Legislator Case Law & Legislation
177/2019 AI generated

Supreme Court allows partial restitution of court costs after distribution contract appeal overturns lower court judgment.

Case Number 177/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's request to restore the case to the state prior to the enforcement of the lower court's judgment. The appellant sought restitution of 40,000 euros in court costs that had been paid to the respondent following the enforcement of the contested second-instance decision. The court ruled that while the appealed judgment was annulled, the specific provision regarding court costs must be disregarded to allow the appellate court to recalculate expenses based on the final outcome of the retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 579 § 2, 176, 178, 183, 189, 579 § 1, 581 § 2 of the Code of Civil Procedure; If a second-instance judgment is annulled, the provision concerning court costs within that judgment ceases to exist, requiring the appellate court to re-determine expenses upon retrial.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure court costs annulment of judgment restitution of case enforcement proceedings legal expenses second instance appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 579 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 579 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 581 § 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1215/2007
Case 1631/2010
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 177 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 177/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", με διακριτικό τίτλο "... ΑΕΒΕ", που εδρεύει στον …. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Πατρίκιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-3-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 639/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 332/2016 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-9-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής,απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους,που καθιερώνεται με το άρθρο 361ΑΚ, είναι ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, με βάση την οποία ο ένας συμβαλλόμενος, που είναι ο παραγωγός ή ο χονδρέμπορος, υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικά στον άλλο συμβαλλόμενο, που είναι ο διανομέας, τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί σε σχέση με ορισμένη γεωγραφική περιοχή και τα οποία, στη συνέχεια, ο διανομέας μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, δηλαδή ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις του εμπορίου.

Ωστόσο, με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ο διανομέας αναλαμβάνει, συνήθως, την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιασθούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων στους τρίτους, δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών.

Η έννοια, ειδικότερα, της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή ευθύνης του και αντίστροφα ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται, κατά κανόνα, να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή.

Με τα χαρακτηριστικά αυτά η σύμβαση αποκλειστικής διανομής διαφοροποιείται από αυτή του εμπορικού αντιπροσώπου, αφού κατά το άρθρ. 1§2 του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" χαρακτηρίζεται ως εμπορικός αντιπρόσωπος ο ανεξάρτητος μεσολαβητής, στον οποίο ανατίθεται σε μόνιμη βάση (για ορισμένο ή αόριστο χρόνο) έναντι αμοιβής (προμήθειας) και συνήθως για συγκεκριμένη περιοχή είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου, δηλαδή του αντιπροσωπευομένου, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις συμβάσεις αυτές για λογαριασμό, αλλά και στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, δηλαδή σε αντίθεση με τον αποκλειστικό διανομέα, που ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητικές εργασίες διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του ίδιου του αντιπροσωπευομένου.

Ενδιάμεσο τύπου προσώπου, που διαμεσολαβεί και αυτό στη λειτουργία του εμπορίου, αποτελεί ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος, δηλαδή το πρόσωπο που ενεργεί τις παραπάνω πράξεις στο όνομά του, όπως και ο αποκλειστικός διανομέας, όχι όμως για λογαριασμό του, αλλά για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, όπως ακριβώς και ο εμπορικός αντιπρόσωπος.

Τόσο η σύμβαση αποκλειστικής διανομής όσο και αυτή του παραγγελιοδοχικού αντιπροσώπου δεν ρυθμίζονται με ειδικές διατάξεις, έχουν όμως τα στοιχεία εντολής, οπότε το υφιστάμενο ακούσιο (γνήσιο) κενό καλύπτεται με αναλογική, κατ' αρχήν, εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ για την εντολή (άρθρ. 713-729), στις οποίες μάλιστα ρητά ως προς τη σύμβαση παραγγελίας (άρθρ. 90 του ΕμπΝ) παραπέμπει το άρθρ. 91 του ΕμπΝ σε συνδυασμό με το άρθρ. 3 του ΕισΝΑΚ.

Ήδη ορίστηκε με το άρθρ. 14§4 του ν. 3557/2007 ότι οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ/τα 249/1993, 88/1994 και 312/1995, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον στο πλαίσιο αυτών ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, που κυρίως σημαίνει ότι ακολουθεί τις οδηγίες του ως προς τις τεχνικές προώθησης των πωλήσεων και την εμφάνιση των προϊόντων, δικαιούμενος να χρησιμοποιεί τα σήματά του, αλλά και υποχρεούμενος να παρέχει σ' αυτόν πληροφορίες σχετικά με το πελατολόγιο του και τις εξελίξεις στην αγορά ευθύνης του.

Με δεδομένο, ωστόσο, ότι η σύμβαση παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας παρουσιάζει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, μεγαλύτερη λειτουργική ομοιότητα με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας απ' ότι η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αφού ο αποκλειστικός διανομέας ενεργεί διαμεσολαβητικές εμπορικές πράξεις στο όνομα και για λογαριασμό του, ενώ ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος ενεργεί μεν στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό του εντολέα του, για λογαριασμό όμως του οποίου, αλλά και στο όνομά του, δηλαδή του εντολέα, ενεργεί και ο εμπορικός αντιπρόσωπος, πρέπει για την ταυτότητα του νομικού λόγου, σε συνδυασμό και με τις αρχές τις ισότητας και της καλής πίστης (άρθρ. 4§1 του Συντάγματος, 288 ΑΚ), να γίνει δεκτό ότι με βάση την αυτή διάταξη του άρθρ. 14§4 του ν. 3577/2007 οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας.

Αποκλείεται έτσι και μετά το ν. 3577/2007 η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991 στις παραπάνω συμβάσεις, η οποία βέβαια αποκλειόταν και προηγουμένως. Αντίστοιχα και το π.δ/γμα 219/1991, που ενσωμάτωσε την παραπάνω Οδηγία, αφορά μόνον τους εμπορικούς αντιπροσώπους, με αντικείμενο μάλιστα δραστηριότητας αποκλειστικά την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων και όχι και την παροχή υπηρεσιών προς τον εντολέα τους.

Όμως δεν αποκλείεται η διαμεσολαβητική λειτουργία και των επαγγελματιών αυτών, όπως προπάντων είναι ο διανομέας και ο παραγγελιοδόχος, να προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη λειτουργία της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της. Τέτοια ομοιότητα υπάρχει, ιδίως, όταν οι επαγγελματίες αυτοί αναλαμβάνουν με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με τις υποχρεώσεις που απορρέουν για τον εμπορικό αντιπρόσωπο από τις διατάξεις του άρθρ. 4§1 του π.δ/τος 219/1991, και ειδικότερα:

α) να παραλείπουν ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα τους πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασής τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι μάλιστα στον έλεγχο του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή αναλόγως των αγορών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιο τους.

Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, δηλαδή αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι' αυτόν όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασής τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη.

Στις περιπτώσεις αυτές ναι μεν δεν είναι δυνατή στη συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και εμπορικής παραγγελίας η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991, όμως, με βάση πάντοτε τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης, είχε γίνει δεκτή και πριν από το ν. 3577/2007, η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεών του και στις συμβάσεις αυτές, και γενικότερα σε όσες διαμεσολαβητικές εμπορικές συμβάσεις εμφανίζουν τα βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και υπάρχει παρόμοια κατάσταση συμφερόντων, που δημιουργεί αντίστοιχη ανάγκη προστασίας.

Οπωσδήποτε, η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του π.δ/τος 219/ 1991 για τον εμπορικό αντιπρόσωπο και σε άλλες μορφές εμπορικών διαμεσολαβητικών δραστηριοτήτων κρίνεται κατά περίπτωση (ad hoc), με την έννοια όχι βέβαια επιλεκτικά, έτσι ώστε η αναλογία να αποτελεί για την περίπτωση αυτή εισαγωγή στην πραγματικότητα ατομικού δικαίου, αλλά θα πρέπει η ατομική περίπτωση να συγκεντρώνει τα στοιχεία που δικαιολογούν εξ αντικειμένου την επέκταση και σ' αυτή των ρυθμίσεων του ως άνω π.δ/τος.

Δηλαδή με βάση τα στοιχεία αυτά επιτυγχάνεται η αναλογική εφαρμογή του π.δ/τος 219/1991 σε κάθε όμοια περίπτωση και όχι αποκλειστικά στην κρινόμενη ατομική περίπτωση και μάλιστα κατά τον ίδιο αντικειμενικό τρόπο εξειδικεύεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής των επιμέρους διατάξεων του π.δ/τος στο σύνολο των όμοιων περιπτώσεων, οπότε ασφαλώς δεν πρόκειται για ανεπίτρεπτη από το άρθρ. 26 του Συντάγματος άσκηση νομοθετικού έργου από τα δικαστήρια.

Στο πλαίσιο αυτό κρίνεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του άρθρ. 9 του π.δ/τος 219/1991 σε κάθε δυνατή περίπτωση και η επιδίκαση έτσι της προβλεπόμενης από την παρ.Ιεδ.α' αυτού αποζημίωσης πελατείας, που δικαιολογείται συνεπώς και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ή παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, όταν συντρέχουν τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία.

Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις της παρ. 1 του εν λόγω άρθρου ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, εφόσον, με βάση όλες τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τις προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες, σε συνδυασμό και με την τυχόν ρήτρα μη ανταγωνισμού, παρίσταται ως δίκαιη η καταβολή της αποζημίωσης, η οποία κατά ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει το ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου (Ολ.ΑΠ16/2013).Στο ίδιο εξάλλου πλαίσιο κρίνεται η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής και των λοιπών διατάξεων του π.δ/τος 219/1991 στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 8§§ 3, 4 και 8 του π.δ/τος 219/1991, όταν η σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, καθένας από τους συμβαλλομένους μπορεί να την καταγγείλει με την τήρηση ορισμένης προθεσμίας, που ορίζεται σε ένα μήνα για το πρώτο έτος της σύμβασης, σε δυο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, σε τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους και σε έξι μήνες από την αρχή του έκτου και των επόμενων ετών, μπορεί δε η σύμβαση να καταγγελθεί και κατά πάντα χρόνο, χωρίς την τήρηση των ως άνω προθεσμιών, στην περίπτωση που ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και στην περίπτωση έκτακτων περιστάσεων.

Τη συνδρομή του σπουδαίου λόγου, που δικαιολογεί την έκτακτη καταγγελία, οφείλει να την επικαλεσθεί και να την αποδείξει εκείνος που κατήγγειλε τη σύμβαση (ΑΠ852/2015,1519/2013). Από τις διατάξεις δε του άρθρου 9παρ.1εδα' και γ' σε συνδυασμό με το άρθρο 3εδ.β' του ίδιου π.δ/τος, που ορίζουν ότι, "ο αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση (αφορά την ήδη προαναφερθείσα αποζημίωση πελατείας)" (εδ.α'), "η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα" (εδ.γ' και "η αποζημίωση ή η αποκατάσταση της ζημίας ,σύμφωνα με τις παρ.1 και 2 του παρόντος δεν οφείλεται:....β)όταν ο εμπορικός αντιπρόσωπος καταγγέλει τη σύμβαση,εκτός εάν η λύση αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα του αντιπροσωπευομένου...(παρ.3β'), σαφώς προκύπτουν τα εξής:

Από την προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 στοιχ.α'του τελευταίου άρθρου ήδη προαναφερθείσα αποζημίωση πελατείας, διαφέρει η διαλαμβανόμενη στο στοιχείο γ' της ίδιας παραγράφου αξίωση για ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας, η οποία δεν είναι παρά η αξίωση της αποζημίωσης του κοινού δικαίου, την οποία έχει ενδεχομένως ο εμπορικός αντιπρόσωπος.

Για τη γένεση της τελευταίας αυτής αξίωσης του εμπορικού αντιπροσώπου απαιτείται υπαίτια παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του αντιπροσωπευομένου ή τέλεση εκ μέρους του αδικοπραξίας. Η εν λόγω αποζημίωση οφείλεται επιπλέον της αποζημίωσης πελατείας και περιλαμβάνει τόσο τη θετική, όσο και την αποθετική ζημία.

Η αποζημίωση πελατείας όπως και η αποκατάσταση άλλης ζημίας όμως δεν οφείλεται , όταν ο ίδιος ο εμπορικός αντιπρόσωπος καταγγείλει τη σύμβαση, χωρίς η καταγγελία αυτή να οφείλεται σε υπαιτιότητα του αντιπροσωπευόμενου (ΑΠ523/2017, 533/2016). Εξάλλου, σύμφωνα με τις δύο πρώτες παραγράφους του άρθρου 5 του π.δ/τος219/1991, "ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται την ειδικώς συμφωνηθείσα αμοιβή.

Ελλείψει σχετικής συμφωνίας μεταξύ των μερών και ειδικών διατάξεων ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται αμοιβή που καθορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας της σύμβασης στην οποία μεσολαβεί ή συνάπτει για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου σύμφωνα με τις συνήθειες που εφαρμόζονται στον τόπο όπου ασκεί τη δραστηριότητά του και για την αντιπροσώπευση των εμπορευμάτων τα οποία αφορά η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας.

Ελλείψει παρομοίων συνθηκών ο αντιπρόσωπος δικαιούται εύλογη αμοιβή, αφού ληφθούν υπόψη όλα τα στοιχεία που έχουν σχέση με την εμπορική πράξη". Από τις διατάξεις αυτές αυτές, που, όπως προαναφέρθηκε, εφαρμόζονται αναλογικά και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, ο διανομέας ή ο παραγγελιοδόχος δικαιούνται να εισπράξουν από τον αντισυμβαλλόμενο τους παραγωγό ή χονδρέμπορο τη συμφωνημένη αμοιβή και, αν δεν υπάρχει σχετικά ειδική συμφωνία ή η υπάρχουσα είναι άκυρη, έχει αξίωση για την είσπραξη εύλογης αμοιβής.

Ως εύλογη νοείται κατά πρώτο λόγο η συνηθισμένη αμοιβή, που καθορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας των συμβάσεων του διανομέα ή του παραγγελιοδόχου με τους τρίτους πελάτες του, με βάση τις εμπορικές πρακτικές και συνήθειες που επικρατούν στον τόπο όπου αναπτύσσουν τη δραστηριότητά τους , δηλαδή η αμοιβή που συνήθως δίνεται στον τόπο αυτό στους διανομείς ή παραγγελιοδόχους όμοιων ή παρεμφερών προϊόντων.

Αν δεν υπάρχουν στο συγκεκριμένο τόπο τέτοιες εμπορικές συνήθειες και πρακτικές, τότε η εύλογη αμοιβή προσδιορίζεται με βάση όλα τα στοιχεία που σχετίζονται με τις εμπορικές του πράξεις(ΑΠ650/2016,4/2015). Σύμφωνα δε με το άρθρο 178ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη. Ως κριτήριο των χρηστών ηθών λαμβάνεται υπόψη πρωταρχικά το περί ηθικής συναίσθημα του κατά γενική αντίληψη χρηστού και υγιώς σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ650/2016).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1ΚΠολΔ, προκύπτει,ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται,αν αυτός δεν εφαρμόστηκε,ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόστηκε,ενώ δεν έπρεπε,όπως και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Έτσι, η παραβίαση εκδηλώνεται,είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε με κακή εφαρμογή,δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (Ολ.ΑΠ 10/2011). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας? παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 §2 ΚΠολΔ),είτε έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 13/1995),είτε δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989). 'Ετσι, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν(ΑΠ1935/2017,339/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την από 5-3-2012 αγωγή της,ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, η οποία παραδεκτά επισκοπείται (αρθρ.561παρ.2ΚΠολΔ), εκθέτει, κατ'εκτίμηση του περιεχομένου της: Ότι, με το καταρτισθέν στο Ναύπλιο από 27 Ιουνίου 1995 ιδιωτικό συμφωνητικό η εναγόμενη εταιρεία (ήδη αναιρεσίβλητη), έχουσα αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας την παρασκευή κονσερβοποιημένων τροφίμων (τοματοπολτοί, ψιλοκομμένες τομάτες, κομπόστες φρούτων), με το σήμα "...", ανέθεσε σ' αυτήν (ενάγουσα), με την οποία είχε ήδη συνεργασία από το έτος 1938, την για αόριστο χρόνο γενική αντιπροσώπευσή της για το νομό …, ειδικότερα δε την με προμήθεια, οριζόμενη αρχικά σε 5% και ήδη από το έτος 2002 σε περίπου 2% επί της καθαρής τιμολογιακής αξίας των διαβιβαζόμενων παραγγελιών, κάλυψη των αναγκών, διά της λήψης και διαβίβασης παραγγελιών από όλα τα καταστήματα της περιοχής ευθύνης της (εξαιρούμενων των βιομηχανικών πελατών καθώς και των εδρευόντων στο νομό … και στο νομό ….

αλυσίδων καταστημάτων), σε προϊόντα της εναγόμενης εταιρείας, και έτσι καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας. Ότι, κατά την ίδια ως άνω ημεροχρονολογία καταρτίστηκε στο …. μεταξύ των ίδιων διαδίκων εταιρειών και δυνάμει του από 27 Ιουνίου 1995 ιδιωτικού συμφωνητικού, σύμβαση αποκλειστικής διανομής, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας η ενάγουσα ανέλαβε να αγοράζει τα προϊόντα της εναγομένης και να τα προωθεί στην ελληνική αγορά, μεταπωλώντας τα σε όλα τα καταστήματα της περιοχής ευθύνης της (εξαιρούμενων των βιομηχανικών πελατών καθώς και των εδρευόντων στο νομό … και στο νομό ….

αλυσίδων καταστημάτων), ήτοι του Νομού …, χρησιμοποιώντας το δικό της δίκτυο πωλήσεων. 'Οτι για την πρώτη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας,ως αμοιβή της συμφωνήθηκε ότι θα δικαιούται "προμήθεια την οποία έχουν σε όλη την Ελλάδα οι αντιπρόσωποι της εταιρίας, δηλαδή 5% επί της καθαρής τιμολογιακής αξίας των διαβιβαζομένων παραγγελιών", ενώ για τη δεύτερη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, συμφωνήθηκε ότι ως αμοιβή θα της παρέχεται έκπτωση επί του ισχύοντος τιμολογίου, που θα καθορίζεται κάθε έτος από την εναγομένη. 'Οτι το έτος 2005 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας,δυνάμει της οποίας η εναγομένη της ανέθεσε τη διανομή παραγγελθέντων προϊόντων της σε ορισμένους εθνικούς πελάτες της, από το απόθεμα προϊόντων που διατηρείτο αποθηκευμένο σε προορισμένους για το σκοπό αυτό χώρους της ενάγουσας, έναντι προμήθειας ανερχόμενης σε 3,20% επί του τζίρου των πωλήσεων. 'Οτι η εναγομένη με βάση ετήσιες εγκυκλίους, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα των ετών 2006 έως και 2010, εκμεταλλευόμενη την απόλυτη οικονομική εξάρτησή της από αυτή με τη συνακόλουθη αδυναμία διαπραγμάτευσης των συναλλακτικών όρων, καθόρισε μονομερώς την αμοιβή της, η οποία ανερχόμενη, κατά μέσο όρο, ετησίως, επί του τζίρου πωλήσεων, σε 2,09% για τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, 15,79%για τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής και 3,20% για τη σύμβαση παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, όχι μόνο δεν της κατέλειπε περιθώριο για εύλογο επιχειρηματικό κέρδος,αλλά της δημιουργούσε ζημίες,αφού το ανάλογο κόστος διανομής των προϊόντων της εναγομένης σε συνδυασμό με το λειτουργικό της ενάγουσας, ανερχόταν, κατά μέσο όρο σε 2,95% για τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, 22,41% για τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής και 22,20% για τη σύμβαση παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας.

Ότι ο κατά τον τρόπο αυτό αυθαίρετος και αντίθετος στα χρηστά συναλλακτικά ήθη καθορισμός της αμοιβής της, την καθιστά άκυρη. Ότι με βάση την αμοιβή που συνήθως καταβαλλόταν στην …στους διανομείς ή παραγγελιοδόχους,του σκοπού των ενδίκων εμπορικών συμβάσεων,της απόδοσης του επενδεδυμένου σε αναγκαίες επενδύσεις κεφαλαίου, του πραγματοποιούμενου τζίρου πωλήσεων επί των αντιπροσωπευομένων προιόντων, αλλά και από την καλή πίστη και λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, η εύλογη αμοιβή της ενάγουσας για κάθε μία από τις ανωτέρω συμβάσεις, έπρεπε να προσδιοριστεί, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα των ετών 2006 έως και 2010, κατά μέσο όρο,για τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας σε6%,για τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής σε 27% και για τη σύμβαση παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας σε 22%, (και επικουρικά σε 5%, 25% και 20%,αντίστοιχα) επί του τζίρου των πωλήσεων.

Ότι, ενώ ενεργούσε (η ενάγουσα) ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της εναγομένης και είχε οργανώσει δίκτυο διανομής των προϊόντων της,έχοντας επιτύχει αύξηση των πωλήσεών τους και εισφορά νέων πελατών σ'αυτή, η τελευταία, εκτός από τον κατά τον ανωτέρω τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη και καταχρηστικό τρόπο καθορισμό της αμοιβής της,ήδη από το 2005, κατέστρωσε στρατηγική για την εκτόπιση αυτής από την αγορά, αφού χορηγούσε στην αλυσίδες καταστημάτων σούπερ μάρκετ και cash and carry σημαντικές εκπτώσεις στα προϊόντα της, με συνακόλουθο αποτέλεσμα των ανωτέρω ενεργειών της, μεγάλος αριθμός πελατών να παύσει να αγοράζει από αυτή, και περαιτέρω, τον Ιούλιο του έτους 2010,ενεργοποίησε στην περιοχή ευθύνης της" νέο διανομέα,την εταιρία ..., κατά παράβαση των μεταξύ τους συμβάσεων, ενώ τροποποίησε μονομερώς τον χρόνο καταβολής της αμοιβής της από τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και από τη σύμβαση παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας και τον αύξησε κατά 3,5 μήνες. 'Οτι, κατά το τέλος του ίδιου έτους (2010) η εναγομένη της αφαίρεσε τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας με το super market ΜΕΤΡΟ. 'Οτι κατόπιν αυτού, με την απευθυνθείσα προς την τελευταία από 28-3-2011 επιστολή της, η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε για την "ξαφνική διακοπή της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και την υφαρπαγή του εν λόγω πελάτη (ΜΕΤΡΟ)" και κατήγγειλε και τις τρεις συναφθείσες μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις ,από υπαιτιότητα (όπως εκθέτει στην επιστολή) της εναγομένης, ενώ όρισε χρόνο ισχύος της καταγγελίας την 30-4-201l. 'Οτι αν δεν μεσολαβούσε η προαναφερθείσα καταχρηστική και αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά της εναγομένης, συνεπεία της οποίας προέβη (η ενάγουσα) σε έκτακτη, οφειλόμενη σε υπαιτιότητα της εναγομένης, καταγγελία των επίδικων συμβάσεων, με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα εξακολουθούσε (η ενάγουσα) από την επομένη της επέλευσης των αποτελεσμάτων της καταγγελίας της και για χρονικό διάστημα πέντε ετών, να αμείβεται με τα ποσά που αμειβόταν κατά το χρονικό διάστημα που οι εν λόγω συμβάσεις ήταν ισχυρές.

Με βάση τα ανωτέρω, ζητεί, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει,πλην άλλων, και τα ακόλουθα ποσά για αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την καταβολή μειωμένων έναντι των ευλόγων αμοιβών κατά το επίδικο χρονικό διάστημα των ετών 2006 έως και 2010, τα οποία αντιστοιχούν στη διαφορά μεταξύ της συνολικώς καταβληθείσας αμοιβής της και της εύλογης και τα οποία ανέρχονται, για τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, σε 437.769,46 άλλως 325.932,34 ευρώ, για τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, σε 507.572,84 άλλως 417.005,57 ευρώ και για τη σύμβαση παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, σε 297.983,28 άλλως 266.283,48 ευρώ (κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα ως προς το ποσοστό ευλόγου κέρδους), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, α)κυρίως με βάση τη διάταξη του άρθρου 178ΑΚ, β)επικουρικά, με βάση τη διάταξη του άρθρου 371ΑΚ γ) επικουρικότερα, με βάση τη διάταξη των άρθρων 281 και 288ΑΚ, δ) ακόμη επικουρικότερα με βάση τη διάταξη του άρθρου 18α του ν. 146/1914 και ε)όλως επικουρικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμα τα ανωτέρω αγωγικά κονδύλια, τόσο κατά την κύρια όσο και κατά τις επικουρικές επιχειρούμενες θεμελιώσεις τους, πλην του στηριζομένου στη διάταξη του άρθρου 919AK, την οποία την οποία, απέρριψε ως αόριστη. Ειδικά δε ως προς την κύρια επιχειρούμενη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, θεμελίωσή τους, έκρινε, απορρίπτοντας τον περί του αντιθέτου λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως, ότι τα εν λόγω κονδύλια δεν είναι νόμιμα, δοθέντος ότι με τη συνδρομή της αντίστοιχης προβλεπόμενης από αυτή προϋπόθεσης, "επέρχεται ως έννομη συνέπεια η ακυρότητα της δικαιοπραξίας, και δη της σύμβασης και όχι η αναπροσαρμογή αυτής".

Λαμβανομένου όμως υπόψη του προεκτεθέντος περιεχομένου της αγωγής ,η αναιρεσείουσα, στηρίζοντας τα ένδικα κονδύλια, κυρίως στη διάταξη του άρθρου 178ΑΚ, δεν ζητούσε την αναπροσαρμογή της συμφωνημένης αμοιβής της, αλλά επικαλούμενη την ακυρότητα της σχετικής συμφωνίας, λόγω αντίθεσής της στα προβλεπόμενα από την εν λόγω διάταξη χρηστά συναλλακτικά ήθη,ζητούσε τον καθορισμό αυτής με βάση τα προβλεπόμενα από το άρθρο 5παρ.1 και 2του πδ/τος 219/1999 προαναφερθέντα κριτήρια.

Επομένως, το Εφετείο, απορρίπτοντας την αγωγή,ως μη νόμιμη, κατά τα ανωτέρω κονδύλια, κατά τη κύρια επιχειρούμενη νομική θεμελίωση τους,αφενός μεν έλαβε υπόψη πράγματα ήτοι αγωγικό αίτημα που δεν περιεχόταν στην αγωγή, (δηλαδή την αναπροσαρμογή της αμοιβής της), αφετέρου δε δεν έλαβε υπόψη το προεκτεθέν περιεχόμενο αυτής, που καθιστούσε νόμιμα τα αγωγικά κονδύλια διαφοράς μεταξύ της συμφωνημένης και εύλογης αμοιβής, κατά την κύρια βάση τους, θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 178ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 5παρ.1 και 2 του π.δ/τος 219/1991,τα οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν τα εφάρμοσε, (ως προς το π.δ/γμα ευθέως, όσον αφορά στη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και αναλογικά ως προς τις λοιπές δύο επικαλούμενες συμβάσεις).

Συνακόλουθα, οι δύο πρώτοι,υπό στοιχεία 1α, αα και ββ επικαλούμενοι από την αναιρεσείουσα επί μέρους αναιρετικοί λόγοι από τη διάταξη του άρθρου 559αριθμ.8 και 1ΚΠολΔ του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης, είναι βάσιμοι. Επισημαίνεται ότι στην ένδικη αγωγή δεν γίνεται μεν επίκληση της διάταξης του άρθρου 5 του ανωτέρω π.δ/τος, πλην όμως, εφόσον αναφέρονται τα γεγονότα που την θεμελιώνουν,δεν χρειαζόταν για την εφαρμογή της η ρητή αναφορά του νομικού κανόνα (ΑΠ 493/2010).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 9γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας ,υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης (Ολ ΑΠ 25/03), ΑΠ 1586/08).

Για την ευδοκίμηση του λόγου αυτού απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό (ΑΠ780/2014). Στην προκειμένη περίπτωση,όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής της, η ήδη αναιρεσείουσα, ζητούσε,επικουρικά,για την περίπτωση απόρριψης των προαναφερθέντων κονδυλίων, αποζημίωση ,με βάση τις διατάξεις των άρθρων 178,281,288,371,919ΑΚ και 18α του ν. 146/1914, συνισταμένη στη διαφορά μεταξύ του κόστους διανομής/λειτουργικού κόστους και της καταβληθείσας αμοιβής της,ανερχόμενης,για το ίδιο χρονικό διάστημα των ετών 2006 έως και 2010 στα ποσά των ευρώ, 96.516,91 για τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, 299.717,85 για τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής και 301.102,36 για τη σύμβαση παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας,την καταβολή των οποίων ζητούσε με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Το Εφετείο,ενώπιον του οποίου το σχετικό αίτημα είχε επαναφερθεί με την έφεση της αναιρεσείουσας, όπως προκύπτει τόσο από το διατακτικό ,όσο και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης,στο οποίο γίνεται αναλυτική αναφορά όλων των λοιπών (κύριων και επικουρικών) αιτημάτων της ένδικης αγωγής,το παρέβλεψε, σιώπησε γι'αυτό παντελώς,με αποτέλεσμα να το αφήσει αδίκαστο.

Επομένως, ο υπό στοιχείο 5α επί μέρους σχετικός από το άρθρο 559αριθμ.9ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, του πρώτου λόγου της ένδικης αιτήσεως, είναι βάσιμος. Η αναιρεσείουσα, εξάλλου, με την ένδικη αγωγή της και με βάση τα προαναφερθέντα,ζήτησε: Α) ως αποκατάσταση της ν ζημίας που υπέστη λόγω της, από αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, καταγγελίας των μεταξύ τους συμβάσεων, από υπαιτιότητα της τελευταίας, την επιδίκαση διαφυγόντων κερδών για το χρονικό διάστημα(όπως περιόρισε το σχετικό της αίτημα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου) από 1-5-2011 έως 30-4-2012,ανερχόμενα στο πλαίσιο της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας στα ποσά των ευρώ 121.337,56,άλλως 101.114,63, άλλως 44.490,44,στο πλαίσιο της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, στα ποσά των ευρώ,189.746,97,άλλως 175.691,64 άλλως 107.242,18 και στο πλαίσιο της σύμβασης παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας ,στα ποσά των ευρώ,77.652,68,άλλως 70.593,35 άλλως 13.084,83 κατά τις αναφερόμενες στο αγωγικό δικόγραφο διακρίσεις, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και Β) ως αποζημίωση πελατείας,στο πλαίσιο της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, τα ποσά των ευρώ 134.819,25, άλλως 112.349,38 (υπολογιζόμενα με βάση το μέσο ετήσιο όρο της καταβλητέας εύλογης αμοιβής, κατά τις σε αυτό διακρίσεις), άλλως το ποσό των ευρώ 46.650,65 (υπολογιζόμενο με βάση το μέσο ετήσιο όρο των πράγματι καταβληθεισών σε αυτή αμοιβών), στο πλαίσιο της σύμβασης αποκλειστικής διανομής,τα ποσά των ευρώ,238.795,48 άλλως 221.106,92 (υπολογιζόμενα με βάση το μέσο ετήσιο όρο της καταβλητέας εύλογης αμοιβής,κατά τις σε αυτό διακρίσεις), άλλως το ποσό των 139.481,83 ευρώ (υπολογιζόμενο με βάση το μέσο ετήσιο όρο των πράγματι καταβληθεισών σε αυτή αμοιβών), στα πλαίσια της σύμβασης παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας,τα ποσά των ευρώ, 67.874,09,άλλως 61.703.72 (με βάση το μέσο ετήσιο όρο της καταβλητέας εύλογης αμοιβής,κατά τις σ'αυτό διακρίσεις), άλλως το ποσό των 10.142,91 ευρώ(υπολογιζόμενο με βάση το μέσο ετήσιο όρο των πράγματι καταβληθεισών σε αυτή αμοιβών), με το νόμιμο τόκο,για τα ανωτέρω κονδύλια από την επόμενη ημέρα της λύσης της σύμβασης,ήτοι 1.5.2011,άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τα ανωτέρω υπό στοιχείο Α κονδύλια, απορρίπτοντας σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας ,κρίνοντας ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς αυτά, "δοθέντος ότι,... η ίδια με την από 28-3-2011 επιστολή της προς την εναγομένη κατήγγειλε τις μεταξύ αυτής και της εναγομένης, συναφθείσες συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας, αποκλειστικής διανομής και παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, άπασες αορίστου χρόνου,λόγω παραβίασης εκ μέρους της αντιδίκου της των υποχρεώσεών της,σύμφωνα με τα ειδικότερα αναφερόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, ορίζοντας ως ημεροχρονολογία για την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας την 30-4-2011 και ως εκ τούτου ...

δεν περιλαμβάνεται στην προς ανόρθωση ζημία διαφυγόντα κέρδη ... για το χρονικό διάστημα πέραν της συμπλήρωσης της προθεσμίας της ως άνω καταγγελίας". Επίσης, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη,απορρίπτοντας τον περί του αντιθέτου αντίστοιχο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας και ως προς τα υπό στοιχείο Β κονδύλια, με τα οποία η τελευταία ζητούσε αποζημίωση πελατείας, υπολογιζόμενη με βάση τον μέσο ετήσιο όρο της υπολογιζόμενης καταβλητέας εύλογης αμοιβής, κρίνοντας ότι "το ποσό της αποζημίωσης πελατείας που επιδικάζεται στον εμπορικό αντιπρόσωπο δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο τελευταίος κατά τα τελευταία πέντε έτη".

Το Εφετείο, επίσης, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε κατ'ουσία την αγωγή κατά τα προεκτεθέντα κονδύλια που αφορούσαν στην αιτούμενη αποζημίωση πελατείας, υπολογιζόμενη με βάση το μέσο ετήσιο όρο των πράγματι καταβληθεισών από την αναιρεσίβλητη αμοιβών και για τις τρεις συμβάσεις ,όπως και για το κονδύλιο των 150.000 ευρώ, το οποίο ζητούσε η αναιρεσείουσα (όπως παραδεκτώς το περιόρισε), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη "από την προσβολή της φήμης, αξιοπιστίας και του μέλλοντός της, λόγω της προπεριγραφείσας καταχρηστικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, η οποία προκάλεσε την εκ μέρους της καταγγελία των επίδικων συμβάσεων.

Σε σχέση με τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφέρονται τα ακόλουθα:

Στην περίπτωση,που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ24/2015).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι (Ολ ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.

ΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ964/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση,το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση,τα ακόλουθα: "Στο ... στις 27 Ιουνίου 1995 καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας, εδρεύουσας στον ..., εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.Β.Ε. sales Network (ήδη αναιρεσείουσας) και της εναγόμενης, (ήδη αναιρεσίβλητης) εδρεύουσας στο ..., εταιρείας με την επωνυμία "...

Α.Ε." η οποία ασχολείται με την παραγωγή και εμπορία ειδών διατροφής, υπογραφέντος του με την αυτή ημεροχρονολογία, από τους νόμιμους εκπροσώπους των εν λόγω εταιρειών, ιδιωτικού συμφωνητικού, σύμβαση, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα ανέλαβε εφεξής και για αόριστο χρονικό διάστημα, τη διάθεση και διανομή των προϊόντων της εναγομένης στο Νομό ….

Ειδικότερα, συμφωνήθηκε η ενάγουσα να αγοράζει επ' ονόματι της τα προϊόντα της εναγομένης, τα οποία θα μεταφέρονταν, με μέριμνα και δαπάνες είτε της εναγομένης είτε της ενάγουσας, κατά την ειδικότερη συμφωνία τους, στις αποθήκες της πρώτης (ενάγουσας), προκειμένου να μεταπωληθούν στην περιοχή ευθύνη της, διαμέσου οργανωμένου δικτύου διανομής που διέθετε η εν λόγω ενάγουσα εταιρεία, η οποία ανέλαβε τον σχετικό πιστωτικό και επιχειρηματικό κίνδυνο, η δε εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να καλύπτει τις ανάγκες της περιοχής ευθύνης της ενάγουσας και να εκτελεί άμεσα και ανάλογα, με την παραγωγική της δυνατότητα τις παραγγελίες αυτής (ενάγουσας), επιπροσθέτως δε θα καθόριζε κάθε έτος την παρεχόμενη έκπτωση προς την αντισυμβαλλόμενη της επί του ισχύοντος τιμολογίου, ως αμοιβή της τελευταίας.

Περαιτέρω, δυνάμει του άρθρου 6 στοιχ. β' εδάφιο δεύτερο του ως άνω καταρτισθέντος μεταξύ των διαδίκων ιδιωτικού συμφωνητικού, η εναγόμενη διατήρησε το δικαίωμα να διαθέτει τα προϊόντα της, αναφορικά με τις εδρεύουσες στο νομό … και στο νομό … αλυσίδες καταστημάτων (super markets, cash & carry) καθώς και με τους βιομηχανικούς πελάτες στην περιοχή ευθύνης της ενάγουσας, ήτοι το Νομό …, είτε απευθείας, είτε με διαφορετικούς διανομείς, με περαιτέρω συνέπεια την μη ανάληψη εκ μέρους της τελευταίας (ενάγουσας) της κατ' αποκλειστικότητα διάθεσης των εν λόγω προϊόντων για την ως άνω, ενώ, κάνοντας η εναγομένη χρήση του εν λόγω δικαιώματος της, αφενός, όπως συνομολογείται από την ενάγουσα, προμήθευε έκτοτε με τα προϊόντα της η ίδια τις μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ και cash & carry, αφετέρου δε, περί το έτος 2010, διέθεσε τα προϊόντα της στην εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΕ", προκειμένου αυτή να τα μεταπωλεί σε ξενοδοχεία, γεγονός το οποίο υπέπεσε στην αντίληψη των αρμοδίων οργάνων της ενάγουσας, η οποία διαμαρτυρήθηκε με ήπιο τρόπο επ' αυτού, η μοναδική δε επιφύλαξη η οποία εκφράστηκε διά της εμπορικής διευθύντριας της (ενάγουσας εταιρείας) αφορούσε στο ότι είχε επισημάνει την παρουσία πωλητών της ανωτέρω εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΕ" σε μίνι μάρκετ του κύκλου πελατών της ενάγουσας. Εκ των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η προπεριγραφόμενη συναφθείσα μεταξύ των μερών σύμβαση, η οποία έχει ήδη λυθεί δυνάμει της από 28.3.2011 καταγγελίας της ενάγουσας, την οποία, σημειωτέον, η αντίδικος της ουδέποτε αποκάλεσε "αποκλειστικό διανομέα" σε οποιοδήποτε έγγραφο της μεταξύ τους αλληλογραφίας, δεν ήταν σύμβαση αποκλειστικής διανομής αλλά απλής διανομής, ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, ενεργούσε ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της εναγομένης, ενόψει αφενός του δικαιώματος που διατήρησε με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό (άρθρο 7 στοιχ.

δ) να διανέμει στην περιοχή ευθύνης της προϊόντα τα οποία δεν ήταν όμοια ή ομοειδή με προϊόντα παραγωγής ή εμπορίας της εναγομένης (υποχρεούμενη, ωστόσο, να απέχει από την διανομή ανταγωνιστικών με αυτά της εναγομένης προϊόντων), όπως και έπραξε, ενισχύοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την οικονομική της αυτοτέλεια έναντι της εναγομένης, λαμβανομένου υπόψη ότι τα έσοδα της (ενάγουσας) από την εν λόγω επιχειρηματική της δραστηριότητα με τα προϊόντα της εταιρείας "...

ΑΕ", για τις χρήσεις 2006 - 2010, κυμάνθηκαν σε ποσοστό 37% έως 53% επί του συνόλου των εσόδων της, ενώ, οι υπόλοιπες πωλήσεις ποσοστού 63% έως 47% αφορούσαν λοιπούς προμηθευτές, αφετέρου δε του γεγονότος ότι κάθε χρόνο γνωστοποιούνταν στην ενάγουσα, με σχετική ενημερωτική επιστολή της εναγομένης, οι πελάτες που θα εξυπηρετούσε η πρώτη μέσω του συστήματος διανομής.

Συνακόλουθα, βάσει των ως άνω αναφερομένων και δεδομένου ότι, αποδείχθηκε ότι έλειπε η, εκ μέρους του διανομέα, ανάληψη υποχρέωσης μη ανταγωνισμού και προώθησης διαρκώς και αποκλειστικώς των προϊόντων του παραγωγού στην περιοχή, ούτε υπήρχε σχέση μεταξύ τους οικονομικής εξάρτησης, αφού δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είχε προσαρμόσει την επιχείρηση της στις ανάγκες διάθεσης και προώθησης των προϊόντων της εναγομένης, ώστε να μη μπορεί να στραφεί σε εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού (απλή σύμβαση διανομής), δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω οι διατάξεις των άρθρων 8, 9 παρ. 1 εδ.

α', β', 3 ΠΔ 219/1991, 14 παρ. 4 Ν. 3557/2007, ούτε βέβαια είναι ουσιαστικά βάσιμη η αξίωση της ενάγουσας στα πλαίσια της ήδη λυθείσας ως άνω σύμβασης, για καταβολή σε αυτήν αποζημίωσης πελατείας, ανερχόμενης στο ποσό των 139.481,83 ευρώ,

... Στη συνέχεια, ..., προέκυψε ότι, ομοίως στο ... στις 27 Ιουνίου 1995 καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης, υπογραφέντος του με την αυτή ημεροχρονολογία, από τους νομίμους εκπροσώπους των εν λόγω εταιρειών, ιδιωτικού συμφωνητικού, σύμβαση, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα ανέλαβε εφεξής και για αόριστο χρονικό διάστημα, τη διεξαγωγή εργασιών συνισταμένες στη λήψη και διαβίβαση παραγγελιών από όλα τα καταστήματα της περιοχής ευθύνης της, ήτοι του Νομού …, για προϊόντα που διέθετε η εναγομένη, βάσει τιμών που θα καθορίζονταν και θα γνωστοποιούνταν κάθε φορά στην ενάγουσα με ενημερωτικές επιστολές από την εν λόγω αντίδικο της.

Ειδικότερα, συμφωνήθηκε η ενάγουσα να επισκέπτεται τακτικότατα τους πελάτες για την καλύτερη διάθεση των προϊόντων της εναγομένης, μεριμνώντας για την καλύτερη δυνατή παρουσία τους στα ράφια των καταστημάτων, να ειδοποιεί αμέσως τους πελάτες για την κυκλοφορία προϊόντων νέας εσοδείας ή νέας κυκλοφορίας ή για την εξάντληση προϊόντων που διέθετε η εναγομένη και να μεριμνά για την ενημέρωση των εν λόγω πελατών αναφορικά με τον χρόνο διατήρησης των προϊόντων της εν λόγω εναγομένης εταιρείας, η οποία αντίστοιχα , ανέλαβε την υποχρέωση να καλύπτει τις ανάγκες της περιοχής ευθύνης της ενάγουσας και να εκτελεί άμεσα και ανάλογα με την παραγωγική της δυνατότητα τις παραγγελίες αυτής, επιπροσθέτως δε καθορίστηκε ως προμήθεια της ενάγουσας ποσοστό 5% επί της καθαρής τιμολογιακής αξίας των διαβιβαζόμενων παραγγελιών.

Ακολούθως και δη το έτος 2005, καταρτίστηκε προφορικά μεταξύ των ίδιων ως άνω εταιρειών σύμβαση δυνάμει της οποίας η ενάγουσα ανέλαβε εφεξής και για αόριστο χρονικό διάστημα, την διεξαγωγή εργασιών, που συνίσταντο στη λήψη, διαβίβαση και διεκπεραίωση παραγγελιών από τα καταστήματα της περιοχής ευθύνης της, ήτοι του Νομού …., για προϊόντα που διέθετε η εναγόμενη, η δε αμοιβή της ενάγουσας καθορίστηκε σε ποσοστό 2% επί της καθαρής τιμολογιακής αξίας των διαβιβαζόμενων παραγγελιών, προστιθέμενου και του ποσού των 0,04 ευρώ/κιλό διακινούμενου/αποθηκευμένου προϊόντος, αναπροσαρμοζόμενη από το έτος 2007 και εντεύθεν σε ποσοστό 3% επί της καθαρής τιμολογιακής αξίας των διαβιβαζόμενων παραγγελιών, προστιθέμενου και του ποσού των 0,05 ευρώ/κιλό διακινούμενου/αποθηκευμένου προϊόντος.

Μετά την κατάρτιση των εν λόγω συμβάσεων, εκ των οποίων, η μεν συναφθείσα στις 27 Ιουνίου 1995 έχει τα στοιχεία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, κατά την έννοια του άρθρου 1 Π.Δ. 219/1991, η δε συναφθείσα το έτος 2005 έχει τα στοιχεία της παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, αναλογικά εφαρμοζόμενης της ίδιας ως άνω διάταξης, η ανάληψη της σχετικής δραστηριότητας της ενάγουσας είχε ως αποτέλεσμα, για την περίοδο 2006 - 2010, κατόπιν επιμέρους αυξομειώσεων, αφενός, και δη στα πλαίσια της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αύξηση των πωλήσεων των προϊόντων της εναγόμενης, αφετέρου δε, και δη στα πλαίσια της σύμβασης παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπεία, μείωση των πωλήσεων των προϊόντων της εναγόμενης ...

Ακολούθως, η ενάγουσα, η οποία, σημειωτέον, ενημερωνόταν από την εναγόμενη, στις αρχές κάθε νέου ημερολογιακού έτους, για τον τρόπο συνεργασίας της, στα πλαίσια των ανωτέρω συμβάσεων, με την εν λόγω αντίδικο της, συμπεριλαμβανομένου και του κύκλου πελατών που θα εξυπηρετούσε, με την επιδοθείσα στην εναγόμενη από 28.3.2011 επιστολή της, εκφράζοντας την δυσαρέσκεια της για την εκ μέρους της αντιδίκου της (εναγόμενης) διακοπή της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αναφορικά με αυτήν (ενάγουσα) και με την αλυσίδα σούπερ μάρκετ "….", κατήγγειλε την ως άνω σύμβαση (εμπορικής αντιπροσωπείας), διατεινόμενη δε ότι, συνεπεία τούτου θα καταστεί ασύμφορη και η εν γένει εμπορική συνεργασία μεταξύ των μερών, κατήγγειλε και τις λοιπές συμβάσεις (παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, καθώς και της αρχικά ανωτέρω αναφερόμενης απλής διανομής), ορίζοντας ως ημεροχρονολογία επέλευσης των αποτελεσμάτων της (καταγγελίας) την 30.4.2011, επιπροσθέτως, δε περιέλαβε στο εν λόγω έγγραφο της την πανηγυρική φράση "από υπαιτιότητας σας" (εναγομένης).

Όμως, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη είχε προβεί στην εν λόγω ενέργεια της και δη στον με διαφορετικό περιεχόμενο προσδιορισμό του κύκλου πελατών που θα εξυπηρετούσε η ενάγουσα για το έτος 2011, κατόπιν άσκησης συμβατικού δικαιώματος της και δη θεμελιωμένου στο άρθρο 6 εδάφιο τρίτο της προαναφερόμενης από 27.6.1995 καταρτισθείσας, κατόπιν σχετικής συμφωνίας των μερών, σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, συμπεριλαμβανομένου αυτού (όρου) και στο άρθρο 6 στοιχ.

β εδάφιο δεύτερο της με την αυτή ημεροχρονολογία κατάρτισης σύμβασης διανομής, βάση των οποίων διαμορφώθηκε η εν γένει συνεργασία των εδώ διαδίκων εταιρειών και σύμφωνα με το περιεχόμενο των οποίων(ως άνω άρθρων)για την αντιπροσώπευση (και διανομή, αντίστοιχα) σε αλυσίδες καταστημάτων (super markets, cash & carry) έδρα το νομό … και το νομό …., καθώς και σε βιομηχανικούς πελάτες,θα ίσχυαν ιδιαίτερες συμφωνίες που θα καθορίζονταν κάθε έτος από την εναγομένη με ενημερωτική επιστολή.

Κατόπιν τούτων, καθίσταται σαφές ότι οι παραπάνω συμβάσεις εμπορικής και παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας λύθηκαν με καταγγελία εκ μέρους της ενάγουσας εταιρείας, χωρίς, ωστόσο να υφίσταται οποιαδήποτε υπαιτιότητα της εναγόμενης, ενόψει και του ότι η ενάγουσα στήριξε την από μέρους της καταγγελία αυτών ρητά και αποκλειστικά στην ανωτέρω αιτίαση, ήτοι στην διακοπή της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αναφορικά με αυτήν (ενάγουσα) και με την αλυσίδα σούπερ μάρκετ "…".

Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης να αφαιρέσει από την ενάγουσα τον πελάτη με την αλυσίδα σούπερ μάρκετ "…", δεν έγινε κατά παράβαση του αρθρ. 281 ΑΚ, ήτοι κακόπιστα, υπερβαίνοντας τα όρια της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, αλλά έγινε κατ' εφαρμογή του αρθρ. 6 παρ.

β των επίδικων συμβάσεων, όπως αυτό διατυπώνεται ανωτέρω, άρθρο το οποίο γνώριζε η ενάγουσα εφόσον υπέγραψε τις συμβάσεις.

Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, η ενάγουσα δεν δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση πελατείας λόγω καταγγελίας των εν λόγω συμβάσεων ... Επίσης, ενόψει του ότι η ενάγουσα κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση χωρίς να συντρέχει λόγος αναγόμενος σε οποιαδήποτε υπαίτια, αντικείμενη στα χρηστά ήθη ή αποτελούσα αθέμιτο ανταγωνισμό σε βάρος της,συμπεριφορά εκ μέρους της εναγομένης

... δεν δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές,το Εφετείο,αφού απέρριψε τους περί του αντιθέτου λόγους της από 22-10-2014 έφεσης της αναιρεσείουσας, επεκύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή και ως προς τα ανωτέρω κονδύλια της αποζημίωσης πελατείας και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της αναιρεσείουσας. 'Ετσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε ανελέγκτως το Εφετείο,ότι δηλαδή οι συμβάσεις εμπορικής και παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας(όπως και της διανομής) λύθηκαν με καταγγελία εκ μέρους της αναιρεσείουσας, χωρίς όμως αυτή να οφείλεται σε υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, ενόψει και του ότι η καταγγελία στηρίχθηκε ρητά και αποκλειστικά στο συμβατικώς προβλεπόμενο και μη καταχρηστικώς ασκούμενο,εφόσον ήταν εξ αρχής γνωστό στην αναιρεσείουσα, δικαίωμά της, της διακοπής της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας σε σχέση με την αλυσίδα σούπερ μάρκετ "….", με αποτέλεσμα να μη δικαιούται την αιτούμενη αποζημίωση πελατείας,ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8παρ.3,8 σε συνδυασμό με 9 παρ.1 και 3βτου ν.δ/τος 219/1991.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης και υπο στοιχεία Β5αα και ββ του επί μέρους λόγου από το άρθρο 559 αριθμ.1ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι με την παραδοχή πως η τελευταία στήριξε την ανωτέρω καταγγελία ρητά και αποκλειστικά στη διακοπή της σύμβασης αποκλειστικής αντιπροσωπείας με το ανωτέρω σούπερ μάρκετ, παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 167ΑΚ και αυτές του άρθρου 8παρ3 και 8 του προαναφερθέντος ν.δ/τος, αφού, κατ'ορθή εφαρμογή αυτών, έπρεπε να δεχθεί ότι δεν απαιτείτο να αναφέρονται στο έγγραφο της καταγγελίας οι λόγοι αυτής αλλά μπορούσαν να εξειδικευθούν με την αγωγής, συνεκτιμώντας το περιεχόμενο της οποίας, το Εφετείο έπρεπε να αχθεί στην κρίση ότι οι επίμαχες συμβάσεις λύθηκαν με υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Συγκεκριμένα, με την ανωτέρω παραδοχή του το Εφετείο, δεχόμενο ότι η έγγραφη καταγγελία των συμβάσεων που επέφερε τη λύση αυτών στηρίχθηκε ρητά και αποκλειστικά στην προαναφερθείσα αναφερόμενη στο έγγραφο, αιτίαση,δεν δέχθηκε ότι στη σχετική δήλωση βούλησης της αναιρεσείουσας έπρεπε να αναφέρονται και οι λόγοι αυτής, αλλ' ότι κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του,η καταγγελία των συμβάσεων στηρίχθηκε αποκλειστικά στον αναφερόμενο στο σχετικό έγγραφο λόγο που δεν μπορούσε ωστόσο να αποδοθεί σε υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, αφού αποτελούσε συμβατικό της δικαίωμα.

Η κατ'επίκληση της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας αιτίαση για εσφαλμένη μη παραδοχή από το Εφετείο ότι οι επίμαχες συμβάσεις λύθηκαν με υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, είναι απαράδεκτη, εφόσον με την κατ'επίφαση επίκληση του από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου, η αναιρεσείουσα πλήττει την επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, το Εφετείο, σε σχέση με το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση,αφού από το πλήρες και σαφές αιτιολογικό της προκύπτουν όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση,περί μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των προαναφερθεισών διατάξεων, βάσει των οποίων θα εδικαιούτο η αναιρεσείουσα την διωκόμενη αποζημίωση πελατείας,ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή αυτών.

Ειδικότερα,δεν είναι αντιφατική η παραδοχή του Εφετείου ότι στην καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας δεν ενέπιπταν όλα τα καταστήματα ευθύνης της αναιρεσείουσας στο Νομό …, σε σχέση με αυτή,ότι η αφαίρεση από την αναιρεσίβλητη του πελάτη ΜΕΤΡΟ ήταν συμβατικό δικαίωμα της τελευταίας, στηριζόμενο στην από 27.6.1995 καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση.

Ούτε για την επάρκεια της αιτιολογίας του άνω αποδεικτικού πορίσματος χρειαζόταν επιπλέον παραδοχή περί έγγραφης τροποποίησης της αρχικής σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας. Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον από το άρθρο 559 αριθμ.19ΚΠολΔ, υπό στοιχείο Β/α, β δεύτερο αναιρετικό λόγο, είναι αβάσιμα.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμ.20 του άρθρου 559ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου,κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού,αποδίδει σ'αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του.

Αντιθέτως δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ'αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά. (ολΑΠ2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον υπό στοιχείο Β2 του δευτέρου λόγου της κρινόμενης αίτησης της, κατ'επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.20ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι με την παραδοχή της πως η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης διακοπή της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αναφορικά με την αναιρεσείουσα και με την αλυσίδα σούπερ μάρκετ "…", αποτελούσε "άσκηση συμβατικού της δικαιώματος θεμελιωμένου στο άρθρο 4εδ.β (και όχι 6 εδάφιο τρίτο όπως από προφανή παραδρομή αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση) της από 27-6-1995 καταρτισθείσας, σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας,συμπεριλαμβανομένου αυτού (όρου) και στο άρθρο 6 στοιχ.β εδάφιον δεύτερο της με την αυτή ημεροχρονολογία κατάρτισης σύμβασης διανομής, βάσει των οποίων διαμορφώθηκε η εν γένει συνεργασία των διαδίκων και σύμφωνα με το περιεχόμενο των οποίων (άνω άρθρων) για την αντιπροσώπευση (και διανομή,αντίστοιχα)σε αλυσίδες καταστημάτων (super markets, cash & carry) έδρα το νομό … και το νομό …, καθώς και σε βιομηχανικούς πελάτες,θα ίσχυαν ιδιαίτερες συμφωνίες που θα καθορίζονταν κάθε έτος από την εναγομένη με ενημερωτική επιστολή", παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προαναφερθεισών συμβατικών όρων των μεταξύ τους συναφθεισών συμβάσεων.

Η παραμόρφωση δε αυτή, συνίσταται, κατά την αναιρεσείουσα, στο ότι από το περιεχόμενο των ανωτέρω άρθρων, ταυτόσημων(ως προς το εδ.β αυτών και για τις δύο συμβάσεις (εμπορικής αντιπροσωπείας και διανομής), σύμφωνα με το οποίο, ως υποχρεώσεις της εταιρίας(ήτοι της ήδη αναιρεσίβλητης) αναφέρονται ότι "α) Η εταιρία υποχρεούται να καλύπτει τις ανάγκες της συμβατικής περιοχής και να εκτελεί άμεσα και ανάλογα με την παραγωγική της δυνατότητα τις παραγγελίες που διαβιβάζει ο αντιπρόσωπος ή ο διανομέας και β)Η εταιρία δεν δικαιούται ,κατά τη διάρκεια της ισχύος της παρούσας να πραγματοποιεί πωλήσεις προϊόντων στην συμβατική περιοχή είτε απευθείας είτε μέσω τρίτων προσώπων.

Εξαιρούνται ρητά της ρυθμίσεως αυτής οι αλυσίδες καταστημάτων (SUPER MARKETS και CASH & CARRY) που έχουν έδρα στο νομό …. και στο νομό … για τις οποίες θα ισχύουν ιδιαίτερες συμφωνίες που θα καθορίζονται κάθε έτος από την εταιρία με ενημερωτική επιστολή που θα αποστέλλεται με FAX και ταχυδρομικώς.", το Εφετείο,έπρεπε, κατ'ορθή εκτίμηση αυτού,να εξάγει το συμπέρασμα ότι η αναιρεσίβλητη σε σχέση με την κατηγορία των πελατών που αναφέρονται στο εδάφιο β των εν λόγω άρθρων,διατηρούσε το δικαίωμα να της αναθέσει τη διανομή των συμβατικών προϊόντων και σε αυτούς τους πελάτες,όχι όμως και να αφαιρέσει πελάτες αυτής της κατηγορίας, οι οποίοι είχαν ήδη ενταχθεί στη σύμβαση αντιπροσώπευσης ή διανομής.

Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, αφού διέγνωσε σωστά τα ανωτέρω συμβατικά άρθρα, κατέληξε σε διαφορετικό, από αυτό που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα, αποδεικτικό πόρισμα σε σχέση με τα δικαιώματα της αναιρεσίβλητης που πηγάζουν από αυτά, το οποίο όμως δεν ελέγχεται με την προβληθείσα από το άρθρο 559αριθμ.20ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Επισημαίνεται ότι η περιλαμβανόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση για παραμόρφωση του περιεχομένου του άρθρου 6 εδ.γ της από 27-6-1995 σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, είναι αλυσιτελής,εφόσον όπως ήδη προεκτέθηκε, η αναφορά του από την προσβαλλόμενη απόφαση, αντί του άρθρου 4εδ.β της ίδια σύμβασης (το περιεχόμενο των οποίων άλλωστε ταυτίζεται,με τη διαφορά ότι το άρθρο 6 αναφέρεται στην προμήθεια της αναιρεσείουσας), οφείλεται σε προφανή παραδρομή.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ.8ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος και έχοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης,πράγματος,προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. (Ολ.ΑΠ2/2001) "Πράγματα" δε,θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων,που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής,ανταγωγής,ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά,τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ3/1997, ΑΠ851/2015).

Εξάλλου, ο σχετικός λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε ,έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο,τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ250/2014, 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ 11/1996).Στην προκειμένη περίπτωση,η αναιρεσείουσα, με τους υπο στοιχείο Β3α,Β4α και Β5Β, επί μέρους αναιρετικούς λόγους, του δευτέρου λόγου της αιτήσεως, κατ'επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.8ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση,διότι κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα με το οποίο δέχθηκε ότι δεν δικαιούται αποζημίωση πελατείας, λόγω μη απόδειξης ότι η εκ μέρους της έκτακτη καταγγελία των επίδικων συμβάσεων οφειλόταν σε υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, χωρίς να λάβει υπόψη τους ακόλουθους ισχυρισμούς της: 1) την προβληθείσα με την προσθήκη- αντίκρουση των ενώπιον του πρωτοβαθμίου προτάσεών της αντένσταση,την οποία επανέφερε και με λόγο έφεσης από το άρθρο 281ΑΚ ,περί αποδυνάμωσης του δικαιώματος που άσκησε η αναιρεσίβλητη να της αφαιρέσει τον πελάτη "ΜΕΤΡΟ ΑΕ", μετά τη πάροδο δεκαέξι ετών ,κατά την οποία δεν είχε ασκήσει το σχετικό της δικαίωμα,με αποτέλεσμα η και για το λόγο αυτό καταχρηστική συμπεριφορά της να καθιστά δικαιολογημένη και οφειλόμενη σε υπαιτιότητά της, την εκ μέρους της (αναιρεσείουσας) καταγγελία των επίμαχων συμβάσεων,2)τον περιεχόμενο στην αγωγή της και επαναφερθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό ότι η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε εν τοις πράγμασι τις συμβάσεις με την αφαίρεση του σημαντικότατου πελάτη ΜΕΤΡΟ, χωρίς μάλιστα να τηρήσει και την προβλεπόμενη στη σύμβαση ενιαύσια προθεσμία για τη καταγγελία και 3) τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς και επαναφερόμενους με σχετικό λόγο της έφεσής της, ότι η υπαίτια και καταχρηστική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, συνεπεία και της οποίας αναγκάστηκε να καταγγείλει τις επίδικες συμβάσεις, οφειλόταν και στο ότι η τελευταία) τροποποίησε μονομερώς το χρόνο καταβολής της αμοιβής της από τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και από τη σύμβαση παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας,τον οποίο αύξησε κατά 3,5 μήνες και β)ανέθεσε στην εταιρία ...

ΑΕ να προμηθεύει και τους πελάτες της αναιρεσείουσας, κατά παράβαση της ρήτρας αποκλειστικότητας, ενώ χορηγούσε σε μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετς υψηλότερες εκπτώσεις, ώστε να υφίσταται (η αναιρεσείουσα) αθέμιτο ανταγωνισμό. Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, Α)ως προς την υπ'αριθμό 1 αιτίαση,διότι ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμός,δεν είχε προβληθεί παραδεκτά,αφού δεν αποτελεί αντένσταση, (όπως εκθέτει η αναιρεσείουσα), ώστε να μπορεί να προταθεί με την προσθήκη-αντίκρουση των προτάσεών της.

Αντιθέτως αποτελεί ισχυρισμό θεμελιωτικό σπουδαίου λογού, οφειλόμενου σε υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, συνεπεία του οποίου θα μπορούσε να προβεί στην έκτακτη καταγγελία των συμβάσεων η αναιρεσείουσα,τον οποίο όμως έπρεπε η ίδια να επικαλεσθεί με την αγωγή της(με την οποία διώκει την αποζημίωση πελατείας των συμβάσεων που η ίδια κατήγγειλε από άλλους σπουδαίους λόγους, οφειλόμενους σε υπαιτιότητα της αντισυμβαλλομένης της) ή έστω διευκρινιστικά με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της.

Επισημαίνεται ότι ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 527ΚΠολΔ συντρέχουν ,ώστε να δύναται ο ανωτέρω ισχυρισμός να προβληθεί το πρώτον παραδεκτά ενώπιον του Εφετείου, Β) ως προς την με αριθμό 2 αιτίαση,διότι το Εφετείο, την έλαβε υπόψη και την απέρριψε, δεχόμενο αντιθέτως ότι η αφαίρεση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης του πελάτη της αναιρεσείουσας ΜΕΤΡΟ ΑΕ συνιστούσε συμβατικό της δικαίωμα και συνεπώς όχι εν τοις πράγμασι καταγγελία των συμβάσεων εκ μέρους της, για την οποία θα έπρεπε να τηρήσει την συμβατικώς προβλεπόμενη προθεσμία και Γ) ως προς την με αριθμό 3 αιτίαση, διότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη τους εν λόγω ισχυρισμούς και τους απέρριψε, δεχόμενο αντιθέτως, ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο κατήγγειλε η αναιρεσείουσα τις συμβάσεις ήταν ο αναφερόμενος στην επιδοθείσα στην αναιρεσίβλητη από 28.3.2011 επιστολή της.

Ο επικουρικός,υπό στοιχείο Β3β λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ, που προβάλει η αναιρεσείουσα, (για την περίπτωση απόρριψης του υπό στοιχείο Β3α υπ'αριθμ.1 αναιρετικού της λόγου), ισχυριζόμενη,σε περίπτωση που γίνει δεκτό ότι ο αναφερόμενος σε αυτή ισχυρισμός απορρίφθηκε,τότε το Εφετείο εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 281ΑΚ,είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφόσον κατά τα ήδη προεκτεθέντα,ο εν λόγω ισχυρισμός είχε προβληθεί απαράδεκτα και δεν είχε υποχρέωση να τον λάβει υπόψη το δικαστήριο της ουσίας.

Με τον επίσης επικουρικό, υπό στοιχείο Β4β λόγο αναίρεσης του δευτέρου λόγου της αιτήσεως από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ, που προβάλει η αναιρεσείουσα (για την περίπτωση απόρριψης του ανωτέρω υπό στοιχείο Β4α υπ'αριθμ.2 αναιρετικού λόγου), μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 9παρ.3α σε συνδυασμό με 8παρ.8 του π.δ/τος 219/1991,διότι" η αφαίρεση του σημαντικού της πελάτη ΜΕΤΡΟ εκ μέρους της αναιρεσίβλητης έπρεπε να γίνει με την τήρηση της προβλεπόμενης συμβατικά προθεσμίας για την τακτική καταγγελία",ενώ"η υπό τις ανωτέρω εκτιθέμενες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις αφαίρεση του ΜΕΤΡΟ συνιστούσε έκτακτη καταγγελία της σύμβασης, αφού ανέτρεπε ουσιαστικά τη σύμβαση....λόγω των σοβαρών οικονομικών συνεπειών σε βάρος της ενάγουσας και δικαιολογούσε την εκ μέρους της τελευταίας έκτακτη καταγγελία της σύμβασης με υπαιτιότητα της εναγομένης".

Ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, ως αντιφατικός, αλλά και διότι με την κατ'επίφαση επίκληση της από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας η αναίρεσείουσα, επιχειρεί να πλήξει την περί του αντιθέτου επί της ουσίας κρίση του Εφετείου.

Επομένως και εφόσον δεν υφίσταται άλλος αναιρετικός λόγος που να πλήττει την παραδοχή του Εφετείου ότι η καταγγελία των επίδικων συμβάσεων εκ μέρους της αναιρεσείουσας δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, όλοι οι λοιποί επί μέρους αναιρετικοί λόγοι, (υπό στοιχεία 6α,7 του πρώτου λόγου και Α1α,ββ,β,αα,ββ,2,3 και 4 του δευτέρου λόγου αναιρέσεως), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, τόσο ως προς την κρίση της περί μη νομιμότητας των προαναφερομένων υπό στοιχεία Α και Β αιτημάτων της αγωγής αναφορικά με την αιτούμενη καταβολή ως αποζημίωση των διαφυγόντων κερδών και της υπολογιζόμενης βάσει του μέσου όρου της καταβλητέας εύλογης αποζημίωσης πελατείας, όσο και ως προς την παραδοχή της περί κατάρτισης σύμβασης απλής (και όχι αποκλειστικής) διανομής μεταξύ των διαδίκων, καθίστανται άνευ αντικειμένου και είναι αλυσιτελείς.

Και τούτο διότι,ακόμη και αν γίνουν δεκτοί, η αμετάκλητη πλέον παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης περί μη απόδειξης υπαιτιότητας στην αναιρεσίβλητη, η οποία να προκάλεσε την καταγγελία των συμβάσεων από την αναιρεσείουσα, αποκλείει την επιδίκαση στην τελευταία των αιτούμενων κονδυλίων που αφορούν σε αποζημίωση πελατείας και σε διαφυγόντα κέρδη οφειλόμενα στην καταγγελία.

Με βάση τα ανωτέρω είναι απορριπτέο και το αίτημα της αναιρεσείουσας για υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ,σε σχέση με την ερμηνεία της Οδηγίας 86/683/ΕΟΚ,περί του αν η αποζημίωση πελατείας υπολογίζεται με βάση την εύλογη καταβλητέα ή την πράγματι καταβληθείσα αμοιβή.

Εξάλλου,το προαναφερόμενο απορριπτικό αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης της αναιρεσείουσας έχει συνοπτική αλλά επαρκή και σαφή αιτιολογία που καθιστά ευχερή τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 281,914,919ΑΚ,18αν.146/1914.

Περαιτέρω, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα κατήγγειλε την σύμβαση χωρίς να συντρέχει λόγος αναγόμενος σε οποιαδήποτε υπαίτια,αντικείμενη στα χρηστά ήθη ή αποτελούσα αθέμιτο ανταγωνισμό σε βάρος της συμπεριφορά εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα να μη δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, έλαβε υπόψη και απέρριψε με την περί του αντιθέτου παραδοχή του, τους ήδη προαναφερόμενους και περιλαμβανόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, ότι οι συμβάσεις λύθηκαν με υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, διότι:

α) παρείχε μεγαλύτερες εκπτώσεις σε αλυσίδες σούπερ μάρκετς, β)δραστηριοποίησε την ... ΑΕ, γ)τροποποίησε μονομερώς επί το δυσμενέστερο το χρόνο καταβολής των προμηθειών και δ)αφαίρεσε παράνομα και αντισυμβατικά το σημαντικότατο πελάτη της ΜΕΤΡΟ. Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους υπό στοιχεία Γβ και γ επί μέρους αναιρετικούς λόγους του δευτέρου λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559αριθμ.19 και 8, αντίστοιχα,είναι αβάσιμα.

Παρέλκει δε η έρευνα του υπό στοιχείο Γ1α λόγου αναίρεσης που πλήττει την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης περί έλλειψης υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης ως προς τη λύση της σύμβασης,σε σχέση με την αιτούμενη χρηματική ικανοποίηση,οι οποίοι συμπίπτουν με τους ήδη απορριφθέντες σε σχέση με την ίδια παραδοχή του Εφετείου, η οποία αφορούσε στο απορριφθέν κονδύλιο της αποζημίωσης πελατείας.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω,η απόφαση πρέπει να αναιρεθεί μόνο ως προς τα κεφάλαιά της που αφορούν στην αξίωση της αποζημίωσης από τη διαφορά εύλογης και καταβληθείσας αμοιβής και της επικουρικώς ασκούμενης αξίωσης αποζημίωσης από τη διαφορά μεταξύ των καταβληθεισών αμοιβών και του κόστους διανομής- αντιπροσώπευσης των προϊόντων της αναιρεσίβλητης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά τούτο, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές,εκτός

εκείνων που την εξέδωσαν (αρθρ. 580παρ.3ΚΠολΔ). Επισημαίνεται, ότι η αναίρεση της απόφασης σε σχέση με την αξίωση της αποζημίωσης από τη διαφορά εύλογης και καταβληθείσας αποζημίωσης για λόγο που αφορά την κύρια βάση της, κατά τα ήδη προεκετεθέντα, εκτείνεται και στις λοιπές αμοιβαίως επικουρικές βάσεις που τη στηρίζουν από τα άρθρα 288, 371 ΑΚ και 18 α ν. 146/1014 και 919 ΑΚ, οι κατά των οποίων περιεχόμενοι στο αναιρετήριο λόγοι αναίρεσης είναι μάταιο να εξετασθούν (ΑΠ 1683/2008). Εξάλλου, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας του γενόμενου δεκτού λόγου που αφορά το κονδύλιο της διαφοράς μεταξύ της καταβληθείσας αμοιβής και του κόστους διανομής- αντιπροσώπευσης των προϊόντων,παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων που πλήττουν το ίδιο κονδύλιο. Πρέπει επίσης, να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτή παραβόλου (αρθρ.495παρ.3ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών της εξόδων, συμψηφιζομένων αυτών κατά τα λοιπά,λόγω της μερικής νίκης και ήττας

των διαδίκων (αρθρ.178,183ΚΠολΔ) κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ.1 και 2 του άρθρου 579 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Όμως, ο αναιρεσείων δεν έχει το δικαίωμα να αξιώσει με την άνω αίτηση του τα καταβληθέντα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε για την εκτέλεση της απόφασης, διότι η διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., κατά την αληθινή της έννοια, επιτρέπει την απόδοση μόνο των ποσών που η παροχή τους διατάχθηκε από την ίδια την αναιρεθείσα απόφαση και όχι, άρα, και των εξόδων της μετέπειτα επιχειρηθείσας αναγκαστικής ή εκούσιας εκτέλεσης της, τα οποία βαρύνουν τον καθ ου η εκτέλεση όχι βάσει της απόφασης αυτής, αλλά βάσει του νόμου, ήτοι του άρθρου 932 Κ.

Πολ.Δ. (ΑΠ 1215/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τις κατατεθείσες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στις 19.9.2018 συμπληρωματικές της προτάσεις, επικαλείται ότι στα πλαίσια ενεργηθείσας αναγκαστικής εκτέλεσης από την αναιρεσίβλητη προς ικανοποίηση των επιδικασθέντων με την προσβαλλόμενη απόφαση στην τελευταία δικαστικών εξόδων ύψους 40.000 ευρώ,με επιβολή κατάσχεσης στα χέρια της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ως τρίτης,καταβλήθηκε το ανωτέρω ποσό, πλέον 1100 ευρώ για συναφή έξοδα εκτέλεσης.

Με βάση τα ανωτέρω ζητεί να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 41.100 ευρώ. Το αίτημα αυτό, με το οποίο επιδιώκεται η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναγκαστική ως προς το άνω ποσό εκτέλεση της εν μέρει ήδη αναιρεθείσας εφετειακής απόφασης, είναι νόμιμο κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρ. 579§2 ΚΠολΔ, μόνο κατά το ποσό των 40.000 ευρώ, λαμβανομένου υπόψη ότι όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 176,178,183,189,579§1,581§2 ΚΠολΔ, αν η απόφαση του Εφετείου αναιρεθεί, έστω και εν μέρει, εξαφανίζεται στο σύνολο της η διάταξη της απόφασής του για τη δικαστική δαπάνη, προκειμένου το Εφετείο, στο οποίο παραπέμπεται η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, να επαναπροσδιορίσει την καταβλητέα δικαστική δαπάνη στο πλαίσιο της συνολικής νίκης και ήττας των διαδίκων σε δεύτερο βαθμό (ΑΠ1631/2010).

Επομένως, αφού προαποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την αναιρεσείουσα, από 20.11.2017 έγγραφο με το οποίο η αναιρεσίβλητη ζητεί την άρση της κατάσχεσης που είχε επιβάλει εις χείρας της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, για την ικανοποίηση της απαίτησής της από την δικαστική δαπάνη των 40.000 ευρώ, δηλώνοντας ότι η οφειλέτρια έχει προχωρήσει σε πλήρη εξόφληση αυτής και από 22.11.2017 απόδειξη είσπραξης του εν λόγω ποσού από τον δεκτικό καταβολής,δυνάμει του σχετικού από 10.1.2017 κατασχετηρίου έγγραφου, Γ.

Μ., η καταβολή στην αναιρεσίβλητη του ως άνω ποσού δικαστικής δαπάνης, πρέπει το σχετικό αίτημά της, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμο, να γίνει δεκτό και ως ουσιαστικά βάσιμο και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το ποσό των 40.000 ευρώ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 332/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου,κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος,

Παραπέμπει την υπόθεση,κατά το ίδιο μέρος,προς περαιτέρω εκδίκαση στο ανωτέρω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Δέχεται εν μέρει το περιεχόμενο στις έγγραφες προτάσεις της αναιρεσείουσας αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση πριν από την εκτέλεση της ως άνω εφετειακής απόφασης και υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων(2.000)ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 11 Φεβρουαρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ