177/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated177/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α)99ος (Ι. Σ.) απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Α. χήρα Ι. Σ., το γένος Σ. Π., Π. Σ. του Ι. και Ν. Σ. του Ι., β)100ος (Δ. Τ.) απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Α. χα Δ. Τ., το γένος Ε. Α. και Γ. Τ. του Δ., και γ)163ος (Ι. Κ.) απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Δ.
Full text
Απόφαση 177 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 177/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Α. 2 Ν. Μ., 3 Ν. Γ., 4 Ά. Ν., 5. Ε. Π., 6 Α. Κ., 7 Β. Μ., 8 Δ. Ε., 9 Ι. Μ., 10. Λ. Γ., 11 Ν. Σ., 12 Γ. Χ., 13 Κ. Α., 14 Ι. Α., 15. Α. Α., 16 Ι. Α., 17 Α. Α., 18 Ι. Α., 19 Γ. Α., 20. Β. Α., 21Χ. Α., 22 Α. Β., 23 Ν. Β., 24 Ι. Β., 25. Ά. Β., 26 Ι. Β., 27 Ι. Β., 28 Α. Α., 29 Ε. Β., 30. Χ. Γ., 31 Γ. Γ., 32 Ν. Γ., 33 Π. Γ., 34 Ν. Γ., 35. Ι. Γ., 36 Α. Γ., 37 Γ. Γ., 38 Γ. Γ., 39 Σ. Δ., 40. Σ. Δ., 41 Σ. Δ., 42 Ε. Δ., 43, Ι. Δ., 44 Β.
Δ., 45. Ν. Δ., 46 Ε. Κ., 47 Δ. Κ. 48 Ι. Κ., 49 Ι. Κ., 50. Α. Κ., 51 Χ. Κ., 52 Δ. Κ., 53 Α. Κ., 54 Κ. Κ., 55. Γ. Κ., 56 Ε. Κ., 57 Ν. Κ., 58 Σ. Κ., 59 Σ. Κ., 60. α)Ε. χας Δ. Κ. το γένος Ν. Τ., β)Α. Κ. του Δ., ως νόμιμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Δ. Κ. 61. Χ. Γ., 62 Χ. Ζ., 63 Ι. Ζ., 64 Π. Κ., 65. Ν. Κ., 66 Ι. Κ., 67 Ε. Κ., 68 Π. Κ., 69 Σ. Κ., 70. Μ. Λ., 71 Γ. Λ., 72 Δ. Λ., 73 Α. Μ., 74 Χ. Μ., 75. Θ. Μ., 76 Ν. Μ., 77 Γ. Μ., 78 Χ.
Μ., 79 Μ. Μ., 80. Ι. Ν., 81 Α. Ν., 82 Δ. Ν., 83 Ε. Ξ., 84 Φ. Π., 85. Γ. Π., 86 Ε. Π., 87 Κ. Π., 88 Β. Π., 89 Ε. Π., 90. Α. Ρ., 91 Ι. Ρ., 92 Δ. Σ. του Ε., 93 Ε. Σ., 94 Χ. Σ., 95. Ν. Σ., 96.α)Α. χήρας Γ. Σ., το γένος Ν. Δ., β)Ι. Σ. του Γ., γ)Ν. Σ. του Γ. και δ)Β. Σ. του Γ., ως νομίμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Γ. Σ., 97. Ε. Σ., 98. Χ. Σ., 99. Ι. Σ., 100. Δ. Τ., 101. Δ. Τ., 102. Ο. Τ., 103. Ι. Τ., 104.
Σ. Τ., 105. Γ. Τ., 106 Γ. Τ., 107 Δ. Φ., 108 Γ. Χ., 109 Μ. Χ., 110. Κ. Χ., 111. Μ. Κ., 112. Ν. Λ., 113. Σ. Μ., 114. Ν. Μ., 115. Ν. Μ., 116. Δ. Π., 117. Σ. Κ.. 118. Π. Κ.. 119. Σ. Χ.. 120. Κ. Μ., 121. Θ. Γ., 122. Π. Μ., 123. Σ. Μ., 124. Χ. Μ., 125. Γ. Γ., 126. Κ. Γ., 127. Ε. Κ., 128. Γ. Κ., 129. Δ. Μ., 130. Β. Μ., 131. Θ. Ν., 132. Δ. Π., 133. Σ. Π., 134. Κ. - Τ. Π., 135. Α. Σ., 136. Δ. Σ., 137. Α. Σ., 138. Ι. Τ., 139. Ι. Τ., 140. Ν. Τ., 141.α) Β. χήρας Κ. Χ., το γένος Ν.
Κ., β)Ν. Χ. του Κ., και γ)Γ. Χ. του Κ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Κ. Χ., 142. Γ. Κ. 143. Σ. Α., 144. Κ. Α.. 145. Ι. Ζ.. 146. Χ. Ι., 147. Δ. Κ., 148. Θ. Λ., 149. Δ. Μ., 150. Σ. Μ., 151. Ν. Μ., 152. Β. Μ., 153. Ε. Μ., 154. Σ. Μ., 155. Δ. Μ., 156. Ν. Ν., 157. Ι. Ξ.,. 158. Α. Π., 159. Α. Π., 160. Κ. Σ., 161. Θ. Τ., 162. α)Φ. χήρας Π. Τ., το γένος Α. Χ., β)Α. Τ. του Π., και γ)Β. Τ. του Π., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Π.
Τ., 163. Ι. Κ., 164. Ι. Λ., 165. Β. Μ., 166. Γ. Μ., 167. Χ. Τ., 168. Δ. Σ., 169. Ε. Δ., 170. Κ. Χ., 171. Γ. Μ., 172. Α. Μ., 173. Τ. Α., 174. Α. Θ., 175. Ι. Μ., 176. Β. Κ., 177. Ε. Π., 178. Α. Β., 179. Δ. Κ., 180. Ν. Μ., 181. Κ. Γ., 182. Γ. Κ., 183. Β. Κ., 184. Δ. Τ., 185. Γ. Χ., 186. Δ. Λ., 187. Χ. Σ., 188. Ν. Δ., 189. Ι. Τ., 190. Π. Σ., 191. Κ. Τ., 192. Λ. Μ., 193. Ε. Λ., 194. Δ. Μ., 195. Ε. Ξ., 196. Δ. Α., 197. Χ. Μ., 198. Γ. Φ., 199. Κ. Κ., 200. Ν. Κ., 201. Ι. Τ., 202.
Π. Π., 203. Κ. χήρας Χ. Χ., το γένος Τ., 204. Π. Χ. του Χ., και 205. Δ. Χ. του Χ., 206. Ε. χήρας Κ. Φ., το γένος Κ. Μ., 207. Ν. Φ. του Κ., 208. Π. Φ. του Κ., 209. Σ. Π. χήρας Α. Π. το γένος Ε. Κ., 210. Α. Π. του Α., 211. Ι. Π. του Α., και 212. Ε.-Γ. Π. του Α., κατοίκων .... Ο 157ος (Ι. Ξ.) δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Καραγιάννη, ο οποίος δήλωσε ότι οι:
α)99ος (Ι. Σ.) απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Α. χήρα Ι. Σ., το γένος Σ. Π., Π. Σ. του Ι. και Ν. Σ. του Ι., β)100ος (Δ. Τ.) απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Α. χα Δ. Τ., το γένος Ε. Α. και Γ. Τ. του Δ., και γ)163ος (Ι. Κ.) απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Δ.
χα Ι. Κ., το γένος Γ. Ρ., Δ. Κ. του Ι., Α. Κ. του Ι., Χ. Κ. του Ι. και Γ. Κ. του Ι.. Επίσης δήλωσε ότι οι ως άνω κληρονόμοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βάγια, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/7/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 343/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 249/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/10/2016 αίτησή τους και τους από 28/9/2017 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 568 παρ. 1 και 498 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα που αφορούν την διαδικασία προσδιορισμού δικασίμου για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αυτής διάδικο, προκύπτει ότι στην περίπτωση που κάποιος εκ των διαδίκων δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, αν από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ποίος εκ των διαδίκων επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, τότε ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Τις κλητεύσεις αποδεικνύει ο διάδικος που παρίσταται κατά τη συζήτηση. Εξ άλλου κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά το άρθρο 96 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ενώ κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζομένη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 13/2008). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Στη προκειμένη περίπτωση: Α) από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της ένδικης από 6.10.2016 και με αριθ. κατάθ. …/2016 αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (14 Νοεμβρίου 2017), οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο 157ος των αναιρεσειόντων Ι.
Ξ. Από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ποιος των διαδίκων επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Επομένως ως προς τον διάδικο αυτόν πρέπει να διαταχθεί ο χωρισμός και κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Β) από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει επίσης ότι κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, άπαντες οι λοιποί αναιρεσείοντες (πλην δηλαδή του 157ου) φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Καραγιάννη με σχετική δήλωση του τελευταίου.
Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η παροχή ρητής πληρεξουσιότητας στον ως άνω δικηγόρο από εννέα (9) αναιρεσείοντες και ειδικότερα από τους Ε. Κ. (46ο), Ε. Κ. (56ο), Χ. Γ. (61η), Π. Μ. (122ο), Γ. Μ. (171ο), Β. Κ. (176ο), Δ. Κ. (179ο), Χ. Μ. (197ο) και Κ. Κ. (199ο), αφού αυτοί δεν περιλαμβάνονται στα προσκομιζόμενα συμβολαιογραφικά πληρεξούσια.
Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους της αντιδίκου τους αναιρεσίβλητης εταιρείας κλήτευση αυτών, προκειμένου να παραστούν αυτοί κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο. Επομένως, εφόσον δεν προκύπτει ότι οι ως άνω αναιρεσείοντες επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, ούτε ότι αυτοί κλητεύθηκαν νομίμως κατά τη συζήτηση, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες, και κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσείοντες, πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.
Κατά το άρθρ. 62 εδ.α ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρ. 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρ. 35 ΑΚ).
Εξ άλλου, κατά το άρθρ. 313 παρ. 1 εδ. δ ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του, όπως για την αναίρεση ειδικότερα ορίζει το άρθρ. 556 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου ήδη αποβιώσαντος κατά την άσκησή της, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 1611/2011, ΑΠ 448/2011, ΑΠ 1641/2006). Στάδιο δε συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους του ήδη αποβιώσαντος αναιρεσείοντος, είτε αυτοβούλως με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου ότι συνεχίζουν τη δίκη, είτε με κλήτευση αυτών εκ μέρους του αντιδίκου τους, δεν υφίσταται στην ως άνω περίπτωση, διότι οι διατάξεις των άρθρων 286, 287, 290 και 291 του ΚΠολΔ προϋποθέτουν επελθόντα θάνατο του διαδίκου μετά την άσκηση της διαδικαστικής πράξης, ήτοι εν προκειμένω της αίτησης αναίρεσης, και κατά συνέπεια αυτοί απαραδέκτως συμμετέχουν στη δίκη, ως κληρονόμοι του προαποβιώσαντος διαδίκου (ΑΠ 1681/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα με αριθμούς .../13.11.2017 και .../13.11.2017 πληρεξούσια της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Χ. Κ. περί παροχής πληρεξουσιότητας για τη διεξαγωγή της παρούσας αναιρετικής δίκης στον παραστάντα πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχαήλ Καραγιάννη εκ μέρους των κληρονόμων του 99ου των αναιρεσειόντων Ι.
Σ., του 100ου των αναιρεσειόντων Δ. Τ. και του 163ου των αναιρεσειόντων Ι. Κ., οι ως άνω αναιρεσείοντες απεβίωσαν στις 27.9.2016, 26.12.2014 και 28.8.2014 αντίστοιχα, όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα στα πιο πάνω πληρεξούσια με αριθ. …/2016, …/2014 και …/2014 αποσπάσματα ληξιαρχικής πράξης θανάτου αυτών του ληξίαρχου … αντίστοιχα, ήτοι σε χρόνο πριν την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου στις 6 Οκτωβρίου 2016.
Επομένως η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης του υποκειμένου στην άσκησή της, και συνακόλουθα και οι ασκηθέντες από 28.9.2017 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης που κατατέθηκαν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 4 Οκτωβρίου 2017 με αριθ. κατάθεσης …/4.10.2017, η άσκηση των οποίων προϋποθέτει κατά το άρθρο 569 παρ.1 και 577 παρ.1 του ΚΠολΔ παραδεκτή άσκηση αναίρεσης.
Η δε κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δήλωση του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου των πιο πάνω κληρονόμων των θανόντων ότι αυτοί συνεχίζουν τη δίκη, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί κατά τα ήδη προεκτεθέντα.
Με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α 87) αντικαταστάθηκαν διατάξεις του τρίτου βιβλίου (ένδικα μέσα και ανακοπές - άρθρα 495 έως 590) του ΚΠολΔ και παρατέθηκαν οι νέες διατάξεις, στις οποίες περιλαμβάνεται η νέα διάταξη της παρ.2 του άρθρου 564 του ΚΠολΔ, κατά την οποία εάν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.
Αιτία της ανωτέρω ρύθμισης με την οποία μειώθηκε σε διετή η καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τριετή, που προέβλεπε η ως άνω διάταξη της παρ.2 του άρθρου 564 του ΚΠολΔ πριν την κατά τα άνω τροποποίησή της, είναι ότι κρίθηκε από τη νομοπαρασκευαστική επιτροπή του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ότι η αρχική τριετής καταχρηστική προθεσμία υπήρξε υπερβολικά μεγάλη και έπρεπε να περιορισθεί σε διετή για τη ταχεία περάτωση των δικών.
Αντίστοιχη τροποποίηση επήλθε και στο άρθρο 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ για την καταχρηστική προθεσμία της έφεσης. Τέλος με το άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 και υπό τον παράτιτλο "μεταβατικές διατάξεις" ορίσθηκε στην παρ.2 αυτού ότι οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591 - 645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές και στην παρ. 4 αυτού ότι κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1.1.2016.
Μείζονος ενδιαφέροντος ζήτημα αποτελεί το εάν για αποφάσεις που έχουν δημοσιευθεί πριν από την 1 Ιανουαρίου 2016 χωρίς να επιδοθούν, [όπως η προσβαλλόμενη], εξακολουθεί ή όχι να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση αίτησης αναίρεσης από τη δημοσίευσή τους που προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, πριν από την παραπάνω αντικατάστασή της, στις περιπτώσεις που η αίτηση αναίρεσης κατ' αυτών έχει ασκηθεί μετά την 1 Ιανουαρίου 2016.
Σχετικά ο Άρειος Πάγος με προηγούμενες αποφάσεις του και συγκεκριμένα τις υπ' αριθ. 519/2017 και 520/2017 αποφάσεις δέχθηκε ότι στις περιπτώσεις αυτές η ως άνω καταχρηστική προθεσμία είναι τριετής, ενώ με τις υπ' αριθ. 1176/2017 και 1640/2017 αποφάσεις του δέχθηκε αντιθέτως ότι η προθεσμία αυτή είναι διετής από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Το ζήτημα αυτό, που αφορά μεγάλο αριθμό αιτήσεων αναιρέσεων της ίδιας περίπτωσης, χαρακτηρισθέν ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, έχει ήδη παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την 1855/2017 απόφαση του Α2 τμήματος αυτού, που είναι γνωστή στο παρόν Β2 τμήμα (άρθ. 336 παρ.2 του ΚΠολΔ). Ήδη δε μετά τον γενόμενο προσδιορισμό, η παραπεμφθείσα υπόθεση εκκρεμεί προς συζήτηση στην Πλήρη Ολομέλεια κατά τη δικάσιμο της 15ης Μαρτίου 2018.
Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 249 εδ. α' του ΚΠολΔ. ορίζεται ότι αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή μερικά από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό Δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το Δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από την διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη. Διότι, παρά την μη ειδική αναφορά αυτής στο άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται από το άρθρο 249 του ΚΠολΔ., να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού.
Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό, νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί. (ΑΠ 1330/2017, ΑΠ 436/2017, ΑΠ 602/2015, ΑΠ 355/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλομένη υπ' αριθ. 249/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, δικάσαντος ως Εφετείου, δημοσιεύθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 2013 (11.12.2013) και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε μετά την 1 Ιανουαρίου 2016, κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση στις 6 Οκτωβρίου 2016 (6.10.2016) με αριθμό .../6.10.2016, ήτοι εντός μεν της κατά το άρθρο 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προηγουμένως, τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας, πλην όμως πέραν της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης απόφασης κατά το άρθρο 564 παρ.3 του ΚΠολΔ., όπως ισχύει από 1 Ιανουαρίου 2016, μετά το Ν. 4335/2015.
Επομένως εφόσον ανακύπτει ζήτημα παραδεκτού της ένδικης αίτησης αναίρεσης ως προς το εμπρόθεσμό ή μη της άσκησής της που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει, ευλόγως, και στην κρινόμενη υπόθεση περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 249 ΚΠολΔ.
Κατόπιν αυτού, πρέπει κατά τα λοιπά να ανασταλεί η πρόοδος της παρούσας δίκης, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί του ως άνω ζητήματος από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Ζήτημα καταδίκης στα δικαστικά έξοδα δεν γεννάται διότι η απόφαση αυτή δεν είναι οριστική (άρθ. 191 παρ.1 του ΚΠολΔ), ενώ κατά το απορριπτικό οριστικό μέρος αυτής ως προς τους 99ο, 100ο και 163ο των αναιρεσειόντων, η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, που κατέθεσε κοινές προτάσεις για όλους τους αναιρεσείοντες, δεν υποβλήθηκε σε ιδιαίτερα έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους Ε. Κ. (46ο), Ε. Κ. (56ο), Χ. Γ. (61η), Π. Μ. (122ο), Ι. Ξ. (157ο), Γ. Μ. (171ο), Β. Κ. (176ο), Δ. Κ. (179ο), Χ. Μ. (197ο) και Κ. Κ. (199ο) των αναιρεσειόντων.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς.
Απορρίπτει την από 6.10.2016 και με αριθ. κατάθ. …/2016 αίτηση αναίρεσης και τους από 28.9.2017 και με αριθ. κατάθ. …/2017 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθ. 249/11.12.2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, δικάσαντος ως Εφετείου, ως προς τους 99ο των αναιρεσειόντων Ι. Σ., 100ο των αναιρεσειόντων Δ. Τ. και 163ο των αναιρεσειόντων Ι. Κ..
Αναβάλλει κατά τα λοιπά τη συζήτηση αυτής και των προσθέτων λόγων μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υπόθεσης που έχει παραπεμφθεί σε αυτή με την 1855/2017 απόφαση του Α2 τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2018.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ