Supreme Court dismisses appeal against conviction for late social security payments due to lack of specific reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for failing to pay social security contributions on time. The appellant argued the lower court lacked specific reasoning and misapplied the law, citing multiple acquittals in related proceedings. The court rejected these claims, finding the original judgment sufficiently reasoned and the acquittals irrelevant to the current facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 466, 473, 474 of the Code of Civil Procedure; Article 510 of the Code of Criminal Procedure: An appeal based on lack of specific reasoning or misapplication of law is inadmissible if the lower court's judgment contains sufficient grounds and the appellant's arguments concern matters already decided in related proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 177 / 2026 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 177/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλείου Φλωρίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ. , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Λ. Φ. του Ν. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ολυμπία Βλασσοπούλου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΓΤ2330 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8/5/2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2024.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα έξοδα στο αναιρεσείοντα και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη, από 8.5.2024, δήλωση (αίτηση) του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, Λ. Φ. του Ν. , για αναίρεση της υπ' αρ. ΓΤ 2330/2022 απόφασης του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και καταδίκασε αυτόν (αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο), για την αξιόποινη πράξη της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΕΦΚΑ (τ.ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), με την ελαφρυντική περίσταση του σύννομου βίου (άρθ. 84 παρ.2α του ΠΚ) σε συνολική ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ (18) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα, με δήλωσή του ενώπιον του γραμματέα του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου εμπρόθεσμα, κατ' άρθρο 473 παρ. 2, 3 του ίδιου Κώδικα, δοθέντος ότι η καταχώριση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο έγινε στις 18.4.2024 και είναι παραδεκτή (άρθρα 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3 και 474 παρ. 1 εδ β', 4 του ΚΠΔ), καθόσον περιέχει λόγους, συνιστάμενους στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, στην εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και, όπως εκτιμάται, σε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας την υπέρβαση εξουσίας (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Α' του ΚΠΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για την βασιμότητα των λόγων της.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Α.Ν. 86/1967, όπως ισχύει, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), ποσού άνω των 20.000 ευρώ, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσης οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές, μέσα σε ένα μήνα αφότου έγιναν απαιτητές, προς τους παραπάνω οργανισμούς τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Επίσης, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ` αυτόν (εργατικές), που υπερβαίνουν το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, με σκοπό να τις αποδώσει στους παραπάνω οργανισμούς και δεν τις καταβάλλει ή δεν τις αποδίδει στους οργανισμούς αυτούς, μέσα σε έναν μήνα αφότου είχαν γίνει απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μήνα, μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951, ορίζεται ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει οριστεί για την καταβολή τους.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών εισφορών και απόδοσης των εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη για τις ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ` αυτόν, καθώς και η μη καταβολή των σχετικών ποσών μέσα σε ένα μήνα από τότε που έγιναν αυτά απαιτητά από τον δικαιούχο ασφαλιστικό οργανισμό, δηλαδή, μέσα στον αμέσως επόμενο μήνα εκείνου, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία προς τον οφειλέτη εργοδότη.
Τα παραπάνω εγκλήματα είναι γνήσια εγκλήματα παράλειψης, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος του μήνα, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία. Για τη στοιχειοθέτηση δε της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων αυτών, απαιτείται το υποκείμενό τους να έχει την ιδιότητα του εργοδότη, κατά την έννοια του άρθρου 8 παρ. 5 του Α.Ν. 1846/1951, δηλαδή να πρόκειται για φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο προσφέρει την εργασία ή την υπηρεσία του το προσωπικό που υπάγεται στην ασφάλιση και το οποίο οφείλει, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί το μέρος των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους για να το αποδώσει στον ασφαλιστικό οργανισμό (ΑΠ 349/2025).
Πρόκειται συνεπώς για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία. Για την πληρότητα της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων αυτών απαιτείται το υποκείμενο τους να έχει την ιδιότητα του εργοδότη, κατά την έννοια του άρθρου 8 παρ. 5 του Α.Ν. 1846/1951, δηλαδή να πρόκειται για φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο προσφέρει την εργασία ή την υπηρεσία του το προσωπικό που υπάγεται στην ασφάλιση, το οποίο οφείλει, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί το μέρος των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους, για να το αποδώσει στον ασφαλιστικό οργανισμό, στο πρόσωπο δε αυτού στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της παράβασης του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 86/1967.
Επί νομικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη, απαιτείται αναφορά των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η θέση του κατηγορουμένου στην επιχείρηση, καθώς και αν πρόκειται για ατομική ή εταιρική επιχείρηση και η νομική μορφή της τελευταίας, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών στον αντίστοιχο Ασφαλιστικό Οργανισμό.
Ειδικότερα, όταν εργοδότης είναι ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία, υπόχρεος για την καταβολή των παραπάνω εισφορών είναι ο διευθύνων σύμβουλος αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 4 του Ν. 2556/1997, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 69 παρ. 2 του Ν. 2676/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 115 του Ν. 2238/1994. Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και η ρύθμιση της παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/11-4- 2012, σύμφωνα με την οποία, ως αυτουργοί των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και απόδοσης εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες είναι:
α) οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και, γενικά, κάθε πρόσωπο εντεταλμένο, είτε άμεσα από τον νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση, στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, και β) σε περίπτωση που λείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν, πράγματι, προσωρινά ή διαρκώς, ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι: 1) για ασφαλιστικές εισφορές που γεννήθηκαν μέχρι την 11-4-2012, οπότε θεσπίστηκε η παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 και οφείλονται από ημεδαπή ανώνυμη εταιρία, υπόχρεος για την καταβολή τους είναι μόνο ο διευθύνων σύμβουλος αυτής και 2) για ασφαλιστικές εισφορές που γεννήθηκαν μετά τις 11-4-2012 και οφείλονται από ανώνυμη ημεδαπή εταιρία, αρχικά και κυρίως υπόχρεοι για την καταβολή τους είναι όσοι ορίζονται στην παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, ήτοι οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων (ανεξαρτήτως του αν χαρακτηρίζονται μη εκτελεστικοί, εφόσον δεν προβλέπεται αντίστοιχη ρύθμιση στην παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/11-4-2012), οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και, γενικά, κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από τον νόμο είτε από ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση της Α.Ε., ενώ τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων (αντιπρόεδροι και σύμβουλοι) ευθύνονται, μόνον, αν λείπουν όλα τα αμέσως παραπάνω πρόσωπα και εφόσον αυτά (αντιπρόεδροι και μέλη διοικητικών συμβουλίων) ασκούν πράγματι, διαρκώς ή προσωρινά, τα καθήκοντα των αρχικών και κυρίως υπόχρεων, δηλαδή η ευθύνη τους είναι επικουρική).
Συνεπώς, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 απόφασης, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, τα κρίσιμα περιστατικά, που είναι: α) η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ' αυτόν, καθώς και η μη καταβολή των αντίστοιχων ποσών εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητά, στον ασφαλιστικό οργανισμό, που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό, β) αν ο εργοδότης είναι εταιρία, αναφορά της μορφής αυτής και των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η ιδιότητα και η θέση που είχε ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος στην εταιρία κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση εισφορών, γ) όταν πρόκειται για εργοδότη ανώνυμη ημεδαπή εταιρία στην περίπτωση που πρόκειται για ασφαλιστικές εισφορές που γεννήθηκαν μετά τις 11-4-2012, οπότε θεσπίσθηκε η παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, περίπτωση κατά την οποία, κατ' αρχήν, κυρίως υπόχρεοι για την ως άνω καταβολή είναι οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο, είτε άμεσα από το νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση της Α.Ε. , ενώ τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων (αντιπρόεδροι και σύμβουλοι) ευθύνονται μόνον αν λείπουν όλα τα αμέσως παραπάνω πρόσωπα και εφόσον αυτά (μέλη Δ.Σ.) ασκούν πράγματι διαρκώς ή προσωρινά τα καθήκοντα των αρχικά και κυρίως υπόχρεων, πρέπει να αναγράφεται στην καταδικαστική απόφαση ότι ο καταδικασθείς είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο μία από τις αναγραφόμενες στην ως άνω διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 ιδιότητες, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού αυτού ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης (ΑΠ 349/2025, ΑΠ 567/2024, ΑΠ 102/23, ΑΠ 821/2021, ΑΠ 1251/2020, ΑΠ 840/2020, ΑΠ 310/2020).
ΙΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, που αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, δηλαδή το Δικαστήριο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι (ΑΠ 861/2022, ΑΠ 1363/2020), ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' και 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 861/2022, ΑΠ 501/2020). Δεν είναι όμως απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή από ποιά αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 146/24, ΑΠ 64/23).
Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης ως λόγος αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Ε' ΚΠΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ, εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ ΑΠ 3/2008, ΑΠ 146/24, ΑΠ 1288/2020).
Ακόμη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώστηκαν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο, (ΑΠ 809/2022, ΑΠ 655/2021), αλλά και η δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Γ' λόγο αναίρεσης, εκτός αν τα έγγραφα αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. (ΑΠ 560/2020, ΑΠ 192/2020, 618/2019, ΑΠ 911/2017, ΑΠ 242/2011).
Εξάλλου, η ανάγνωση εγγράφου δεν απαιτείται να προκύπτει μόνο από τη ρητή μνεία του στο οικείο μέρος των πρακτικών της δίκης, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά αρκεί να προκύπτει αυτή από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης ή από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 68/2022, ΑΠ 560/2020).
Περαιτέρω, αναγνωστέα έγγραφα είναι τα έγγραφα, τα οποία είτε έχει συμπεριλάβει ο εισαγγελέας που συνέταξε το κατηγορητήριο ή επιμελήθηκε την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο, είτε υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, από τους διαδίκους, τον εισαγγελέα ή και από κάποιον μάρτυρα (ΑΠ 523/2024).
ΙV. Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν ως Εφετείο, Γ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη ΓΤ 2330/2022 απόφασή του κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΙΚΑ, αναγνωρίζοντας του την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α' και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών, με τριετή αναστολή.
Ειδικότερα, το δικαστήριο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει,σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου αποδείχθηκε ότι : "Στην Αθήνα την 25- 12-2017, ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του ως διαχειριστής της και τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία "ΣΚΑΙΚΟΜ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΩΝ ΛΥΣΕΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΡΓΩΝ", και ΑΜΕ : ... , ΥΠΟΚ/ΜΑ ΕΦΚΑ (τ.ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) 047 ΧΑΛΑΝΔΡΙΟΥ, είδος επιχείρησης "Δραστηριότητες παροχής επιχειρηματικών και διαχειριστικών συμβουλών" και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 1/10/2017 έως και 31/10/2017 στην επιχείρησή του αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλιζόταν στο Ε.Φ.Κ.Α. (τ.
ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού, να καταβάλει στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) τις κατωτέρω εισφορές ποσού 196.520,84 Ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό .../2017 Π.Ε.Ε.
συνολικού ποσού εισφορών 196.520,84 Ευρώ.
Ειδικότερα, δε, έχοντας υπό την παραπάνω ιδιότητά του νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (εργοδοτικών) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 131.013,89 Ευρώ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στον μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. Ενώ, εκ παραλλήλου, έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του (εργατικές) ποσού 65.506,95 Ευρώ, με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τιςκατέβαλε σ' αυτόν μέσα στον μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση.
Ο κατηγορούμενος αρνείται οιαδήποτε ουσιαστική διαχείριση και "εντεύθεν ποινική ευθύνη, επικαλούμενος τυπική εμφάνισή του ως διαχειριστή, υποδεικνύοντας ως ουσιαστικό ιδιοκτήτη και διαχειριστή της εταιρείας τον Χ. Μ. , δυνάμει του από 3-8-2015 ιδιωτικού συμφωνητικού και του .../2015 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου.
Ωστόσο, ο αρνητικός της κατηγορίας αυτός ισχυρισμός αποδεικνύεται αβάσιμος. Ειδικότερα, όπως αποδεικνύεται από τα επικαλούμενα αυτά έγγραφα σε συνδυασμό και με τις λοιπές ως άνω αναφερόμενες αποδείξεις, που ετέθησαν υπόψη του Δικαστηρίου κατά την ενώπιον του ακροαματική (-αποδεικτική) διαδικασία, ο κατηγορούμενος ήταν διαχειριστής της ως άνω εταιρείας από του έτους 2006 και εξής αδιαλείπτως, ασκώντας αδιαλείπτως την διαχείρισή της και γνωρίζοντας πολύ καλώς το αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητας της αλλά τις ευθύνες του ως διαχειριστή.
Από δε τον Αύγουστο του έτους 2015, με βάση το ως άνω προσκομιζόμενο από 3-8-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό, ο κατηγορούμενος παρέμεινε στην διοίκηση της εταιρείας ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπός της προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων του αντισυμβαλλομένου του X. Μ. , εμφανιζόμενος μάλιστα εικονικά και ως εταίρος, διατηρώντας, ωστόσο, και ο ίδιος (κατηγορούμενος), ως καλώς γνώστης της λειτουργίας της επιχείρησης και του επιχειρηματικού τομέα δραστηριοποίησής της, ενεργό συμμετοχή στην λειτουργία της, δυνάμενος προς τούτο να λαμβάνει και ο ίδιος αποφάσεις κατόπιν προηγούμενης συνεννόησης με τον X.
Μ. (βλ. όρο 8 του από 3-8-2015 μεταξύ τους ιδιωτικού συμφωνητικού) και προσδοκώντας αμοιβή από την κερδοφορία της (βλ. όρο 14 του από 3-8-2015 μεταξύ τους ιδιωτικού συμφωνητικού), παράλληλα με τον X. Μ. , προς τον οποίο παρέσχε με το προαναφερόμενο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο την πληρεξουσιότητα να ενεργεί και εκείνος ως πληρεξούσιός του πράξεις διαχείρισης της εταιρείας.
Άλλωστε, η παραμονή του κατηγορουμένου στην διαχείριση της εταιρείας της προσέδιδε συνέχεια στην φήμη και την αξιοπιστία που είχε αποκτήσει στις συναλλαγές υπό την διαχείριση του κατηγορουμένου, αυτό δε είχε ως αποτέλεσμα την θεαματική αύξηση του κύκλου εργασιών της φθάνοντας να απασχολεί πενταπλάσιο προσωπικό, δημιουργώντας έκτοτε (μετά το 2017) χρέη προς τον ως άνω ασφαλιστικό φορέα της τάξεως των πέντε εκατομμυρίων, καταδεικνύοντας, μάλιστα, επιχειρηματική επιλογή να μην πληρώνονται τα χρέη προς τους ασφαλιστικούς φορείς.
Ο κατηγορούμενος επικαλείται αορίστως άλλη επαγγελματική του δραστηριότητα κατά το έτος 2015 και εξής, πλην όμως ουδέν αποδεικτικό μέσο προσκομίζει συναφώς και ο σχετικός ισχυρισμός του δεν κρίνεται πειστικός, αντικρουόμενος από την αλματώδη επιχειρηματική ανάπτυξη της επιχείρησης, στην οποία όπως προκύπτει από τα τεθέντα υπόψη του Δικαστηρίου κατά την ενώπιον του ακροαματική διαδικασία αποδεικτικά μέσα οφείλεται στην ενεργό συμμετοχή του κατηγορουμένου, καθ' όσον ο Χ.
Μ. δεν αποδείχθηκε ότι είχε προηγούμενη επαγγελματική εμπειρία στον τομέα δραστηριοποίηση της εν λόγω εταιρείας. Άλλωστε, ούτε η μη πειστική κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης, ο οποίος από την εξέτασή του προκύπτει ότι δεν είχε πραγματική και ουσιαστική ιδία γνώση για τα συμβαίνοντα στην εταιρεία, είναι καταλυτική της κατηγορίας.
Το δε ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του κατηγορουμένου και του X. Μ. έγινε ακριβώς προκειμένου, ενόφει της εικονικότητας στην εταιρική σύνθεση της εταιρείας, να παρασχεθούν εκατέρωθεν εγγυήσεις και διασφαλίσεις, ώστε, εξακολουθώντας ο κατηγορούμενος να παραμένει διαχειριστής με ουσιαστική αρμοδιότητα στην όπως φαίνεται συμφερόντων του X.
Μ. εταιρεία, ο τελευταίος να αποκτά και ο ίδιος κατά πληρεξουσιότητα την άσκηση καθηκόντων διαχείρισης, παράλληλα με τον κατηγορούμενο, ο οποίος κατά την άσκηση των διαχειριστικών του καθηκόντων όφειλε να ενεργεί μετά από συμφωνία με τον X. Μ. , αλλά και την συνολική ευθύνη από την λειτουργία της έναντι του κατά το φαινόμενο εμφανιζόμενου ως εταίρου κατηγορουμένου.
Οι δε μεταξύ τους ενοχικές συμφωνίες αφορούν την ρύθμιση του κινδύνου στις μεταξύ τους σχέσεις και δεν κατέτειναν στην αφαίρεση της διαχείρισης από τον κατηγορούμενο.Ούτε οι παραδοχές του ίδιου του Χ. Μ. αναιρούν το ως άνω πόρισμα (στην με αριθμό ... Ένορκη Βεβαίωση), καθ' όσον για τους προαναφερόμενους λόγους δεν κρίνεται πειστική, θεμελιώνει δε και δική του παράλληλη ευθύνη, πλην όμως εκ του ασφαλούς (εν όψει της παραγραφής ως προς αυτόν της σχετικής ποινικής ευθύνης).
Επομένως, ανεξαρτήτως του λόγου της εικονικής εμφάνισης του κατηγορουμένου ως δικαιούχου των μεριδίων της ΕΠΕ και εταίρου της, που κατά τους ισχυρισμούς" του κατηγορουμένου αυτό έγινε προς απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων του X. Μ. (ένεκα αντιδικιών του τελευταίου με την πρώην σύζυγό του), αποδείχθηκε ότι αυτός (κατηγορούμενος) παρέμεινε στην διαχείριση διατηρώντας τις από την ιδιότητά του αυτή ευθύνες ιδίως έναντι του ως άνω ασφαλιστικού φορέα.
Οι όποιες δε απαλλακτικές ρήτρες ευθύνης του κατηγορουμένου και η ανάληψη έναντι του υποχρεώσεων του αντισυμβαλλομένου του X. Μ. προς απαλλαγή του (όροι 10, 11 και 12) λειτουργούν στις μεταξύ τους σχέσεις και δεν επηρεάζουν την νομική ευθύνη του κατηγορουμένου έναντι του ως άνω ασφαλιστικού φορέα στον οποίο αυτός ο ίδιος (κατηγορούμενος) με δική του ηθελημένη πράξη εμφανίζεται ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας, ασκώντας, μάλιστα, κατά τα ανωτέρω και ουσιαστική διαχείριση.
Οι όποιοι δε περιορισμοί στην άσκηση της διαχειριστικής του εξουσίας κατέτειναν στην διασφάλιση των όποιων συμφερόντων του πραγματικού κυρίου της εταιρείας και της επιχείρησης και δεν φθάνουν μέχρι του σημείου να αποσείσουν την εκ του νόμου ευθύνη και δη ποινική του κατηγορουμένου ως διαχειριστή, ο οποίος με την ιδιότητά του αυτή, όπως καλώς γνώριζε, όφειλε και μπορούσε να εκπληρώνει τις εκ του νόμου υποχρεώσεις της εταιρείας προς τον ως άνω ασφαλιστικό φορέα, υπέχοντας σε ενάντια περίπτωση την κατά νόμο ευθύνη.
Δεν κρίνεται δε πειστικός ο ισχυρισμός περί τυπικής εμφάνισής του ως διαχειριστή και για τον πρόσθετο λόγο ότι αυτός (κατηγορούμενος) παρέμεινε ως διαχειριστής μέχρι και τα μέσα του έτους 2019 περίπου (όπως συνάγεται από τα τεθέντα υπόψη του Δικαστηρίου αποδεικτικά μέσα), καθιστάμενος μάλιστα ποινικώς υπόλογος για την ίδια αιτία και για πλήθος άλλων μεταγενέστερων οφειλών προς τον ως άνω ασφαλιστικό φορέα από την λειτουργία της εταιρείας, χωρίς να παραιτηθεί αμέσως, ως θα ήταν ευλόγως αναμενόμενο, εάν πράγματι παρείχε μόνο απλή εξυπηρέτηση προς τον X.
Μ. , ο οποίος μάλιστα παρά τις απαλλακτικές ρήτρες του ως άνω συμφωνητικού τους σε ουδεμία καταβολή προς τον ασφαλιστικό φορέα προέβη καθιστώντας έκθετο προσωπικά και περιουσιακά τον κατηγορούμενο, αφού η έκθεση του τελευταίου σε κίνδυνο προσωπικό (ποινικές διώξεις, καταδίκες κ.λπ) αλλά και περιουσιακό (δέσμευση, εκποίηση ατομικής περιουσίας κ.λπ) υπερέβαινε κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής την χαριστική διάθεσή του προς X.
Μ. , την οποία προσχηματικώς ο κατηγορούμενος επικαλείται. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σε αυτόν αξιόποινη πράξη και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε στη συνέχεια τον κατηγορούμενο ένοχο για τις αξιόποινες πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΕΦΚΑ μισθωτών, αναγνωρίζοντας περαιτέρω σε αυτόν την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ, και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών, με το ακόλουθο διατακτικό: "
Κηρύσσει αυτόν ένοχο του ότι, στην Αθήνα την 25-12-2017, τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία "ΣΚΑΙΚΟΜ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΩΝ ΛΥΣΕΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΡΓΩΝ", και ΑΜΕ : ... , ΥΠΟΚ/ΜΑ ΕΦΚΑ (τ.ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) 047 ΧΑΛΑΝΔΡΙΟΥ, είδος επιχείρησης "Δραστηριότητες παροχής επιχειρηματικών και διαχειριστικών συμβουλών" και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 1/10/2017 έως και 31/10/2017 στην επιχείρησή του αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλιζόταν στο Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού, να καταβάλει στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) τις κατωτέρω εισφορές ποσού 196.520,84 Ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό .../2017 Π.Ε.Ε. συνολικού ποσού εισφορών 196,520,84 Ευρώ,
1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (εργοδοτικών) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 131.013,89 Ευρώ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στον μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές.
2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του (εργατικές) ποσού 65.506,95 Ευρώ, με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στον μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση".
Με τους δύο πρώτους λόγους αναίρεσης ο αιτών βάλλει κατά της προσβαλλόμενης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι, όπως εκθέτει, το δικαστήριο δεν εκθέτει στο σκεπτικό του με την απαιτούμενη σαφήνεια και πληρότητα και "...δεν διευκρινίζεται στην απόφαση ποια ήταν η ιδιότητά εμού του αναιρεσείοντος, ώστε με βάση αυτή να ανακύπτει νομική υποχρέωση μου να παρακρατώ τις εισφορές των εργαζομένων και να αποδίδω αυτές μαζί με τις αντίστοιχες εργοδοτικές της επιχείρησης στον ανωτέρω ασφαλιστικό οργανισμό...
Επιπλέον η προσβαλλόμενη περιέχει ενδοιαστικές και αντιφατικές αναφορές ως προς την ιδιότητά μου ως διαχειριστή της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης "Skycom ΕΠΕ" και συνακόλουθα "εργοδότη-υποχρέου" προσώπου για την καταβολή των επίμαχων ασφαλιστικών εισφορών. Διότι αν και γίνεται δεκτό ότι ο νομίμως προβληθείς ισχυρισμός μου περί άρνησης της οποιασδήποτε εμπλοκής στην ουσιαστική διαχείριση της επίμαχης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης και τυπικής μόνον εμφάνισής μου ως διαχειριστή, κρίνεται μη πειστικός καθώς σύμφωνα με το από 3-8-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφηκε μεταξύ εμού και του X.
Μ. , εγώ φέρομαι να διατήρησα κατά το χρονικό διάστημα μετά το έτος 2015 την ιδιότητα του διαχειριστή της εταιρίας, στη συνέχεια αναφέρεται απολύτως αντιφατικά ότι εγώ δεν ήμουν ο ίδιος υπεύθυνος για την αυτόνομη λήψη αποφάσεων της διαχείρισης της εταιρίας -και άρα για την απόφαση μη καταβολής των επίμαχων ασφαλιστικών εισφορών -αλλά ενεργούσα κατόπιν προηγούμενης συνεννόησης με τον X.
Μ. , ο οποίος κατά τις παραδοχές της ίδιας της προσβαλλόμενης απόφασης, επί τη βάσει του ίδιου από 3- 8-15 ιδιωτικού συμφωνητικού, ήταν και ο πραγματικός δικαιούχος των εταιρικών μεριδίων της κρίσιμης εδώ εταιρίας περ. ευθύνης... Ήδη από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται σαφές ότι η συνδρομή στο πρόσωπό μου της ιδιότητας του διαχειριστή της εταιρίας "Skycom ΕΠΕ" και η συνεπεία αυτής αποδοθείσα στο πρόσωπό μου δόλια απόφαση της μη καταβολής των επίμαχων ασφαλιστικών εισφορών για τις οποίες καταδικάστηκα δεν αποτελούσε στην πραγματικότητα δική μου αυτόνομη συμπεριφορά αλλά απόφαση του ίδιου του X.
Μ....Με τον τρόπο όμως αυτό ουδόλως αιτιολογείται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά η συνδρομή στο πρόσωπό μου της ιδιότητας του διαχειριστή της εταιρίας και συνακόλουθα η ιδιότητα του αυτοτελούς υποχρέου προς καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών προσώπου... στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αναφέρεται ότι απλώς ευθύνομαι με την ιδιότητα του διαχειριστή και τυγχάνοντας εργοδότης της ίδιας εταιρίας χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην πηγή θεμελίωσής της εν λόγω ιδιότητας ενώ στο διατακτικό της απόφασης γίνεται αποκλειστικά αναφορά στην ιδιότητα του διαχειριστή ή του εταίρου ως θεμελίου της ιδιότητάς μου ως εργοδότη, ιδίως μάλιστα από τη στιγμή που στο σκεπτικό γίνεται εκτεταμένη αναφορά στη συνδρομή της ιδιότητας του διαχειριστή και ταυτόχρονα του ιδιοκτήτη της εταιρίας στο πρόσωπο του X.
Μ.... Είναι ενδοιαστικές και αντιφατικές οι παραδοχές της απόφασης αναφορικά με την αποδεικτική αξία του αναγνωσθέντος στο ακροατήριο από 3-8- 2015 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ εμού και του X. Μ. με ταυτόχρονη ανεπίτρεπτη επιλεκτική αξιοποίηση και αλλοίωση του περιεχομένου του ίδιου συμφωνητικού... ".
Με τις παραπάνω παραδοχές όμως, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. αξιούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση όσον αφορά στις προμνημονευόμενες αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 375 παρ. 1 του Π.Κ., 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 86/1967, όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 31 του Ν.Δ/τος 1160/1972, 21 παρ. 11 του Νόμου 1902/1990, 20 του Νόμου 2721/1999, 1 του Νόμου 362/1976, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ 337/1969, σε συνδυασμό με τα άρθρα 26 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του Νόμου 2972/2001, 27 παρ. 1 του Α.Ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του Νόμου 2972/2001 και 8 παρ. 2 του Νόμου 4321/1963, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του Νόμου 4469/1965 και το άρθρο 33 του Νόμου 3346/2005, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του Νόμου 3904/2010, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο παραβίασε, ώστε να στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα δε, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης, το οποίο παραπάνω παρατίθεται, σε συνδυασμό και με το διατακτικό της, σαφώς σε αυτό θεμελιώνεται η ιδιότητα του εργοδότη-διαχειριστή αφού στη δεδομένη περίπτωση ο εργοδότης είναι εταιρία και γίνεται πλήρης αναφορά της μορφής αυτής και των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η ιδιότητα και η θέση που είχε ο αναιρεσείων στην εταιρία κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση εισφορών.
Συγκεκριμένα, αιτιολογείται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων ήταν διαχειριστής της ως άνω εταιρείας από το έτος 2006 και εξής αδιαλείπτως, ασκώντας αδιαλείπτως την διαχείρισή της και γνωρίζοντας πολύ καλά το αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητας της αλλά τις ευθύνες του ως διαχειριστή, ενώ αντίθετα ο X.
Μ. δεν αποδείχθηκε ότι είχε προηγούμενη επαγγελματική εμπειρία στον τομέα δραστηριοποίησης της εν λόγω εταιρίας. Περαιτέρω, το δικαστήριο δέχθηκε ότι οι μεταξύ τους ενοχικές συμφωνίες με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό αφορούσαν στη ρύθμιση του κινδύνου στις μεταξύ τους σχέσεις και δεν κατέτειναν στην αφαίρεση της διαχείρισης από τον αναιρεσείοντα.
Δεν κρίθηκε δε πειστικός ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί τυπικής εμφάνισής του ως διαχειριστή και για τον πρόσθετο λόγο ότι αυτός, παρέμεινε ως διαχειριστής μέχρι και τα μέσα του έτους 2019 περίπου, καθιστάμενος μάλιστα ποινικώς υπόλογος για την ίδια αιτία και για πλήθος άλλων μεταγενέστερων οφειλών προς τον ως άνω ασφαλιστικό φορέα από την λειτουργία της εταιρείας, χωρίς να παραιτηθεί αμέσως, ως θα ήταν ευλόγως αναμενόμενο, εάν πράγματι παρείχε μόνο απλή εξυπηρέτηση προς τον X.
Μ. , ο οποίος μάλιστα παρά τις απαλλακτικές ρήτρες του ως άνω συμφωνητικού τους σε ουδεμία καταβολή προς τον ασφαλιστικό φορέα προέβη καθιστώντας έκθετο προσωπικά και περιουσιακά τον αναιρεσείοντα, αφού η έκθεση του τελευταίου σε κίνδυνο προσωπικό (ποινικές διώξεις, καταδίκες κ.λπ) αλλά και περιουσιακό (δέσμευση, εκποίηση ατομικής περιουσίας κ.λπ) υπερέβαινε κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής την χαριστική διάθεσή του προς X.
Μ. , την οποία, κατά το δικαστήριο, προσχηματικά ο αναιρεσείων επικαλέστηκε. Επομένως, το δικαστήριο στο παραπάνω αναφερόμενο σκεπτικό του, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, ανέλεγκτα δέχθηκε τα πραγματικά περιστατικά που θεμελίωσαν την ενοχή του κατηγορουμένου εντοπίζοντας βάσει των αποδεικτικών στοιχείων της δικογραφίας όλα τα στοιχεία που συγκροτούν αντικειμενικά και υποκειμενικά την παραβ.
του άρθ. 1 παρ. 1 του ΑΝ 86/67 και δη τη συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ' αυτόν, τη μη καταβολή των αντίστοιχων ποσών εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητά, στον ασφαλιστικό οργανισμό, που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό, και το ότι με δεδομένο το ότι ο εργοδότης είναι εταιρία, αναφορά της μορφής αυτής και των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προέκυψε η ιδιότητα και η θέση που είχε ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος στην εταιρία κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης.
Με τον τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης η προσβαλλόμενη απόφαση πλήττεται για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω ενδοιαστικών και αντιφατικών παραδοχών σε σχέση με την αποδεικτική αξία εγγράφων, ή μη λήψης υπόψη αυτών (σε συνδυασμό με επιλεκτική αξιοποίηση του περιεχομένου του από 3.8.2015 ιδιωτικού συμφωνητικού, καθώς και της ένορκης επ'ακροατηρίω κατάθεσης της μάρτυρα του ΕΦΚΑ Ε. Σαμιώτη) ή μη προσδιορισμού ταυτότητας εγγράφων που ελήφθησαν υπόψη ή μη εκτίμησης αυτών.
Πέραν όσων - ως προς το ότι δεν υφίστανται ενδοιαστικές αιτιολογίες και παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, που αναφέρονται σε σχέση με τους δύο πρώτους λόγους αναιρέσεως - περαιτέρω, όπως προκύπτει από τον κατάλογο των αναγνωστέων εγγράφων αλλά και τα πρακτικά της δίκης και το σκεπτικό της απόφασης, αναγνώστηκαν και ελήφθησαν υπόψη, το από 3-8-15 ιδιωτικό συμφωνητικό, το αριθ. .../15 πληρεξούσιο της συμβ/φου Ε.
Δ. , η με αριθ. ΓΑΚ .../19 και ΕΑΚ .../19 αγωγή, με αριθ. 202/20 απόφαση του Μον. Πρω. Χαλκίδας, η με αριθ. ... ένορκη βεβαίωση του X. Μ. καθώς και οι α) με αρ. ΕΜ 3002/2022 απόφαση του Ε Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, β) με αρ. ΕΜ 2999/2022 απόφαση του Ε Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, γ) με αρ. ΕΜ 2767/2022 απόφαση του Ε Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δ) ο από 15/03/2018 κατηγορητήριο ποινικής υπόθεσης του Ε Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, η οποία εκδικάστηκε την 12/04/22 και εξεδόθη η από 2708/12-04-22 αθωωτική απόφαση όπως προκύπτει από το σώμα αυτού, ε) Η με αρ.
ΕΜ 2406/2022 απόφαση του Ε Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στ) Η με αρ. ΕΜ 2031/2022 αθωωτική απόφαση του Ε Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ζ) Η με αριθμό ΕΜ 1344/2022 αθωωτική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η) η με αρ. ΕΜ 859/2022 αθωωτική απόφαση πρακτικά του Ε Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, θ) η με αρ.
IT 1.049/2021 αθωωτική απόφαση του Γ Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, και ι) η με αριθμό ΕΜ 1146/2021 αθωωτική απόφαση του Ε Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ενώ , κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον εξ αυτών συνάγονται, κατά τον αναιρεσείοντα, αντίθετα συμπεράσματα από αυτά, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτες, διότι αφορούν την αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, την οποία και επιχειρεί να πλήξει ο αναιρεσείων με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.
Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Α' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναιρέσεως για έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, (άρθρ. 578 παρ.1 του ΚΠΔ), όπως καθορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8.5.2024, δήλωση (αίτηση) του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, Λ. Φ. του Ν. , για αναίρεση της υπ' αρ. ΓΤ 2330/2022 απόφασης του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον ως άνω αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ