Legislator Case Law & Legislation
177/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's partial acceptance of contract breach claim.

Case Number 177/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellate court had partially accepted the plaintiff's claim for damages based on a contractual breach, ordering the defendant to pay approximately 37,000 euros. The appellant argued the appellate court failed to properly evaluate a specific criminal court decision regarding a lease contract, but the Supreme Court found this argument baseless. The court determined that the appellate court had duly considered all evidence, including the criminal judgment, without needing to explicitly cite it in its reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's failure to explicitly cite a prior criminal judgment does not constitute a procedural error if that judgment was duly considered and evaluated in forming the evidentiary finding.

Keywords

AI generated
cassation appeal appellate court error evidentiary finding contractual breach procedural error Code of Civil Procedure partial acceptance

Cited Legislation

AI generated
Article 495, paragraph 3, section 4 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 569 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3, section 5 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 177 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 177/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γαβριηλίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Φ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Νίτσιου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/6/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11844/2010 μη οριστική και 13525/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 2809/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/4/2019 αίτησή του και τους από 24/8/2020 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 5-4-2019 (1107/135/8-4-2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, 2809/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της 13525/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την από 6-6-2008 (25445/2008) αγωγή του κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και της συζύγου του, Α.

Κ., εξαφάνισε την ως άνω εκκληθείσα απόφαση και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της αγωγής, την απέρριψε ως προς τη δεύτερη των εναγομένων και την έκανε εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη, ως προς τον πρώτο εξ αυτών, ήδη αναιρεσείοντα, τον οποίο υποχρέωσε να καταβάλει στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο, νομιμοτόκως, το συνολικό ποσό των 36.923,96 ευρώ, ως οφειλόμενη αποζημίωση, λόγω αθέτησης της συμβατικής του υποχρέωσης.

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' αριθμ. 4, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ) και είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα). Ο αναιρεσείων άσκησε παραδεκτά πρόσθετους λόγους, με το από 24-8-2020 δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 569 του Κ.Πολ.Δ.

Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 361 του Α.Κ., η οποία εκφράζει την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων και πηγάζει από το άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος, τα μέρη είναι ελεύθερα να διαπλάσσουν τις έννομες σχέσεις τους σε μεγάλο μέτρο και δεν είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν τα πρότυπα που θέτει ο νόμος (Ολ.Α.Π. 33/2002). Η αρχή αυτή εκδηλώνεται με τη σύσταση, αλλοίωση ή και κατάργηση της ενοχής. Η ελευθερία συμβάσεων σημαίνει α) ελευθερία του ατόμου να συνάπτει ή να μη συνάπτει σύμβαση τόσο γενικά όσο και με συγκεκριμένο πρόσωπο ως αντισυμβαλλόμενο και β) ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της σύμβασης.

Κατά την έννοια των άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 4/2005).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.

Για το ορισμένο του συγκεκριμένου αναιρετικού λόγου, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (Ολ. ΑΠ 20/2005), όταν δε ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο δικόγραφο και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά, που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών, ακόμη και σε προφορικώς καταρτισθείσες συμβάσεις (Α.Π. 1798/2011, Α.Π. 329/2006).

Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του Α.Κ., υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (Α.Π. 426/2010) είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι, ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας, με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του Α.Κ. (Α.Π. 574/2010).

Ωστόσο, μόνη η παράλειψη μνείας των διατάξεων αυτών δεν καθιστά αναιρετέα την απόφαση, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε τελικώς υπόψη, κατά την ερμηνεία της δικαιοπραξίας, τα κριτήρια που προβλέπονται στις διατάξεις αυτές (A.Π. 683/2010, Α.Π. 715/2010). Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας, κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία μπορεί να μην αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει, όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή, ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (Α.Π. 311/1993).

Περίπτωση τέτοιας έμμεσης, αλλά σαφούς διαπίστωσης κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία συντρέχει, μεταξύ άλλων και όταν το δικαστήριο κατέφυγε, για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τη μορφή και το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία, εκτός του συστατικού ή αποδεικτικού της δικαιοπραξίας εγγράφου (Α.Π. 530/2011, Α.Π. 253/2010).

Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας, κατ` αρχήν, παράβασης των κανόνων αυτών, στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία αυτό, από τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως, εξάγει το στηριζόμενο στη βούληση του δηλούντος (αρθρ. 173 ΑΚ) υποκειμενικό νόημα της δηλώσεως βουλήσεως, όπως, επίσης, και εκείνη, με την οποία συνάγει το αντικειμενικό (αρθρ. 200 ΑΚ) νόημα της δηλώσεως βουλήσεως, είναι κρίση νομική και ως τέτοια, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 1333/2012).

Περαιτέρω, κατά το εδ. β' της διάταξης του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, μόνον, όμως, εάν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον, όταν το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή, τις γενικές και αφηρημένες, αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλαδή, για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι, όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή, της ουσίας της διαφοράς (Α.Π. 885/2019, Α.Π. 1000/2017, Α.Π. 309/2017, Α.Π. 43/2017).

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 (για εσφαλμένη χρησιμοποίηση ή παράλειψη χρησιμοποίησης των διδαγμάτων της κοινής πείρας), πρέπει στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης να αναφέρεται ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου και δη ενάριθμα, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση.

Πρέπει, επίσης, να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια δικαίου, η οποία προκύπτει από αυτά, που το δικαστήριο δεν χρησιμοποίησε (Α.Π. 1000/2017, Α.Π. 717/2016, Α.Π. 103/2013). Κατά την έννοια, εξάλλου, του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν, από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο, που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ορισμένο ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ, αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξαιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 12/2016).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα (Α.Π. 233/2020, Α.Π. 608/2013).

Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση, που διατύπωσε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, δηλαδή, από τις παραδοχές της απόφασης για τα ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες (παραδοχές), ως αναγκαίες, το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Ως "αιτιολογίες" στη διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, κατά το άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 90/2019, Α.Π. 146/2018, Α.Π. 349/1995).

Εάν τα περιστατικά, που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά διατυπώθηκαν, ως εκ περισσού, ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, που προβάλλεται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης, με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε ισχυρισμό των διαδίκων, που δεν προτάθηκε ως ένσταση ή αντένσταση αυτών, τότε οι αιτιάσεις, που προβάλλονται για τη θεμελίωση του αναιρετικού αυτού λόγου, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος (Α.Π. 255/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων, ο οποίος είναι πρώτος εξάδελφος του εναγομένου, ασχολείται από ετών με την εκμετάλλευση μονάδας μυδοκαλλιέργειας, στη θαλάσσια περιοχή των Νέων Μαλγάρων του Δήμου Αξιού Ν.

Θεσσαλονίκης... Ο εναγόμενος είναι επαγγελματίας οδηγός, αρχικά των ΚΤΕΛ και από το έτος 2003 του ΟΑΣΘ. Στον αλιευτικό Συνεταιρισμό Κυμίνων - Μαλγάρων είχε παραχωρηθεί το έτος 1992 από τη Διεύθυνση Αλιείας της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης θαλάσσια έκταση από τις εκβολές του ποταμού Λουδία μέχρι τις εκβολές του ποταμού Αξιού για την εγκατάσταση 36 πασσαλωτών μονάδων μυδοκαλλιέργειας, εμβαδού 2 στρεμμάτων η καθεμία, μεταξύ δε των δικαιούμενων προσώπων περιλαμβανόταν ο Ε.

Κ., πεθερός του εναγομένου, ο οποίος διέθετε άδεια αλιείας... Ωστόσο ουδέποτε παραχωρήθηκε στον ως άνω Ε. Κ. με εκμίσθωση θαλάσσιου χώρου, νόμιμο δικαίωμα χρήσης για την εγκατάσταση και λειτουργία μονάδας μυδοκαλλιέργειας, με την έκδοση σχετικής άδειας της αρμόδιας αρχής... Το έτος 1999 ο εναγόμενος εξέφρασε την επιθυμία του να δημιουργήσει στην ως άνω θαλάσσια έκταση μονάδα καλλιέργειας μυδιών, όμως δεν διέθετε την απαιτούμενη εμπειρία για τη συγκεκριμένη δραστηριότητα, αφού εργαζόταν ως οδηγός στα ΚΤΕΛ και για το λόγο αυτό απευθύνθηκε στον ενάγοντα, ο οποίος διέθετε μεγάλη εμπειρία αλλά και τα απαραίτητα εργαλεία και την κατάλληλη βάρκα.

Ακολούθως, οι διάδικοι αποφάσισαν να προβούν στην κατασκευή μονάδας μυδοτροφείου σε έκταση δύο στρεμμάτων... προκειμένου να την εκμεταλλευτούν από κοινού για δέκα έτη, με τη συμφωνία ότι ο ενάγων θα διέθετε την προσωπική του εργασία και τον απαραίτητο εξοπλισμό, παράλληλα θα φρόντιζε για την αποπεράτωση της εγκατάστασης, ενώ τα υλικά θα τα διέθετε ο εναγόμενος.

Περαιτέρω συμφωνήθηκε ότι η από κοινού εκμετάλλευση της μονάδας μυδοτροφείου θα διαρκούσε δέκα έτη, αφού μετά την παρέλευση αυτών οι σωληνώσεις απαιτούν αντικατάσταση και δεν επαρκούν για την υποστήριξη της καλλιέργειας μυδιών. Η μονάδα εκτροφής μυδιών θα αποτελείτο από 44 γραμμές από τις οποίες τις 22 θα εκμεταλλευόταν ο ενάγων και τις υπόλοιπες 22 ο εναγόμενος.

Προς υλοποίηση της συμφωνίας τους, στις 16-11-1999, ο εναγόμενος αγόρασε από το κατάστημα του Β. Ν. 120 σωλήνες έναντι του τιμήματος των 660.960 δραχμών και το σχετικό τιμολόγιο εκδόθηκε στο όνομα του πεθερού του εναγομένου, προκειμένου να απαλλαγεί από την καταβολή ΦΠΑ, λόγω της ιδιότητας του πεθερού του ως επαγγελματία ψαρά.

Τον Ιούνιο του 2001 είχε ολοκληρωθεί ένα τμήμα της μονάδας περίπου 500 τμ, το οποίο οι διάδικοι καλλιέργησαν δοκιμαστικά και πώλησαν από κοινού την παραγωγή το έτος 2002 εισπράττοντας το ποσό των 2.100 ευρώ ο καθένας και την άνοιξη του 2002 το μυδοτροφείο είχε σχεδόν ολοκληρωθεί. Το καλοκαίρι του 2003 ο εναγόμενος αγόρασε δική του βάρκα και στη συνέχεια άρχισε να διαμαρτύρεται για τη συμφωνία στην οποία είχαν προβεί οι διάδικοι και άρχισαν διενέξεις μεταξύ τους και παράλληλα ο εναγόμενος τοποθέτησε γόνο σε ολόκληρο το μυδοτροφείο με αποτέλεσμα να μην υπάρχει χώρος για να τοποθετήσει ο ενάγων το δικό του γόνο.

Τον Ιούλιο του 2003 ο εναγόμενος, αισθανόμενος αυτάρκης λόγω του ότι απέκτησε δική του λέμβο και διέθετε περισσότερο χρόνο, αφού είχε μετακινηθεί, ως οδηγός στον ΟΑΣΘ, εκδίωξε τον ενάγοντα από το μυδοτροφείο επιπλέον συνέλεξε ολόκληρη την παραγωγή και αυτή του ενάγοντος, συνολικού βάρους 50.300 κιλών και την πώλησε...

Το 2004 από την καλλιέργεια των μυδιών, κατά το προηγούμενο έτος, η παραγωγή του επίδικου μυδοτροφείου ανήλθε σε 50.300 κιλά μυδιών, τα οποία ο εναγόμενος πώλησε... Το έτος 2005 από την καλλιέργεια μυδιών, κατά το προηγούμενο έτος, η παραγωγή ανήλθε σε 30.000 κιλά μυδιών, εξαιτίας της καταστροφής μεγάλου μέρους της παραγωγής λόγω υψηλής θερμοκρασίας, τα οποία ο εναγόμενος πώλησε...

Το έτος 2006 από την καλλιέργεια μυδιών, κατά το προηγούμενο έτος, η παραγωγή ανήλθε σε 51.800 κιλά συνολικά... Ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι λόγω της βοήθειας που του πρόσφερε ο ενάγων στην κατασκευή της επίδικης μονάδας εκτροφής μυδιών συμφώνησαν μόνο για το πρώτο έτος της καλλιέργειας που ήταν το 2000 να εκμεταλλευθεί ο ενάγων το τμήμα του μυδοτροφείου που είχε μέχρι τότε ολοκληρωθεί, ήτοι ένα (1) στρέμμα και περαιτέρω, αρνούμενος αιτιολογημένα την αγωγή, ισχυρίζεται ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε προφορική σύμβαση μίσθωσης προσοδοφόρου πράγματος, δυνάμει της οποίας του παραχώρησε τη χρήση και εκμετάλλευση του ενός από τα δύο στρέμματα του μυδοτροφείου, αντί μισθώματος 3.000 ευρώ για κάθε καλλιεργητικό έτος και ότι ο ενάγων, ενώ εκμεταλλεύθηκε το ήμισυ του μυδοτροφείου, κατά τα έτη 2001 έως και 2004, δεν του κατέβαλε τα μισθώματα συνολικού ποσού 12.000 ευρώ και για το λόγο αυτό του ζήτησε να του αποδώσει τη χρήση του μισθίου.

Τέτοια σύμβαση όμως δεν αποδείχθηκε ότι συνήφθη μεταξύ των διαδίκων. Από τα προαναφερθέντα αντίγραφα των τιμολογίων πώλησης των μυδιών εκ μέρους του εναγομένου προκύπτει ότι τα έτη 2003 και 2004, αυτός παρήγαγε και πώλησε περί τους 50 τόνους μυδιών κατ' έτος, που καταδεικνύει ότι εκμεταλλευόταν ολόκληρη τη μονάδα του μυδοτροφείου, αν ληφθεί υπόψη ότι το ένα στρέμμα δεν αποδίδει περισσότερους από 25 τόνους υπό τις κατάλληλες καιρικές συνθήκες.

Συνεπώς, εάν ο ενάγων εκμεταλλευόταν το ένα από τα δύο στρέμματα, δυνάμει σύμβασης μίσθωσης, η μέγιστη παραγωγή του εναγόμενου από το υπόλοιπο ένα στρέμμα δεν θα ξεπερνούσε τους 25 τόνους. Ο εναγόμενος διατείνεται ότι είχε λάβει τη μέγιστη απόδοση των 50 τόνων από έκταση μεγαλύτερη του ενός στρέμματος, λόγω των επεκτάσεων, που είχε πραγματοποιήσει.

Ωστόσο, από την από 4-8-2006 έκθεση αυτοψίας του ανθ/ρχου Δ. Σ. και Λ/Φ Τ. Σ. και Ε. Β. του Λιμενικού Σώματος, οι οποίοι πραγματοποίησαν έλεγχο το έτος 2006 στα μυδοτροφεία της θαλάσσιας περιοχής του Λουδία Ν. Θεσσαλονίκης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το επίδικο, προκύπτει ότι η έκτασή του ανερχόταν σε δύο στρέμματα και δεν υπήρχαν επεκτάσεις...".

Με βάση αυτές τις παραδοχές, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο αποφάνθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε, ατύπως, σύμβαση συνεργασίας, ορισμένου χρόνου, με σκοπό την εκμετάλλευση της συγκεκριμένης θαλάσσιας έκτασης, εξ ημισείας ο καθένας, συμφωνία, την οποία αθέτησε, προώρως, ο εναγόμενος, δέχθηκε και κατ' ουσία την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε δεχθεί τα αντίθετα και είχε απορρίψει την αγωγή, κράτησε την υπόθεση και, αφού δίκασε την αγωγή ως προς τον πρώτο εναγόμενο - αναιρεσείοντα, τον υποχρέωσε να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, νομιμοτόκως, ως αποζημίωση, το συνολικό ποσό των 36.923,96 ευρώ, που αντιστοιχούν στα καθαρά κέρδη, που αυτός απώλεσε, κατά τα έτη 2003, 2004, 2005 και 2006.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και το δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτής, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Συγκεκριμένα: Ι) με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο προέβη, παρά το νόμο, σε εσφαλμένη ερμηνεία της μεταξύ αυτού και του αναιρεσιβλήτου συμβατικής σχέσης, την οποία, μάλιστα, δεν κατονομάζει επακριβώς, παραβιάζοντας έτσι τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν, στην έννοια της εταιρείας. Ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως αόριστος και, συνεπώς, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο δικόγραφο τα φερόμενα ως παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας, ο κανόνας δικαίου και μάλιστα ενάριθμα, στην ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου, δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα καθώς και σε τι συνίσταται η παραβίασή τους.

ΙΙ) με το δεύτερο πρόσθετο λόγο, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο, παρά το ότι εμμέσως διαπίστωσε κενά και ασάφειες στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων, ως προς τη νομική φύση της συμφωνίας τους και, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, προσέφυγε σε αποδεικτικά μέσα και επιχειρήματα, ώστε, εξ αντιδιαστολής να απορρίψει τον ισχυρισμό του ότι πρόκειται για σύμβαση μίσθωσης προσοδοφόρου πράγματος, εσφαλμένα, δεν εφάρμοσε τους ερμηνευτικούς κανόνες των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.

Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που προεκτίθενται δεν προκύπτει ότι το Εφετείο διέγνωσε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς το είδος της συμβατικής σχέσης των διαδίκων και τους επίμαχους όρους αυτής, αλλά, αντιθέτως, έκρινε, κατά τρόπο αναιρετικά ανέλεγκτο, ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε ατύπως σύμβαση συνεργασίας, δεκαετούς διάρκειας για την εκμετάλλευση του μυδοτροφείου, με βάση ρητώς συμφωνηθέντες όρους, που αποτύπωναν τη βούληση των συμβληθέντων μερών, σχετικά με την εκμετάλλευση της μονάδας καλλιέργειας μυδιών, τις αρμοδιότητες ενός εκάστου εξ αυτών, τον τρόπο καταβολής των δαπανών και της είσπραξης του τιμήματος από την πώληση των προϊόντων.

Το γεγονός ότι το Εφετείο, προς αντίκρουση και μόνο των αντίθετων ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, ότι η μεταξύ τους σύμβαση είχε το χαρακτήρα της μίσθωσης προσοδοφόρου πράγματος, αρύεται επιχειρήματα από περιστατικά, που έλαβαν χώρα, κατά τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης των διαδίκων, τα οποία δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του και από έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, όπως τιμολόγια πώλησης μυδιών και την από 4-8-2006 έκθεση αυτοψίας λιμενικών οργάνων, δεν υποδηλώνει, όπως αβασίμως διατείνεται ο αναιρεσείων, ερμηνευτική προσέγγιση της φύσεως της συμβάσεως και των όρων αυτής, ως έμμεση παραδοχή της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας, καθιστώσα αναγκαία την προσφυγή των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.

Πρέπει, συνεπώς, ν' απορριφθεί ο λόγος αυτός ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως και με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει, αντίστοιχα: Ι) έλλειψη αιτιολογίας, για το λόγο ότι το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι, μεταξύ αυτού και του αναιρεσιβλήτου, καταρτίστηκε εταιρική σύμβαση, δεν προέβη στο νομικό χαρακτηρισμό της μορφής της εταιρείας, με συνέπεια να μην έχει καθοριστεί στην προσβαλλόμενη απόφαση η έννομη σχέση που τους συνδέει και οι εξ αυτής αξιώσεις.

Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που προεκτίθενται, καταδεικνύεται ότι το Εφετείο διατυπώνει, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές αιτιολογίες, τη δικανική του κρίση ότι, μεταξύ των διαδίκων, καταρτίστηκε, κατ' άρθρο 361 του Α.Κ., προφορική (άτυπη) συμφωνία συνεργασίας τους, χωρίς αυτή να εντάσσεται σε ειδικώς ρυθμισμένη από το νόμο έννομη σχέση, για ορισμένο χρόνο, με σκοπό την υπ' αυτών εκμετάλλευση, για χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών, της σ' αυτήν καθορισμένης μονάδας μυδοτροφείου, εκτάσεως δύο (2) στρεμμάτων, διαμορφωμένης σε σαράντα τέσσερις (44) γραμμές, με σκοπό την εκμετάλλευση - καλλιέργεια από ένα έκαστο των συμβληθέντων μερών είκοσι δύο (22) γραμμών και, εντεύθεν, την πώληση της ετήσιας παραγωγής τους και την είσπραξη του επιτευχθησόμενου τιμήματος.

Ότι, για την επιτυχή και αποδοτική λειτουργία της ως άνω συμβάσεως, προσέβλεψαν στη συνδρομή και τις οδηγίες του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος, ως έμπειρος μυδοκαλλιεργητής, διέθετε την απαιτούμενη τεχνογνωσία, αλλά και τα κατάλληλα τεχνικά μέσα, σε αντίθεση με τον αναιρεσείοντα, ο οποίος ήταν παντελώς άπειρος, αφού η επαγγελματική δραστηριότητα ήταν αυτή του οδηγού λεωφορείων.

Η παράλειψη της αναιρεσιβαλλομένης να διαλάβει τη διάταξη του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή του άρθρου 361 του Αστικού Κώδικα, που διέπει τη συμφωνηθείσα σχέση, το πραγματικό της οποίας προκύπτει, κατά τρόπο σαφή, από το σύνολο των πραγματικών παραδοχών της, δεν θεμελιώνει την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

αναιρετική πλημμέλεια, δοθέντος του ότι αυτή ιδρύεται, μόνον, όταν αποδίδονται ελλείψεις, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα στις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, αφού το διατακτικό της στηρίζεται σ' αυτές (ουσιαστικές παραδοχές) και όχι στις νομικές αναλύσεις.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΙΙ) έλλειψη αιτιολογίας, για το λόγο ότι το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι, τον Ιούλιο του 2003, αυτός (αναιρεσείων) εξεδίωξε τον αναιρεσίβλητο από το χώρο του μυδοτροφείου, παρέλειψε, όμως, να διαγνώσει τη δικαιοπρακτική σημασία του γεγονότος αυτού και τις έννομες συνέπειες τούτου, ώστε να θεμελιωθεί η αξίωση του τελευταίου για αποζημίωσή του από την απώλεια του μεριδίου για το χρονικό διάστημα από το 2003 και εφεξής εν όψει ότι από την παραδοχή αυτή, σε κάθε περίπτωση, συνάγεται σιωπηρή πλην σαφέστατη καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης που επέφερε τη λύση της. Από τις πραγματικές όμως παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων αθέτησε τις συμβατικές του υποχρεώσεις από την παραπάνω σύμβαση συνεργασίας τους και απέβαλε τον αναιρεσίβλητο από το χώρο της ως άνω μονάδας μυδοτροφείου παρεμποδίζοντας τον να εισέρχεται εντός αυτού και να ασχοληθεί με τη συμφωνηθείσα δραστηριότητα, με συνέπεια τη θεμελίωση της αξιώσεως τούτου (αναιρεσιβλήτου) από την απώλεια των κερδών που θα αποκόμιζε, αν συνέχιζε την ως άνω δραστηριότητά του.

Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες των πραγματικών παραδοχών της, θεμελιώνει τις αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου και, εντεύθεν, το διατακτικό αυτής. Από αυτές δε δεν προκύπτει ότι δέχτηκε ότι έλαβε χώρα καταγγελία της σύμβασης και οι εντεύθεν αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ερείδονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Πρέπει, συνεπώς, ν' απορριφθεί και ο τέταρτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως αβάσιμος.

ΙΙΙ) αντιφατικότητα αιτιολογιών, σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα του κοινού σκοπού, ως αναγκαία προϋπόθεση της ύπαρξης εταιρείας, για το λόγο ότι το Εφετείο, στην προσβαλλόμενη απόφαση, αρχικά, αναφέρεται, στην από κοινού εκμετάλλευση του μυδοτροφείου και στην εξ ημισείας κατανομή των κερδών, ακολούθως, όμως, δέχεται ότι η μονάδα αυτή χωρίστηκε σε δύο (2) τμήματα, με τη συμφωνία έκαστος των διαδίκων να εκμεταλλεύεται χωριστό τμήμα, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος των σχετικών περί εταιρείας διατάξεων του Αστικού Κώδικα (741, 758, 762). Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης όμως, που προεκτίθενται, προκύπτει, χωρίς αντιφάσεις, ότι οι σχέσεις των διαδίκων απέρρεαν όχι από εταιρική σύμβαση αλλά κατά τα μεταξύ τους ελευθέρως συμφωνηθέντα και ότι αυτοί απέβλεπαν στην εκμετάλλευση της ως άνω μονάδας μυδοτροφείου και στις ετήσιες εισπράξεις εκ της πωλήσεως του παραχθησόμενου προϊόντος και, ως εκ τούτου, για την ευχερέστερη και αποδοτικότερη λειτουργία της, κατένειμαν το πεδίο ενασχόλησης και ευθύνης ενός εκάστου.

Συνεπώς, από το σύνολο των αναιρετικώς ανέλεγκτων πραγματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αναφύεται αντίφαση, απορριπτομένου, εντεύθεν, του πρώτου σκέλους του πρώτου πρόσθετου λόγου ως αβάσιμου. Στο δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει αιτιολογία σχετικά με τη διαδικασία παραχώρησης της θαλάσσιας έκτασης, στην οποία κατασκευάστηκε η επίδικη επιχείρηση (μυδοτροφείο). Οι αιτιάσεις αυτές, οι οποίες αφορούν σε περιστατικά, που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το Δικαστήριο της ουσίας και δεν είναι, σε κάθε περίπτωση, αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης, με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων, είναι αλυσιτελείς και συνεπώς ο πρώτος πρόσθετος λόγος, ως προς το δεύτερο σκέλος τούτου, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16α' ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (Ολ.Α.Π 19/2005). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου, ερεύνησε περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και ακολούθως, δέχθηκε την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη τούτου.

Ως εκ τούτου, αν, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με το δεδικασμένο, τότε δεν ιδρύεται ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος (Α.Π. 410/2016, Α.Π. 1928/2008, Α.Π. 701/2008). Στην περίπτωση που ο ισχυρισμός περί δεδικασμένου προτάθηκε μεν παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και το τελευταίο παρέλειψε να τον ερευνήσει, ιδρύεται αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

Εξάλλου οι αμετάκλητες αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, καταδικαστικές ή αθωωτικές, δεν αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη (ΑΠ 1652/2013, ΑΠ 1349/2008, ΑΠ 987/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επικαλούμενος ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, παρέλειψε να λάβει υπόψη του, αυτεπαγγέλτως, το δεδικασμένο εκ της 3116/2013 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, η οποία κήρυξε τη σύζυγό του, Α.

Κ. και τον ίδιο αθώους των εγκλημάτων της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία, αντίστοιχα και έκρινε, παρεμπιπτόντως ότι μεταξύ αυτού (αναιρεσείοντος) και του αναιρεσιβλήτου είχε καταρτιστεί σύμβαση μισθώσεως, παρότι ο ίδιος (αναιρεσείων) επικαλέστηκε και προσκόμισε, νόμιμα, την απόφαση αυτή, με τις προτάσεις του, στην κατ' έφεση δίκη.

Υπό τα εκτιθέμενα πρόκειται όχι για τον αριθ. 16 του άρθρου, 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αλλά από τον αριθ. 8. Ο λόγος όμως αυτό, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, εφόσον η άνω ποινική απόφαση δεν αποτελεί δεδικασμένο στην πολιτική δίκη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Αυτά ανεξαρτήτως του ότι και από την επισκόπηση, των από 19-1-2018 έγγραφων προτάσεων, που ο αναιρεσείων κατέθεσε στο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, προς αντίκρουση της έφεσης του αντιδίκου του, προκύπτει ότι αυτός (αναιρεσείων) επικαλέστηκε την ως άνω ποινική απόφαση, την οποία και προσκόμισε, μετά των λοιπών διαδικαστικών και αποδεικτικών εγγράφων, χωρίς όμως να υποβάλει και παραδεκτώς ισχυρισμό περί δεδικασμένου, τον οποίο υπέβαλε, το πρώτον, με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης,

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά. Δεν απαιτείται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι αυτά λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (Α.Π. 1409/2019, Α.Π. 779/2019, Α.Π. 342/2016, Α.Π. 1633/2009).

Συνεπώς, η ύπαρξη αμφιβολιών σχετικά με το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη των κρίσιμων, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, θεμελιώνει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επικαλούμενος ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη ούτε αξιολόγησε την ανωτέρω αναφερόμενη 3116/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, την οποία αυτός νόμιμα επικαλέστηκε με τις προτάσεις του και προσκόμισε στην κατ' έφεση δίκη, προς απόδειξη της βασιμότητας του ουσιώδους ισχυρισμού του ότι, μεταξύ αυτού και του αναιρεσιβλήτου, είχε συναφθεί σύμβαση μίσθωσης προσοδοφόρου πράγματος.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία παρατίθεται ανωτέρω, καταδεικνύεται, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης ως προς τη φύση του συνδέοντος τους διαδίκους συμβατικού δεσμού και τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος, το Εφετείο, σύμφωνα και με τη γενική, ρητή βεβαίωσή του, έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία συνεκτίμησε και αξιολόγησε, είτε ως άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και την ανωτέρω ποινική απόφαση, χωρίς να απαιτείται να τη μνημονεύσει ή να αιτιολογήσει ειδικά το αντίθετο προς την παρεμπίπτουσα κρίση της αποδεικτικό του πόρισμα.

Η κρίση, εξάλλου, περί του ότι καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, για τη διαπίστωση της βασιμότητας των ισχυρισμών των διαδίκων και τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος, έλαβε υπόψη και αξιολόγησε την ως άνω ποινική απόφαση, ενισχύεται καθοριστικά από το ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, μνημόνευσε ειδικά, πλην των άλλων και έγγραφα, εξ αυτών που αναγνώστηκαν στην ως άνω ποινική δίκη και περιέχονται στον κατάλογο των αναγνωστέων εγγράφων, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της 3116/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης και δη την από 4-8-2006 έκθεση αυτοψίας και τιμολόγια.

Συνεπώς, ο ως άνω πρόσθετος λόγος είναι αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει ν' απορριφθούν, παρέλκει δε η έρευνα του αιτήματος του αναιρεσείοντος περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της (άρθρ. 176, 180 παρ. 1, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-4-2019 (1107/135/8-4-2019) αίτηση του Ε. Α. του Γ. για αναίρεση της 2809/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και τους από 24-8-2020 (63/1-9-2020) πρόσθετους λόγους αυτής.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ