Legislator Case Law & Legislation
177/2016 AI generated

177/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 177/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

177/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Keywords

AI generated
successive fixed-term contracts cascading employment contract duration of incapacity extended working hours cessation of gainful employment continuous contract
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 177 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 177/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Αθήνας" (Τ.Ε.Ι. - Α) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Δροσοπούλου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Κ. Γ. του Ν., συζ. Χ. Μ., κατοίκου ..., 2)Δ. Χ. του Β., κατοίκου ... 3)Π. Μ. του Ζ., συζ. Ν. Σ., κατοίκου ..., 4)Ε. Γ. του Ν., συζ. Ξ. Μ., κατοίκου ..., 5)Ε. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 6)Β. Μ. του Α., κατοίκου ... 7)Π. Β. του Ν., κατοίκου ..., 8)Ε. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 9)Γ. Ν. του Ε., κατοίκου ... 10)Σ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 11)Ν. - Ι. Α. του Α., 12)Μ. Τ. του Ι., συζ. Ι. Σ., κατοίκου ..., 13)Π. Χ., συζ. Τ. Λ., κατοίκου ... 14)Δ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 15)Ε. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 16)Γ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 17)Π. Σ. του Ε., κατοίκου ..., 18)Ι. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 19)Δ. Ζ. του Ι., κατοίκου ..., 20)Μ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., 21)Α. Τ. του Α., κατοίκου ..., 22)Β. Ρ. του Ν., κατοίκου ..., 23)Ν. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 24)Α. Ν. του Α., κατοίκου ..., 25)Α. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 26)Γ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 27)Μ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 28)Α. Μ. του Θ., κατοίκου ..., 29)Γ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 30)Ε. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 31)Δ. Σ. του Α., κατοίκου ..., και 32)Χ. Β. του Σ., κατοίκου .... Οι 1η, 2ος, 3η, 5η, 6ος, 8η, 9ος, 13η, 14ος, 15η, 16ος, 17ος, 19ος, 20η, 21ος, 26ος, 27ος, 28η, 29ος, 30η, 31ος και 32η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γαβαλά, οι 4η, 7ος, 23η και 25η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, που κατέθεσε προτάσεις και οι λοιποί (10η, 11ος, 12η, 18ος, 22η και 24ος) δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27/10/2003 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, η οποίες κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (με αρ. κατάθεσης 3853/2003 και 3854/2003). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1547/2005, 1545/2005 του ίδιου Δικαστηρίου αντίστοιχα και 4726/2006 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1678/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε εν μέρει και παρέπεμψε την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 5746/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 5/3/2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 13/11/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από το αναιρεσείον εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Χ. Γ., με αρ..../4.5.2015, .../5.5.2015, .../5.5.2015, με τις παραπόδας αυτής: α) απόδειξη περί παραδόσεως αντιγράφου του θυροκολληθέντος εγγράφου στο ΑΤ ... Αττικής και β) βεβαίωση περί αποστολής συστημένης επιστολής του ίδιου επιμελητή, που συνυπογράφονται από τον ανθυπαστυνόμο Κ.

Π. η πρώτη και τον ταχυδρομικό υπάλληλο Κ. Φ. η δεύτερη, .../4.5.2015, .../6.5.2015, με τις παραπόδας αυτής: α) απόδειξη περί παραδόσεως αντιγράφου του θυροκολληθέντος εγγράφου στο ΑΤ ... και β) βεβαίωση περί αποστολής συστημένης επιστολής του ίδιου επιμελητή, που συνυπογράφονται από τον αστυφύλακα π.σ. Φ. Π. η πρώτη και τον ταχυδρομικό υπάλληλο Κ.

Φ. η δεύτερη και .../24.6.2015 συνοδευόμενη από τα φύλλα της 1.7.2015 των εφημερίδων "...", προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, (24.11.2015), επιδόθηκε, στους 10η, 11ο, 12η, 18ο, 22η και 24ο των αναιρεσιβλήτων Σ.

Δ., Ν. - Ι. Α., Μ. Τ., Ι. Κ., Β. Ρ. και Α. Ν. αντιστοίχως, νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια της, παραδεκτά διορισθείσας, πληρεξουσίας δικηγόρου του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος, Σ. Δ.. Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Kατά το άρθρ. 580 παρ.4 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν.

Συνεπώς είναι δεσμευτικές και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, εφόσον επανέλθει σ’ αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής (2266/2013, 411/2010). Kατά δε το άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με το λόγο αυτό προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε με την αναιρετική (2006/2014, 2266/2013, 411/2010).

Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων ως νομικά ζητήματα νοούνται όχι μόνο τα αναγόμενα στο ουσιαστικό δίκαιο, αλλά και αυτά που ανάγονται στο δικονομικό δίκαιο, καλύπτεται δε από τη δεσμευτικότητα της αναιρετικής απόφασης και ο νομικός απ’ αυτή χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης (ΑΠ 2266/2013). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αυτής προκύπτουν τα εξής:

Στις δύο µε ηµεροµηνία 27.10.2003 αγωγές τους, οι αναιρεσίβλητοι (μαζί με άλλα πρόσωπα, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη), αφού εξέθεταν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόµενο και ήδη αναιρεσείον νοµικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Τ.Ε.Ι.-Α) κατά τους αναφερόμενους σ’ αυτές χρόνους, και απασχολούνταν έκτοτε σ’ αυτό µε διαδοχικές συµβάσεις εξαρτηµένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που προσχηματικά, αφού δε συντρέχει προς τούτο αντικειμενικός λόγος, χαρακτηρίστηκαν από το εναγόµενο ως ορισµένου χρόνου για την κάλυψη δήθεν πρόσκαιρων εκπαιδευτικών αναγκών του, ενώ στην πραγματικότητα αυτοί κάλυπταν από της αρχικής προσλήψεώς τους πάγιες, διαρκείς και µόνιµες διδακτικές ανάγκες του εναγοµένου ΑΤΕΙ, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι καθένας από αυτούς συνδέεται µε το εναγόµενο µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου από τους χρόνους που αναφέρονται σ’ αυτή και να υποχρεωθεί το εναγόµενο να τους απασχολεί και να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, ως συνδεοµένων µε αυτό µε συµβάσεις εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ειδικότερα οι αναιρεσίβλητοι εξέθεταν στις εν λόγω αγωγές τους ότι προσλήφθηκαν από το αναιρεσείον κατά τους εξής χρόνους: Η πρώτη Κ. Γ. το έτος 1984, ο δεύτερος Δ. Χ. το έτος 1996, η τρίτη Π. Μ. το έτος 1990, η τέταρτη Ε. Γ. το έτος 1996, η πέμπτη Ε. Κ. το έτος 2000, ο έκτος Β. Μ. το έτος 1992, ο έβδομος Π. Β. το έτος 1990, η όγδοη Ε.

Μ. το έτος 1996, ο ένατος Γ. Ν. το έτος 1997, η δέκατη Σ. Δ. το έτος 1998, ο ενδέκατος Ν. - Ι. Α. το έτος 1992, η δωδέκατη Μ. Τ. το έτος 1997, η δέκατη τρίτη Π. Χ., το έτος 2000, ο δέκατος τέταρτος Δ. Μ. το έτος 1984, η δέκατη πέμπτη Ε. Μ. το έτος 1994, ο δέκατος έκτος Γ. Μ. το έτος 1990, ο δέκατος έβδομος Π. Σ. το έτος 1996, ο δέκατος όγδοος Ι. Κ. το έτος 1997, ο δέκατος ένατος Δ.

Ζ. το έτος 1996, η εικοστή Μ. Τ. το έτος 2000, ο εικοστός πρώτος Α. Τ. το έτος 2000, η εικοστή δεύτερη Β. Ρ. το έτος 1998, η εικοστή τρίτη Ν. Κ. το έτος 1996, ο εικοστός τέταρτος Α. Ν. το έτος 1995, η εικοστή πέμπτη Α. Σ. το έτος 1994, ο εικοστός έκτος Γ. Μ. το έτος 1984, ο εικοστός έβδομος Μ. Σ. το έτος 2000, η εικοστή όγδοη Α. Μ. το έτος 1995, ο εικοστός ένατος Γ.

Μ. το έτος 1995, η τριακοστή Ε. Χ. το έτος 1998, ο τριακοστός πρώτος Δ. Σ. το έτος 1998 και η τριακοστή δεύτερη Χ. Β. το έτος 1997. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκαν οι 1545/2005 και 1547/2005 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι οποίες τις απέρριψαν. Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν εφέσεις, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η 4726/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε τις εφέσεις.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 1678/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία, όσον αφορά τους τότε αναιρεσείοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους δέχθηκε τα εξής: "Από τον συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύµβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.

Αντίθετα, η σύµβαση εργασίας είναι ορισµένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής µέχρις ορισµένου χρονικού σηµείου ή µέχρι την επέλευση ορισµένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, µετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σηµείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Εποµένως, η διάρκεια της σύµβασης εργασίας ορισµένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύµβασης εργασίας ορισµένου χρόνου είναι ότι τα µέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σηµείο της λήξης της.

Η σύµβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύµφωνα µε το άρθ. 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ’ αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ολ. ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε την 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10.7.2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα π.δ. 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα.

Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν µε το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασµό µε τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρµόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συµβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τοµέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόµου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας µε ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιµα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.

Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την µη τήρηση εκ µέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, µε πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισµένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νοµικός χαρακτηρισµός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύµβασης έργου ή εργασίας ως ορισµένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόµου χαρακτηρισµό της συµβατικής σχέσης ως ορισµένου χρόνου (ΑΕΔ 3/3001, ολ.

ΑΠ 6/2001, 7 και 8/2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νοµικός χαρακτηρισµός εκ µέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νοµικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισµένου χρόνου σε αόριστου (ολ.ΑΠ 18/2006).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 19 παρ. 1 α’ και 1 β’ του Ν. 1404/1983, για την κάλυψη διδακτικών, ερευνητικών ή άλλων επιστημονικών αναγκών των ΤΕΙ µπορεί να προσλαμβάνεται εκπαιδευτικό προσωπικό µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισµένου χρόνου, η οποία µπορεί να διαρκεί µέχρι ένα ακαδημαϊκό έτος και να ανανεώνεται µέχρι δύο ακόµη ακαδημαϊκά έτη.

Η ενδεχόμενη απασχόληση του προσωπικού αυτού για ένα ή περισσότερα εξάµηνα στο ίδιο ή άλλο ΤΕΙ σε καµιά περίπτωση δεν δημιουργεί δικαίωµα μετατροπής της συµβάσεως σε αορίστου χρόνου ή άλλα δικαιώµατα, που δεν προβλέπονται από το νόµο αυτό, έναντι του ΤΕΙ ή του Δηµοσίου. Συνάγεται, περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συµβάσεων έργου ή εργασίας ορισµένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κλπ.

πριν από την έναρξη ισχύος 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ ΕΚ, 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18.4.2001 (ΦΕΚ Α’ 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και 3) των άρθων 5 και 11 του π.δ. 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19.7.2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις έργου ή εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ.

και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ολ. ΑΠ 7 και 8/2011). Ενόψει όλων των ανωτέρω, αν η πρόσληψη του προσωπικού του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Αθήνας (ΤΕΙ και ήδη ΑΤΕΙ)" με διαδοχικές συμβάσεις, διαρκώς ανανεούµενες, που καταρτίστηκαν πριν την ισχύ των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, έγινε προσχηματικά, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος ως εργοδότη εκ μέρους των οργάνων του γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων, που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης (με την έννοιά τους που προαναφέρθηκαν), κατά προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ), ακόμη και αν, κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συµβάσεων, παραβιάσθηκαν οι διατάξεις τις κείμενης νοµοθεσίας, που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως, των ΠΥΣ 236/94 (ΦΕΚ 115 Α’ ) και 55/98 (ΦΕΚ 292 Α’ ), καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α’ ), του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 και του άρθρου 19 παρ. 1 α’ και 1 β’ του Ν. 1404/1983....

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις δύο µε ηµεροµηνία 27.10.2003 αγωγές τους, τις οποίες παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, οι ενάγοντες, αφού εξέθεταν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόµενο νοµικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΑΤΕΙ) κατά τους αναφερόμενους σ’ αυτές χρόνους, και απασχολούνται έκτοτε σ’ αυτό µε διαδοχικές συµβάσεις εξαρτηµένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που προσχηματικά, αφού δε συντρέχει προς τούτο αντικειμενικός λόγος, χαρακτηρίστηκαν από το εναγόµενο ως ορισµένου χρόνου για την κάλυψη δήθεν πρόσκαιρων εκπαιδευτικών αναγκών του, ενώ στην πραγματικότητα αυτοί καλύπτουν από της αρχικής προσλήψεώς τους πάγιες, διαρκείς και µόνιµες διδακτικές ανάγκες του εναγοµένου ΑΤΕΙ, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι καθένας από αυτούς συνδέεται µε το εναγόµενο µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου από τους χρόνους που αναφέρονται σ’ αυτή και να υποχρεωθεί το εναγόµενο να τους απασχολεί και να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους ως συνδεοµένων µε αυτό µε συµβάσεις εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκαν οι 1545/2005 και 1547/2005 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι οποίες τις απέρριψαν. Οι ενάγοντες άσκησαν εφέσεις, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε τις εφέσεις. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των αγωγών, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι προσλήφθηκαν από το πρώτο αναιρεσίβλητο κατά τους παρακάτω χρόνους ....(αναφέρονται οι ανωτέρω παρατιθέμενοι χρόνοι).

Με αυτό το περιεχόµενο οι εν λόγω αγωγές, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, σε συνδυασμό με τα χρονικά όρια που εκτείνονται οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις, είναι νόμιμη, κατά τους ισχύοντες κανόνες δικαίου, κατά το χρόνο καταρτίσεως των επιδίκων συμβάσεων, του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 Α.Κ.

και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος. Διότι οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις εργασίας των αναιρεσειόντων αυτών, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή και προαναφέρθηκαν, καταρτίστηκαν πριν την 18.4.2001, και μπορούσαν να προσλάβουν, ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή, από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου, ο δε καθορισμός του είδους των ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, εξακολουθητικά δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των αναιρεσειόντων μισθωτών από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας τους, και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, παρότι η σχέση εργασίας των αναιρεσειόντων, όπως δεν αμφισβητείται από το αναιρεσίβλητο, συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την προαναφερθείσα έναρξη ισχύος τους".

Με τις σκέψεις αυτές ο Άρειος Πάγος αναίρεσε στο σύνολό της, όσον αφορά τους αναιρεσιβλήτους, την 4726/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει ως αβάσιμες τις εφέσεις των τότε αναιρεσειόντων κατά των πρωτόδικων αποφάσεων, οι οποίες είχαν απορρίψει, ως µη νόµιµες, τις ως άνω αγωγές τους, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 103 παρ.2 του Συντάγματος, 21 ν. 2190/1994 και 19 παρ. 11 β’ του Ν. 1404/1983, τις οποίες εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες και των επίσης ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και 281, 671 του Α.Κ.

και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες ήταν εφαρμοστές και δεν τις εφάρμοσε, παρέπεμψε δε την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος της, που αφορούσε τους νυν αναιρεσιβλήτους προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές, άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Το Εφετείο Αθηνών στο οποίο επαναφέρθηκε η υπόθεση με κλήση των αναιρεσιβλήτων, συμμορφούμενο με την ως αναιρετική απόφαση, δέχθηκε ότι οι αγωγές των αναιρεσιβλήτων, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο είναι νόμιμες, στηριζόμενες στις διατάξεις που και ο Άρειος Πάγος ανέφερε στην 1678/2011 αναιρετική του απόφαση και αφού δέχθηκε τις εφέσεις των αναιρεσιβλήτων κατά των πρωτοδίκων αποφάσεων, που είχαν απορρίψει τις αγωγές ως μη νόμιμες, εξαφάνισε τις προσβληθείσες με τις εφέσεις 1545/2006 και 1547/2006 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ερεύνησε ακολούθως τις αγωγές κατ’ ουσίαν.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο συμμορφώθηκε με την αναιρετική υπ’ αριθ 1678/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, ως είχε υποχρέωση , σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι εσφαλμένα κατά την έρευνα της νομικής βασιμότητας της αγωγής, εφάρμοσε το άρθρο 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920, ενώ δεν εφάρμοσε καίτοι ήταν εφαρμοστέες τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, 19 του ν. 1404/1983, του εκδοθέντος κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 10 του νόμου αυτού (1404/1983) π.δ. 163/2002, της Κοινοτικής Οδηγίας 1999/70 και των εφαρμοστικών αυτής π.δ. 81/2003 και 164/2004, με τον οποίο προσβάλλεται η απόφαση του Εφετείου, ως δικαστηρίου της παραπομπής, κατά το τμήμα της που συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, είναι απαράδεκτος.

Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι κατά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 8 του ν. 2112/1920 και 19 του ν. 1404/1983, δέχθηκε πως οι αναιρεσίβλητοι ήταν υπάλληλοι και οι ορισμένου χρόνου συμβάσεις τους δεν δικαιολογούνται από τη φύση τους και η κατάρτισή τους ως τέτοιων (ορισμένου χρόνου) έγινε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του ν. 2112/1920, ενώ δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο, όπως το αναιρεσείον ισχυρίσθηκε με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, διότι οι συμβάσεις καταρτίσθηκαν ως ορισμένου χρόνου, κατ’ επιταγή των διατάξεων του άρθρου 19 του ν. 1404/1983, είναι επίσης απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της παραβιάσεως των διατάξεων αυτών, προσβάλλεται η κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ολ. ΑΠ 1/1999, AΠ 200/2014, 11/2014). Έλλειψη νόμιμης βάσης, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ’ άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία ή έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 200/2014, 11/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο ερευνώντας τις αγωγές των αναιρεσιβλήτων κα’ ουσίαν δέχθηκε τα εξής: "Από την επίκληση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με τις εκκαλούμενες πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου εκείνου και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα, με επίκληση προσκομίζουν αποδείχθηκαν τ’ ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Α) Ως προς την πρώτη αγωγή. Η πρώτη ενάγουσα Κ. Γ. είναι πτυχιούχος οπτικός του εναγόμενου και πτυχιούχος φυσικός του Πανεπιστημίου Αθηνών. Προσλήφθηκε από το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από το ακαδημαϊκό έτος 1984-1985 και απασχολήθηκε ως καθηγήτρια εφαρμογών μέχρι το ακαδημαϊκό έτος 1995 - 1996 και ως εργαστηριακός συνεργάτης στη συνέχεια στο Τμήμα Φυσικής - Χημείας - Τεχνολογικών Υλικών της Σχολής Τεχνολογικών Εφαρμογών του εναγόμενου ως ακολούθως:

Κατά τα ακαδημαϊκά έτη: 1984 - 1985 από 30.10.1984 μέχρι 5.7.2005 για είκοσι (20) ώρες την εβδομάδα. 1985 -1986, από 23.9.1985 - 23.2.1986 για είκοσι (20) ώρες την εβδομάδα και από 24.2.1986 - 5.7.1986 για είκοσι δύο (22) ώρες την εβδομάδα. 1986 - 1987, από 22.9.1986 - 5.7.1987 για είκοσι δύο (22) ώρες την εβδομάδα. 1987- 1988, από 23.1.1987 - 5.7.1988 για είκοσι (20) ώρες την εβδομάδα. 1988- 1989, από 26.9.1988 - 3.10.1988 για δέκα (10) ώρες την εβδομάδα, από 4.10.1988 - 7.3.1989 για είκοσι (20) ώρες την εβδομάδα και από 8.3.1989 - 5.7.1989 για είκοσι οκτώ (28) ώρες την εβδομάδα. 1989 - 1990, από 2.10.1989 - 5.7.1990 για είκοσι (20) ώρες την εβδομάδα. 1990 - 1991, από 24.9.1990 - 5.7.1991 για δέκα έξι (16) ώρες την εβδομάδα. 1991 - 1992 από 30.9.1991 - 5.7.1992, για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα, 1992 - 1993, από 28.9.1992 - 28.2.1993 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα και από 1.3.1993 - 5.7.1993 για είκοσι (20) ώρες την εβδομάδα. 1993 - 1994, από 27.9.1993 - 5.7.1994, για είκοσι (20) ώρες την εβδομάδα. 1994 -1995, από 3.10.1994 - 5.7.1995, για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα. 1995 - 1996, από 9.10.1995 - 3.3.1996 και από 4.3.1996 - 5.7.1996, για είκοσι (20) ώρες την εβδομάδα. 1996 - 1997, από 7.10.1996 - 5.7.1997 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 1997 - 1998 από 13.10.1997 - 5.7.1998, για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 1998 - 1999, από 28.9.1998 - 5.7.1999, για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 1999- 2000, από 1.11.1999 - 5.7.2000, για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2000- 2001, από 2.10.2000 - 5.7.2001, για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2001 - 2002, από 1.10.2001 - 5.7.2002, για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2002- 2003, από 23.9.2002 μέχρι 5.7.2003, για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα και 2003- 2004 από 22.10.2003 - 27.2.2004 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα.

Ο τρίτος ενάγων Δ. Χ., είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών Θεσσαλονίκης (Ζωγραφική) και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου ΗDFΑ του Πανεπιστημίου Slade του Λονδίνου. Προσλήφθηκε από το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από το ακαδημαϊκό έτος 1996 - 1997 και ειδικότερα απασχολήθηκε ως εργαστηριακός συνεργάτης στο Τμήμα Γραφιστικής της Σχολής Γραφικών Τεχνών και Καλλιτεχνικών Σπουδών του εναγόμενου ως ακολούθως:

Κατά τα ακαδημαϊκά έτη: 1996 - 1997 από 21.10.1996 - 5.7.1997 για δεκαπέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 1997 - 1998 από 13.10.1997 - 5.7.1998 για δέκα πέντε ώρες την εβδομάδα. 1998- 1999 από 28.9.1998 - 5.7.1999 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα. 1999-2000, από 1.11.1999 - 5.7.2000, για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα. 2000 - 2001 από 10.10.2000 - 1.11.2000, για οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα και από 2.11.2000 - 5.7.2001 για δέκα (10) ώρες την εβδομάδα. 2001 - 2002 από 1.10.2001 - 5.7.2002 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2002 - 2003, από 22.10.2002 - 5.7.2003, για έντεκα (11) ώρες την εβδομάδα και 2003-2004 από 22.10.2003 - 27.2.2004 για δέκα έξι (16) ώρες την εβδομάδα.

Η πέμπτη ενάγουσα Π. Μ. είναι πτυχιούχος νοσηλευτικής Σχολής του εναγόμενου και πτυχιούχος της Ανωτάτης Σχολής ΠΑTΕΣ της ΣΕΛΕΤΕ. Προσλήφθηκε από το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από το ακαδημαϊκό έτος 1989 - 1990 και ειδικότερα απασχολήθηκε ως καθηγήτρια εφαρμογών μέχρι το ακαδημαϊκό έτος 1995 - 1996 και ως εργαστηριακός συνεργάτης στη συνέχεια στο Τμήμα Νοσηλευτικής Β’ της Σχολής Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας του εναγόμενου ως ακολούθως:

Κατά τα ακαδημαϊκά έτη: 1989- 1990, από 2.10.1989-28.2.1990, για οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα και από 1.3.1990-5.7.1990, για είκοσι τέσσερις (24) ώρες την εβδομάδα. 1990-1991, από 24.9.1990 - 5.7.1991, για είκοσι (20) ώρες την εβδομάδα. 1991-1992, από 30.9.1991 - 5.7.1992, για είκοσι (20) ώρες την εβδομάδα. 1992 - 1993, από 28.9.1992 - 5.7.1993, για είκοσι (20) ώρες την εβδομάδα. 1993 - 1994, από 27.9.1993 - 5.7.1994, για είκοσι (20) ώρες την εβδομάδα. 1994 - 1995, από 26.9.1994 - 5.7.1995, για είκοσι (20) ώρες την εβδομάδα. 1995 - 1996, από 9.10.1995 - 5.7.1996, για είκοσι (20) ώρες την εβδομάδα. 1996 - 1997, από 30.9.1996 - 5.7.1997, για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 1997- 1998, από 13.10.1997 - 5.7.1998, για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 1998 - 1999, από 28.9.1998 - 5.7.1999, για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 1999 - 2000, από 1.11.1999 - 5.7.2000, για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2000 - 2001, από 2.10.2000 - 5.7.2001 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2001-2002 από 1.11.2001 - 5.7.2002 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2002 - 2003 από 23.9.2002 - 5.7.2003 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα και 2003-2004 από 22.10.2003 - 5.7.2004 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα.

Η έβδομη ενάγουσα Μ. Τ. είναι πτυχιούχος χημικός και κάτοχος διδακτορικού διπλώματος στη Χημεία. Προσλήφθηκε από το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από το ακαδημαϊκό έτος 1997-1998 και ειδικότερα απασχολήθηκε ως εργαστηριακός συνεργάτης στο τμήμα Ιατρικών Εργαστηρίων της Σχολής Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας του εναγόμενου ως ακολούθως.

Κατά τα ακαδημαϊκά έτη: 1997-1998 από 13.10.1997- 7.4.1998 για τέσσερις (4) ώρες την εβδομάδα και από 8.4.1998 - 5.7.1998 για επτά (7) ώρες την εβδομάδα. 1998 -1999 από 28.9.1998 - 19.2.1999 για οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα και από 2.3.1999 - 5.7.1999 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 1999-2000 από 1.11.1999 - 5.7.2000 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα, 2000 - 2001 από 2.10.2000 - 5.7.2001 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2001- 2002 από 15.10.2001 - 5.7.2002 για έξι (6) ώρες την εβδομάδα, 2002- 2003 από 4.10.2002 - 15.10.2002 για πέντε (5) ώρες την εβδομάδα και από 16.10.2002 - 5.7.2003 για έξι (6) ώρες την εβδομάδα και 2003 - 2004 από 22.10.2003 - 27.2.2004 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα.

Η όγδοη ενάγουσα Ε. Γ. είναι πτυχιούχος του βιολογικού τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών και κάτοχος διδακτορικού διπλώματος στη βιολογία του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Προσλήφθηκε από το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από το ακαδημαϊκό έτος 1996 - 1997 και ειδικότερα απασχολήθηκε ως επιστημονικός και εργαστηριακός συνεργάτης στο τμήμα ιατρικών εργαστηρίων της Σχολής Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας του εναγομένου ως ακολούθως:

Κατά τα ακαδημαϊκά έτη: 1996 - 1997, από 14.10.1996 - 5.7.1997, για δύο (2) ώρες την εβδομάδα, 1997- 1998, από 13.10.1997- 5.7.1998, για δύο (2) ώρες την εβδομάδα, ως επιστημονικός συνεργάτης, από 13.10.1997- 10.12.1997, για εννέα (9) ώρες την εβδομάδα ως εργαστηριακός συνεργάτης, από 11.12.1997 - 1.3.1998, για εννέα (9) ώρες την εβδομάδα, ως εργαστηριακός συνεργάτης και από 2.3.1998 - 5.7.1998, για δέκα τρία (13) ώρες την εβδομάδα, επίσης ως εργαστηριακός συνεργάτης. 1998 - 1999, από 28.9.1998 - 5.7.1999, για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 1999 - 2000, από 15.11.1999 - 5.7.2000, για δεκαπέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2000- 2001, από 13.11.2000 - 5.7.2001, για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2001-2002, από 15.10.2001 - 18.3.2002, για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα και από 19.3.2002 - 5.7.2002, για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα, 2002 - 2003, από 4.10.2002 - 5.7.2003, για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα και 2003 - 2004 από 22.10.2003 - 27.2.2004 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα.

Η δέκατη ενάγουσα Ε. Κ. είναι πτυχιούχος φωτογραφίας του Πανεπιστημίου Derby του Η.Β. και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος του Πανεπιστημίου του Σίδνεϊ της Αυστραλίας. Προσλήφθηκε από το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από το ακαδημαϊκό έτος 2000 - 2001 και ειδικότερα απασχολήθηκε ως εργαστηριακός συνεργάτης στα τμήματα φωτογραφίας και γραφιστικής της Σχολής Γραφικών Τεχνών και Καλλιτεχνικών Σπουδών του εναγόμενου ως ακολούθως:

Κατά τα ακαδημαϊκά έτη: 2000 - 2001, από 10.11.2000 - 4.3.2001 για τέσσερις (4) ώρες την εβδομάδα στο εργαστήριο "Φωτογραφικές Εφαρμογές" και από 2.11.2000 - 4.3.2001, για δέκα (10) ώρες την εβδομάδα στο εργαστήριο "Φωτογραφία". 2001 - 2002, από 1.10.2001- 5.7.2002, για δέκα πέντε ώρες την εβδομάδα. 2002- 2003, από 22.10.2002 - 23.2.2003 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα και από 24.2.2003 - 5.7.2003, για δέκα έξι (16) ώρες την εβδομάδα και 2003- 2004 από 22.10.2003 - 27.2.2004 για δέκα έξι (16) ώρες την εβδομάδα.

Ο ενδέκατος ενάγων Β. Μ., είναι πτυχιούχος φυσικός και κάτοχος διδακτορικού διπλώματος στη Φυσική. Προσλήφθηκε από το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από το ακαδημαϊκό έτος 1992 - 1993 και ειδικότερα απασχολήθηκε ως καθηγητής εφαρμογών μέχρι το ακαδημαϊκό έτος 1995 -1996 και ως εργαστηριακός συνεργάτης στη συνέχεια στο τμήμα Φυσικής - Χημείας - Τεχνολογίας Υλικών της Σχολής Τεχνολογικών Εφαρμογών του εναγομένου, ως ακολούθως:

Κατά τα ακαδημαϊκά έτη: 1992 - 1993, από 28.9.1992 - 5.7.1993, για δέκα (10) ώρες την εβδομάδα 1993 - 1994, από 27.9.1993 - 5.7.1994, για δέκα οκτώ (18) ώρες την εβδομάδα. 1994 - 1995, από 3.10.1994 - 5.7.1995 για δέκα (10) ώρες την εβδομάδα 1995 - 1996, από 9.10.1995 - 5.7. 1996 για οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα. 1996 - 1997 από 7.10.1996 - 5.7.1997 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα. 1997 - 1998, από 13.10.1997 - 5.7.1998 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα. 1998 - 1999, από 28.9.1998 - 5.7.1999 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα 1999 - 2000, από 1.11.1999 - 5.7.2000 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα. 2000- 2001 από 2.10.2000 - 5.7.2001 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2001 - 2002 από 1.10.2001 - 5.7.2002 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2002- 2003, από 23.9.2002 - 5.7.2003 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα και 2003 -2004 από 22.10.2003 - 27.2.2004 για δέκα έξι (16) ώρες την εβδομάδα.

Ο δωδέκατος ενάγων Π. Β. είναι πτυχιούχος οικονομολόγος και φωτογράφος. Προσλήφθηκε από το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, από το ακαδημαϊκό έτος 1990-1991 και ειδικότερα απασχολήθηκε ως καθηγητής εφαρμογών από την πρόσληψή του μέχρι το ακαδημαϊκό έτος 1995 - 1996 και ως εργαστηριακός συνεργάτης στη συνέχεια στο Τμήμα φωτογραφίας της Σχολής Γραφικών Τεχνών και Καλλιτεχνικών Σπουδών του εναγόμενου, ως ακολούθως:

Κατά τα ακαδημαϊκά έτη: 1990 - 1991, από 24.9.1990 - 24.2.1991 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα και από 25.2.1991 - 5.7.1991 για δέκα επτά (17) ώρες την εβδομάδα. 1991 - 1992, από 1.10.1991 - 5.7.1992 για δέκα έξι (16) ώρες την εβδομάδα. 1992 - 1993 από 28.9.1992 - 5.7.1993 για δέκα οκτώ (18) ώρες την εβδομάδα. 1993 - 1994, από 27.9.1993 - 5.7.1994, για είκοσι (20) ώρες την εβδομάδα. 1994 - 1995 από 3.10.1994 - 5.7.1995 για είκοσι (20) ώρες την εβδομάδα. 1995 - 1996 από 9.10.1995 - 5.7.1996 για είκοσι (20) ώρες την εβδομάδα. 1996 - 1997 από 7.10.1996 - 5.7.1997 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 1997 - 1998 από 13.10.1997 - 5.7.1998 για δέκα πέντε ώρες την εβδομάδα. 1998 - 1999 από 28.9.1998 - 28.2.1999 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα και από 1.3.1999 - 5.7.1999 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 1999 - 2000 από 8.11.1999 - 5.7.2000 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2000 - 2001 από 2.10.2000 - 5.7.2001 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2001 - 2002 από 1.10.2001 - 5.7.2002 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2002 - 2003 από 1.10.2002 - 5.7.2003 για δέκα έξι (16) ώρες την εβδομάδα και 2003 - 2004 από 22.10.2003 - 27.2.2004 για δέκα έξι (16) ώρες την εβδομάδα.

Η δέκατη τέταρτη ενάγουσα Ε. Μ. είναι φωτογράφος - εικονολήπτης με μεταπτυχιακό τίτλο στην καλλιτεχνική φωτογραφία. Προσλήφθηκε από το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από το ακαδημαϊκό έτος 1988 - 1989 και ειδικότερα κατά το έτος αυτό απασχολήθηκε στην προσωρινή βαθμίδα επιμελητών και το επόμενο ακαδημαϊκό έτος 1989 - 1990 ως καθηγήτρια εφαρμογών και από το ακαδημαϊκό έτος 1996 - 1997 και στη συνέχεια ως εργαστηριακός συνεργάτης στο Τμήμα Φωτογραφίας της Σχολής Γραφικών Τεχνών και Καλλιτεχνικών Σπουδών του εναγόμενου ως ακολούθως.

Κατά τα ακαδημαϊκά έτη: 1988 - 1989 από 5.3.1989 - 5.7.1989 για τριάντα (30) ώρες την εβδομάδα. 1989 - 1990 από 4.10.1989 - 5.7.1990 για είκοσι πέντε (25) ώρες την εβδομάδα. 1996 - 1997 από 7.10.1996 - 5.7.1997 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 1997 - 1998 από 13.10.1997 - 5.7.1998 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 1998 - 1999 από 28.9.1998 - 28.2.1999 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα και από 1.3.1999 - 5.7.1999 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 1999 - 2000 από 8.11.1999 - 5.7.2000 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2000 - 2001 από 2.10.2000 - 5.7.2001 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2001- 2002 από 1.10.2001 - 5.7.2002 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2002 - 2003 από 1.10.2002 - 5.7.2003 για δέκα έξι (16) ώρες την εβδομάδα και 2003 - 2004 από 22.10.2003 - 27.2.2004 για δέκα έξι (16) ώρες την εβδομάδα.

Ο δέκατος πέμπτος ενάγων Γ. Ν. είναι πτυχιούχος φυσικός του Πανεπιστημίου Αθηνών, κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος του τμήματος μηχανικών παραγωγής και διοίκησης του Πολυτεχνείου Κρήτης. Προσλήφθηκε από το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από το ακαδημαϊκό έτος 1997 - 1998 και απασχολήθηκε ως εργαστηριακός συνεργάτης στο Γενικό Τμήμα Φυσικής - Χημείας και Τεχνολογίας Υλικών της Σχολής Τεχνολογικών Εφαρμογών του εναγόμενου ως ακολούθως.

Κατά τα ακαδημαϊκά έτη: 1997 - 1998 από 13.10.1997 - 5.7.1998 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα. 1998 - 1999 από 28.9.1998 - 28.2.1999 για δέκα (10) ώρες την εβδομάδα και από 1.3.1999 - 5.7.1999 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα. 1999 - 2000 από 1.11.1999 - 5.7. 2000 για δέκα τρείς (13) ώρες την εβδομάδα 2000 - 2001 από 2.10.2000 - 5.7.2001 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2001-2002 από 1.10.2001- 5.7.2002 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2002 - 2003 από 23.9.2002 - 23.10.2002 για δέκα (10) ώρες την εβδομάδα, από 24.10.2002 - 2.3.2003 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα και από 3.3.2003 - 5.7.2003 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα και 2003 - 2004 από 22.10.2003 - 27.2.2004 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα.

Η δέκατη έκτη ενάγουσα Σ. Δ. είναι απόφοιτος του τμήματος πολιτικών έργων υποδομής της Σχολής Τεχνολογικών Εφαρμογών του εναγόμενου. Προσλήφθηκε από το τελευταίο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από το ακαδημαϊκό έτος 1998 - 1999 ως εργαστηριακός συνεργάτης στο τμήμα πολιτικών έργων υποδομής της Σχολής Τεχνολογικών Εφαρμογών του εναγόμενου ως ακολούθως:

Κατά τα ακαδημαϊκά έτη: 1998 - 1999 από 28.9.1998 - 30.4.1999 για επτά (7) ώρες την εβδομάδα και από 1.5.1999 - 5.7.1999 για οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα. 1999 - 2000 από 1.11.1999 - 5.7.2000 για έξι (6) ώρες την εβδομάδα. 2000 - 2001 από 2.10.2000 - 5.7.2001 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα. 2001 - 2002 από 24.9.2001 - 5.7.2002 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2002 - 2003 από 23.9.2002 - 5.7.2003 για οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα και 2003 - 2004 από 22.10.2003 - 27.2.2004 για δέκα (10) ώρες την εβδομάδα.

Ο δέκατος έβδομος ενάγων Ν. Ι. Α. είναι βιολόγος, φωτογράφος - φωτορεπόρτερ με μεταπτυχιακό τίτλο στην καλλιτεχνική φωτογραφία. Προσλήφθηκε από το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από το ακαδημαϊκό έτος 1992 -1993 και απασχολήθηκε ως καθηγητής εφαρμογών μέχρι το ακαδημαϊκό έτος 1995 -1996, ως επιστημονικός συνεργάτης κατά τα δύο επόμενα ακαδημαϊκά έτη (1996 - 1997 και 1997 - 1998) και ως εργαστηριακός συνεργάτης στη συνέχεια στο τμήμα φωτογραφίας της Σχολής Γραφικών Τεχνών και Καλλιτεχνικών Σπουδών του εναγόμενου, ως ακολούθως.

Κατά τα ακαδημαϊκά έτη: 1992- 1993, από 28.9.1992 - 1.3.1993 για εννέα (9) ώρες την εβδομάδα και από 2.3.1993 - 5.7.1993 για δέκα (10) ώρες την εβδομάδα. 1993 - 1994 από 27.9.1993 - 27.2.1994 για δέκα τρεις (13) ώρες την εβδομάδα και από 28.2.1994 - 5.7.1994 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα, 1994 - 1995 από 3.10.1994 - 5.7.1995 για δέκα

πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 1995 -1996 από 9.10.1995 - 5.7.1996 για είκοσι (20) ώρες την εβδομάδα 1996 - 1997 από 7.10.1996 - 5.7.1997 για έντεκα (11) ώρες την εβδομάδα. 1997 - 1998 από 13.10.1997 - 20.2.1998 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα και από 2.3.1998 - 5.7.1998 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα. 1998 -1999 από 28.9.1998 - 28.2.1999 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα και από 1.3.1999 - 5.7.1999 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 1999 - 2000 από 8.11.1999 - 5.7.2000 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2000- 2001 από 2.10.2000 - 5.7.2001 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2001- 2002 από 1.10.2001 - 5.7.2002 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα, 2002 - 2003 από 1.10.2002 - 5.7.2003 για δέκα έξι (16) ώρες την εβδομάδα και 2003-2004 από 22.10.2003 - 27.2.2004 για δέκα έξι (16) ώρες την εβδομάδα.

Η εικοστή ενάγουσα Π. Χ. είναι πτυχιούχος της Σχολής Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας του εναγόμενου. Προσλήφθηκε από το τελευταίο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από το ακαδημαϊκό έτος 2000 - 2001 και απασχολήθηκε ως εργαστηριακός συνεργάτης στο Τμήμα Επισκεπτών - Επισκεπτριών Υγείας της Σχολής Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας του εναγόμενου ως ακολούθως:

Κατά τα ακαδημαϊκά έτη: 2000 - 2001 από 5.3.2001 - 5.7.2001 για έξι (6) ώρες την εβδομάδα. 2001-2002 από 24.10.2001 - 5.7.2002 για έξι (6)ώρες την εβδομάδα, 2002-2003 από 4.10.2002 - 10.11.2002 για έξι (6) ώρες την εβδομάδα και από 11.11.2002 - 5.7.2003 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα και 2003 - 2004 από 22.10.2003 - 27.2.2004 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. Β) Ως προς τη δεύτερη αγωγή.

Ο πρώτος ενάγων Δ. Μ. είναι πτυχιούχος φυσικός του Πανεπιστημίου Αθηνών με μεταπτυχιακό μετεωρολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου. Προσλήφθηκε από το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από το ακαδημαϊκό έτος 1984 - 1985 και απασχολήθηκε ως καθηγητής εφαρμογών μέχρι το ακαδημαϊκό έτος 1995 -1996 και ως εργαστηριακός συνεργάτης στη συνέχεια στο Τμήμα Φυσικής - Χημείας - Τεχνολογίας Υλικών της Σχολής Τεχνολογικών Εφαρμογών του εναγόμενου ως ακολούθως: 1984 - 1985 από 30.10.1984 - 5.7.1985 για δέκα οκτώ (18) ώρες την εβδομάδα. 1985 - 1986 από 23.9.1985 - 5.7.1986 για είκοσι (20) ώρες την εβδομάδα. 1986 - 1987 από 22.9.1986 - 5.7.1987 για είκοσι (20) ώρες την εβδομάδα. 1987 - 1988 από 23.9.1987- 5.7.1988 για είκοσι (20) ώρες την εβδομάδα. 1988 - 1989 από 26.9.1998 - 3.10.1988 για δέκα (10) ώρες την εβδομάδα και από 4.10.1988 - 5.7.1989 για είκοσι (20) ώρες την εβδομάδα. 1989 - 1990 από 2.10.1989 - 5.7.1990 για είκοσι (20) ώρες την εβδομάδα. 1990 - 1991, από 24.9.1990 - 5.7.1991 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα.1991 - 1992 από 30.9.1991 - 5.7.1992 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα. 1992 - 1993 από 28.9.1992 - 5.7.1993 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα. 1993 - 1994 από 27.9.1993 - 5.7.1994 για είκοσι (20) ώρες την εβδομάδα. 1994 - 1995 από 3.10.1994 - 5.7.1995 για δέκα (10) ώρες την εβδομάδα. 1995 - 1996 από 9.10.1995 - 5.7.1996 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα. 1996 - 1997 από 7.10.1996 - 5.7.1997 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 1997 - 1998 από 13.10.1997 - 5.7.1998 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα. 1998 - 1999 από 28.9.1998 - 5.7.1999 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα 1999 - 2000 από 1.11.1999 - 5.7.2000 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2000 - 2001 από 2.10.2000 - 5.7.2001 για δέκα πέντε ώρες την εβδομάδα 2001 - 2002 από 1.10.2001 - 5.7.2002 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2002 - 2003 από 23.9.2002 - 5.7.2003 για δέκα έξι (16) ώρες την εβδομάδα και 2003 - 2004 από 22.10.2003 - 27.2.2004 για δέκα έξι (16) ώρες την εβδομάδα.

Η δεύτερη ενάγουσα Ε. Μ. είναι πτυχιούχος γραφιστικής του εναγόμενου με μεταπτυχιακό Master of Arts in Electronic Graphics του Coventry University. Προσλήφθηκε από το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου κατά το ακαδημαϊκό έτος 1994 - 1995 και απασχολήθηκε ως καθηγήτρια εφαρμογών μέχρι το ακαδημαϊκό έτος 1995 - 1996 και ως εργαστηριακός συνεργάτης στη συνέχεια στο Τμήμα Γραφιστικής της Σχολής Γραφικών και Καλλιτεχνικών Σπουδών του εναγόμενου ως ακολούθως.

Κατά τα ακαδημαϊκά έτη: 1994 - 1995 από 3.10.1994 - 6.3.1995 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα και από 7.3.1995 - 5.7.1995 για είκοσι (20) ώρες την εβδομάδα. 1995 - 1996 από 9.10.1995 - 5.7.1996 για είκοσι (20) ώρες την εβδομάδα. 1996 - 1997 από 21.10.1996 - 5.7.1997 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα 1997- 1998 από 13.10.1997- 5.7.1998 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα 1998 - 1999 από 28.9.1998 - 5.7.1999 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 1999 - 2000 από 1.11.1999 - 5.7.2000 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα. 2000 - 2001 από 10.10.2000 - 1.11.2000 για δέκα (10) ώρες την εβδομάδα και από 2.11.2000 - 5.7.2001 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2001-2002 από 1.10.2001 - 5.7.2002 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2002 - 2003 από 22.10.2002 - 5.7.2003 για δέκα έξι (16) ώρες την εβδομάδα και 2003 - 2004 από 22.10.2003 - 27.2.2004 για δέκα έξι (16) ώρες την εβδομάδα.

Ο τρίτος ενάγων Γ. Μ. είναι πτυχιούχος γραφικών τεχνών του California State University με μεταπτυχιακό στις Industrial Arts. Προσλήφθηκε από το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από το ακαδημαϊκό έτος 1990 - 1991 και απασχολήθηκε ως επίκουρος καθηγητής μέχρι το ακαδημαϊκό έτος 1993 - 1994, ως καθηγητής Εφαρμογών τα δύο επόμενα ακαδημαϊκά έτη (1994 - 1995 και 1995 -1996) και ως εργαστηριακός συνεργάτης στη συνέχεια στο Τμήμα Τεχνολογίας Γραφικών Τεχνών της Σχολής Γραφικών Τεχνών και Καλλιτεχνικών Σπουδών του εναγόμενου ως ακολούθως:

Κατά τα ακαδημαϊκά έτη: 1990 - 1991 από 8.10.1990 - 24.2.1991 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα και από 25.2.1991- 5.7.1991 για δέκα έξι (16) ώρες την εβδομάδα. 1991 - 1992 από 30.9.1991 - 5.7.1992 για επτά (7) ώρες την εβδομάδα. 1992 - 1993 από 28.9.1992 - 5.7.1993 για επτά (7) ώρες την εβδομάδα. 1993 - 1994 από 27.9.1993 - 5.7.1994 για δέκα τρείς (13) ώρες την εβδομάδα. 1994 - 1995 από 3.10.1994 - 5.7.1995 για δέκα τρείς (13) ώρες την εβδομάδα. 1995 - 1996 από 9.10.1995 - 5.7.1996 για δέκα εννέα (19) ώρες την εβδομάδα. 1996 - 1997 από 21.10.1996 - 5.7.1997 για δέκα τρεις (13) ώρες την εβδομάδα. 1997 - 1998 από 13.10.1997 - 5.7.1998 για δέκα τρεις (13) ώρες την εβδομάδα. 1998 - 1999 από 28.9.1998 - 5.7.1999 για δέκα τρεις (13) ώρες την εβδομάδα. 1999 - 2000 από 1.11.1999 - 5.7.2000 για δέκα τρεις (13) ώρες την εβδομάδα. 2000 - 2001 από 10.10.2000 - 1.11.2000 για επτά (7) ώρες την εβδομάδα και από 2.11.2000 - 5.7.2001 για δέκα τρεις (13) ώρες την εβδομάδα. 2001- 2002 από 1.10.2001 - 18.3.2002 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα και από 19.3.2002 - 5.7.2002 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα, 2002 - 2003 από 22.10.2002 - 5.7.2003 για δέκα έξι (16) ώρες την εβδομάδα και 2003 - 2004 από 22.10.2003 - 27.2.2004 για δέκα έξι (16) ώρες την εβδομάδα.

Ο τέταρτος ενάγων Π. Σ. είναι πτυχιούχος φωτογράφος από το Academy of Art College ΗΠΑ, και κάτοχος μεταπτυχιακού "Master of Arts" στη φωτοδημοσιογραφία. Προσλήφθηκε από το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από το ακαδημαϊκό έτος 1996 - 1997 και απασχολήθηκε ως εργαστηριακός συνεργάτης στο Τμήμα Φωτογραφίας της Σχολής Γραφικών Τεχνών και Καλλιτεχνικών Σπουδών του εναγόμενου ως ακολούθως.

Κατά τα ακαδημαϊκά έτη: 1996 - 1997 από 7.10.1996 - 5.7.1997 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 1997-1998 από 13.10.1997- 5.7.1998 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 1998 - 1999 από 28.9.1998 - 28-2-1999 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα και από 1.3.1999 - 5.7.1999 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 1999 - 2000 από 1.11.1999 - 29.3.2000 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα και από 30.3.2000 - 5.7.2000 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα . 2000 - 2001 από 2.10.2000 - 5.7.2001 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2001- 2002 από 1.10.2001 - 5.7.2002 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2002 - 2003 από 1.10.2002 - 5.7.2003 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα και 2003 - 2004 από 22.10.2003 - 27.2.2004 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα.

Ο πέμπτος ενάγων Ι. Κ. είναι πτυχιούχος της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με μεταπτυχιακό ζωγραφικής του Brooklyn College Ν.Υ. Προσλήφθηκε από το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από το ακαδημαϊκό έτος 2000 - 2001 και απασχολήθηκε ως εργαστηριακός συνεργάτης στο Τμήμα Γραφιστικής της Σχολής Γραφικών Τεχνών και Καλλιτεχνικών Σπουδών του εναγόμενου ως ακολούθως.

Κατά τα ακαδημαϊκά έτη: 2000 - 2001 από 10.10.2000 - 1.11.2000 για δέκα (10) ώρες την εβδομάδα και από 2.11.2000 - 5.7.2001 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα. 2001- 2002 από 1.10.2001 - 5.7.2002 για έξι (6) ώρες την εβδομάδα. 2002 - 2003 από 22.10.2002 - 5.7.2003 για δέκα έξι (16) ώρες την εβδομάδα και 2003-2004 από 22.10.2003 - 27.2.2004 για δέκα έξι (16) ώρες την εβδομάδα. Ο έκτος ενάγων Δ.

Ζ. είναι πτυχιούχος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στη Διοίκηση Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Stirling της Σκωτίας. Προσλήφθηκε από το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από το ακαδημαϊκό έτος 1996 - 1997 και απασχολήθηκε ως επιστημονικός συνεργάτης μέχρι το ακαδημαϊκό έτος 1997- 1998 και στη συνέχεια ως εργαστηριακός συνεργάτης στο Τμήμα Εμπορίας Διαφήμισης (Marketing) της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας του εναγόμενου ως ακολούθως.

Κατά τα ακαδημαϊκά έτη: 1996 - 1997 από 30.9.1996 - 2.3.1997 για πέντε (5) ώρες την εβδομάδα και από 3.3.1997- 5.7.1997 για επτά (7) ώρες την εβδομάδα. 1997- 1998 από 13.10.1997- 20.2.1998 για επτά (7) ώρες την εβδομάδα και από 2.3.1998 - 5.7.1998 για επτά (7) ώρες την εβδομάδα. 1998 - 1999 από 28.9.1998 - 5.7.1999 για τέσσερις (4) ώρες την εβδομάδα. 1999 - 2000 από 1.11.1999 - 5.7.2000 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα. 2000 - 2001 από 9.10.2000 - 5.7.2001 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα. 2001-2002 από 24.9.2001- 5.7.2002 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2002-2003 από 1.10.2002 - 5.7.2003 για δέκα έξι (16) ώρες την εβδομάδα και 2003 - 2004 από 22.10.2003 - 27.2.2004 για δέκα έξι (16) ώρες την εβδομάδα.

Η έβδομη ενάγουσα Μ. Τ. είναι πτυχιούχος Ζωγραφικής της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών με μεταπτυχιακό αντικείμενo Interactive Multimedia στο Πανεπιστήμιο του Westminster του Λονδίνου. Προσλήφθηκε από το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από το ακαδημαϊκό έτος 2000 - 2001 και απασχολήθηκε ως εργαστηριακός συνεργάτης στο Τμήμα Γραφιστικής στη Σχολή Γραφικών Τεχνών και Καλλιτεχνικών Σπουδών του εναγόμενου ως ακολούθως.

Κατά τα ακαδημαϊκά έτη: 2000 - 2001 από 10.10.2000 - 5.7.2001 για τέσσερις (4) ώρες την εβδομάδα και από 5.3.2001 - 5.7.2001 για έξι (6) ώρες την εβδομάδα 2001 - 2002 από 1.10.2001- 5.7.2002 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2002 - 2003 από 22.10.2002 - 5.7.2003 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα και 2003 - 2004 από 22.10.2003 - 27.2.2004 για δέκα έξι (16) ώρες την εβδομάδα.

Ο όγδοος ενάγων Α. Τ. είναι πτυχιούχος φωτογραφίας της Σχολής Γραφικών Τεχνών και Καλλιτεχνικών Σπουδών του εναγόμενου. Προσλήφθηκε από το τελευταίο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από το ακαδημαϊκό έτος 2000 - 2001 και απασχολήθηκε ως εργαστηριακός συνεργάτης στο Τμήμα Φωτογραφίας της Σχολής Γραφικών Τεχνών και Καλλιτεχνικών Σπουδών του εναγόμενου ως ακολούθως:

Κατά τα ακαδημαϊκά έτη: 2000 - 2001 από 2.10.2000 - 12.11.2000 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα και από 13.11.2000 - 5.7.2001 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2001 - 2002 από 1.10.2001 - 5.7.2002 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2002 - 2003 από 1.10.2002 - 5.7.2003 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα και 2003 - 2004 από 22.10.2003-27.2.2004 για οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα.

Η δέκατη ενάγουσα Β. Ρ. είναι πτυχιούχος ΤΕΦΑΑ του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης με ΜΑ και ΡΗD στην Επιστήμη της Αγωγής (Πανεπιστήμιο Ανθρωπιστικών Επιστημών του Στρασβούργου στη Γαλλία). Προσλήφθηκε από το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από το ακαδημαϊκό έτος 1998 - 1999 και απασχολήθηκε ως επιστημονικός και εργαστηριακός συνεργάτης στο Τμήμα Βρεφονηπιοκομίας της Σχολής Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας ως ακολούθως.

Κατά τα ακαδημαϊκά έτη: 1998 - 1999 από 28.9.1998 - 5.7.1999 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα. 1999 - 2000 από 1.11.1999 - 5.7.2000 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα. 2000 - 2001 από 2.10.2000 - 5.7.2001 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα, 2001 - 2002 από 1.10.2001 - 5.7.2002 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα . 2002 - 2003 από 30.9.2002 - 5.7.2003 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα και 2003 - 2004 από 22.10.2003 - 27.2.2004 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα.

Η ενδέκατη ενάγουσα Ν. Κ. είναι πτυχιούχος Ζωγραφικής της Σχολής Καλών Τεχνών του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης με μεταπτυχιακό δίπλωμα (master) στο αντικείμενο "Ψηφιακές Μορφές Τέχνης" στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών Αθηνών. Προσλήφθηκε από το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από το ακαδημαϊκό έτος 1996-1997 και απασχολήθηκε ως εργαστηριακός συνεργάτης στα Τμήματα Συντήρησης Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης καθώς και Γραφιστικής στη Σχολή Γραφικών Τεχνών και Καλλιτεχνικών Σπουδών του εναγομένου ως ακολούθως.

Κατά τα ακαδημαϊκά έτη: 1996 - 1997 από 14.10.1996 - 5.7.1997 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα, 1997 - 1998 από 13.10.1997- 5.7.1998 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα. 1998 -1999 από 28.9.1998 - 5.7.999 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα. 1999 - 2000 από 1.11.1999 - 5.7.2000 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα. 2000 - 2001 από 10.10.2000 - 1.11.2000 για δέκα (10) ώρες την εβδομάδα και από 2.11.2000 - 5.7.2001 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα. 2001- 2002 από 1.10.2001 - 5.7.2002 για δέκα τρεις (13) ώρες την εβδομάδα. 2002 - 2003 από 22.10.2002 - 5.7.2003 για δέκα τρεις (13) ώρες την εβδομάδα και 2003 - 2004 από 22.10.2003 - 27.2.2004 για δέκα έξι (16) ώρες την εβδομάδα.

Ο δωδέκατος ενάγων Α. Ν. είναι πτυχιούχος Designer Οπτικής Επικοινωνίας της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών του Βερολίνου. Προσλήφθηκε από το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από το ακαδημαϊκό έτος 1995 - 1996 και απασχολήθηκε ως καθηγητής εφαρμογών το έτος αυτό, ως επιστημονικός συνεργάτης τα επόμενα δύο (2) ακαδημαϊκά έτη (1996 - 1997 και 1997 - 1998) και ως εργαστηριακός συνεργάτης στη συνέχεια στο Τμήμα Φωτογραφίας της Σχολής Γραφικών Τεχνών και Καλλιτεχνικών Σπουδών του εναγόμενου ως ακολούθως:

Κατά τα ακαδημαϊκά έτη: 1995 - 1996 από 9.10.1995 - 5.7.1996 για δέκα εννέα (19) ώρες την εβδομάδα.1996 -1997 από 7.10.1996 - 5.7.1997 για έντεκα (11) ώρες την εβδομάδα. 1997 - 1998 από 13.10.1997- 20.2.1998 και από 2.3.1998 - 5.7.1998 για έντεκα (11) ώρες την εβδομάδα. 1998 - 1999 από 28.9.1998 - 28.2.1999 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα και από 1.3.1999 - 5.7.1999 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 1999 - 2000 από 1.11.1999 - 5.7.2000 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2000 - 2001 από 2.10.2000 - 5.7.2001 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα. 2001 - 2002 από 1.10.2001 - 5.7.2002 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2002 - 2003 από 1.10.2002 - 5.7.2003 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα και 2003 - 2004 από 22.10.2003 - 27.2.2004 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα.

Η δέκατη τρίτη ενάγουσα Α. Σ. είναι πτυχιούχος νοσηλευτικής του εναγόμενου με μεταπτυχιακό Master of Nursing και Doktor of Filosophy του Πανεπιστημίου της Ουαλίας. Προσλήφθηκε από το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από το ακαδημαϊκό έτος 1994 - 1995 και απασχολήθηκε ως καθηγήτρια εφαρμογών το πιο πάνω ακαδημαϊκό έτος και το επόμενο (1995 - 1996) και στη συνέχεια ως εργαστηριακός συνεργάτης στο Τμήμα Νοσηλευτικής Β’ της Σχολής Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας του εναγόμενου ως ακολούθως.

Κατά τα ακαδημαϊκά έτη: 1994 - 1995, από 20.9.1994 - 25.9.1994 για δύο (2) ώρες την εβδομάδα, από 26.9.1994 - 25.11.1994 για δέκα έξι (16) ώρες την εβδομάδα και από 26.11.1994 - 5.7.1995 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα. 1995 - 1996 από 9.10.1995 - 5.7.1996 για δέκα εννέα (19) ώρες την εβδομάδα. 1996 - 1997 από 30.9.1996 - 5.7.1997 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 1997 - 1998 από 13.10.1997 - 5.7.1998 για δέκα (10) ώρες την εβδομάδα. 1998 -1999 από 28.9.1998 - 5.7.1999 για δέκα (10) ώρες την εβδομάδα. 1999 - 2000 από 1.11.1999 - 5.7.2000 για δέκα (10) ώρες την εβδομάδα 2000 - 2001 από 2.10.2000 - 5.7.2001 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα. 2001 - 2002 από 24.9.2001 - 18.3.2002 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα και από 19.3.2002 - 5.7.2002 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2002 - 2003 από 23.9.2002 - 5.7.2003 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα και 2003-2004 από 22.10.2003 - 27.2.2004 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα.

Ο δέκατος τέταρτος ενάγων Γ. Μ. είναι πτυχιούχος φυσικός του Πανεπιστημίου Concordia Montreal με μεταπτυχιακό φυσικής στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Προσλήφθηκε από το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από το ακαδημαϊκό έτος 1984 - 1985 και απασχολήθηκε ως καθηγητής εφαρμογών μέχρι το ακαδημαϊκό έτος 1995 - 1996 και ως εργαστηριακός συνεργάτης στη συνέχεια στο Τμήμα Φυσικής - Χημείας - Τεχνολογίας Υλικών της Σχολής Τεχνολογικών Εφαρμογών του εναγόμενου ως ακολούθως:

Κατά τα ακαδημαϊκά έτη: 1984 - 1985 από 30.10.1984 - 5.7.1985 για είκοσι (20) ώρες την εβδομάδα. 1985 - 1986 από 24.2.1986 - 5.7.1986 για είκοσι έξι (26) ώρες την εβδομάδα. 1989 - 1990 από 2.10.1989 - 5.7.1990 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα. 1990 - 1991 από 24.9.1990 - 17.3.1991 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα και από 18.3.1991- 5.7.1991 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα. 1991- 1992 από 30.9.1991 - 1.3.1992 και από 2.3.1992 - 5.7.1992 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 1992 - 1993 από 28.9.1992 - 5.7.1993 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα. 1993 - 1994 από 27.9.1993 - 5.7.1994 για δέκα τρεις (13) ώρες την εβδομάδα. 1994 - 1995 από 3.10.1994 - 5.3.1995 για έξι (6) ώρες την εβδομάδα και από 6.3.1995 - 5.7.1995 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα. 1995 - 1996 από 9.10.1995 - 3.3.1996 και από 4.3.1996 - 5.7.1996 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα. 1996 - 1997 από 7.10.1996 - 5.7.1997 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα. 1997- 1998 από 13.10.1997 - 5.7.1998 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα. 1998 - 1999 από 28.9.1998- 28.2.1999 για δέκα (10) ώρες την εβδομάδα και από 1.3.1999 - 5.7.1999 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα. 1999 - 2000 από 1.11.1999 - 26.3.2000 για δέκα (10) ώρες την εβδομάδα και από 27.3.2000 - 5.7.2000 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα. 2000 - 2001 από 2.10.2000 - 5.7.2001 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα. 2001 - 2002 από 1.10.2001 - 5.7.2002 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2002 - 2003 από 23.9.2002 - 23.10.2002 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα και από 24.10.2002 - 5.7.2003 για δέκα έξι (16) ώρες την εβδομάδα και 2003 - 2004 από 22.10.2003 - 27.2.2004 για δέκα έξι (16) ώρες την εβδομάδα.

Ο δέκατος πέμπτος ενάγων Μ. Σ. είναι πτυχιούχος φυσικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων με διδακτορικό στην επιστήμη της Φυσικής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Προσλήφθηκε από το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από το ακαδημαϊκό έτος 2000 - 2001 και απασχολήθηκε ως εργαστηριακός συνεργάτης στο Τμήμα Φυσικής - Χημείας - Τεχνολογίας Υλικών της Σχολής Τεχνολογικών Εφαρμογών του εναγόμενου ως ακολούθως.

Κατά τα ακαδημαϊκά έτη: 2000 - 2001 από 2.10.2000 - 28.2.2001 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα και από 1.3.2001 - 5.7.2001 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα. 2001 - 2002 από 1.10.2001 - 5.7.2002 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2002 - 2003 από 23.9.2002 - 5.7.2003 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα και 2003 -2004 από 22.10.2003 - 27.2.2004 για δέκα (10) ώρες την εβδομάδα.

Η δέκατη έκτη ενάγουσα Α. Μ. είναι πτυχιούχος Φυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών με μεταπτυχιακό μετεωρολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου και κάτοχος πτυχίου του Τμήματος Τεχνολόγων Ραδιολόγων της Ανώτερης Σχολής Στελεχών Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας του ΚΑΤΕΕ Αθηνών. Προσλήφθηκε από το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από το ακαδημαϊκό έτος 1995 - 1996 και απασχολήθηκε ως καθηγήτρια εφαρμογών κατά το έτος αυτό και ως εργαστηριακός συνεργάτης στη συνέχεια στο Γενικό Τμήμα Φυσικής-Χημείας-Τεχνολογίας Υλικών της Σχολής Τεχνολογικών Εφαρμογών του εναγόμενου ως ακολούθως.

Κατά τα ακαδημαϊκά έτη: 1995 - 1996 από 9.10.1995 - 3.3.1996 για οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα και από 4.3.1996 - 5.7.1996 για έξι (6) ώρες την εβδομάδα, 1996 - 1997 από 7.10.1996 - 5.7.1997 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα. 1997 - 1998 από 13.10.1997 - 5.7.1998 για δέκα (10) ώρες την εβδομάδα. 1998 - 1999 από 28.9.1998 - 5.7.1999 για δέκα (10) ώρες την εβδομάδα. 1999 - 2000 από 1.11.1999 - 5.7.2000 για εννέα (9) ώρες την εβδομάδα. 2000-2001 από 2.10.2000 - 5.7.2001 για έξι (6) ώρες την εβδομάδα. 2001- 2002 από 1.10.2001- 5.7.2002 για έξι (6) ώρες την εβδομάδα. 2002 - 2003 από 23.9.2002 - 5.7.2003 για έξι (6) ώρες την εβδομάδα.

Ο δέκατος έβδομος ενάγων Γ. Μ. είναι πτυχιούχος Τεχνολογίας Γραφικών Τεχνών του εναγόμενου με μεταπτυχιακό στο αντικείμενο "Interactive multimedia" του Πανεπιστημίου του Westminster (UΚ). Προσλήφθηκε από το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από το ακαδημαϊκό έτος 1995 -1996 και απασχολήθηκε ως καθηγητής εφαρμογών κατά το έτος αυτό και ως εργαστηριακός συνεργάτης στη συνέχεια στα τμήματα "Τεχνολογία Γραφικών Τεχνών" και "φωτογραφία" της Σχολής Γραφικών Τεχνών και Καλλιτεχνικών Σπουδών του εναγόμενου ως ακολούθως:

Κατά τα ακαδημαϊκά έτη: 1995 - 1996 από 9.10.1995 - 5.7.1996 για είκοσι (20) ώρες την εβδομάδα. 1996 - 1997 από 7.10.1996 - 5.7.1997 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 1997 - 1998 από 13.10.1997 - 5.7.1998 για οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα. 1998 - 1999 από 28.9.1998 - 28.2.1999 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα και από 1.3.1999 - 5.7.1999 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 1999 - 2000 από 1.11.1999 - 5.7.2000 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2000 - 2001 από 2.10.2000 - 5.7.2001 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα, 2001-2002 από 1.10.2001 - 5.7.2002 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2002 - 2003 από 1.10.2002 - 5.7.2003 για δέκα έξι (16) ώρες την εβδομάδα και 2003 - 2004 από 22.10.2003 - 27.2.2004 για δέκα έξι (16) ώρες την εβδομάδα.

Η δέκατη όγδοη ενάγουσα Ε. Χ. είναι πτυχιούχος Ζωγραφικής της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών Αθηνών. Προσλήφθηκε από το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από το ακαδημαϊκό έτος 1998 - 1999 και απασχολήθηκε ως εργαστηριακός συνεργάτης στα Τμήματα Γραφιστικής, Διακοσμητικής και Συντήρησης Αρχαιοτήτων και έργων τέχνης στη Σχολή Γραφικών Τεχνών και Καλλιτεχνικών Σπουδών του εναγόμενου ως ακολούθως.

Κατά τα ακαδημαϊκά έτη: 1998 - 1999 από 28.9.1998 - 5.7.1999 για τέσσερις (4) ώρες την εβδομάδα, 1999 - 2000 από 1.11.1999 - 5.7.2000 για τέσσερις (4) ώρες την εβδομάδα. 2000 - 2001 από 10.10.2000 - 5.7.2001 για οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα, 2001 - 2002 από 1.10.2001 - 5.7.2002 για έξι (6) ώρες την εβδομάδα. 2002 - 2003 από 23.9.2002 - 5.7.2003 για έξι (6) ώρες την εβδομάδα και 2003 - 2004 από 22.10.2003 - 27.2.2004 για πέντε (5) ώρες την εβδομάδα.

Η δέκατη ένατη ενάγουσα Χ. Β. είναι πτυχιούχος κτηνιατρικής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με διδακτορικό στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Προσλήφθηκε από το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από το ακαδημαϊκό έτος 1997 - 1998 και απασχολήθηκε ως εργαστηριακός και πανεπιστημιακός συνεργάτης στο Τμήμα Ιατρικών Εργαστηρίων της Σχολής Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας του εναγομένου ως ακολούθως:

Κατά τα ακαδημαϊκά έτη: 1997-1998 από 13.10.1997 - 1.3.1998 για τέσσερις (4) ώρες την εβδομάδα και από 2.3.1998 - 5.7.1998 για επτά (7) ώρες την εβδομάδα. 1998 - 1999 από 28.9.1998 - 19.2.1999 για εννέα (9) ώρες την εβδομάδα και από 2.3.1999 - 5.7.1999 για δώδεκα (12) ώρες την εβδομάδα. 1999 - 2000 από 15.11.1999 - 5.7.2000 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2000 - 2001 από 13.11.2000 - 4.3.2001 για δέκα τρείς (13) ώρες την εβδομάδα και από 5.3.2001 - 5.7.2001 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα. 2001-2002 από 15.10.2001 - 18.3.2002 για δέκα τέσσερις (14) ώρες την εβδομάδα και από 19.3.2002 - 5.7.2002 για δέκα (10) ώρες την εβδομάδα (εργαστηριακός συνεργάτης) και από 19.3.2002 - 5.7.2002 για τέσσερις (4) ώρες την εβδομάδα (επιστημονικός συνεργάτης). 2002 - 2003, από 4.10.2002 - 5.7.2003, για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα και 2003 - 2004 από 22.10.2003 - 27.2. 2004 για δέκα πέντε (15) ώρες την εβδομάδα.

Ο εικοστός ενάγων Δ. Σ. είναι πτυχιούχος του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών με μεταπτυχιακό στο αντικείμενο "Management Science" του Πανεπιστημίου Κent. Προσλήφθηκε από το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από το ακαδημαϊκό έτος 1998 - 1999 και απασχολήθηκε ως εργαστηριακός συνεργάτης στο Τμήμα Εμπορίας Διαφήμισης (Marketing) της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας του εναγόμενου ως ακολούθως:

Κατά τα ακαδημαϊκά έτη: 1998 - 1999 από 28.9.1998 - 5.7.1999 για τρεις (3) ώρες την εβδομάδα. 1999 - 2000 από 1.11.1999 - 5.7.2000 για τέσσερις (4) ώρες την εβδομάδα. 2000-2001 από 9.10.2000 - 5.7.2001 για επτά (7) ώρες την εβδομάδα. 2001 - 2002 από 24.9.2001 - 5.7.2002 για δέκα (10) ώρες την εβδομάδα. 2002 - 2003 από 1.10.2002 - 5.7.2003 για δέκα (10) ώρες την εβδομάδα και 2003 - 2004 από 22.10.2003 - 27.2.2004 για έντεκα (11) ώρες την εβδομάδα.

Η εκπαιδευτική δραστηριότητα των ως άνω εναγόντων περιελάμβανε, εκτός από τη διδασκαλία και τη συμμετοχή τους σε όλες τις εξεταστικές περιόδους, την εποπτεία των πτυχιακών εργασιών των σπουδαστών, καθώς επίσης συνεισέφεραν στην κατάρτιση του προγράμματος σπουδών. Το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι οι συμβάσεις των εναγόντων δεν θα μπορούσαν να είναι αορίστου χρόνου για το λόγο ότι οι ανάγκες αυτού είναι μεταβλητές και καθορίζονται από τον αριθμό των σπουδαστών που δηλώνουν κάθε διδακτικό εξάμηνο τα μαθήματα που επιθυμούν να παρακολουθήσουν, αλλά και από τον αριθμό των εισαγόμενων - εγγραφόμενων σπουδαστών, ο οποίος είναι κυμαινόμενος ανά έτος, καθώς και τον αριθμό των μόνιμων εκπαιδευτικών που διορίζονται.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις σχετικές συμβάσεις εργασίας τα προγράμματα σπουδών κάθε έτος επαναλήφθηκαν και δεν προέκυψε λόγος να μην ανανεωθεί σύμβαση εργασίας λόγω έλλειψης σπουδαστών. Οι παραπάνω δε ανάγκες δεν είναι ούτε απρόβλεπτες ούτε προσωρινές, αλλά πάγιες και διαρκείς, ενώ η εργασία που προσέφεραν οι εν λόγω ενάγοντες απέβλεπε στην ικανοποίηση συνεχών αναγκών του εναγόμενου, στον τομέα που απασχολείτο ο καθένας και οι οποίες (ανάγκες) δεν μπορούσαν να αντιμετωπισθούν από τους διδάσκοντες μόνιμους εκπαιδευτικούς, γιατί αυτοί δεν επαρκούσαν.

Ούτε εξάλλου μπορεί να γίνει λόγος για κάλυψη παροδικών και έκτακτων αναγκών του εναγόμενου, αφού οι συμβάσεις των εναγόντων ανανεώνονταν σταθερά με τέτοια συχνότητα και διάρκεια, από την οποία προκύπτει ότι πρόκειται για ανάγκες που συνδέονται με την ομαλή και κανονική λειτουργία του εναγομένου, η δε εργασία τους ήταν πλήρως ενταγμένη στην εκπλήρωση του καταστατικού σκοπού του (εναγόμενου) και εξυπηρετούσαν πάγιες, διαρκείς, τακτικές και προβλέψιμες ανάγκες του στους ως άνω τομείς.

Επίσης, η ορισμένη διάρκεια των συμβάσεων εργασίας των ανωτέρω εναγόντων με το εναγόμενο δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας που παρείχαν ούτε από τις συνθήκες λειτουργίας του εναγόμενου, αλλά ούτε από κάποιον άλλο αντικειμενικό λόγο, όπως είναι η προσωρινή αναπλήρωση εκπαιδευτικού - επιστημονικού - εργαστηριακού προσωπικού ή η εκτέλεση σωρευμένης ή παροδικού χαρακτήρα εργασίας.

Αντίθετα, από όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, και ιδίως από τις αυξημένες ανάγκες λειτουργίας του εναγόμενου προκύπτει ότι η ορισμένη χρονική διάρκεια των ανωτέρω αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας των εναγόντων έγινε με πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων του Ν. 2112/1920, με συνέπεια να καθίσταται άκυρος ο όρος των ως άνω συμβάσεων ως προς το χρονικό περιορισμό της διάρκειάς τους και το σύνολο των διαδοχικών συμβάσεων τους με το εναγόμενο να συνιστά μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για κάθε ενάγοντα, με έναρξη την ημερομηνία της αρχικής πρόσληψης καθενός ενάγοντος.

Το εφεσίβλητο παραδεκτά, κατ’ άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλει για πρώτη φορά στην παρούσα κατ’ έφεση δίκη, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, ότι οι αγωγές ασκούνται καταχρηστικά, επειδή οι περισσότεροι ενάγοντες διαθέτουν μόνον βασικό τίτλο και πάντως δεν καλύπτουν τα ελάχιστα προσόντα εκλογής σε θέση μόνιμου Ε.Π., καθώς η ανάθεση διδακτικού έργου γινόταν σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 19 του Ν. 1404/1983.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος γιατί οι ενάγοντες δεν διεκδικούν την εκλογή τους σε θέση μόνιμου Ε.Π. αλλά την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα των αλλεπάλληλων ορισμένου χρόνου συμβάσεων εργασίας τους με το εναγόμενο ως ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Επίσης, η προβαλλόμενη από το εφεσίβλητο - εναγόμενο με τις έγγραφες προτάσεις του ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης έφεσης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι τα δικονομικά δικαιώματα, όπως το δικαίωμα του ηττηθέντος στον πρώτο βαθμό διαδίκου ν’ ασκήσει έφεση κατά της απόφασης, δεν υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, αφού το άρθρο αυτό αναφέρεται σε δικαιώματα στηριζόμενα σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.

Αποδείχθηκε τέλος, ότι οι ενάγοντες Π. Β., Ν. - Ι. Α., Δ. Μ., Ε. Μ., Γ. Μ., Δ. Ζ. και Γ. Μ. έχουν ήδη διοριστεί σε μόνιμες θέσεις εκπαιδευτικού προσωπικού του εναγόμενου. Μετά ταύτα το αίτημα των εναγόντων αυτών να τους απασχολεί το εναγόμενο και να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους στην ίδια θέση και ειδικότητα και με τους ίδιους όρους με τους οποίους τους απασχολούσε έως την έγερση της αγωγής καθίσταται άνευ αντικειμένου.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τις αγωγές κατά το μέρος τους που αφορούσαν τους αναιρεσίβλητους, ως κατ’ ουσίαν βάσιμες, ως προς μεν τους Π. Β., Ν.-Ι. Α., Δ. Μ., Ε. Μ., Γ. Μ., Δ. Ζ. και Γ. Μ., εν μέρει και συγκεριμένα μόνο κατά το αίτημά τους για αναγνώριση των μετά του αναιρεσείοντος διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου του καθενός τους, ως ενιαίας συμβάσεως αορίστου χρόνου, ως προς δε τους λοιπούς καθ’ ολοκληρίαν.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, περιέλαβε στην απόφασή του πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο για την υπόθεση ζήτημα του ότι οι αναιρεσίβλητοι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος, οι οποίες λεπτομερώς αναλύονται στην απόφαση, και του ότι η φύση, το είδος και ο σκοπό της εργασίας που παρείχαν οι αναιρεσίβλητοι και οι συνθήκες λειτουργίας του αναιρεσείοντος δεν δικαιολογούν την ορισμένη διάρκεια των συμβάσεών τους, καθώς και ότι η ορισμένη χρονική διάρκεια των συμβάσεων έγινε με πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων του ν. 2112/1920.

Επομένως ο πέμπτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Οι περαιτέρω αιτιάσεις στον ίδιο λόγο κατά τις οποίες είναι ασαφής η διάταξη με την οποία υποχρεώνεται το αναιρεσείον να απασχολεί τους αναιρεσιβλήτους, για τους οποίους έγινε καθ’ ολοκληρίαν δεκτή η αγωγή, "στην ίδια θέση στην ίδια ειδικότητα και με τους ίδιους όρους με τους οποίους τους απασχολούσε μέχρι την άσκηση της αγωγής", είναι αβάσιμες, διότι από τις αναφερόμενες ανωτέρω αιτιολογίες της προσβαλλομένης, με σαφήνεια προκύπτει η ειδικότητα και οι όροι παροχής της εργασίας κάθε αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με την τελευταία πριν την άσκηση της αγωγής σύμβαση.

Επίσης οι στον ίδιο λόγο αιτιάσεις ότι η προσβαλλομένη απόφασή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την αρχή της ίσης αντιμετώπισης και ισονομίας και την αρχή της μη διάκρισης, εφόσον άλλα μέτρα θα ισχύουν για τους αναιρεσιβλήτους και άλλα για τους υπό ίδιες συνθήκες προσλαμβανομένους έκτακτους συνεργάτες του αναιρεσείοντος μετά την 18.4.2001, καθώς και ότι δεν αιτιολογείται από την προσβαλλομένη γιατί " η εκπεφρασμένη βούληση του νομοθέτη να απασχολεί στα ΤΕΙ και εκπαιδευτικό προσωπικό με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, αναγόμενη πολλαπλώς σε λόγους δημοσίου συμφέροντος (μεταξύ άλλων δημοσιονομικής υφής ήτοι περιορισμού των δημοσίων δαπανών, εφόσον οι έκτακτοι συνεργάτες, λόγω διακοπής της εκπαιδευτικής λειτουργίας του ιδρύματος, δεν απασχολούνται κατά τους θερινούς μήνες, αλλά και ποιότητας της παρεχόμενης παιδείας) δεν συνιστά λόγο αντικειμενικό σύναψης τέτοιων συμβάσεων, είναι δε ανεπαρκής η αιτιολογία περί συνάψεως των ορισμένου χρόνου αλλεπαλλήλων συμβάσεων προς καταστρατήγηση των περί αορίστου χρόνου διατάξεων, δεδομένου ότι η εφαρμογή του νόμου, που επιβάλει τις ορισμένου χρόνου συμβάσεις και δεν έχει κριθεί αντισυνταγματικός, δεν μπορεί να συνιστά καταστρατήγηση άλλων διατάξεων νόμων, δεν αιτιολογείται γιατί δεν έχει εφαρμογή η νεώτερη διάταξη του άρθρου 19 του ν. 1404/1983, αλλά η παλαιότερη του άρθρου 8 του ν. 2112/1920 και τέλος δεν αιτιολογείται με ποια αποδεικτικά μέσα ήχθη το δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι υπάρχει καταστρατήγηση των διατάξεων του ν. 2112/1920 και του ΑΚ, εφόσον από τα αναφερόμενα έγγραφα και τις καταθέσεις των μαρτύρων, προκύπτει ευθέως το μεταβλητό και το απρόβλεπτο (κατά είδος και ποσότητα) των αναγκών και η ιδιαιτερότητα της φύσης του αναιρεσείοντος, είναι απαράδεκτες διότι η μεν τελευταία αναφέρεται σε ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, οι δε λοιπές σε νομικά και πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου.

O λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν το αίτημα της αγωγής ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλ’ ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ολ.

ΑΠ 3/1997, ΑΠ 8/ 2015, 644/2013). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ολ. ΑΠ 12/1997, ΑΠ 644/2013) αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ολ.

ΑΠ 11/1996, ΑΠ 644/ 2013). Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα καταλογίζεται στην προσβαλλομένη ότι δεν έλαβε υπόψη τους εξής ισχυρισμούς που προέβαλε το αναιρεσείον και θα είχαν ως συνέπεια, αν γίνονταν δεκτοί, την απόρριψη της αγωγής: 1) ότι δεν υφίσταται κατηγορία εκτάκτων μελών ΕΠ αορίστου χρόνου των ΤΕΙ (ή άλλων αντίστοιχων ή συγκρίσιμων κατηγοριών εργαζόμενων), στην οποία ζητούν να ενταχθούν οι ενάγοντες, αλλά υφίσταται, η κατηγορία του Έκτακτου Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Συνεργάτες) με συμβάσεις ορισμένου χρόνου και τα τακτικά μέλη Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Π.) που είναι δημόσιοι λειτουργοί, δεν υπάρχει δε για το έκτακτο προσωπικό δυνατότητα κατατάξεώς του σε οργανικές θέσεις με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, για όλες δε τις βαθμίδες των τακτικών μελών ΕΠ απαιτούνται υψηλά προσόντα για την πρόσληψη τους, η επιλογή τους γίνεται μετά από αξιολόγηση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του Ν. 1404/83, ενώ ακόμη και τα τακτικά μέλη των δύο πρώτων βαθμίδων δεν διορίζονται ως μόνιμοι (αορίστου χρόνου σχέση), αλλά επί θητεία και οι περισσότεροι ενάγοντες δεν έχουν τα απαραίτητα προσόντα για την εκλογή τους στο τακτικό προσωπικό αφού διαθέτουν μόνο βασικό τίτλο σπουδών, θα πρέπει δε για την ένταξη των εναγόντων στο μόνιμο εκπαιδευτικό προσωπικό να ληφθούν υπόψη:

α) τα προσόντα του κάθε ενός από τους ενάγοντες - εκκαλούντες και αν όντως με δεδομένα αυτά τα προσόντα δύναται να παρέχει έργο αντίστοιχο (και ποιο) με αυτό του μονίμου εκπαιδευτικού προσωπικού, εφόσον δεν υφίσταται βάσει του νομοθετικού πλαισίου για τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΤΕΙ) συγκρίσιμο ή αντίστοιχο μέλος έκτακτου εκπαιδευτικού προσωπικού, β) ότι τα προγράμματα σπουδών των Τμημάτων έχουν ήδη τροποποιηθεί, σε ορισμένα μάλιστα Τμήματα στα οποία απασχολούνταν οι εκκαλούντες, έχει ήδη τροποποιηθεί το αντικείμενο και ως εκ τούτου πολλά μαθήματα εξ αυτών που διδάσκονταν κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, δεν διδάσκονται πλέον, γ) ότι με το ΣΧΕΔΙΟ ΑΘΗΝΑ (Ν. 4009/2011) έχει υπάρξει συγχώνευση τμημάτων με άλλη ονομασία και ως εκ τούτου δραματική μείωση του αριθμού των προσλαμβανομένων εκτάκτων, με ενδεχόμενο πολλά από τα Τμήματα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις ενδέχεται να καταργηθούν, οπότε θα υπάρξει πρόβλημα απασχόλησης και για το ήδη υπάρχον μόνιμο εκπαιδευτικό προσωπικό, δ) ότι έχουν ήδη καθ’ όλο το επίμαχο διάστημα συντελεσθεί προσλήψεις μονίμων Ε.Π., για μαθήματα που δίδασκαν οι εκκαλούντες και που εξακολουθούν να διδάσκονται σήμερα, πλέον από μονίμους εκπαιδευτικούς λειτουργούς, ο δε αριθμός των έκτακτων εκπαιδευτικών (συνεργατών) κατά την τελευταία τριετία έχει μειωθεί σε ποσοστό 80% σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια ε) το γεγονός ότι έχουν μεταβληθεί δραματικά τα οικονομικά δεδομένα του Ιδρύματος με σημαντική μείωση των διαθεσίμων κονδυλίων του προϋπολογισμού για την πληρωμή του εκτάκτου ΕΠ, στ) ότι η ένταξη των εναγομένων στο μόνιμο εκπαιδευτικό προσωπικό παραβιάζει τις διατάξεις του Συντάγματος, περί ισότητος, δεδομένου ότι θα έθετε αυτούς σε ευνοϊκότερη θέση σε σχέση με το μόνιμο εκπαιδευτικό προσωπικό που προσελήφθη με πιο αυστηρά κριτήρια, αλλά και έναντι των εκτάκτων που προσλήφθηκαν από το έτος 2004 και μετά με αυξημένα έναντι των εναγομένων προσόντα και περί της υποχρέωσης του Κράτους να παρέχει υψηλού επιπέδου εκπαίδευση στους φοιτητές. 2) Το ΤΕΙ δεν είναι εργοδότης, ο οποίος προσπάθησε να καταστρατηγήσει τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2112/1920 εκμεταλλευόμενος εργαζομένους, αλλά ήταν υποχρεωμένο στα πλαίσια της Δημόσιας Ανώτατης Εκπαίδευσης να εφαρμόσει τους νόμους του Κράτους (άρθρο 19 Ν. 1404/83, άρθρο 15 Ν 1404/83 κ.α.) οι οποίοι είναι ειδικώτεροι και νεώτεροι του νόμου 2112/1920 και θέτουν όλο το πλαίσιο, στο οποίο πρέπει να κινείται η εκπαίδευση καθώς και το προσωπικό αυτής (τακτικοί εκπαιδευτικοί και έκτακτοι), δεν είχε δηλαδή την διακριτική ευχέρεια και ως εκ τούτου ούτε και το διευθυντικό δικαίωμα να επιλέξει το είδος και την διάρκεια της σύμβασης εργασίας των προσλαμβανόμενων. 3) υπάρχει δεδικασμένο που πηγάζει από την υπ’ αριθμ. 4726/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, περί του ότι οι ενάγοντες δεν κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού (αναιρεσείοντος) και περί του ότι υφίστανται αντικειμενικοί ουσιώδεις λόγοι σύναψης συμβάσεων ορισμένου χρόνου. 4) ότι δεν μπορεί να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2112/1920, στην περίπτωση των εναγόντων κατά την οποία η σύμβαση ορισμένου χρόνου καταρτίζεται κατ’ επιταγή νόμου νεώτερου του 2112/1920 και του ΑΚ, ούτε οι διατάξεις των π.δ. 81/2003 και 164/2004. 5) Δεν υπάρχει κατάχρηση του διευθυντικού του δικαιώματος, αλλά , λόγω του μεταβλητού και του απρόβλεπτου της εκπαίδευσης και των μειωμένων κονδυλίων των προϋπολογισμών, ανάγκη αναπροσαρμογής και αλλαγής των προγραμμάτων σπουδών, από τα οποία καθορίζεται και ο αριθμός των διδασκόντων και συνεπώς και ο αριθμός του εκτάκτου ΕΠ.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατά τις υπό στοιχεία 1 και 5 αιτιάσεις του, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους σχετικούς ισχυρισμούς και τους απέρριψε με τις αιτιολογίες τον μεν πρώτο " ο ισχυρισμός αυτός είναι μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος γιατί οι ενάγοντες δεν διεκδικούν την εκλογή τους σε θέση μόνιμου Ε.Π.

αλλά την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα των αλλεπάλληλων ορισμένου χρόνου συμβάσεων εργασίας τους με το εναγόμενο ως ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου" τον δε δεύτερο " ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις σχετικές συμβάσεις εργασίας τα προγράμματα σπουδών κάθε έτος επαναλήφθηκαν και δεν προέκυψε λόγος να μην ανανεωθεί σύμβαση εργασίας λόγω έλλειψης σπουδαστών".

Ως προς τις υπό στοιχεία 2 και 4 αιτιάσεις είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού πρόκειται περί αρνητικών της αγωγής ισχυρισμών και όχι αυτοτελών κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Επίσης απαράδεκτος είναι και ως προς την υπό στοιχείο 3 αιτίαση, αφού με την καθ’ ολοκληρίαν αναίρεση της επικαλουμένης 4726/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την 1678/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, δεν μπορεί να παραχθεί από αυτή δεδικασμένο (AΠ 1816/2014, 1256/2013, 738/2012).

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσκομισθεί καμιά απόδειξη, δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει στην απόφασή του (ΑΠ 534/2014, 259/2014).

Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια ότι το Εφετείο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχθηκε, σε σχέση με το κρίσιμο, για την υπόθεση γεγονός ότι οι αναιρεσίβλητοι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος, πως: "Η εκπαιδευτική δραστηριότητα των ως άνω εναγόντων περιελάμβανε, εκτός από τη διδασκαλία και τη συμμετοχή τους σε όλες τις εξεταστικές περιόδους, την εποπτεία πτυχιακών εργασιών των σπουδαστών, καθώς επίσης ότι συνεισέφεραν στην κατάρτιση τον προγράμματος σπουδών...

όπως προκύπτει από τις σχετικές συμβάσεις εργασίας, τα προγράμματα σπουδών κάθε έτος επαναλήφθηκαν... οι συμβάσεις των εναγόντων ανανεώνονταν σταθερά με τέτοια συχνότητα και διάρκεια", χωρίς να αποδεικνύονται. Από την διαλαμβανομένη, όμως, στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη τ’ αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα), σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής, προκύπτει ότι τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δεν δέχθηκε το δικαστήριο χωρίς απόδειξη, αλλά με βάση τις προσκομισθείσες ως άνω αποδείξεις.

Επομένως, ο λόγος αυτός, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Οι περαιτέρω στον ίδιο λόγο αιτιάσεις ότι τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα αυτά περιστατικά δεν είναι αληθινά αφού "στην πραγματικότητα δεν συνεισέφεραν οι ενάγοντες καθόλου στην κατάρτιση του προγράμματος σπουδών... οι συμβάσεις των εναγόντων δεν ανανεώνονταν κάθε χρόνο, αλλά κάθε έτος συνάπτονταν νέες συμβάσεις, κατόπιν νέας προκήρυξης και νέας κρίσης - αξιολόγησης, με διαφοροποιήσεις από την σύμβαση του προηγουμένου έτους, τόσο στα ανατιθέμενα προς διδασκαλία μαθήματα όσο και στις ανατιθέμενες ώρες, οι οποίες αυξομειώνονταν ακόμη και ανά διδακτικό εξάμηνο, όπως προκύπτει από τα προσαχθέντα στο Εφετείο αποδεικτικά έγγραφα (Συμβάσεις, Προκηρύξεις, Βεβαιώσεις Προέδρου κ.α., όπως τα αναφέρουμε αναλυτικά και κατωτέρω)...

στην πραγματικότητα τα προγράμματα σπουδών ανανεώνονται πράγματι ανά τριετία, όπως προκύπτει από τις σχετικές διατάξεις και τα συναφή προσαχθέντα αποδεικτικά έγγραφα (βεβαιώσεις) των Τμημάτων..", είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση του λόγου αυτού αναιρέσεως προσβάλλεται η κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Στην έννοια όμως των αποδεικτικών μέσων δεν περιλαμβάνονται οι αποφάσεις των ελληνικών ή αλλοδαπών δικαστηρίων, καθώς και οι γνωμοδοτήσεις επί νομικών ζητημάτων, τις οποίες επικαλούνται οι διάδικοι για την ερμηνεία διατάξεως νόμου, ή τη λύση που έδωσαν επί νομικού ζητήματος σε άλλη νομική υπόθεση και επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται επί μη λήψεως υπόψη τέτοιου εγγράφου. (ΑΠ 358/2011, 93/1996, ΑΠ 1578/1990).

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην απόφαση. Για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί το ότι από τη γενική, κατ’ είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως, στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραβλεφθεί.

Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία από το περιεχόμενο της απόφασης ότι δια της συνήθως γενικής αναγραφής του είδους των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη το αποδεικτικό μέσο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει (AΠ 49/2013). Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον ΑΤΕΙ αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι, για να καταλήξει στο ανωτέρω αναφερόμενο πόρισμά της, με το οποίο δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλέσθηκε και προσκόμισε στην κατ’ έφεση δίκη και συγκεκριμένα:

Δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μαρτύρων και τα προσκομισθέντα και επικληθέντα έγγραφα όπως: α) οι βεβαιώσεις της υπηρεσίας από τις οποίες προκύπτει και η παράλληλη απασχόληση και η ποικιλία στις ώρες απασχόλησης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι προσλαμβάνονται ως ωρομίσθιοι, δηλαδή με ελλιπή προσόντα, ότι δεν ήταν η απασχόλησή τους στο ΤΕΙ βασική, αλλά παράλληλη με άλλες επαγγελματικές δραστηριότητες, β) πίνακες αξιολόγησης εκτάκτου εκπαιδευτικού προσωπικού κατόπιν της κατ’ έτος προκήρυξης των θέσεων, γ) προκηρύξεις Εκτάκτου Εκπαιδευτικού Προσωπικού, δ) συμβάσεις Εκτάκτου Εκπαιδευτικού Προσωπικού, ενδεικτικά έγγραφα από τα οποία προκύπτει ότι δεν υπάρχουν ανανεώσεις συμβάσεων, αλλά νέες κατ’ έτος προκηρύξεις, νέες αξιολογήσεις και νέες συμβάσεις με διαφοροποιήσεις στα αντικείμενα διδασκαλίας και στις ώρες απασχόλησης, το μεταβαλλόμενο πλαίσιο των αναγκών και η ιδιαιτερότητα ως προς τη φύση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, ε) απολογισμό του ΤΕΙ Αθήνας ετών 2009 - 2012, στ) βεβαίωση του προέδρου ΤΕΙ Αθήνας σχετικά με την διακύμανση του προϋπολογισμού για την πληρωμή του ωρομίσθιου Έκτακτου Εκπαιδευτικού Προσωπικού, ζ) ΦΕΚ για συγχωνεύσεις τμημάτων στο ΤΕΙ - Αθήνας με το σχέδιο ΑΘΗΝΑ, έγγραφα από τα οποία προκύπτει το μεταβαλλόμενο πλαίσιο των αναγκών και η ιδιαιτερότητα ως προς τη φύση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, η) βεβαίωση για μείωση ωρών εκτάκτου προσωπικού στο ΤΕΙ - Αθήνας, θ) βεβαιώσεις τμημάτων για αλλαγές στο Πρόγραμμα Σπουδών, καθώς και στα διδασκόμενα μαθήματα στο ΤΕΙ - Αθήνας, ι) βεβαιώσεις για εκκαλούντες που συνέχισαν να προσλαμβάνονται και για εκκαλούντες που έπαψαν να απασχολούνται στο ΤΕΙ - Αθήνας, έγγραφα από τα οποία προκύπτει η διαφοροποίηση συνολικά στις ώρες απασχόλησης του έκτακτου προσωπικού, αποτέλεσμα της διαφοροποίησης - διακύμανσης των αναγκών που κακώς χαρακτηρίστηκαν πάγιες και διαρκείς, και απόδειξη της παροδικότητας και μεταβλητότητας αυτών κατά τρόπο μη προβλέψιμο, δηλαδή αποδεικτικά μέσα από τα οποία προκύπτει ευθέως η φύση και η ιδιομορφία της εκπαιδευτικής διαδικασίας καθώς και ότι οι ενάγοντες κάλυπταν πράγματι μεταβαλλόμενες, εποχιακές ανάγκες του Ιδρύματος και όχι πάγιες και διαρκείς".

Από την υπάρχουσα όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με τις εκκαλούμενες πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου εκείνου και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα, με επίκληση προσκομίζουν όχι μόνο δεν καταλείπεται αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα αναφερόμενα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία.

Επομένως, ο ανωτέρω τέταρτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. O ίδιος λόγος αναίρεσης κατά τις αιτιάσεις του, με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού της πορίσματος τις υπ’ αριθ. 1307 και 1308/2008 αποφάσεις του ΑΠ, με τις οποίες το ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είναι δυνατή η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 του Ν.2112/1920 στην κατηγορία των συνεργατών, αλλά ούτε βεβαίως οι διατάξεις των Π.Δ. 81/2003 και 164/2004, όπως και οι διατάξεις του νόμου για τα ΤΕΙ 1404/1983 και δεν αξιολογήθηκαν αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, το σκεπτικό των οποίων συμπλέει με το σκεπτικό των αποφάσεων του Αρείου Πάγου, του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του ΑΣΕΠ και του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αναιρεσείον, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες αποφάσεις των δικαστηρίων και οι γνωμοδοτήσεις του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και του ΑΣΕΠ δεν είναι αποδεικτικά μέσα.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ως έγγραφα για τη θεμελίωση του λόγου αυτού αναιρέσεως νοούνται μόνο τα αποδεικτικά έγγραφα υπό την έννοια των άρθρων 339 και 442 επ.

ΚΠολΔ, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτοντας σε διαγνωστικό σφάλμα κατά την ανάγνωση του εγγράφου, αποδίδει διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σε αυτό, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε σ’ αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (ΑΠ 9/2014, 374/2013).

Με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφων με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά, συγκεκριμένα δε αποδίδει το αναιρεσείον το σφάλμα ότι "ενώ είχε προσκομίσει και επικαλεστεί ως σχετικά έγγραφα τις συμβάσεις των εναγόντων, τις προκηρύξεις των θέσεων, από τα οποία προέκυπτε ευθέως ότι ουδέποτε έγινε ανανέωση σύμβασης, αλλά μόνο κάθε έτος νέα προκήρυξη, νέα σύμβαση κατόπιν νέας αξιολόγησης, η προσβαλλομένη απόφαση, εξέλαβε εσφαλμένως τις συμβάσεις των εναγόντων ως ανανεώσεις παραμορφώνοντας τα σχετικά έγγραφα ως προς το περιεχόμενο τους" και επίσης ότι "ενώ προσκομίστηκαν ως σχετικά μετ’ επικλήσεως ΦΕΚ για συγχωνεύσεις τμημάτων στο ΤΕΙ - Αθήνας με το σχέδιο ΑΘΗΝΑ και βεβαιώσεις τμημάτων για αλλαγές στο Πρόγραμμα Σπουδών, καθώς και στα διδασκόμενα μαθήματα στο ΤΕΙ - Αθήνας, από τα οποία προκύπτει ότι συγχωνεύτηκαν τμήματα και αναμορφώθηκαν τα προγράμματα σπουδών σε ορισμένα τμήματα του ΤΕΙ καθώς επίσης υπήρξαν αλλαγές σε διδασκόμενα μαθήματα, όλα αυτά τα έγγραφα παραμόρφωσε ως προς το περιεχόμενο τους το Δικαστήριο δεχόμενο ότι όπως προκύπτει από τις σχετικές συμβάσεις εργασίας, τα προγράμματα σπουδών κάθε έτος επαναλήφθηκαν και δεν προέκυψε λόγος να μην ανανεωθεί σύμβαση εργασίας λόγω έλλειψης σπουδαστών, καθώς και ότι οι συμβάσεις των εναγόντων ανανεώνονταν σταθερά..., ενώ αντιθέτως ευθέως προκύπτει από αυτά ότι οι συμβάσεις κάθε χρόνο ήταν νέες, μετά από νέα αξιολόγηση, επίσης δε προκύπτει από τα ίδια έγγραφα ότι, αντίθετα με τις παραδοχές της απόφασης, τα προγράμματα σπουδών δεν επαναλήφθηκαν, αλλά τροποποιήθηκαν ή και καταργήθηκαν (στις περιπτώσεις συγχώνευσης και κατάργησης τμημάτων)".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το πλήρες κείμενο των επικαλουμένων εγγράφων, αλλά απλώς αναφέρεται περιληπτικά το κατά την κρίση του αναιρεσείοντος περιεχόμενο αυτών, με συνέπεια να μη μπορεί να διαγνωσθεί, σε σύγκριση με την εκτίμηση αυτών από το δικαστήριο, αν το τελευταίο οδηγήθηκε σε διαγνωστικό σφάλμα.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττηθέν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5.3.2015, με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 246/10.3.2015, αίτηση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Αθήνας (Τ.Ε.Ι.-Α)" κατά των: 1) Κ. Γ. του Ν., 2) Δ. Χ. του Β., 3) Π. Μ. του Ζ., συζ. Ν. Σ., 4) Ε. Γ. του Ν., συζ. Ξ. Μ., 5) Ε. Κ. του Δ., 6) Β. Μ. του Α., 7) Π. Β. του Ν., 8) Ε. Μ. του Ε., 9) Γ. Ν. του Ε., 10) Σ. Δ. του Γ., 11) Ν. - Ι. Α. του Α., 12)Μ. Τ. του Ι., 13) Π. Χ., συζ. Τ. Λ., 14) Δ. Μ. του Α., 15) Ε. Μ. του Ι., 16) Γ. Μ. του Δ., 17) Π. Σ. του Ε., 18) Ι. Κ. του Σ., 19) Δ. Ζ. του Ι., 20) Μ. Τ. του Ν., 21) Α. Τ. του Α., 22) Β. Ρ. του Ν., 23) Ν. Κ. του Σ., 24) Α. Ν. του Α., 25) Α. Σ. του Σ., 26) Γ. Μ. του Ν., 27) Μ. Σ. του Δ., 28) Α. Μ. του Θ., 29) Γ. Μ. του Κ., 30) Ε. Χ. του Κ., 31) Δ. Σ. του Α. και 32) Χ. Β. του Σ., περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 5746/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ