Legislator Case Law & Legislation
177/2017 AI generated

177/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 177/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

177/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 16-11-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 177 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 177/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Υπουργού Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντος στην …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων:1)Δ. Ν. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Γεωργίας Φαρμάκη-Βέρμπη, 2)ΝΠΙΔ με την επωνυμία "..." που εδρεύει στη …, νομίμως εκπροσωπούμενο, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Καραγκούνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-11-2009 αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14398/2012 του ιδίου Δικαστηρίου, 882/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 7-10-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 16-11-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Η πληρεξούσια της 1ης αναιρεσίβλητης ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του 2ου αναιρεσίβλητου ζήτησε να γίνει δεκτή, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατ’ εκείνων που προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση ότι ήταν διάδικοι στη δίκη, όπου εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος, που νίκησαν, ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους ως διαδίκων στον πρώτο βαθμό, δεν στρέφεται δε αναγκαία εναντίον όλων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, εκτός από τις περιπτώσεις της αναγκαστικής ομοδικίας. Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αναίρεση στρέφεται τόσο κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, που ήταν εφεσίβλητη στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 882/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, όσο και κατά του δεύτερου αναιρεσίβλητου, που όπως προκύπτει από την απόφαση αυτή, δεν ήταν διάδικος κατά την δίκη εκείνη, αλλά η σχέση του με αυτήν ήταν το ότι του κοινοποιήθηκε η έφεση, η οποία ασκήθηκε από τον υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβάντα στον πρώτο βαθμό αναιρεσείοντα. Εφόσον όμως το εν λόγω δεύτερο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ, δεν ήταν διάδικος στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, δεν νομιμοποιείται για την κατ’ αυτού απεύθυνση της ένδικης αναιρέσεως, η οποία ως εκ τούτου, πρέπει ως προς αυτό, να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 577 ΚΠολΔικ).

Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων 68,516 και 517 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι η έφεση απευθύνεται κατά του νικήσαντος διαδίκου ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων του, όχι δε και κατά του ομοδίκου του εκκαλούντος ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη, λόγω της έλλειψης έννομου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη, η οποία βλάπτει τον εκκαλούντα, εκτός αν συντρέχει αναγκαστική ομοδικία, οπότε πρέπει η έφεση να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Υπάρχει δε αναγκαστική ομοδικία στις περιπτώσεις του άρθρου 76 παρ. 1 ΚΠολΔικ, το οποίο όμως κατ’ άρθρο 83 του ίδιου κώδικα εφαρμόζεται και στις σχέσεις μεταξύ προσθέτως παρεμβαίνοντος και υπερού η παρέμβαση, όταν η ισχύς της αποφάσεως στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις του προσθέτως παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, δηλαδή επί της καλουμένης αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως.

Αποφασιστικό κριτήριο για τον χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειάς της στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης εις βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μία νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος αποφάσεως. Η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενομένη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με τον υπερού η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται ως κατά πλάσμα δικαίου αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κύριου διαδίκου.

Εξ ετέρου, ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και η προβλεπόμενη από το άρθρο 126 του α.ν. 2039/1939, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔικ, παρέμβαση του Υπουργού Οικονομικών σε δίκες, οι οποίες ενδιαφέρουν την υπέρ κοινωφελούς σκοπού δωρηθείσα περιουσία. Αυτό συνάδει με την ουσία της ασκούμενης κατά τον άνω νόμο εποπτείας από τον Υπουργό των Οικονομικών, η οποία προεχόντως έχει σκοπό την προστασία του δημοσίου συμφέροντος με την άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου στη διαχείριση των καταλειπομένων περιουσιών υπέρ των κοινωφελών ιδρυμάτων και την αποτροπή του κινδύνου αλόγιστης διάθεσης της περιουσίας του ιδρύματος, αλλά και την αποφυγή συμπαικτικών των κυρίων διαδίκων δικών.

Υπέρ της άποψης αυτής συνηγορεί και το γεγονός ότι με την παρ. 2 του άρθρου 126 του α.ν. 2039/1939, παρέχεται στον Υπουργό Οικονομικών το δικαίωμα να ασκεί αυτοτελώς ένδικα μέσα και όταν ακόμη δεν παρέστη κατά τη συζήτηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή ανεξάρτητα από τη θέση που έλαβε το Κοινωφελές ίδρυμα έναντι της κατ’ αυτού απευθυνομένης αγωγής.

Εφόσον όμως η ισχύς της επί των ως άνω δικών αποφάσεως εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις του παρεμβαίνοντος Υπουργού προς τον αντίδικό του, αφού με αυτήν κρίνεται υποχρεωτικά το ζήτημα της δίκης για τον φορέα του κοινωφελούς σκοπού και τον υπέρ αυτού παρεμβαίνοντα Υπουργού, παρέπεται ότι η από αυτόν (ως αυτοτελώς προσθέντως παρεμβάντα) ασκουμένη έφεση ή αναίρεση, πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των διαδίκων, με ποινή απαραδέκτου, λαμβανομένου υπόψη και αυτεπαγγέλτως, κατ’ άρθρο 532 και 577 παρ. 2 ΚΠολΔικ αντίστοιχα (ΑΠ 91/2005, ΑΠ 545/2003, ΑΠ 759/2002, άλλως ΑΠ 1552/2010, ΑΠ 701/2009, ΑΠ 36/2008, ΑΠ 39/2008, ΑΠ 40/2008, ΑΠ 2100/2007).

Τούτο πολύ περισσότερο ισχύει όταν πρόκειται περί δίκης στην οποία οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να εναγάγουν ή να εναχθούν, όπως συμβαίνει στη δίκη της δικαστικής διανομής, στην οποία ο ενάγων είναι συγχρόνως και εναγόμενος, όπως και κάθε εναγόμενος ή κυρίως παρεμβαίνων είναι συγχρόνως αντίδικος των λοιπών διαδίκων, αφού υφίσταται η δυνατότητα σε οποιονδήποτε από τους αντιδίκους του ενάγοντος να υποβάλλει αίτηση, με βάση πραγματικό διαφορετικό εκείνου της αγωγής ως προς το επίκοινο δικαίωμα και τη διάπλαση αυτού, και σε περίπτωση παραδοχής της αιτήσεως αυτής να αποβεί η δίκη εις βάρος των λοιπών, όχι με την απόρριψη της αγωγής, αλλά με τη διάπλαση της έννομης σχέσης κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που επιδιώχθηκε με την αγωγή και συνεπώς να καταλήξει η δίκη εις βάρος του ενάγοντος ή των εναγόντων και κάποιου από τους αντιδίκους του, οι οποίοι κατά τούτο είναι αντίδικοι προς αλλήλους, δεσμευόμενοι από την διαπλαστική ενέργεια της αποφάσεως, η οποία εκδίδεται με τον τρόπο αυτό (Ολ.ΑΠ 321/1983).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), που εκδόθηκε επί αγωγής διανομής της πρώτη αναιρεσίβλητης κατά του δεύτερου, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα ως προς το παραδεκτό της έφεσης που άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής ο αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάς Υπουργός Οικονομικών υπέρ του εναγομένου - δεύτερου αναιρεσίβλητου, την οποία απηύθυνε μόνο κατά της καθ η παρέμβαση, ενώ την κοινοποίησε και στον υπερού η παρέμβαση αυτή. "Επειδή, η εφεσίβλητη Δ.

Ν. άσκησε κατά του εναγομένου ήδη καθ’ ού εκοιvoπoιήθη η ένδικη έφεση ΝΠΙΔ με την επωνυμία "..." ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την υπ’ αριθμ. καταθ. .../12-11-2009 αγωγή διανομής ακινήτου και ιστορούσε ότι είναι συγκύριος ισομερώς και εξ αδιαιρέτους ενός διαμερίσματος εμβαδού καθαρού 45 τμ. κειμένου επί του υπερυψωμένου ισογείου ορόφου της επί της οδού ...

εις το Πανόραμα Θεσσαλονίκης διωρόφου οικοδομής, αποτελουμένου από ένα δωμάτιο, σαλόνι, κουζίνα, χώλ και χώρον υγιεινής, εις το οποίο αναλογεί ποσοστό συγκυριότητος 4,20% εξ αδιαιρέτου επί του εκτάσεως 1.621 τμ. οικοπέδου, ότι το άνω διαμέρισμα περιήλθε εις την ενάγουσα κατά ποσοστόν 50% δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ’ αριθμόν .../8-5-2003 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίας Παρασκευοπούλου - Γαλίτη, ότι δυνάμει της υπ’ αριθμόν .../8-10-2003 δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Κωτούλα, νομίμως μεταγραφείσης, εις το εναγόμενον ίδρυμα περιήλθε κατά συγκυριότητα και κατά ποσοστόν 50% εξ αδιαιρέτου το επίδικον διαμέρισμα και ότι το εναγόμενον δεν συναινεί εις την εξώδικον διανομήν του επικοίνου.

Δια της άνω ιστορικής βάσεως της αγωγής, την οποία η ενάγουσα κοινοποίησε προς το Ελληνικό Δημόσιον, εκπροσωπούμενον από τον Υπουργόν Οικονομικών, εζήτησε την λύση της υφισταμένης μεταξύ των διαδίκων κοινωνίας, με την πώληση του επικοίνου με δημόσιον πλειστηριασμόν και την διανομή του πλειστηριάσματος μεταξύ των συγκυρίων, ανάλογα με την μερίδα εκάστου, καθότι η αυτουσία διανομή είναι προδήλως ανέφικτη.

Επίσης, ο Υπουργός των Οικονομικών, έχων δικονομική νομιμοποίηση κατά τα άρθρα 125 και 126 του Α.Ν. 2039/1939, κατά τα αναφερόμενα εις την μείζονα σκέψη, εζήτησε δια της, ασκηθείσης με τις από 27-4-2010 νομοτύπως κατατεθείσες προτάσεις του, αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως την απόρριψη της αγωγής άλλως την εκποίηση του επικοίνου ακινήτου με δημοπρασία κατά τις διατάξεις του ΑΝ 2039/1939 και του Β.Δ της 30.11/4-12-1939.

Το συνεκδίκασαν την αγωγή και την αυτοτελή πρόσθετον παρέμβαση πρωτοδίκως δικάσαν Δικαστήριον, απέρριψε δια της εκκαλουμένης αποφάσεως την άνω παρέμβαση, εδέχθη την αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και διέταξε την πώληση του προπεριγραφομένου διαμερίσματος με δημόσιον πλειστηριασμόν. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως άσκησε ο Υπουργός των Οικονομικών κατά της εναγούσης την από 20-7-2012 έφεση, την οποία εκοινοποίησε εις το αρχικώς εναγόμενον ίδρυμα, συγκύριον της εφεσιβλήτου εναγομένης.

Την ένδικη έφεση ωστόσο έπρεπε να απευθύνει ο εκκαλών επί ποινή απαραδέκτου και κατά του εναγομένου ΝΠΙΔ, αναγκαίου ομοδίκου, καθόσον η ασκηθείσα κατά το άρθρον 83 ΚΠολΔ αυτοτελής παρέμβαση δημιουργεί, κατά τα προδιαληφθέντα, αναγκαία ομοδικίαν του παρεμβαίνοντος με το διάδικον υπέρ του οποίου η παρέμβαση ιδρύματος, συγκυρίου του επικοίνου, λόγω και της άνω διττής φύσεως της αγωγής διανομής και της υποχρεωτικής κοινής εναγωγής όλων των κοινωνών (η οποία επιβάλλει την συμμετοχή και εις την έκκλητη δίκη όλων των συγκυρίων διαδίκων της πρωτόδικης δίκης).

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η έφεση, η οποία δεν ασκήθηκε και κατά του άνω εναγομένου συγκυρίου, ως απαράδεκτη κατά τα άρθρα 517, 532 ΚΠολΔ, της σχετικής ενστάσεως της εφεσίβλητου λαμβανομένης υπόψιν και αυτεπαγγέλτως".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση για το λόγο ότι αυτή, ως ασκηθείσα από τον αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνοντα, κατά το άρθρο 126 του Α.Ν. 2039/1939 Υπουργό Οικονομικών απευθύνθηκε μόνο κατά της καθής η πρόσθετη παρέμβαση και όχι και κατά του υπέρ ου η παρέμβαση αυτή, ήτοι κατά όλων των διαδίκων της ένδικης δίκης, με τους οποίους ως εκ της φύσεως της παρεμβάσεώς του ως αυτοτελούς πρόσθετης συνδεόταν με επιγενομένη αναγκαία ομοδικία, αφού η ισχύς της αποφάσεως εκτεινόταν και στις έννομες σχέσεις του ιδίου (παρεμβάντος) και με τους οποίους μόνο από κοινού μπορούσε να εναγάγει ή να εναχθεί.

‘ Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 517 παρ. 2 ΚΠολΔικ, αφού λόγω της δημιουργουμένης (επιγενομένης) αναγκαστικής ομοδικίας θα έπρεπε η έφεση να στραφεί κατά όλων των ομοδίκων και γιαυτό βάσιμα, σύμφωνα με το άρθρο 532 ΚΠολΔικ απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση. Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ μοναδικός λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Ο αναιρεσείων Υπουργός, ο οποίος ως εποπτεύων το ένδικο Κοινωφελές ‘ Ιδρυμα ταυτίζεται με το Ελληνικό Δημόσιο ως νόμιμος εκπρόσωπός του, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔικ) θα καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει, μετά την υπ’ αριθμ. 134423/1982 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11/21.1.1993) που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987.

Εξάλλου το αίτημα της πρώτης αναιρεσίβλητης περί απορρίψεως του περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση αιτήματος (ενόψει της εκτελέσεως της αναιρούμενης απόφασης, η οποία εφόσον η έφεση απορρίφθηκε ενσωματώνει την πρωτόδικη απόφαση) είναι αλυσιτελές, αφού δεν υποβλήθηκε αίτημα επαναφοράς.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7.10.2014 αίτηση του Υπουργού Οικονομικών κατά των Δ. Ν. του Κ. και του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...".

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Iανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ