Legislator Case Law & Legislation
177/2020 AI generated

177/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 177/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κατά το άρθρο 1095 ΑΚ, ο εναγόμενος με τη διεκδικητική αγωγή δικαιούται να αρνηθεί την απόδοση του πράγματος, αν έχει έναντι του κυρίου δικαίωμα νομής ή κατοχής του, βάσει ισχύουσας και έγκυρης έννομης σχέσης, όπως η ενοχική σύμβαση του χρησιδανείου. Ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου αποτελεί γνήσια αναβλητική ένσταση, διότι με τον ισχυρισμό αυτό δεν αρνείται τη βάση της αγωγής, δηλαδή το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος, αλλά αντιτάσσει ένα γεγονός, που του παρέχει το δικαίωμα να διατηρεί τη νομή ή την κατοχή του πράγματος και να αρνηθεί την απόδοσή του (ΑΠ 295/2015, ΑΠ 924/2012, ΑΠ 1433/2011).

Legislator headnote

AI generated

177/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 608/2013).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 177 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 177/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Α. Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γιαννόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: α) Γ. Κ. Τ. και ) Γ. Σ. Τ., κατοίκων ... οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Γιαταγάνα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2011 αγωγή των αναιρεσιβλήτων στο Ειρηνοδικείο Δομοκού, που συγχωνεύθηκε μετέπειτα με το Ειρηνοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 35/2012 μη οριστική του Ειρηνοδικείου Δομοκού, 344/2017 οριστική του Ειρηνοδικείου Λαμίας και 342/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που δίκασε ως εφετείο.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 17-10-2018 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική τους δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 342/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που δίκασε ως Εφετείο. Με την απόφαση αυτή απερρίφθη, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 344/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λαμίας, με την οποία είχε γίνει δεκτή διεκδικητική αγωγή ακινήτου των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

1. Κατά το άρθρο 1095 ΑΚ, ο εναγόμενος με τη διεκδικητική αγωγή δικαιούται να αρνηθεί την απόδοση του πράγματος, αν έχει έναντι του κυρίου δικαίωμα νομής ή κατοχής του, βάσει ισχύουσας και έγκυρης έννομης σχέσης, όπως η ενοχική σύμβαση του χρησιδανείου. Ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου αποτελεί γνήσια αναβλητική ένσταση, διότι με τον ισχυρισμό αυτό δεν αρνείται τη βάση της αγωγής, δηλαδή το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος, αλλά αντιτάσσει ένα γεγονός, που του παρέχει το δικαίωμα να διατηρεί τη νομή ή την κατοχή του πράγματος και να αρνηθεί την απόδοσή του (ΑΠ 295/2015, ΑΠ 924/2012, ΑΠ 1433/2011).

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 1094 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 810-819 του ίδιου Κώδικα για το χρησιδάνειο, συνάγεται ότι μετά τη λήξη της σύμβασης του χρησιδανείου, ο χρήστης μπορεί να διεκδικήσει το πράγμα που χρησιδάνεισε, ασκώντας είτε την ενοχική αγωγή από τη σύμβαση του χρησιδανείου, είτε τη διεκδικητική αγωγή του εμπραγμάτου δικαίου, εφόσον, όμως, στην περίπτωση της τελευταίας αυτής αγωγής, είναι και κύριος του πράγματος (ΑΠ 1231/2017, ΑΠ 94/2016, ΑΠ 449/2014) και την οποία αγωγή, ως προς το καταψηφιστικό αίτημά της, μπορεί να αποκρούσει, κατά τα ανωτέρω, ο εναγόμενος με την παραπάνω, από το άρθρο 1095 ΑΚ, ένσταση της μη λήξης της σύμβασης του χρησιδανείου.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 608/2013).

Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση, που διατύπωσε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης για τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες παραδοχές το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά διατυπώθηκαν ως εκ περισσού, ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος που προβάλλεται με την αγωγή κλπ και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε ισχυρισμό των διαδίκων που δεν προτάθηκε ως ένσταση ή αντένσταση αυτών, τότε οι αιτιάσεις που προβάλλονται για τη θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010).

Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της (ΟλΑΠ 20/2005), ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 112/2016).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση των κατωτέρω διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση απερρίφθη έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 344/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λαμίας, με την οποία είχε γίνει δεκτή διεκδικητική αγωγή ακινήτου των αναιρεσιβλήτων κατά του ιδίου, επειδή αυτός προσέβαλε τη συγκυριότητά τους στο εν λόγω ακίνητο, που είχαν αποκτήσει, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος, με έκτακτη χρησικτησία και του οποίου ακινήτου την κατοχή του είχαν παραχωρήσει με σύμβαση χρησιδανείου, υποχρεώθηκε δε ο αναιρεσείων να αποδώσει το επίδικο ακίνητο στους αναιρεσιβλήτους και στον, αμέτοχο της δίκης, έτερο συγκύριό του, κατά το υπόλοιπο ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου, Ν.

Τ. Ο αναιρεσείων δεν ισχυρίστηκε για την απόκρουση της παραπάνω, από το άρθρο 1094 ΑΚ, διεκδικητικής αγωγής, ούτε με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ούτε με την έφεσή του και τις προτάσεις του στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι κατέχει το επίδικο βάσει έγκυρης και ισχυρής σύμβασης χρησιδανείου ή ότι δεν είχε λήξει η σύμβαση χρησιδανείου, την οποία είχαν αναφέρει, κατά τα ανωτέρω, στην αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι, παρά μόνο ότι κύριος του ακινήτου αυτού είναι ο ίδιος.

Σύμφωνα με αυτά, ήτοι του ότι επρόκειτο για διεκδικητική αγωγή, η οποία δεν αποκρούσθηκε με την κατ' άρθρο 1095 ΑΚ ένσταση δικαιώματος νομής ή κατοχής του επιδίκου από τον εναγόμενο βάσει ενεργούς σύμβασης χρησιδανείου ή άλλης έννομης σχέσης, οι σχετικές με τη σύμβαση χρησιδανείου παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας είναι πλεοναστικές, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, ήτοι μη αναγκαίες για τη θεμελίωση του ανωτέρω επιδίκου δικαιώματος και για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης, με το οποίο το δικαίωμα τούτο έγινε δεκτό και, επομένως, δεν ανάγονται σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη, με την έννοια που προεκτέθηκε, επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, πρωτίστως από την αιτία αυτή, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ψέγονται οι σχετικές με τη σύμβαση χρησιδανείου παραδοχές του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και, συγκεκριμένα: α) ο πρώτος, από το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για αντίφαση αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία συνίσταται στο ότι "το δικάσαν πρωτοδικείο περιορίζεται να αναφέρει, ότι το χρησιδάνειο καταρτίσθηκε μεταξύ των ετών 1983-1985, ενώ ο δεύτερος ενάγων (δεύτερος αναιρεσίβλητος) υπεισήλθε (στο επίδικο) ως συννομέας σε αδιευκρίνιστο χρονικό σημείο του έτους 1985 (και έτσι), καθίσταται η κρίση της προσβαλλόμενης είτε αντιφατική, αν υποτεθεί ότι νοούσε το χρονικό σημείο του έτους 1985 πριν ο δεύτερος ενάγων υπεισέλθει στη νομή, είτε καθιστά αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο, αφού καθίσταται αδύνατο να διακριβωθεί κατά πόσον οι κρίσεις αυτές αντιφάσκουν μεταξύ τους", β) ο πέμπτος, κατά το οικείο, από το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, μέρος του, για ανεπάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, επειδή "δεν βεβαιώνει για ποιό λόγο με τη σύμβαση χρησιδανείου παραχώρησαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, στους οποίους ανήκαν μόνο τα 2/4 του διαφιλονικουμένου ακινήτου, το ακίνητο αυτό στον αναιρεσείοντα (και όχι και ο Ν.

Τ.) και γ) ο έκτος, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 810 και 816 ΑΚ, η οποία συνίσταται στο ότι "ούτε από το πόρισμα του αποδεικτικού συλλογισμού, ούτε άλλως προκύπτει καταγγελία του χρησιδανείου...ούτε και δέχεται η απόφαση, πως το άνω χρησιδάνειο έληξε με οποιονδήποτε τρόπο".

2. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 980, 982, 984, 987, 997 και 998 ΑΚ προκύπτει, ότι η νομή ασκείται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου. Ο τρίτος, που ασκεί τη νομή ως αντιπρόσωπος του νομέα, είναι εκείνος προς τον οποίο ο νομέας έχει παραχωρήσει την κατοχή του πράγματος. Στην περίπτωση αυτή, ο νομέας ασκεί τη νομή δια μέσου του κατόχου (μισθωτή, χρησαμένου, θεματοφύλακα κλπ) (ΑΠ 2106/2017, ΑΠ 552/2016, ΑΠ 948/2013).

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο που την εξέδωσε, δέχτηκε με αυτή, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, αποδείχτηκε, κατά την, αναιρετικά ανέλεγκτη, επειδή αφορά πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι οι αναιρεσίβλητοι έγιναν συγκύριοι του επιδίκου, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους, με έκτακτη χρησικτησία και, ειδικότερα, ότι "αυτοί απέκτησαν τα παραπάνω ιδανικά μερίδια επί του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς από το έτος 1980 ο πρώτος και από το έτος 1985 ο δεύτερος, οπότε και διαδέχθηκαν στη συννομή του εν λόγω ακινήτου τους δικαιοπαρόχους τους πατεράδες τους, ασκούσαν, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, οι ίδιοι πράξεις νομής σε αυτό, ήτοι το επέβλεπαν από επιβουλή τρίτων, το καθάριζαν και γενικά ασκούσαν όλες τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου.

Ότι οι δικαιοπάροχοί τους είχαν καταστεί ομοίως συγκύριοι εξ αδιαιρέτου του εν λόγω ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και ότι σε μη επακριβώς αποδειχθέντα χρόνο, αλλά εντός του χρονικού διαστήματος των ετών 1983-1985, οι αναιρεσίβλητοι παραχώρησαν στη μητέρα του αναιρεσείοντος και στον αναιρεσείοντα, μετά από παράκληση αυτών, το επίδικο, προκειμένου να το χρησιμοποιήσουν ως κήπο της οικίας τους.

Η παραχώρηση αυτή έγινε με άτυπη παρακλητική σχέση, σύμβαση χρησιδανείου κατά τον ΑΚ, της οποίας ο χρόνος λήξης δεν ορίστηκε. Έτσι, έκτοτε ο αναιρεσείων έκαμε μεν αποκλειστική χρήση του επιδίκου, αλλά με πλήρη γνώση, ότι συγκύριοι αυτού ήταν οι αντίδικοί του και ο μη διάδικος Ν. Τ., οι οποίοι διατήρησαν τη συννομή επί του επιδίκου ακινήτου με διάνοια συγκυρίων".

Εν προκειμένω, με το δεύτερο, από το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για αντίφαση αιτιολογιών, που συνίσταται, στο ότι "δέχεται αρχικώς μεν ότι οι αναιρεσίβλητοι ασκούσαν ιδίω ονόματι τις περιγραφόμενες πράξεις νομής, έπειτα όμως δέχεται, πως τις διακατοχικές πράξεις τις ασκούσε ο αναιρεσείων και η μητέρα του, στο ίδιο διάστημα, ως αντιπρόσωποι στη νομή των αναιρεσιβλήτων, (ενώ) αμφότερα τα παραπάνω αποκλείεται να συντρέχουν συγχρόνως, καθώς είτε οι αναιρεσίβλητοι ασκούσαν διακατοχικές πράξεις νομής και κατοχής επί του διαφιλονικουμένου, είτε είχαν παραχωρήσει τη χρήση του και την ασκούσαν δι' αντιπροσώπου".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος αφενός μεν ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται η έννομη συνέπεια της προβαλλομένης αντίφασης, προκειμένου να διαπιστωθεί, αν αυτή αφορά ουσιώδες, με την έννοια που προεκτέθηκε, ζήτημα, ήτοι ισχυρισμό που επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και ποιόν, αφετέρου δε ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι σε ανύπαρκτη παραδοχή του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ότι, στο ίδιο χρονικό διάστημα, οι αναιρεσίβλητοι ασκούσαν πράξεις διανοία κυρίου νομής στο επίδικο τόσο αυτοπροσώπως, όσο και διά των παραπάνω κατόχων του, αφού, σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενο της απόφασής του, οι αναιρεσίβλητοι νέμονταν το επίδικο αρχικά αυτοπροσώπως και, μετά τη μεταβίβαση της κατοχής του, δια του αναιρεσείοντος.

3. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια των αντιφατικών, επίσης, αιτιολογιών, καθόσον η παραδοχή της, ότι ο αναιρεσείων, αφότου του μεταβιβάστηκε η κατοχή του επιδίκου, ασκούσε σε αυτό πράξεις νομής και κατοχής "με πλήρη γνώση ότι συγκύριοί του ήταν οι αναιρεσίβλητοι", αντιφάσκει με την άλλη παραδοχή της, ότι οι αναιρεσίβλητοι άρχισαν να ασκούν διανοία κυρίου πράξεις νομής στο επίδικο από τα έτη 1980 ο πρώτος και 1985 ο δεύτερος, από την οποία παραδοχή συνάγει ο αναιρεσείων, ότι συγκύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία δεν θα γίνονταν οι ανωτέρω πριν από τα έτη 2000 και 2005, αντίστοιχα.

Ήτοι, έγκειται, κατά τον αναιρεσείοντα, η προβαλλόμενη αντίφαση στη γνώση του ότι συγκύριοι του επιδίκου ήταν οι αναιρεσίβλητοι, ενώ αυτοί, ως συννομείς, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, του επιδίκου, δεν ήταν συγκύριοί του, καθόσον συγκύριοί του με έκτακτη χρησικτησία, δεν θα γίνονταν πριν από τα έτη 2000 και 2005, αντίστοιχα.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένες προϋποθέσεις, ήτοι σε παραδοχές του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ότι οι αναιρεσίβλητοι, αφενός μεν απέκτησαν τη συγκυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία πριν από τη συμπλήρωση χρόνου διανοία κυρίου συννομής τους είκοσι ετών, αφετέρου δε ότι αυτοί κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου με μόνη την απόκτηση της νομής του τα έτη 1980 και 1985, αντίστοιχα, τις οποίες, όμως, παραδοχές το παραπάνω Δικαστήριο δεν εξέφερε, σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του, αλλά αντίθετα, αποτελούν αυτές συμπερασματικές κρίσεις μόνο του αναιρεσείοντος.

4. Απορριπτέος ως αβάσιμος, για την ίδια παραπάνω αιτία της εσφαλμένης προϋπόθεσης, είναι ο ανωτέρω λόγος, κατά το μέρος που ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 1045 ΑΚ, επειδή "με την κρισιολογούμενη παραδοχή της προσδίδει (η προσβαλλόμενη απόφαση) μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της κυριότητας στην απλή μετάθεση της νομής", ήτοι επειδή (φέρεται, να) δέχεται ότι, με τη μετάθεση της νομής του επιδίκου στους αναιρεσιβλήτους τα έτη 1980 και 1985, μεταβιβάστηκε έκτοτε σε αυτούς και η κυριότητα του εν λόγω ακινήτου.

5. Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 785 επ., 974, 982, 994, 999, 1000, 1045, 1094 και 1113 ΑΚ, αφού είναι δυνατή η κτήση και άσκηση της νομής πράγματος κατ' ιδανικά μέρη, επί πλειόνων, κατ' ιδανικά μέρη, συννομέων, διανοία κυρίου, ακινήτου, για χρονικό διάστημα είκοσι τουλάχιστον ετών, καθένας τούτων καθίσταται συγκύριος του ακινήτου αυτού με έκτακτη χρησικτησία κατά το ιδανικό μερίδιο, κατά το οποίο νεμήθηκε το πράγμα, χωρίς να απαιτείται, για την απόκτηση της συγκυριότητας εκάστου, άσκηση από κοινού, από όλους τους συννομείς, της νομής του πράγματος ή να νέμεται καθένας τους και για λογαριασμό των λοιπών.

Σύμφωνα με αυτά, πρέπει να απορριφθεί, πρωτίστως, ως αβάσιμος, ο ίδιος παραπάνω λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκή αιτιολογία, που συνίσταται στο ότι, ενόψει της παραδοχής της για συγκυριότητα των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία, δεν αναφέρεται, ότι οι αναιρεσίβλητοι "ασκούσαν από κοινού τις πράξεις νομής ή ότι τις εκτελούσε ένας από αυτούς, αλλά για λογαριασμό όλων", καθόσον, αφού, κατά την προεκτεθείσα σκέψη, για να καταστεί καθένας των περισσοτέρων, κατ' ιδανικά μέρη, συννομέων του πράγματος συγκύριός του με έκτακτη χρησικτησία, αρκεί να νεμήθηκε τούτο κατά το ιδανικό του μερίδιο, χωρίς να απαιτείται από κοινού άσκηση της νομής, ούτε καθένας να νέμεται και για λογαριασμό των άλλων, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με αυτά, που, κατά τα παραπάνω, δέχτηκε, ως προς τη συγκυριότητα των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία, διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, ενώ δεν απαιτείται, για την πληρότητα της αιτιολογίας του αυτής, η παράθεση των ανωτέρω στοιχείων, που αναφέρονται στον ερευνώμενο λόγο.

6. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1116 ΑΚ, κάθε συγκύριος έχει δικαίωμα έναντι τρίτων να ασκεί για ολόκληρο το πράγμα τις αξιώσεις από την κυριότητα. Όταν όμως διεκδικεί ολόκληρο το πράγμα, οφείλει να απαιτήσει την απόδοσή του σε όλους τους συγκυρίους. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1108 και 1112 ΑΚ, συνάγεται, ότι, όταν προσβάλλεται η κυριότητα πράγματος, που ανήκει σε περισσότερους κατ' ιδανικά μέρη, καθένας των συγκυρίων δικαιούται, χωρίς να υποχρεούται, να ασκήσει τη διεκδικητική αγωγή είτε για το ιδανικό του μερίδιο, ζητώντας την αναγνώριση της συγκυριότητάς του στο πράγμα κατά το μερίδιό του αυτό και την απόδοση του πράγματος στον ίδιο κατά το εν λόγω μερίδιο, είτε για ολόκληρο το πράγμα, ζητώντας, όμως, στην περίπτωση αυτή, την απόδοση του πράγματος σε όλους τους συγκυρίους (ΑΠ 1496/2013, ΑΠ 2194/2009).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικά, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα, συνεπώς, της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το εφετείο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών, που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών.

Όταν με την έφεση του εναγομένου δεν προσβάλλεται κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας απόφασης, που αφορά αξίωση της αγωγής, η οποία έγινε δεκτή, το κεφάλαιο αυτό δεν μεταβιβάζεται στο εφετείο, το οποίο, συνεπώς, δεν μπορεί να το εξετάσει, αφού δεν πλήττεται με λόγο έφεσης ή αντέφεσης. Αν εξετασθούν σφάλματα ή παραλείψεις, που δεν προτάθηκαν με λόγο έφεσης ή αντέφεσης και μεταρρυθμισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ήτοι της λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ΑΠ 322/2017, ΑΠ 971/2013, ΑΠ 496/2010).

Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά στη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1059/2017).

Εν προκειμένω, με τον πέμπτο, από το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπάρκεια αιτιολογιών, που συνίσταται, αφενός μεν στο ότι "γίνεται δεκτό, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε κατά το 1/2 στο μη διάδικο Ν. Τ., χωρίς, όμως, αναφορά εκτέλεσης διακατοχικών πράξεων απ' αυτόν" και αφετέρου στο ότι "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν βεβαιώνει ούτε πόθεν και πως απέκτησε ο Ν.

Τ. το ποσοστό συγκυριότητος 1/2, το οποίο του αναγνωρίζει, ούτε αν οι αναιρεσίβλητοι ασκούσαν τις πράξεις νομής και επ' ονόματί του". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της από 11-7-2017 έφεσης του αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι αυτός δεν προσέβαλε με την έφεσή του αυτή, ούτε με πρόσθετους λόγους έφεσης, το κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας απόφασης, σύμφωνα με το οποίο, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, είχε γίνει δεκτό ότι συγκύριος του επίδικου ακινήτου, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, είναι ο Ν.

Τ., με έκτακτη χρησικτησία, επειδή το είχε στη διανοία κυρίου συννομή του για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας από το έτος 1930, ασκώντας τις αναφερόμενες στην εν λόγω απόφαση πράξεις νομής και, συνεπώς, τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν τον ερευνώμενο λόγο αναίρεσης, δεν προτάθηκαν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, χωρίς, παράλληλα, να συντρέχει εν προκειμένω κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-10-2018 αίτηση του Γ. Α. Α., για αναίρεση της 342/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων, στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ