Legislator Case Law & Legislation
177/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on contradictory grounds and failure to assess evidence properly.

Case Number 177/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by the plaintiffs against the Second Instance Court's decision. The plaintiffs argued the lower court failed to properly assess evidence and contained contradictory reasoning regarding parking restrictions. The court ruled the appeal inadmissible because the second ground of the appeal was contradictory to the first, and the alleged contradictions in the lower court's reasoning were unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 34, 35 of the Code of Civil Procedure; Articles 62, 63, 313(1)(d) of the Code of Civil Procedure; Articles 286 et seq. of the Code of Civil Procedure; Article 573(1) of the Code of Civil Procedure; Article 11(g) of Article 559 of the Code of Civil Procedure; Article 12 of Article 559 of the Code of Civil Procedure; Article 19 of Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal ground is inadmissible if it is contradictory to another ground within the same appeal, and the lower court's reasoning is not contradictory when it relies on established facts to justify a conclusion.

Keywords

AI generated
contradictory appeal grounds failure to assess evidence inadmissible appeal contradictory reasoning Code of Civil Procedure second instance court court costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 34, 35 of the Code of Civil Procedure
Articles 62, 63, 313(1)(d) of the Code of Civil Procedure
Articles 286 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 11(g) of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 12 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 19 of Article 559 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 177 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 177/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Α. του Π., χας Γ. Π., κατοίκου ..., ατομικά για τον εαυτό της και ως νομίμου εκπροσώπου των ανηλίκων τέκνων της Ε. και Ε. Π. του Γ., 2) Ε. Π. του Γ., εκπροσωπουμένου ως ανηλίκου από την μητέρα του Μ. Α. του Π., χα Γ. Π., 3) Ε. Π. του Γ., εκπροσωπουμένης ως ανήλικης από την μητέρα της Μ. Α. του Π. και 4) Ε. χας Ε. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Χαλιακόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις του ότι ο εκ των αρχικώς εναγόντων Ε. Π. του Ι. απεβίωσε στις 21-2-2020, μετά τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης 4973/2019 απόφασης και επομένως επήλθε λόγος διακοπής της δίκης, γεγονός που γνωστοποιήθηκε στους αναιρεσιβλήτους με την επίδοση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Τη βιαίως διακοπείσα δίκη, όσον αφορά τον Ε. Π. του Ι. συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του α) Ε. Π. και Ε. Π., όπως εκπροσωπούνται από την μητέρα τους Μ. Α. του Π. και β) η Ε. χα Ε. Π., εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Σ. του Ι., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και ήδη "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποία εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ι. Δαρούδη, που δήλωσε στο ακροατήριο: α) ότι ανακαλεί την από 30-9-2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται και β) την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, που γνωστοποιεί και με τις κατατεθείσες προτάσεις του.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Ε. Π. του Ι., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1978/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3475/2017 μη οριστική και 4973/2019 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-11-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 34, 35 ΑΚ και 62, 63, 313 παρ.1 περ.δ' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 286 επ. ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη [άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ] προκύπτουν τα εξής: α] O θάνατος κάποιου διαδίκου κατά τον χρόνο που η δίκη εκκρεμεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και πριν από την έκδοση της απόφασης αυτού, [οπότε υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας και στάδιο για διακοπή και επανάληψη της δίκης] αποτελεί λόγο διακοπής της δίκης και συνέχισης αυτής από τους κληρονόμους του.

Προϋπόθεση όμως για την επέλευση της διακοπής, αποτελεί η γνωστοποίηση του διακοπτικού της δίκης γεγονότος, με συνέπεια, αν δεν λάβει χώρα ή αν δεν γίνει κατά τον διαγραφόμενο από το νόμο τύπο και από τα προς τούτο δικαιούμενα πρόσωπα, δεν επιφέρει διακοπή της δίκης, η οποία έτσι συνεχίζεται και ολοκληρώνεται στο πρόσωπο του αρχικού διαδίκου, β) Ο θάνατος κάποιου διαδίκου μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης και πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, αποτελεί επίσης λόγο διακοπής και συνέχισης αυτής από τους κληρονόμους του.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α' και 287 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι η γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο γίνεται με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον, που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 290 ΚΠολΔικ, η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων, τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση.

Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ο τέταρτος των εναγόντων - εκκαλούντων Ε.

Π. του Ι. απεβίωσε στις 21-2-2020 (βλ την με αρ..../1/2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξίαρχου Μεταμόρφωσης) δηλαδή μετά την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης (5-9-2019) και πριν την άσκηση της υπό κρίση αναίρεσης που κατατέθηκε την 18-1-2021. Μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού είναι η τέταρτη αναιρεσείουσα σύζυγός του, ο δεύτερος αναιρεσείων και η τρίτη αναιρεσείουσα, εγγονοί του, τέκνα του προαποβιώσαντος στο ένδικο τροχαίο ατύχημα τέκνου του Γ.

Π. (βλ το από με αρ. .../2020 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Νέας Ιωνίας, ως και τα με αρ. 895/2020 και3064/2020 πιστοποιητικά του Ειρηνοδικείου Νέας Ιωνίας). Οι παραπάνω κληρονόμοι αναφέροντας στην ασκουμένη από αυτούς (και την διάδικο μη κληρονόμο πρώτη αναιρεσείουσα) κρινόμενη αίτηση αναίρεσης τον θάνατο του τέταρτου ενάγοντος - εκκαλούντος και την ιδιότητά τους ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων αυτού δηλώνουν, ότι με την ιδιότητά τους αυτή συνεχίζουν την δίκη.

Την ιδιότητα των τελευταίων ως κληρονόμων του θανόντος δεν αμφισβητούν ειδικώς οι αναιρεσίβλητοι. Επομένως, νόμιμα ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων, παριστάμενος κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, δήλωσε και στο ακροατήριο αυτού του δικαστηρίου τη, λόγω του θανάτου του τέταρτου εκκαλούντος, βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια επανάληψή της στο όνομα των προαναφερθέντων μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, η οποία, έτσι, συνεχίζεται νόμιμα, χωρίς να απαιτείται άλλη ενέργεια αυτού.

Η κρινόμενη από 4-11-2020 (αρ. κατ.342/33/2021) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 4973/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο καθώς και από την σύμβαση ασφάλισης του έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 14-1-2013 και με αρ. κατάθεσης 8099/408/2013 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες, (όπως παρίστανται μετά τον θάνατο του τέταρτου ενάγοντος που προαναφέρθηκε), στρεφόμενοι κατά των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων και της Κ.

Μ., (δεύτερης εναγομένης) η οποία δεν είναι διάδικος στην δίκη αυτή, ισχυρίστηκαν, ότι από συντρέχουσα υπαιτιότητα της παραπάνω Κ. Μ. που έβαινε πεζή στο οδόστρωμα και του πρώτου εναγομένου, ο οποίος είχε σταθμεύσει παράνομα το με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προξενούμενες από αυτό σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές στην τρίτη εναγόμενη προκλήθηκε στην Αγία Παρασκευή Αττικής την 21-6-2010 αυτοκινητικό ατύχημα που είχε ως αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του Γ.

Π., σύζυγου της πρώτης ενάγουσας πατέρα του δεύτερου και της τρίτης των εναγόντων και τέκνου του τέταρτου (ήδη θανόντος) και της πέμπτης των εναγόντων. Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες ζήτησαν, μετά την τροπή του αιτήματος τους σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων να καταβάλουν εις ολόκληρο ο κάθε ένας σε κάθε ένα εκ των πρώτης, τέταρτου και πέμπτης των εναγόντων το ποσό των 150.000 ευρώ, καθώς και στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 150.000 ευρώ για κάθε ένα εκ των ανηλίκων τέκνων της (δεύτερου και τρίτης των εναγόντων), επί των οποίων ασκεί την γονική μέριμνα, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αρ.1978/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή ως προς την Κ. Μ. παραπέμφθηκε να δικαστεί κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, δηλαδή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ απορρίφτηκε ως προς τους λοιπούς εναγομένους, αφού κρίθηκε, ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα είναι ο θανών.

Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την από 11-11-2013 και με αρ. κατάθεσης 6683/2013 έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η με αρ. 3475/2017 απόφαση, με την οποία διατάχτηκε η επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να προσκομιστούν τα αναφερόμενα σε αυτή έγγραφα και στην συνέχεια, μετά την προσκόμιση τους, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφτηκε η έφεση.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ.β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.

Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ' άρθρο 4 ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Τέλος κατά το άρθρο 2 ν.2696/1999 "Οδός ταχείας κυκλοφορίας" ορίζεται: οδός ειδικής μελέτης και κατασκευής για την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και μοτοσικλετών, η οποία δεν εξυπηρετεί τις συνορεύουσες με αυτήν ιδιοκτησίες παρά μόνο με παράπλευρες βοηθητικές οδούς και κόμβους και η οποία: α) συνδέεται μόνο με ειδικής διάταξης ισόπεδους ή ανισόπεδους κόμβους με το υπόλοιπο κύριο οδικό δίκτυο, β) δεν διασταυρώνεται ισόπεδα με άλλη οδό, μονοπάτι, σιδηροδρομική ή τροχιοδρομική γραμμή και γ) έχει χαρακτηριστεί με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και έχει ειδική σήμανση με πινακίδες ως οδός ταχείας κυκλοφορίας.

Ακόμη κατά τις διατάξεις του άρθρου 34 παράγρ. 2 εδ. ιβ' και θ' ιδίου ως άνω νόμου, "η στάση ή η στάθμευση οχήματος απαγορεύεται.....ιβ)στους αυτοκινητόδρομους και τις οδούς ταχείας κυκλοφορίας, εκτός των χώρων στάθμευσης, που καθορίζονται με σήμανση", ...θ) σε απόσταση μικρότερη από είκοσι μέτρα από φωτεινούς σηματοδότες και δώδεκα μέτρα από πινακίδες υποχρεωτικής διακοπής πορείας, ως και σε θέση στην οποία το όχημα κρύβει από τους χρήστες της οδού τη θέα των πινακίδων σήμανσης και σηματοδοτών".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Η από την παραπάνω διάταξη προβλεπόμενη παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ελέγχεται μόνον, αν τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, αφορούν στην ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ελέγχεται δε και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αν τα διαπιστωθέντα από αυτό πραγματικά περιστατικά, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος ζημιογόνου γεγονότος, ως συναγομένη, με την χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων, υπό την αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Για να είναι ορισμένος ο από τον αρ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ., 20/2005, 28/1998, 32/1996, καθώς και ΑΠ Ολομ.

Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017).

Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, όπως αυτός εκτιμάται, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επί του κρίσιμου ζητήματος των συνθηκών επέλευσης του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου παραβίασε Α) τις εφαρμοστέες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914 και 330 Α.Κ.

ως και αυτές του άρθρου 34 παράγρ. 2 εδ. ιβ' και θ' ν.2696/1999. Ειδικότερα: 1) αν και δέχτηκε, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητό του, με τέτοιο τρόπο, ώστε η δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου να βρίσκεται πάνω στο πεζοδρόμιο και η αριστερή πλευρά πάνω στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Αγ.Παρασκευής, ότι, επομένως, είχε σταθμεύσει εν μέρει επί του οδοστρώματος της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Αγ.

Παρασκευής, δηλαδή οδού ταχείας κυκλοφορίας, εντούτοις δέχεται ότι δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 34 παρ.2 περ.ιβ ν.2696/1999 κατά την οποία απαγορεύεται η στάση και η στάθμευση σε οδούς ταχείας κυκλοφορίας, εκτός των χώρων στάθμευσης που καθορίζονται με σήμανση, περί των οποίων δεν πρόκειται στην προκειμένη περίπτωση, 2) με το να δεχτεί, ότι στο σημείο της στάθμευσης του αυτοκινήτου δεν υφίσταται ρυθμιστική πινακίδα της τροχαίας που να απαγορεύει την στάση και στάθμευση των οχημάτων (και συνεπώς αυτό ήταν νόμιμα σταθμευμένο) παραβίασε την διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2β ν.2696/1999 αξιώνοντας περισσότερα από όσα η διάταξη απαιτεί, διότι κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται στις διατάξεις που ρυθμίζουν την στάση και στάθμευση οχημάτων σε οδούς ταχείας κυκλοφορίας, όπως εν προκειμένω, όπου η στάση και η στάθμευση οχημάτων απαγορεύεται χωρίς την ανάγκη άλλης περαιτέρω σήμανσης και Β) τα διδάγματα της κοινής πείρας, που αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν, αλλά και την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτούς.

Ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι η στάθμευση κατά τον πιο πάνω τρόπο δεν δημιουργεί τον αναγκαίο αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της ενέργειας του πρώτου των εναγομένων και του θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος παραβίασε, κατά τους ισχυρισμούς τους, τα διδάγματα της κοινής πείρας, όπως παραπάνω, διότι: 1)το σημείο και ο τρόπος στάθμευσης του αυτοκινήτου εν μέρει επί του οδοστρώματος οδού ταχείας κυκλοφορίας και εν μέρει επί του πεζοδρομίου, σε απόσταση μικρότερη των 20 μέτρων από τους φωτεινούς σηματοδότες, απαγορεύεται και, επομένως, ο μέσος συνετός οδηγός μπορούσε να προβλέψει ότι η στάθμευση του αυτοκινήτου σε απαγορευμένο σημείο της οδού και ο τρόπος στάθμευσης θα μπορούσε να επιφέρει πρόσκρουση σε αυτό των διερχομένων από την οδό οχημάτων και 2) διότι δεν ήταν αναγκαία η ύπαρξη στο σημείο εκείνο πινακίδας ρυθμιστικής της κυκλοφορίας, που να απαγορεύει την στάση και την στάθμευση, η απουσία της οποίας θα μπορούσε να θεωρηθεί λόγος αποκλεισμού της ευθύνης του πρώτου αναιρεσιβλήτου να προβλέψει ως μέσος συνετός οδηγός τις συνέπειες της μη νόμιμης στάθμευσης του αυτοκινήτου του επί της οδού αυτής, με την πρόκληση του ατυχήματος, αφού κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας η γενική απαγόρευση στάσης και στάθμευσης στο οδόστρωμα οδού ταχείας κυκλοφορίας αποσκοπεί στην αποτροπή τέτοιων ατυχημάτων.

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 4973/2019 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ.1ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης: "Στις 21-6-2010 και ώρα 8.45' ο Γ.

Π. στενός συγγενής των εναγόντων εκκαλούντων οδηγούσε την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα στη δεξιά λωρίδα της Λεωφόρου Αγίας Παρασκευής, με κατεύθυνση από Χαλάνδρι προς την Αγία Παρασκευή. Η εν λόγω λεωφόρος έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, καθώς και μια τρίτη αριστερή λωρίδα, που δημιουργείται λίγα μέτρα πριν από τη διασταύρωση με την οδό Μεταξά και προορίζεται για τα οχήματα που κατευθύνονται αριστερά προς την οδό Καζαντζάκη.

Τη στιγμή που ο Γ. Π. βρισκόταν κοντά στη διασταύρωση της Λεωφόρου Αγίας Παρασκευής με την οδό Μεταξά η Κ. Μ. του Μιχαήλ και της Αικατερίνης [......], ηλικίας τότε 83 ετών, επιχειρούσε να διασχίσει, και δη χωρίς να χρησιμοποιήσει τη διάβαση πεζών, το ρεύμα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Αγίας Παρασκευής, σέρνοντας μαζί της ένα καροτσάκι για μεταφορά πραγμάτων από την λαϊκή αγορά.

Κατά τον ίδιο χρόνο ο σηματοδότης για τους πεζούς είχε ερυθρά ένδειξη, ενώ για τα οχήματα (που κινούνταν στην Λεωφόρο Αγίας Παρασκευής) πράσινη. Η παράνομη αυτή ενέργεια της ως άνω πεζής αιφνιδίασε τον Γ. Π., ο οποίος προκειμένου να αποφύγει την σύγκρουση μαζί της, ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, και συγκρούσθηκε εν τέλει με το με αριθμό κυκλοφορίας ...

IXΕ αυτοκίνητο (στην πίσω αριστερή γωνία αυτού), ιδιοκτησίας του πρώτου των εναγομένων - εφεσιβλήτων Α. Σ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι των τρίτων αστική ευθύνη στη δευτέρα των εναγομένων-εφεσιβλήτων, ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." [.....], ενώ και το σώμα του Γ. Π. σφηνώθηκε στο κάτω και πίσω μέρος του τελευταίου αυτού αυτοκινήτου.

Ο πρώτος των εναγομένων- εφεσιβλήτων, δε, είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητό του μπροστά από τον παρακείμενο φούρνο "Βενέτη" στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 132, με τέτοιο τρόπο ώστε η δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου να βρίσκεται πάνω στο πεζοδρόμιο και η αριστερή πλευρά να βρίσκεται στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Αγίας Παρασκευής.

Στο συγκεκριμένο σημείο δεν υφίσταται ρυθμιστική πινακίδα της τροχαίας που να απαγορεύει την στάση και στάθμευση των οχημάτων, ενώ στο σημείο του πεζοδρομίου ακριβώς μετά τις διαβάσεις υπάρχει ειδική είσοδος ώστε να σταθμεύουν τα οχήματα που κατευθύνονται στον ειρημένο φούρνο. Βέβαιο ο τρόπος με τον οποίο ο πρώτος των εναγομένων εφεσιβλήτων είχε σταθμεύσει το μνησθέν αυτοκίνητό του δημιούργησε ένα μεγάλο κενό στο κάτω μέρος του ώστε να αφεθεί χώρος να χωρέσει το σώμα του Γ.

Π., ο οποίος συνεπεία της σχετικής σύγκρουσης υπέστη "Βαρειές κακώσεις θώρακος και αριστερού κάτω άκρου" (που ως μόνες ενεργείς αιτίες επέφεραν το θάνατό του), ώστε τόσο η στάθμευση κατά τον πιο πάνω τρόπο δεν δημιουργεί τον αναγκαίο αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της ενέργειας του πρώτου των εναγομένων- εφεσιβλήτων και του θανατηφόρου τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος, θεμελιώνοντας κάποιου είδους ευθύνη (έστω και κατά ένα μικρό ποσοστό) του προεκτεθέντος διαδίκου (πρώτου των εναγομένων-εφεσιβλήτων).

Τούτο, διότι, πέρα από το γεγονός ότι δεν υφίσταται απαγορευτική πινακίδα στάθμευσης στο συγκεκριμένο σημείο, δεν θα ήταν δυνατό στον μέσο συνετό οδηγό να προβλέψει ότι ο συγκεκριμένος τρόπος στάθμευσης του αυτοκινήτου του θα οδηγήσει σε "θανατηφόρο κενό" και λόγω αυτού θα δημιουργηθούν ευνοϊκές συνθήκες για το θάνατο οδηγού δικύκλου τινος οχήματος, ο οποίος, ενδεχομένως, θα κάνει αποφευκτικό ελιγμό για να αποφύγει πρόσκρουση σε πεζό ή κάποιο άλλο όχημα.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η απαγόρευση στάθμευσης των οχημάτων επί των πεζοδρομίων οπωσδήποτε προσβλέπει στο να απαγορεύσει την παρεμπόδιση κίνησης πεζών και όχι για να αποτρέψει το με απειροελάχιστες πιθανότητες να συμβεί ενδεχόμενο θανατηφόρου τίνος ατυχήματος, και δη τόσο ασυνήθιστου, όπως το ένδικο τοιούτο".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρεται ότι το με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ όχημα ήταν σταθμευμένο επί της οδού Αγ. Παρασκευής, για την οποία, δεν δέχτηκε ότι ήταν οδός ταχείας κυκλοφορίας, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, ώστε να απαγορεύεται η στάση και η στάθμευση, ανεξαρτήτως ειδικής σήμανσης προς τούτο. Στην συνέχεια δέχτηκε, ότι το όχημα αυτό ήταν σταθμευμένο σε σημείο της οδού (μη ταχείας κυκλοφορίας), όπου δεν υφίστατο ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα, με την οποία να απαγορεύεται η στάση και η στάθμευση. Ακόμη δεν δέχτηκε ότι το αυτοκίνητο ήταν σταθμευμένο σε απόσταση μικρότερη των 20 μέτρων από τους φωτεινούς σηματοδότες. Επομένως το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, ορθά δεν εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 34 παρ.2 περ.ιβ και θ ν.2696/1999 και αυτές των άρθρων 914, 330 Α.Κ., οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση των εν λόγω διατάξεων.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης υπό την υπό στοιχείο Α αιτίασή του, ανεξαρτήτως του ότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος υπό την υπό στοιχείο Β αιτίαση είναι απορριπτέος, πέραν του ότι επίσης στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, και ως απαραδέκτως προτεινόμενος, διότι, υπό την επίκληση της προβαλλομένης πλημμέλειας της παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.

Στοιχειοθετείται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 3/97 και 13/95).

Επίσης, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει (ΟλΑΠ 20/05, 32/96).

Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (Ολ.ΑΠ 57/90, Α.Π.1199/2018).

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι στην προσβαλλομένη απόφαση δεν περιέχονται επαρκείς αιτιολογίες, "ως προς ζητήματα (στάθμευση εν μέρει στο οδόστρωμα οδού ταχείας κυκλοφορίας, χωρίς να υπάρχει πινακίδα στάθμευσης στο συγκεκριμένο σημείο, ενώ τέτοια πινακίδα που επιτρέπει την είσοδο σε χώρους στάθμευσης αυτοκινήτων για τους επισκέπτες του φούρνου Βενέτη υπάρχει λίγα μόλις μέτρα μετά το σημείο του ατυχήματος, στάθμευση του ζημιογόνου αυτοκινήτου σε απόσταση λιγότερη των 20 μέτρων από τον φωτεινό σηματοδότη της διασταύρωσης όπως δέχεται η απόφαση), που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης".

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, σύμφωνα με τα αμέσως παραπάνω εκτιθέμενα, αφού δεν εξειδικεύεται η πλημμέλεια που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή αν και προβάλλεται η πλημμέλεια της ανεπαρκούς και ελλιπούς αιτιολογίας, δεν αναφέρονται τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση, ώστε να καθίσταται πλήρης η αιτιολογία, ούτε προσδιορίζεται ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η αναφερόμενη έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας στην απόφαση.

Η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.

Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Το πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη (Ολ.Α.Π. 4/2020).

Aπό τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.

Με το τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε την νομίμως μετά την δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης εκδοθείσα και με επίκληση προσκομισθείσα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας με αρ.59816/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο πρώτος αναιρεσίβλητος κρίθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, την με αρ. 574/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων, με την οποία κηρύχθηκε ένοχη η Κ.

Μ. για την ίδια αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, καθώς και τα με αρ.1194/2018 και 705/2018 πιστοποιητικά του Εφετείου Αθηνών και του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, από τα οποία προκύπτει το αμετάκλητο της παραπάνω απόφασης. Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, ως διαδικαστικού εγγράφου, για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν με επίκληση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τις παραπάνω ποινικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, καθώς και τα προαναφερθέντα πιστοποιητικά.

Περαιτέρω από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, από την περιλαμβανόμενη σε αυτή ρητή μνεία των παραπάνω ποινικών αποφάσεων (βλ. τρίτο φύλλο, α' σελίδα της προσβαλλόμενης αποφάσεως) και την ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν νομίμως και προσκόμισαν οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία για το ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού του πορίσματος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ως αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, τα οποία ορίζει το άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ., θεωρείται, η προβλεπόμενη από το νόμο για καθένα από αυτά απόλυτη ή σχετική δεσμευτικότητα της κρίσης του δικαστή ως προς την απόδειξη, με το μέσον αυτό, του αποδεικτικού θέματος.

Επομένως μόνον η παράβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου ως προς τη δεσμευτικότητα αυτή, όπως είναι η αναγνώριση αποδεικτικής δύναμης σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερης ή μικρότερης από εκείνη, την οποία του αποδίδει ο νόμος, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αρ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

και όχι όταν το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ.) αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που έχουν κατά νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία. Περαιτέρω οι λόγοι αναιρέσεως που είναι αντιφατικοί μεταξύ τους απορρίπτονται ως απαράδεκτοι.

Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται αφενός ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων επειδή προσέδωσε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων σε κάποιο αποδεικτικό μέσον, μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

και αφετέρου ότι δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλομένη απόφασή του το ίδιο έγγραφο δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς ο ίδιος (τρίτος) λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση σωρευτικά, χωρίς διατύπωση επικουρικότητας, η πλημμέλεια από τον αρ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη, στο ότι το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν προσέδωσε την αποδεικτική δύναμη που όφειλε, στα προαναφερθέντα στο πρώτο σκέλος του αυτού αναιρετικού λόγου έγγραφα, είναι απαράδεκτος ως αντιφατικός, σε σχέση με το μέρος αυτό (πρώτο) του ίδιου λόγου αναίρεσης, αφού δε νοείται το Εφετείο να μην έλαβε υπόψη αποδεικτικό έγγραφο (πλημμέλεια που αποδίδεται στην ίδια απόφαση με το τρίτο λόγο κατά το πρώτο σκέλος του όπως προαναφέρεται) και παράλληλα να προσέδωσε σ' αυτό μικρότερη αποδεικτική δύναμη.

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες και συγκεκριμένα ότι αν και δέχεται, ότι ο πρώτος των εναγομένων είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητό του μπροστά από τον παρακείμενο φούρνο Βενέτη, στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 132 με τέτοιο τρόπο, ώστε η δεξιά πλευρά να βρίσκεται πάνω στο πεζοδρόμιο και η αριστερή πλευρά να βρίσκεται στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Αγ.

Παρασκευής, αλλά και ότι στο σημείο του πεζοδρομίου, ακριβώς μετά τις διαβάσεις, υπάρχει ειδική είσοδος, ώστε να σταθμεύουν τα οχήματα που κατευθύνονται στον ειρημένο φούρνο, εντούτοις στην συνέχεια (αντιφατικά) δέχεται, ότι: "πρέπει να σημειωθεί ότι η απαγόρευση στάθμευσης των οχημάτων επί πεζοδρομίων προσβλέπει στο να απαγορεύει την παρεμπόδιση της κίνησης πεζών και όχι για να αποτρέψει το με απειροελάχιστες πιθανότητες να συμβεί ενδεχόμενο θανατηφόρου τινός ατυχήματος και δη τόσο ασυνήθιστου όπως το ένδικο".

Με την αμέσως παραπάνω αυτή παραδοχή, το δικαστήριο, αναφερόμενο στην διάταξη του άρθρου 34 παρ 2ε ν.2696/1999 και του λόγου θέσπισης αυτής, ουδεμία αντίφαση διαλαμβάνει στο σκεπτικό του και με όσα προηγουμένως δέχτηκε, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες. Επομένως, μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Τέλος, οι αναιρεσείοντες, που νικήθηκαν στη δίκη, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-11-2020 (με αύξοντα ειδικό αριθμό κατάθεση 342/33/2021) αίτηση για αναίρεση της 4973/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ