Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the appeal was filed against a final judgment on compensation that was not fully final.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by media companies against the Regional Government of Corinth regarding land expropriation compensation. The lower court had issued a final judgment determining specific compensation amounts for the expropriated properties while rejecting other claims due to procedural defects. The Court ruled the appeal inadmissible because it was lodged against a final decision on compensation that had not yet become fully final under the law.
Legislator headnote
AI generatedArt. 553 para. 1 C.Pol.D.; Art. 577 para. 1-2 C.Pol.D.: An appeal is inadmissible if filed against a final judgment on compensation that has not yet become fully final.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1780 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1780/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Εν Αμαρουσίω Αττικής Ανωνύμου Εταιρείας υπό την επωνυμία "ΜΕΝΤΙΑ ΛΥΖ" ΚΕΝΤΡΑ ΑΙΜΟΚΑΘΑΡΣΕΩΣ (MEDIA LYZE), νομίμως εκπροσωπουμένης. Όλοι οι αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Δήμα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως του Νομού Κορινθίας, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/1/2006 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης της ήδη αναιρεσιβλήτου, τις από 17/2/2006 και 10/4/2006 αιτήσεις παρεμβάσεις και την από 17/5/2006 ανταίτηση-παρέμβαση των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Ναυπλίου και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκε η με αριθμό 275/2006 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/7/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 5/9/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή: α) του πρώτου λόγου αναιρέσεως από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που αφορά τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως και β) του τρίτου (τετάρτου κατά την αίτηση) λόγου και την απόρριψη: α) κατά τα λοιπά του πρώτου λόγου και β) του δευτέρου λόγου αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες ..... έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κορίνθου ... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 30-7-2007 αιτήσεως αναιρέσεως με την πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση και με κλήση προς συζήτηση για τη συνεδρίαση αυτή, με επιμέλεια του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων Γεωργίου Δήμα επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς την αναιρεσίβλητη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση νομού Κορινθίας.
Συνεπώς, εφόσον αυτή δεν παραστάθηκε κατά την προσήκουσα εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι με το ένδικο μέσο της αναίρεσης προσβάλλονται οι μη υποκείμενες σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση οριστικές αποφάσεις που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή αν δε η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων αυτής πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη.
Εξάλλου, το άρθρο 17 παρ. 1, 2 και 4 του Συντάγματος ορίζει ότι: 1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτήν δεν μπορούν να ασκούνται εις βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση. 3.
Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια. Νόμος μπορεί να προβλέπει την εγκαθίδρυση ενιαίας δικαιοδοσίας κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94, για όλες τις διαφορές και υποθέσεις που σχετίζονται με την απαλλοτρίωση καθώς και την κατά προτεραιότητα διεξαγωγή των σχετικών δικών. Το δε άρθρο 18 παρ. 1 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ν. 2882/2001) ορίζει ότι, η αποζημίωση του απαλλοτριωμένου καθώς και η τυχόν κατά τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 13 ιδιαίτερη αποζημίωση, προσδιορίζεται (με δικαστική απόφαση) κατά τη διαγραφόμενη στα άρθρα 18-20 του νόμου αυτού ειδική διαδικασία.
Η έννοια της διατάξεως - η οποία πρέπει να ερμηνευθεί με βάση την ανωτέρω διάταξη του Συντάγματος καθώς και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε με το ν.δ 53/1974 και, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζει δε ότι "παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του ..." - είναι ότι αντικείμενο της δίκης του καθορισμού αποζημιώσεως είναι η αποζημίωση εν συνόλω λαμβανομένη, δηλαδή η χορήγηση αποζημιώσεως σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο προσδιορισμός της ωφέλειας του ιδιοκτήτη αυτού, όπου η ύπαρξη της επηρεάζει τις εκ της απαλλοτριώσεως αξιώσεις του, κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και η δικαστική δαπάνη.
Συνεπώς, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή περιορισμός της αρμοδιότητας του Εφετείου σε μόνο τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως και της ιδιαίτερης αποζημίωσης του άρθρου 13 παρ. 4 ν. 2882/2001 είναι ανίσχυρος, γιατί προσκρούει στην ως άνω διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Επομένως, αν στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, υποβληθεί αίτημα για την αναγνώριση του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωμένου ακινήτου που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη οδό ότι δεν ήταν ωφελούμενος και συνεπώς δεν υποχρεούνταν σε αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών, ούτε σε αυτοαποζημίωση, το Εφετείο είναι αρμόδιο να εξετάσει ενιαία κατά τη διαδικασία αυτή:
α) τη χορήγηση αποζημιώσεως σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου β) την αναγνώριση δικαιούχων της αποζημιώσεως, γ) την ύπαρξη ή όχι ωφέλειας του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωμένου ακινήτου που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη οδό και εντεύθεν την υποχρέωση ή μη συμμετοχής στις δαπάνες απαλλοτριώσεως κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του ν. 653/1977 και δ) το αίτημα περί δικαστικής δαπάνης (ΟλΑΠ 10/2004, 11/2004).
Πρέπει να σημειωθεί ότι το ως άνω υπό στοιχείο γ' αίτημα μπορεί να υποβληθεί και εκτός του πλαισίου της δίκης καθορισμού της οριστικής αποζημιώσεως με αυτοτελή αίτηση ενώπιον του αρμοδίου για τη δίκη Εφετείου κατά τη διαγραφόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 διαδικασία (ΑΠ 152/2007). Από τα ως άνω προκύπτει ότι ο νόμος επιβάλλει στην ίδια δίκη, λόγω τη ενότητας της απαλλοτριώσεως, να εκκαθαρίζονται τα ζητήματα που αναφέρονται τόσο στην αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο ακίνητο και το συστατικό του μέρος, όσο και στην ιδιαίτερη αποζημίωση για το απομένον μετά την απαλλοτρίωση τμήμα, το οποίο είτε καθίσταται άχρηστο είτε μειώνεται η αξία του, καθώς και σε κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση.
Ο σκοπός αυτός εξυπηρετείται για το δικαστήριο, έχοντας στη διάθεσή του το προσκομισθέν αποδεικτικό υλικό, είναι σε θέση να αποφασίσει για τα ως άνω ζητήματα. Ενόψει του γράμματος και του σκοπού του νόμου προκύπτει, ότι, όταν η απόφαση του Εφετείου είναι οριστική ως προς το κεφάλαιό της που αφορά τον καθορισμό οριστικής αποζημιώσεως για την απαλλοτριωθείσα έκταση και τα συστατικά της και μη οριστική ως προς τα κεφάλαια που αφορούν τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για την απομείνουσα μετά την απαλλοτρίωση έκταση και την ύπαρξη ή όχι ωφέλειας του ιδιοκτήτη του απαλλοτριουμένου ακινήτου, που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενενη οδό, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε ως προς την οριστική της διάταξη πριν εκδοθεί οριστική απόφαση και ως προς τα λοιπά ως άνω κεφάλαια (ΑΠ 1950/2006, ΑΠ 555/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο κρίνοντας : α) Επί της από 9-1-2006 αιτήσεως της αναιρεσίβλητης, για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως και β) επί της από 10-4-2006 αιτήσεως των αναιρεσειόντων με την οποία ζήτησαν : 1) να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως των απαλλοτριουμένων ακινήτων τους, 2) να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των τμημάτων των ακινήτων που τους απέμειναν και 3) ν' αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη - καθής υποχρεούται να τους αποζημιώσει για τις αναφερόμενες στον κτηματολογικό πίνακα αυτοαποζημιούμενες εκτάσεις 208,68 τ.μ.
και 259 τ.μ., διότι δεν υπάρχει οιαδήποτε ωφέλεια από την απαλλοτρίωση, προσδιόρισε οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για τα υπ' αριθ. ΚΠ 30 και 26 ακίνητα των αναιρεσειόντων. Αντίθετα, απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν το αίτημα των δύο πρώτων αναιρεσειόντων για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης του τμήματος που απέμεινε από το απαλλοτριούμενο υπ' αριθμ.
ΚΠ 30 ακίνητό τους ενώ για το αίτημα της τρίτης αναιρεσείουσας περί καθορισμού, ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν τμήμα του απαλλοτριούμενου υπ' αριθ. ΚΠ 26 ακινήτου της, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση, λόγω μη προσαγωγής της κατά τα άρθρα 13 παρ. 4 και 15 παρ. 6 εδ. β' του ΚΑΑΑ απαιτούμενης σχετικής απόφασης της επιτροπής του άρθρου 15 του ως άνω ΚΑΑΑ.
Περαιτέρω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι, λόγω μη τηρήσεως της από το άρθρο 33 του ν. 2971/2001 διαδικασίας, έπρεπε να απόσχει από την εκδίκαση της αιτήσεως των αναιρεσειόντων, κατά το μέρος που ζήτησαν μ' αυτή ν' αναγνωρισθεί ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση και, ως εκ τούτου η αναιρεσίβλητη υποχρεούται να τους αποζημιώσει για τις αναφερόμενες στον κτηματολογικό πίνακα ως αυτοαποζημιούμενες εκτάσεις των 208,68 τ.μ.
και 259 τ.μ..
Συνεπώς, εφόσον η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι οριστική κατά το μέρος που αφορά τον καθορισμό : α) οριστικής αποζημίωσης για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα και β) ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομένον τμήμα του απαλλοτριούμενου υπ' αριθ ΚΠ30 ακινήτου των δύο πρώτων αναιρεσιειόντων και μη οριστική σε σχέση : α) με το αίτημα της τρίτης αναιρεσείουσας περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομένον τμήμα του απαλλοτριούμενου υπ' αριθ. ΚΠ 26 ακινήτου της και β) το αίτημα όλων των αναιρεσειόντων για αναγνώριση της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης να τους αποζημιώσει για τις αναφερόμενες στους κτηματολογικούς πίνακες ως αυτοαποζημιούμενες εκτάσεις, λόγω ανυπαρξίας οποιασδήποτε ωφέλειας από την απαλλοτρίωση, απαραδέκτως ασκήθηκε κατ' αυτής η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία και πρέπει εκ του λόγου αυτού ν' απορριφθεί (άρθρ. 577 παρ. 1-2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 30-7-2007 αίτηση των Χ1, κ.λ.π., για αναίρεση της 275/2006 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ