απόκτηση δικαιωμάτων, την ανάληψη υποχρεώσεων και την εν γένει διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας τους, για την οποία (διαχείριση και αξιοποίηση) μπορούν να ιδρύουν νομικά πρόσωπα με εταιρική ή μη μορφή.
Περαιτέρω, στο άρθρο 17 παρ.4 εδ. β' του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το άνω Ψήφισμα της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής, ίσχυε δε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο άσκησης της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ορίζεται ότι "Νόμος μπορεί να προβλέπει την εγκαθίδρυση ενιαίας δικαιοδοσίας, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94, για όλες τις διαφορές και υποθέσεις που σχετίζονται με απαλλοτρίωση, καθώς και την κατά προτεραιότητα διεξαγωγή των σχετικών δικών" στο δε άρθρο 94 παρ.3 του αναθεωρημένου, ως άνω Συντάγματος ορίζεται ότι "Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήριο ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια".
Σε εκτέλεση των συνταγματικών αυτών διατάξεων εκδόθηκε η από 21.12.2001 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ 288Α), "Αρμοδιότητα των δικαστηρίων σε υποθέσεις αναγκαστικών απαλλοτριώσεων κλπ" η οποία κυρώθηκε με το ν. 2990/2002, με το άρθρο 1 της οποίας ορίζονται τα εξής: "1. Ο προσδιορισμός της αποζημίωσης για την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου υπάγεται λόγω συναφείας με τη διαδικασία αναγνώρισης δικαιούχων στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με όσα ορίζονται ειδικότερα στον Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2882/2001, όπως αυτός ισχύει κάθε φορά. 2.
Αρμόδιο να αποφαίνεται ανεκκλήτως και με την ίδια διαδικασία για διαφορές από ατομικές διοικητικές πράξεις διοικητικών αρχών, οι οποίες αφορούν την ανάκληση μη συντελεσμένων ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων και την άρση διατηρουμένων επί μακρόν ρυμοτομικών βαρών, είναι το διοικητικό δικαστήριο του άρθρου 11 παρ.4 του Κ.Α.Α.Α." Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 17 παρ.2, 4 εδ.α'και δ του Συντάγματος, όπως ίσχυε πριν την αναθεώρησή του με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, και εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κήρυξης και συντέλεσης της ένδικης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τα άρθρα 31 παρ.1 ν.δ. 797/71 και 29 παρ.2 ν. 2882/2001, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του....
παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία που είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, "Η αποζημίωση ορίζεται πάντοτε από τα πολιτικά δικαστήρια", "Η αποζημίωση δεν υπόκειται, ως αποζημίωση, σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος".
Περαιτέρω στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων διαφορών ή προστίμων".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγονται τα εξής: α), κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα".
Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικώτερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά και β) η οφειλομένη από τον υπόχρεο αποζημίωση λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, πρέπει να είναι πλήρης, να ανταποκρίνεται δηλαδή στην αξία αυτού κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης , στο αρμόδιο κατά περίπτωση πολιτικό δικαστήριο, για τον προσωρινό ή απ' ευθείας οριστικό προσδιορισμό της, με την έννοια ότι είναι ανάλογη με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και την ωφέλεια που από αυτό πορίζεται ο κύριος, χωρίς να φαλκιδεύεται με την επιβάρυνσή του δικαιούχου, έστω και με μέρος των δικαστικών εξόδων της διαδικασίας για τον δικαστικό προσδιορισμό της.
Περαιτέρω, στο ν.δ. 797/71 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" ορίζονται τα εξής: α) η συντέλεση της απαλλοτρίωσης, η οποία επιφέρει την αποστέρηση της ιδιοκτησίας υπέρ του υπέρ ού η απαλλοτρίωση, επέρχεται με την καταβολή στον δικαιούχο της αποζημίωσης που καθορίστηκε προσωρινά ή οριστικά κατά το άρθρο 18 ή από την παρακατάθεση αυτής υπέρ του δικαιούχου στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και της δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της γενόμενης στο ως άνω Ταμείο παρακατάθεσης (άρθρο 7 παρ.1), β) Το Δημόσιο και το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων καταβάλλοντας στους δικαστικώς αναγνωρισθέντες δικαιούχους, απαλλάσσεται πάσης υποχρεώσεως και ευθύνης, έναντι οποιουδήποτε τρίτου δικεκδικητή ή που εμφανίζει τον εαυτό του ως, εν όλω ή εν μέρει, αληθινό δικαιούχο, διατηρουμένης της ευθύνης του εισπράξαντος την αποζημίωση έναντι του αληθινού δικαιούχου (άρθρο 8 παρ.5), γ) η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημίωσης και επιδικάζεται πάντοτε από το αρμόδιο δικαστήριο με την ίδια απόφαση με την οποία καθορίζεται η αποζημίωση, εφαρμοζομένης της διατάξεως του άρθρου 22 ν. 3693/57, προκειμένου περί απαλλοτριώσεων υπέρ του Δημοσίου και με δαπάνες αυτού ή άλλων ν.π.δ.δ., ή υπέρ και με δαπάνες προσώπων των οποίων η νομική υπηρεσία διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (άρθρο 17 παρ.4 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.δ.446/74).
Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 161 παρ. 7 του Κώδικα περί Δικηγόρων , η αμοιβή του δικηγόρου "προκαταβάλλεται εις τον οικείον δικηγορικόν σύλλογον ο οποίος εκδίδει τριπλότυπον απόδειξιν. Εκ της προκαταβαλλομένης αμοιβής δύναται ο οικείος δικηγορικός σύλλογος να παρακρατήσει ποσοστόν ταύτης οριζόμενον δι' αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης μετ' απόφασιν του οικείου δικηγορικού Συλλόγου λαμβανομένην δια πλειοψηφίας των 2/3 των μελών".
Στο άρθρο 9 του ν. 1093/80, "περί τροποποιήσεως διατάξεων του Κώδικος περί Δικηγόρων", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 22 ν. 1868/89, ορίστηκαν και τα εξης: α) "η ως άνω διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 161 του Δικηγορικού Κώδικα εφαρμόζεται και επί των δικηγορικών αμοιβών εξ αναγκαστικών απαλλοτριώσεων κατά την ειδικήν διαδικασίαν προσδιορισμού τιμής μονάδος.
Εφόσον η δικηγορική αμοιβή έχει καθορισθεί κατά την παράγραφον 3 του άρθρου 92 του ν.δ 3026/1954, αύτη δεν δύναται να είναι κατωτέρα των υπό των άρθρων 100 και επόμ. προβλεπομένων ελαχίστων ορίων" (παρ. 1), β) "με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, καθορίζεται το ποσοστό αμοιβής των δικηγόρων των διαδίκων που αξιώνουν κυριότητα στο απαλλοτριούμενο ή άλλο σ' αυτό εμπράγματο δικαίωμα.
Το ποσοστό αυτό δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το προβλεπόμενο στη διάταξη του άρθρου 100 και επόμενα ελάχιστο όριο" (παρ. 1α), γ) "το υπό του οικείου Συλλόγου παρακρατούμενο, κατ' εφαρμογήν των εν λόγω διατάξεων, ποσοστόν αμοιβής δεν δύναται να υπερβαίνει δια τας υποθέσεις ταύτας το 75%, του υπολοίπου αποδιδομένου εις τον δικαιούχον δικηγόρον" (παρ. 2), δ) "οι Δικηγορικοί Σύλλογοι υποχρεούνται όπως διανέμουν τουλάχιστον δις του έτους εις τα μέλη των , συμμέτρως, τα υπ' αυτών κατά την παράγραφον 2 του παρόντος και την κατά την παρ.7 του άρθρου 161 του ν.δ. 3026/54, ως προσετέθη δια του άρθρου 25 του ν. 723/77, παρακρατηθέντα ποσά, αποδίδουν δε το εις τους δικαιούχους δικηγόρους αναλογούν μέρος μετά παρέλευσιν δεκαπέντε ημερών" (παρ. 4), ε) "αι διατάξεις των άρθρων 178 και 179 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας δεν εφαρμόζονται επί δικών διεξαγομένων κατά την ειδικήν διαδικασίαν περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων.
Η δικαστική δαπάνη επιβάλλεται πάντοτε πλήρης, αποκλειστικώς δε εις βάρος του υποχρέου προς αποζημίωσιν, επιφυλασσομένων των διατάξεων του ν.δ. 446/1974. Το δικαστήριον εν πάση περιπτώσει προσδιορίζει την αμοιβήν του παραστάντος δικηγόρου εκατέρου των μερών διακεκριμένως, υπολογιζομένην βάσει του κατά την παράγραφον 3 του άρθρου 92 του ν.δ. 3026 /1954 καταρτισθέντος συμφωνητικού, ή εν ελλείψει τούτου κατά τας διατάξεις των άρθρων 100 επόμ.
του αυτού νομοθετικού διατάγματος". (παρ. 5) και στ), " Ο υπόχρεος προς αποζημίωση παρακρατεί την αμοιβή του δικηγόρου του καθού η απαλλοτρίωση που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1α του παρόντος. Αν δεν παρακρατηθεί από αυτόν και κατατεθεί η αποζημίωση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, τότε η υποχρέωση για την παρακράτηση αυτής βαρύνει το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Ο υπόχρεος προς αποζημίωση ή το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων αποδίδουν την αμοιβή που παρακράτησαν στο δικηγορικό σύλλογο που ανήκει ο δικαιούχος δικηγόρος". Επακολούθησε ο ν. 2915/2001 με το άρθρο 33 του οποίου αντικαταστάθηκε η παρ.3 του άρθρου 9 του άνω ν. 1093/80 και ορίσθηκε ότι από το μέρος της παρακρατούμενης από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο αμοιβής, ποσοστό που καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και το οποίο δεν μπορεί να είναι ανώτερο του 5%, παραμένει στο Ταμείο του Συλλόγου για την κάλυψη εξόδων διαχείρισης του οικείου λογαριασμού.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγονται τα εξής: Το δικαστήριο με την απόφαση καθορισμού τιμής μονάδας αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης , πέραν του καθορισμού της αποζημίωσης, επιβάλλει τη δικαστική δαπάνη, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 189 Κ.Πολ.Δ., περιλαμβάνει και την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης.
Η αμοιβή αυτή του δικηγόρου επιβάλλεται πάντοτε σύμφωνα με την μη καταργηθείσα παράγραφο 5 του άρθρου 9, εις βάρος του υποχρέου προς αποζημίωση και δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερη από το όριο που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 100 επόμ. του ν.δ. 3026/1954, δηλαδή κάτω από το 3% του αντικειμένου της δίκης, ούτε μπορεί να συμψηφισθεί κατά το άρθρο 22 παρ. 2 του ν. 3693/1957 στην περίπτωση κατά την οποία υπόχρεο σε αποζημίωση είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ, γιατί τούτο θα προσέκρουε στη συνταγματική αρχή της πλήρους αποζημιώσεως των καθών η αναγκαστική απαλλοτρίωση (Ολ ΑΠ 9/1996).
Και ενώ, η καταργηθείσα διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 9 του ν. 1093/1980 όριζε ότι ο υπόχρεος προς αποζημίωση ή το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων θα παρακρατήσουν, προκειμένου να αποδώσουν στον οικείο δικηγορικό σύλλογο, την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου την οποία είχε επιβάλει εις βάρος του (υποχρέου) η δικαστική απόφαση, με τις νέες διατάξεις των παραγράφων 1α και 6, ο υπόχρεος προς αποζημίωση ή το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων θα παρακρατήσουν και θα αποδώσουν στο δικηγορικό σύλλογο όχι την αμοιβή αυτή, ή την αμοιβή που συμφωνήθηκε μεταξύ του δικαιούχου της αποζημίωσης και του δικηγόρου του στο πλαίσιο του άρθρου 92 παρ. 3 του Δικηγορικού Κώδικα, αλλά το ποσό που όρισε δεσμευτικά ως αμοιβή η Υπουργική απόφαση σε ποσοστό επί της αποζημίωσης, το οποίο για τους περισσότερους δικηγορικούς συλλόγους είναι πολύ ανώτερο των ισχυόντων ελάχιστων ορίων των άρθρων 100 επόμ.
του Δικηγορικού Κώδικα. Με τον τρόπο αυτό οι ως άνω διατάξεις επιρρίπτουν την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου όχι εις βάρος του υποχρέου, αλλά εις βάρος του δικαιούχου και μάλιστα την αφαιρούν από την αποζημίωσή του. 'Ετσι όμως φαλκιδεύεται η δικαιουμένη από αυτόν πλήρης αποζημίωση, γεγονός που αντίκειται στο άρθρο 17 παρ. 2 και 4 του Συντάγματος, και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού, κατά την καταβολή της αποζημίωσης με την οποία συντελείται η απαλλοτρίωση, η αποζημίωση αυτή δεν είναι πλήρης (Ολ.ΑΠ 13/2000).
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο καθού η απαλλοτρίωση ακινήτου δικαιούχος της αποζημίωσης, έχει, έναντι του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, που εισέπραξε από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, με βάση τις άνω αντισυνταγματικές διατάξεις, το ποσό της αμοιβής του δικηγόρου, το οποίο αποτελεί μέρος της οφειλόμενης στον δικαιούχο πλήρους αποζημίωσης, ενοχική απαίτηση προς επιστροφή του ποσού αυτού, η απαίτηση αυτή δε αυτή μπορεί να στηριχθεί στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 8 παρ.5 ν.δ. 797/71, σε συνδυασμό και με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις των άρθρων 904 επ.
του ίδιου Κώδικα. Η σχετική διαφορά, μεταξύ του δικαιούχου της αποζημίωσης και του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, προς επιστροφή του εισπραχθέντος από τον τελευταίο, ως αμοιβή του δικηγόρου, ποσού της αποζημίωσης, και αν ακόμη θεμελιώνεται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, είναι διαφορά που έχει ως βάση την απαλλοτρίωση και την εξ αυτής αξίωση του καθού να εισπράξει την δικαστικώς καθορισθείσα, πλήρη αποζημίωση για το απαλλοτριωθέν ακίνητο της ιδιοκτησίας του, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και όχι στα διοικητικά δικαστήρια, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 1406/83, αφού αφενός μεν, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.1 της άνω Π.Ν.Π.
στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται οι διαφορές για καθορισμό της αποζημίωσης και για αναγνώριση δικαιούχων λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, αφετέρου δε δεν συνέχεται με την άσκηση δημόσιας εξουσίας, αλλά συνδέεται με τη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου Επομένως, ο πρώτος λόγος από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, με το να δεχθεί την εναντίον του αγωγή, με την οποία οι ήδη αναιρεσίβλητοι, επικαλούμενοι τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, ζήτησαν την επιστροφή του παρακρατηθέντος και αποδοθέντος από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στον αναιρεσείοντα Δικηγορικό Σύλλογο ποσού από την δικαστικώς καθορισθείσα αποζημίωση λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου τους, υπερέβη τη δικαιοδοσία του, είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Παράνομη είναι και η προσβολή του ενοχικού δικαιώματος, ως αυτοτελούς αγαθού, που γίνεται με επέμβαση τρίτου, αμέτοχου του ενοχικού δεσμού ή μετέχοντος σ'αυτόν με βάση αντισυνταγματικό νόμο, με τον οποίο προσβάλλεται συνταγματικώς προστατευόμενο δικαίωμα του φορέα της απαίτησης, όπως είναι το δικαίωμα του ιδιοκτήτη αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντος ακινήτου, να εισπράξει την δικαστικώς καθορισθείσα πλήρη αποζημίωση.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε -με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του- θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε ως αποδειχθέντα τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Με την υπ' αριθμ. 1074850/5025/0010/11.1.1996 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικώς, για λόγους δημοσίας ωφέλειας (ανάδειξη , προβολή και προστασία του περιβάλλοντος χώρου Αρχαίου Θεάτρου ...) υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες Ταμείου Αρχαιολογικών χώρων και Απαλλοτριώσεων, εδαφική έκταση εμβαδού 177,78 τ.μ., με το επ' αυτής κρίσμα.
Με την υπ' αριθμ. 141/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας καθορίσθηκε η προσωρινή αποζημίωση και με την υπ' αριθμ. 252/1999 απόφαση του Εφετείου Λάρισας η οριστική, αναγνωρίσθηκαν δε ως δικαιούχοι οι αναιρεσίβλητοι, κατά τα αναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά ο καθένας. Με την άνω απόφαση καθορισμού οριστικής αποζημίωσης, ορίσθηκε ότι ποσοστό 9% επί του ποσού της αποζημίωσης θα παρακρατηθεί και θα αποδοθεί στον ήδη αναιρεσείοντα δικηγορικό Σύλλογο, ως αμοιβή του παρασταθέντος στις σχετικές δίκες δικηγόρου των ήδη αναιρεσιβλήτων, μέλους του ήδη αναιρεσείοντος.
Η αποζημίωση παρακατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων από τον υπόχρεο, το δε Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αφού παρακράτησε εξ αυτής το άνω ποσοστό 9%, απέδωσε το υπόλοιπο στους δικαιούχους, το δε παρακρατηθέν ποσοστό 9% απέδωσε τον αναιρεσείοντα, ο οποίος, αφού παρακράτησε ποσοστό 25%, το υπόλοιπο διένειμε στα μέλη του.
Οι αναιρεσίβλητοι δικαιούχοι της αποζημίωσης, αφού γνωστοποίησαν στα όργανα του αναιρεσείοντος Δικηγορικού Συλλόγου, ότι προτίθενται να ασκήσουν αναίρεση κατά της απόφασης του Εφετείου, με την οποία διατάσσετο η παρακράτηση ποσοστού 9%, άσκησαν αναίρεση και με την υπ' αριθμ. 1483/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε η απόφαση του Εφετείου, ως προς τη διάταξή της, για παρακράτηση του άνω ποσοστού, και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Εφετείου, το οποίο με την υπ' αριθμ. 212/2002 απόφασή του, καθόρισε την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου, σύμφωνα με το άρθρο 100 Κώδικα Δικηγόρων.
Την 12.3.2001 οι αναιρεσίβλητοι, με αίτησή τους προς τον αναιρεσείοντα ζήτησαν την απόδοση του ποσού της αποζημίωσης, που είχε αποδοθεί σ' αυτόν από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, όμως αυτός με την από 23.5.2002 απάντηση του, μολονότι τα αρμόδια όργανά του, γνώριζαν ότι η παρακράτηση ήταν παράνομη, αφού ήδη είχαν λάβει γνώση της υπ' αριθμ. 1483/2000 αναιρετικής απόφασης, αρνήθηκε να επιστρέψει το παρακρατηθέν ποσό στους δικαιούχους αναιρεσιβλήτους, ανερχόμενο σε 5.242.054 δρχ.
για καθένα από τους δύο πρώτους και σε 3.494.036 δρχ. για τον τρίτο. Ακολούθως, το Εφετείο, κρίναν ότι η παρακράτηση των άνω ποσών από την αποζημίωση που εδικαιούντο οι αναιρεσίβλητοι, έγινε από τον αναιρεσείοντα παράνομα, αφού οι σχετικές περί παρακρατήσεως μέρους της αποζημίωσης, ως αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων διατάξεις είναι αντίθετες προς το άρθρο 17 του Συντάγματος, αλλά και υπαίτια, αφού τα όργανα του αναιρεσείοντος, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, γνώριζαν το παράνομο και αρνήθηκαν την επιστροφή των άνω ποσών, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά τις ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων και καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων να καταβάλει σ' αυτούς τα άνω ποσά. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 71, 914, 297, 298 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής αυτών των διατάξεων.
Επομένως οι περί του αντιθέτου δεύτερος και 4ος λόγοι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Ο τρίτος λόγος από τον αριθμό 8 του ιδίου άρθρου, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι χωρίς να υπάρχει σχετικός ισχυρισμός στην αγωγή, δέχθηκε πως ο αναιρεσείων δεν ανταποκρίθηκε στην από 12-3-2001 αίτηση των αναιρεσιβλήτων για απόδοση των παρακρατηθέντων χρημάτων, είναι αβάσιμος, διότι, όπως από τη επισκόπηση της αγωγής προκύπτει, οι ενάγοντες εκθέτουν σ' αυτή ότι, παρά την υποβολή σχετικής αίτησης τους, προς επιστροφή των παρακρατηθέτων ποσών κατά το έτος 2001, ο αναιρεσίβλητος αρνήθηκε να τα επιστρέψει.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
Επειδή, κατά το άρθρο 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως, που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του που κατέθεσε στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου την 03.04.2009, όπως από τη σχετική επ' αυτών βεβαίωση του γραμματέα προκύπτει, εκθέτει ότι, εν όψει αναγκαστικής εις βάρος του εκτέλεσης της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία, μετά την απόρριψη της έφεσης ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη, κατέβαλε σε ένα έκαστο των αναιρεσιβλήτων τα αναφερόμενα ποσά, ζητεί δε την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, έτσι ώστε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να του καταβάλουν τα ποσά αυτά Το αίτημα αυτό πρέπει, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, να απορριφθεί
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.12.2007 αίτηση του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4.446/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και την από 03.04.2009 αίτηση του αναιρεσείοντος για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων από ευρώ χίλια οκτακόσια (1.800).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ