Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for non-autonomous argument regarding state ownership.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Third Collegiate Court of Appeal's decision. The appellants argued the lower court failed to examine a specific claim that the State had contested ownership since 1900, but the Court ruled this was merely a negative defense of the State's good faith rather than an independent claim. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 8 KPolD; An appeal argument based on a failure to examine a negative defense regarding the good faith of the original title holders is inadmissible as it is not an independent claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 177 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 177/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων - καθ' ων η κλήση: 1) Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "...", πρώην Δήμος ..., που εδρεύει στην ... 21 και εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχο αυτού. κ. ... και εδρεύει στην ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λ. Δ. και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) ... με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο πρώην Κ.Δ. και νυν ..., της Δ.Ε ... του Δήμου ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου, Γ. Π., κάτοικο ... ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λ. Δ. και δεν κατέθεσε προτάσεις, 3) ... με την επωνυμία "... ...", που εδρεύει στο πρώην Κ.Δ. της πρώην Διευρυμένης Κοινότητας ... και νυν Τ.Κ. ... της Δ.Ε. ... του Δήμου ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου, Γ. Κ., κάτοικο ... ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λ. Δ. και δεν κατέθεσε προτάσεις. Β. Του προσθέτως στο Εφετείο (υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου) παρεμβάντος - καθ' ού η κλήση: ... με την επωνυμία "... ...", που εδρεύει στη νυν Τ.Κ. ..., της Δ.Ε ... του Δήμου ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου, Δημήτριο Χελιδώνη, κάτοικο ... ..., που δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Γ. Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Κ. Δ. Κ., κατοίκου ..., για τον εαυτό του ατομικά και ως μοναδικού κληρονόμου (καθολικού διαδόχου) της αποβιωσάσης αναιρεσιβλήτου Ε. χήρας Δ. Κ., θυγατέρας Χ. Μ., κατοίκου όσο ζούσε ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Σαμαρτζή και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ο. θυγ. Δ. Κ., κατοίκου Αθηνών, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Δ. Υπέρ του καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/2002 μη οριστική, 57/2004 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 228/2007 και 96/2012 μη οριστική, 193/2017 οριστική του Τριμελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 14-12-2017 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 908/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της υπόθεσης. Η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση, με την από 29-10-2020 κλήση του Ελληνικού Δημοσίου, στη δικάσιμο 26-5-2021. Με την υπ' αριθμ. ... Πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων, που παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη με αριθμό ... πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 307 ΚΠολΔ, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η ένδικη αίτηση αναίρεσης, μετά την έκδοση της 908/2020 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης λόγω της μη κλήτευσης του δασικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "... ...", ο οποίος είχε ασκήσει από κοινού με τους ήδη αναιρεσείοντες πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου ... και του γεγονότος ότι δεν κατέστη δυνατή η έκδοση απόφασης κατά τη συζήτηση της αναίρεσης κατά τη δικάσιμο της 26-5-2021.
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση από το από 21-1-2022 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή του Αρείου Πάγου Ε. Π. προκύπτει ότι η ανωτέρω με αριθμό ... πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην τρίτη αναιρεσίβλητη Ο.
θυγ. Δ. Κ.. Επομένως, εφόσον, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, η εν λόγω τρίτη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά την ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.
Επίσης, από το από 31-1-2022 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή Δικαστηρίων του Πρωτοδικείου ... Γ. Μ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αυτής ως άνω ... πράξης του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αγροτικό δασικό συνεταιρισμό με την επωνυμία "... ...", ο οποίος είχε ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον του Εφετείου ...
υπέρ του Δημοσίου από κοινού με τους ήδη αναιρεσείοντες. Επομένως, εφόσον, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, ο εν λόγω συνεταιρισμός δεν εμφανίστηκε κατά την ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.
Με την κρινόμενη από 14-12-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 193/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:
Οι αναιρεσίβλητοι, μετά το θάνατο της πρώτης από τους οποίους, συνεχίζει τη δίκη ο δεύτερος αναιρεσίβλητος υιός της, ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, καθώς η τρίτη αναιρεσίβλητη, θυγατέρα της πρώτης, αποποιήθηκε την επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομία της μητέρας της, όπως έγινε δεκτό με την 908/2020 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, άσκησαν την από 25-10-2000 αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθεί η κυριότητά τους σε ποσοστό 2/64 η πρώτη και έκαστος των λοιπών σε ποσοστό 3/64 επί διαιρετών τμημάτων του ενιαίου κτήματος "Παληο..." της περιφέρειας ... ... ...
και ειδικότερα επί των περιγραφομένων δασοτεμαχίων με αριθμούς 1 α', εμβαδού 2.351,438 στρεμμάτων, 1 δ', εμβαδού 19 στρεμμάτων και 45, εμβαδού 3,062 στρεμμάτων. Επικουρικά, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η κυριότητά τους κατά τα ίδια ως άνω ποσοστά επί των 4/12 των ανωτέρω δασοτεμαχίων, καθώς και επί των περιγραφομένων δασοτεμαχίων με αριθμούς 1 β', εμβαδού 4.781,987 στρεμμάτων και 1 γ', εμβαδού 15,350 στρεμμάτων, την κυριότητα των οποίων απέκτησαν πρωτοτύπως και παραγώγως κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 40/2002 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια αποδείξεων και στη συνέχεια η 57/2004 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της οριστικής αυτής απόφασης οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 21-7-2005 έφεση και το Τριμελές Εφετείο ...
με την 228/2007 μη οριστική του απόφασή του διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, στη συνέχεια δε με την 96/2012 μη οριστική του επίσης απόφαση διέταξε την εκ νέου διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης και κατά τη συζήτηση της έφεσης, οι αναιρεσείοντες και ο δασικός συνεταιρισμός με την επωνυμία "... ...", άσκησαν από κοινού με ιδιαίτερο δικόγραφο την από 10-11-2015 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του τότε εφεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία, επικαλούμενοι έννομο συμφέρον για την άσκηση της παρέμβασης, ζήτησαν να απορριφθεί η έφεση.
Το Τριμελές Εφετείο ..., συνεδικάζοντας την έφεση και την πρόσθετη παρέμβαση, δέχθηκε την έφεση και αφού εξαφάνισε την ως άνω 57/2004 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία έκανε δεκτή ως προς το επικουρικό της αίτημα. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ ΑΠ 20/2005, Ολ ΑΠ 32/1996). Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει για το ορισμένο του λόγου αυτού, να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 14/2021).
Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου και τούτο, γιατί, μόνο με την παράθεση ολοκληρωμένων των παραδοχών της απόφασης, μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης ( Ολ ΑΠ 27/1998, ΑΠ 1758/2022, ΑΠ 1027/2019, ΑΠ 658/2019, ΑΠ 887/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο, εκτός από τη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ` αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (Ολ ΑΠ 32/1996, ΑΠ 402/2022, ΑΠ 825/2020, ΑΠ 658/2019) και να αναφέρεται σε αυτό σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 20/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται με τον πρώτο αναιρετικό λόγο ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, α) παραβίασε τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, με τις οποίες κρίνεται η απόκτηση του δικαιώματος κυριότητας πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κατ' άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, καθώς και τις επίσης αναφερόμενες στο αναιρετήριο διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που ορίζουν την καλή πίστη, με αποτέλεσμα να καθίσταται αναιρετέα κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και β) περιέχει ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, διατείνονται ότι με τις κατ' έφεση προτάσεις τους είχαν ισχυρισθεί ότι δεν υπήρχε στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων αδιάλειπτη τριακονταετής νομή με καλή πίστη και διάνοια κυρίου και ότι επομένως δεν συγκέντρωναν τις νόμιμες προϋποθέσεις για την κτήση της κυριότητας επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία.
Ότι, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, καθώς δεν έλαβε υπόψη ότι το Ελληνικό Δημόσιο αμφισβητούσε την κυριότητα του φερομένου ως αρχικού δικαιοπαρόχου των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου, επιφυλασσόμενο των δικαιωμάτων του ήδη από το 1900.
Ότι μετά από εξέλεγξη των Οθωμανικών τίτλων των εναγόντων από την Υψηλή Πύλη, αυτοί κρίθηκαν ανεπαρκείς, διότι δεν καθόριζαν την έκταση και τα όρια του δασοκτήματος. Ότι επομένως, ήδη από το 1900 δεν υπήρχε στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων δικαιολογημένη θετική πεποίθηση ότι νομίμως απέκτησαν δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου και ότι με τη νομή τους δεν προσέβαλαν κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου.
Ότι για το λόγο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθώς δεν αναφέρεται σ' αυτήν, πώς, ενώ μέχρι και το έτος 1900 οι πίνακες υλοτομίας εγκρίνονταν με κάθε επιφύλαξη των δικαιωμάτων του Δημοσίου ως προς τη νομή, κατοχή και κυριότητα, καθιστώντας έτσι τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων κακόπιστους, αυτοί νεμόταν το επίδικο διανοία κυρίου.
Ότι επί πλέον, ενώ οι πράξεις αυτές δεν αποδείχθηκαν καν στην πρωτόδικη διαδικασία ότι πραγματοποιήθηκαν, αφού δεν προκύπτει από κανένα έγγραφο η άσκηση αυτών συνεχώς και αδιαλείπτως από το 1882 μέχρι το 1915, οπότε και απαιτείται να έχει συμπληρωθεί η τριακονταετία για την απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, η αναιρεσιβαλλόμενη τις θεωρεί αποδεδειγμένες χωρίς αιτιολογία.
Ότι, τέλος, ενώ πραγματοποιήθηκαν χωρίς ειδική άδεια, χορηγούμενη από το αρμόδιο Δασαρχείο και συνεπώς δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως νόμιμες πράξεις νομής προκειμένου να υπάρξει γι' αυτές παροχή έννομης προστασίας και δεν μπορούν να οδηγήσουν σε κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, η προσβαλλόμενη απόφαση με ελλιπείς αιτιολογίες οδηγείται σε λάθος συμπέρασμα.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος εξ αιτίας της αοριστίας του. Και, τούτο, διότι οι αναιρεσείοντες δεν παραθέτουν στο αναιρετήριο, όπως απαιτείται σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προεκτέθηκε, τις κρίσιμες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αφενός μεν, αν υπό τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των αναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, αφετέρου δε, σε τι ειδικότερα συνίσταται η έλλειψη των αιτιολογιών, που επέφερε την εκ πλαγίου παράβαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου και που οδήγησε σε εσφαλμένο, κατά τους αναιρεσείοντες, διατακτικό.
Σε κάθε δε περίπτωση, ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος και επειδή υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων που προέκυψαν από τις αποδείξεις (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.
Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 48/2022, ΑΠ 314/2021, ΑΠ 596/2019, ΑΠ 388/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζονται με το λόγο αυτό και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν εξέτασε τον καταλυτικό της επικουρικής βάσης της αγωγής των αναιρεσιβλήτων ισχυρισμό τους ότι το Ελληνικό Δημόσιο αμφισβητούσε την κυριότητα του φερομένου ως αρχικού δικαιοπαρόχου των εναγόντων επί του επιδίκου, επιφυλασσόμενο των δικαιωμάτων του ήδη από το 1900.
Ότι μετά από εξέλεγξη των Οθωμανικών τίτλων των εναγόντων από την Υψηλή Πύλη, αυτοί κρίθηκαν ανεπαρκείς, διότι δεν καθόριζαν την έκταση και τα όρια του δασοκτήματος και επομένως, ήδη από το 1900 δεν υπήρχε στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων δικαιολογημένη θετική πεποίθηση ότι νομίμως απέκτησαν δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου και ότι με τη νομή τους δεν προσέβαλαν κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου και ότι για τον ίδιο λόγο δεν εδικαιολογείτο και διανοία κυρίου άσκηση νομής στο επίδικο.
Ότι αν είχε εξεταστεί ο προαναφερόμενος λόγος απόκρουσης της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, θα είχε γίνει αυτός δεκτός και θα είχε απορριφθεί ο αγωγή των τελευταίων και ως προς την επικουρική της βάση, της απόκτησης δηλαδή της κυριότητας επί του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ωστόσο, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι ο περιλαμβανόμενος στο λόγο αυτό ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής, όπως θεωρούν οι αναιρεσείοντες, αλλά αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός σχετικά με την καλή πίστη των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων κατά την κτήση της νομής του επιδίκου ακινήτου, για τον οποίο το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ειδικώς.
Συνεπώς, δεν ιδρύεται εν προκειμένω ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης. Κατόπιν των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, με την επισήμανση ότι η τρίτη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε και δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-12-2017 αίτηση των 1) Δήμου ..., 2) ... με την επωνυμία "..." και 3) Αγροτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "... ..." για αναίρεση της 193/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου .... Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ