177/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 177 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Legislator headnote
AI generated177/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 177 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 177 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Πώληση. Πραγματικό ελάττωμα πωληθέντων πραγμάτων. Παραγραφή. Έννοια δόλιας απόκρυψης. (ΑΚ 561, όπως ίσχυε πριν από τον ν.3013/2002). Υπάρχει όταν ο πωλητής γνωρίζει ή βασίμως υποπτεύεται την ύπαρξη των ελαττωμάτων και δεν τα ανακοινώνει στον αγοραστή με σκοπό να μην αρνηθεί ο τελευταίος την κατάρτιση της σύμβασης. Αναίρεση. Λόγοι από το άρθρο 559 αρ.1 (εσφαλμένη υπαγωγή) και 19 (ανεπαρκής αιτιολογία) του Κ.Πολ.Δ., αβάσιμοι [Απορρίπτει αίτηση για αναίρεση του Εφ. Αθ. 7681/2005].
Αριθμός 177/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος" (ΟΣΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Δημάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "RENΑULT VEHICULES INDUSTRIELS S.A" (ΡΕΝΟ ΒΕΙΚΥΛ ΕΝΤΟΥΣΤΡΙΕΛ ΑΕ), με τον διακριτικό τίτλο "RENAULT V.I", η οποία εδρεύει στην Γαλλία και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καραγκούνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-1984 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3973/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 7681/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 9-3-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 10-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.7681/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης εταιρείας κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 3973/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία και κατά μερικήν παραδοχή της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας επιδικάστηκαν στην τελευταία τα αναφερόμενα ποσά ως αποζημίωση λόγω πραγματικών ελαττωμάτων των κινητών πραγμάτων (πλαίσια λεωφορείων) που η αναιρεσίβλητη είχε πωλήσει στην αναιρεσείουσα, και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν (με την προσβαλλόμενη απόφαση), ως παραγεγραμμένη, η ένδικη αυτή αγωγή. Την αναίρεση της ανωτέρω απόφασης του Εφετείου ζητεί ήδη η ενάγουσα-αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτησή της, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν.
ΙΙ. Ο κατά το άρθρο 559 αρ. 1α' του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται και όταν το δικαστήριο κάνει κακή εφαρμογή του κανόνα, με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχεται στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου, ο δε κατά το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ λόγος για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται (ιδίως) όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 561 του ΑΚ, το οποίο, όπως και τα λοιπά που αναφέρονται κατωτέρω, έχουν εφαρμογή εν προκειμένω όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο 1 του ν. 3043/2002, στην πώληση πράγματος ορισμένου κατά γένος, αν κατά τον χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή λείπει η συμφωνημένη ιδιότητα ή αν ο πωλητής απέκρυψε με δόλο το ελάττωμα, ο αγοραστής έχει δικαίωμα, αντί για την αναστροφή ή τη μείωση του τιμήματος ή την παροχή άλλου πράγματος, να απαιτήσει αποζημίωση για τη μη εκτέλεση της σύμβασης. Η αξίωση για την αποζημίωση αυτή υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 του ΑΚ, αφού ο πωλητής δεν μπορεί να επικαλεστεί την άλλως βραχυχρόνια παραγραφή των (δύο ετών για τα ακίνητα ή των) έξι μηνών για τα κινητά, κατά τα άρθρα 554, 555 και 556 του ΑΚ, αν απέκρυψε με δόλο το ελάττωμα ή την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας (άρθρ. 557 ΑΚ, ΑΠ 1341/07, 894/2000). Δόλια απόκρυψη κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης υπάρχει όταν ο πωλητής, κατά τον χρόνο μεταθέσεως του κινδύνου στον αγοραστή, δηλαδή, προκειμένου για κινητό πράγμα, κατά τον χρόνο της παράδοσης του πράγματος στον αγοραστή (άρθρ. 522 παρ.1 του ΑΚ), αν και γνωρίζει ή βασίμως υποπτεύεται την ύπαρξη ουσιωδών ελαττωμάτων (άρθρ. 534 του ΑΚ) δεν τα γνωστοποιεί στον αγνοούντα αυτά αγοραστή, παρά την υποχρέωσή του προς τούτο από την συναλλακτική καλή πίστη (ΑΠ 103/1997).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος της, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι με την υπ' αριθμ. 4526/14-6-1978 έγγραφη σύμβαση η αναιρεσείουσα εταιρεία Ο.Σ.Ε. Α.Ε. αγόρασε από την εδρεύουσα στη Λυών της Γαλλίας εταιρεία με την επωνυμία "AUTOMOBILES M. BERLIET S.A.", η οποία τον Νοέμβριο του ίδιου έτους συγχωνεύτηκε με εξαγορά από την αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "RENAULT VΕHICULES INDRUSTRIELS S.A.", που υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της πωλήτριας ως άνω εταιρείας, εβδομήντα πέντε (75) καινούργια πλαίσια λεωφορείων τύπου ΡΒS, προς εξυπηρέτηση των αναγκών του μεταφορικού της έργου στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, επί των οποίων θα ετοποθετούντο αμαξώματα Κυπριακής κατασκευής στις εγκαταστάσεις της αντιπροσώπου της πωλήτριας εταιρείας στην Αθήνα και υπό την επίβλεψη της πωλήτριας, ότι τα αγορασθέντα αυτά πλαίσια λεωφορείων, που περιελάμβαναν εξακύλινδρο πετρελαιοκινητήρα, σύστημα διευθύνσεως, κιβώτιο ταχυτήτων, διαφορικό, ηλεκτρόφρενο, πλήρες σύστημα ψύξεως, ηλεκτρογεννήτρια, εκκινητήρα (μίζα) και συσσωτευτή, παραδόθηκαν στις εγκαταστάσεις του ΟΣΕ, στην Αθήνα, από 27-2 έως 24-7-1979, και ότι μετά την προσαρμογή σε αυτά των αμαξωμάτων τύπου KMC, Κυπριακής κατασκευής, τα λεωφορεία αυτά, αφού έλαβαν από τον ενάγοντα Οργανισμό (αναιρεσείοντα εταιρεία) τους αριθμούς 101 έως και 175, τέθηκαν διαδοχικά σε κυκλοφορία κατά το χρονικό διάστημα από 13 Απριλίου 1981 έως 10 Φεβρουαρίου 1982. Εν συνεχεία δέχεται το Εφετείο τα ακόλουθα: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι λίγο μετά την θέση σε κυκλοφορία των ως άνω λεωφορείων εμφανίσθηκαν περιστατικά σοβαρών μηχανικών βλαβών στον πετρελαιοκινητήρα ορισμένων αρχικά λεωφορείων. Συγκεκριμένα εμφανίσθηκε τον Μάιο του 1981 το πρώτο περιστατικό δυσλειτουργίας του πετρελαιοκινητήρα ενός λεωφορείου, που είχε διανύσει μόλις 23.000 χιλιόμετρα, τον οποίο αντικατέστησε δωρεάν η εναγομένη εταιρεία. Στην συνέχεια εμφανίσθηκαν τρία περιστατικά θραύσεως βαλβίδος κινητήρος, παρά το γεγονός ότι τα λεωφορεία, όπου εμφανίσθηκαν οι ανωτέρω βλάβες, είχαν διανύσει μικρό αριθμό χιλιομέτρων, ενώ περί τα τέλη του έτους 1981 εμφανίσθηκε η πρώτη θραύση σώματος (μπλοκ) κινητήρα σε λεωφορείο, που είχε διανύσει απόσταση 100.000 χιλιομέτρων περίπου. Το καλοκαίρι του έτους 1982 εμφανίσθηκαν ακόμη πέντε περιστατικά θραύσεως (μπλοκ) κινητήρα. Μετά από σχετικές διαμαρτυρίες του ενάγοντος Οργανισμού προς την εναγομένη εταιρεία, η τελευταία απέστειλε δωρεάν τα καλύμματα (καπάκια) των βαλβίδων των πετρελαιοκινητήρων των λεωφορείων, ως και τρεις πλήρεις πετρελαιοκινητήρες προς αντικατάσταση κατεστραμμένων κινητήρων. Επίσης προέβη σε αντικατάσταση του γραναζιού της έκτης ταχύτητας του κιβωτίου ταχυτήτων σε όλα τα λεωφορεία. Παρά τις ως άνω επεμβάσεις, κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Φεβρουαρίου του έτους 1982 έως τα τέλη Οκτωβρίου του έτους 1983 εμφανίσθηκαν σε όλα σχεδόν τα λεωφορεία και συγκεκριμένα στο 88% αυτών, πολλές δε φορές και στο ίδιο λεωφορείο, εκατόν είκοσι τέσσερα συνολικά περιστατικά σοβαρών βλαβών, εκ των οποίων 91 περιστατικά συσφίξεως εμβόλου (σοβαρίσματα), 25 περιστατικά θραύσεως σώματος (μπλοκ) κινητήρα, 5 περιστατικά θραύσεως βαλβίδων και 3 περιστατικά ρήγματος χιτωνίου στον κινητήρα. Λόγω της συχνής εμφανίσεως των ως άνω βλαβών, συνεστήθη από τον ενάγοντα Οργανισμό ειδική προς τούτο τετραμελής επιτροπή από τεχνικούς, υπαλλήλους αυτού, η οποία με την από 11 Νοεμβρίου 1982 τεχνική έκθεσή της κατέληξε στο πόρισμα ότι οι ανωτέρω βλάβες οφείλονται κυρίως σε κατασκευαστική ατέλεια των πετρελαιοκινητήρων και ειδικότερα του δευτέρου και πέμπτου κυλίνδρου αυτών, λόγω ελλείψεως σχετικών αντιβάρων που είχαν ως αποτέλεσμα την ελλιπή λίπανση των εμβόλων, με αποτέλεσμα να προκαλούνται στρεβλώσεις, να φθείρονται τα έμβολα και τα χιτώνια και να προκαλείται θραύση εμβολοχιτωνίων ή βαλβίδων (...). Δεν αποδείχθηκε όμως (συνεχίζει το Εφετείο) κατά την περί τούτου κρίση του Δικαστηρίου, ότι κατά τον χρόνο παραδόσεως των ανωτέρω εβδομήντα πέντε πλαισίων στον ενάγοντα οργανισμό η εναγομένη εταιρεία, στην οποία είχε ήδη συγχωνευθεί με εξαγορά η πωλήτρια εταιρία, ήταν σε γνώση του ως άνω ελαττώματος και απέκρυψε δολίως τούτο, προκειμένου να παραπλανήσει τον ενάγοντα Οργανισμό και να πείσει αυτόν να παραλάβει τα πιο πάνω λεωφορεία, σε εκτέλεση της καταρτιθείσας συμβάσεως πωλήσεως (ακολουθεί αξιολόγηση μαρτυρικών καταθέσεων). Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως ήδη προαναφέρθηκε, μόνη η γνώση του ελαττώματος κατά την παράδοση του πωληθέντος πράγματος, κατά γένος ορισμένου, δεν αρκεί για την συνδρομή περιπτώσεως δόλιας αποκρύψεως, κατά τα προεκτεθέντα. Από κανένα εξ άλλου αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι κατά τον χρόνο παραδόσεως των ανωτέρω πλαισίων στον ενάγοντα Οργανισμό είχαν ήδη λάβει χώρα παρόμοια περιστατικά βλαβών από την πώληση πετρελαιοκινητήρων του ιδίου τύπου σε τρίτους αγοραστές, είτε στην Ελλάδα, είτε στο εξωτερικό, τα οποία μάλιστα είχαν περιέλθει σε γνώση της πωλήτριας ή της εναγομένης εταιρείας, ούτως ώστε να μπορεί συμπερασματικά να συναχθεί ότι κατά την παράδοση αυτών η εναγομένη απέκρυψε δολίως τα πιο πάνω ελαττώματα από τον αγοραστή Οργανισμό. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το ότι α) με εξαίρεση τις πρώτες βλάβες που εμφανίσθηκαν αρχικά μετά την θέση των λεωφορείων σε κυκλοφορία από τον ενάγοντα Οργανισμό σε τρία λεωφορεία, οι οποίες όμως αποκαταστάθηκαν από την εναγομένη, τα προαναφερθέντα 124 περιστατικά βλαβών έλαβαν χώρα για πρώτη φορά αφού τα ως άνω λεωφορεία είχαν διανύσει ικανόν αριθμό χιλιομέτρων, που κυμαίνεται από 107.000 χιλιόμετρα (σύσφιγξη εμβόλων - σαβάρισμα στο με αρ. 162 λεωφορείο τον Ιούνιο του 1982) έως 385.000 χιλιόμετρα (ιδία βλάβη στο με αρ. 113 λεωφορείο τον Φεβρουάριο του 1983) και με καθημερινή κίνηση αυτών της τάξεως των 650 - 700 χιλιομέτρων, β) ένα ποσοστό, έστω μικρό (12%), των πωληθέντων πλαισίων λεωφορείων δεν εμφάνισε βλάβες. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφ' όσον δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη απέκρυψε δολίως από τον ενάγοντα οργανισμό την ύπαρξη των πιο πάνω ελαττωμάτων, κατά την παράδοση των πωληθέντων πλαισίων λεωφορείων, που έλαβε χώρα κατά το από 27 Φεβρουαρίου έως 24 Ιουλίου 1979 χρονικό διάστημα, τα δε ελαττώματα αυτά εμφανίσθηκαν σχεδόν όλα μετά τις 31 Ιουλίου 1981, οπότε είχε λήξει η εγγύηση καλής λειτουργίας των ως άνω λεωφορείων, οι αξιώσεις του ενάγοντος Οργανισμού κατά της εναγομένης εταιρείας υπέπεσαν στην από τα άρθρα 554, 555 και 559 Α.Κ., όπως αυτά ίσχυαν πριν τον ν.3043/2002, προβλεπόμενη εξάμηνη παραγραφή, αφού από την ανωτέρω παράδοση αυτών μέχρι την επίδοση της ένδικης αγωγής, που έλαβε χώρα στις 29 Ιουνίου 1984, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του εξαμήνου". Με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε αντιφατική αιτιολογία ως προς το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα της γνώσεως και της δολίας αποσιωπήσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης-πωλήτριας εταιρείας των ειρημένων πραγματικών ελαττωμάτων των πωληθέντων πλαισίων λεωφορείων, με το να δεχθεί (το Εφετείο) αφ' ενός μεν ότι στα πωληθέντα πλαίσια "υπήρχε αρχήθεν "κατασκευαστική ατέλεια", επειδή εκ κατασκευής έλειπαν τα "σχετικά" (αναγκαία) αντίβαρα των 2ου και 5ου κυλίνδρων των πετρελαιοκινητήρων (...), ήτις "κατασκευαστική έλλειψη" δεν ήταν δυνατόν να έλαβε χώραν εν αγνοία της κατασκευάστριας και πωλήτριας BERLIET, ταύτης, συνεπώς, εν γνώσει αυτής (της ελλείψεως) ταύτης αρχήθεν τελούσης, και επομένως δολίως της εν λόγω πωλήτριας αποκρυψάσης ως άνω ταύτην κατά την στον ΟΣΕ παράδοση των άνω κινητών", αφ' ετέρου δε και εν συνεχεία ότι "η ανωτέρω κατασκευάστρια εταιρεία "δεν ήταν σε γνώση" ότι τα υπ'αυτής κατασκευαζόμενα ως άνω πλαίσια δεν έφεραν βασικά (κρίσιμα) δια την λειτουργία των πετρελαιοκινητήρων "στοιχεία" (τα άνω "αντίβαρα") και άρα δεν τελούσε αυτή εν γνώσει της τοιαύτης κατασκευαστικής ελλείψεως ... . Ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος και απορριπτέος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από το ανωτέρω περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο δέχεται μεν ως αποδειχθείσα την ύπαρξη των ως άνω ελαττωμάτων, οφειλόμενη κυρίως στην προαναφερθείσα κατασκευαστική ατέλεια, σύμφωνα με την αναφερόμενη τεχνική έκθεση, δεν δέχεται όμως ότι η κατασκευάστρια εταιρεία γνώριζε τα ελαττώματα αυτά, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, ώστε να αντιφάσκει με την ακολουθούσα παραδοχή της ότι η αναιρεσίβλητη δεν ήταν εν γνώσει των ελαττωμάτων και δεν τα απέκρυψε δολίως από την αναιρεσείουσα κατά την παράδοση των πραγμάτων σ' αυτήν. Από την ίδια ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ανωτέρω ζήτημα της ανυπαρξίας δόλιας απόκρυψης των ελαττωμάτων εκ μέρους της αναιρεσίβλητης-πωλήτριας που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθότητα του υπαγωγικού συλλογισμού της απόφασης στον οποίο προέβη το Εφετείο. Η μη ρητή δε αναφορά στην αναιρεσιβαλλομένη, πέραν της ελλείψεως γνώσεως, που την αναφέρει, και της ελλείψεως (ή μη) "βάσιμης υποψίας" ως προς την ύπαρξη των ελαττωμάτων από την πλευρά της αναιρεσίβλητης-πωλήτριας, δεν οδηγεί σε αντίθετη κρίση για έλλειψη ή ανεπάρκεια στην αιτιολογία της απόφασης ή (και) εσφαλμένη υπαγωγή, αφού από τις ειρημένες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, μεταξύ των οποίων και ότι "από κανένα εξάλλου αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι κατά τον χρόνο παραδόσεως των ανωτέρω πλαισίων στον ενάγοντα Οργανισμό είχαν ήδη λάβει χώρα παρόμοια περιστατικά βλαβών από την πώληση πετρελαιοκινητήρων του ιδίου τύπου σε τρίτους αγοραστές, είτε στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό, τα οποία μάλιστα είχαν περιέλθει σε γνώση της πωλήτριας ή της εναγόμενης εταιρείας (που τη διαδέχθηκε), ούτως ώστε να μπορεί συμπερασματικά να συναχθεί ότι κατά την παράδοση αυτών η εναγομένη απέκρυψε δολίως τα πιο πάνω ελαττώματα από τον αγοραστή Οργανισμό", προκύπτει ότι το Εφετείο αποκλείει (δεν δέχεται) και την ύπαρξη "βάσιμης υποψίας" στην πλευρά της εναγομένης για την ύπαρξη των ελαττωμάτων, αποκλείοντας περαιτέρω κατηγορηματικά τη δολία απόκρυψη των ελαττωμάτων εκ μέρους της τελευταίας. Επομένως και ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ. 1α' και 19 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί την κατά τα ανωτέρω βραχυχρόνια (εξάμηνη) παραγραφή των αξιώσεων της αναιρεσείουσας χωρίς να αναφέρει (στο αιτιολογικό της απόφασης) και την έλλειψη της προαναφερθείσης "βάσιμης υποψίας" για την ύπαρξη των ελαττωμάτων ως στοιχείο (προϋπόθεση) της δόλιας απόκρυψής της από την αναιρεσίβλητη, την οποία (δόλια απόκρυψη) και εντεύθεν την εικοσαετή παραγραφή δεν δέχεται (το Εφετείο), αφ' ενός μεν παραβίασε με κακή εφαρμογή (εσφαλμένη υπαγωγή) τις ειρημένες περί πωλήσεως και παραγραφής τής προς αποζημίωση αξιώσεως ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 522 παρ. 1, 534, 554, 555, 556, 557, 561 του ΑΚ, όπως ίσχυαν πριν από τον ν. 3043/2002, και 249 του ιδίου ΑΚ, αφ' ετέρου δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ως άνω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-3-2007 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ) Α.Ε." για αναίρεση της υπ'αριθμ.7681/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ