Legislator Case Law & Legislation
177/2011 AI generated

177/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 177/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Απριλίου 1997 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/1999 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3888/2001 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23 Ιουνίου 2004 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

177/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη, καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει, κατ' επιταγή των άρθρων 22§1 του ν.3693/1957,σε συνδυασμό με τα άρθρα 7 και 9 του ν.δ. 2698/1953 και την κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987 εκδοθείσα ν.α. 134423/20-1-1993 (ΦΕΚ 11/τβ/20-1-1993) στο ποσό των 300,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 177 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 177/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ξανάλατο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Απριλίου 1997 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/1999 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3888/2001 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23 Ιουνίου 2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 8 Νοεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 35/23.6.2004 αιτήσεως, για αναίρεση της 388/17.7.2001 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 35/23-6-2004 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 388/17-7-2001 απόφαση του Εφετείου Θράκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 1293/ΤΜ111/18-4-1997 ανακοπή το ανακόπτον και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο εδίωκε κύρια την ακύρωση και επικουρικά την μεταρρύθμισης του 1824/1997 πίνακα κατατάξεως της συμβολαιογράφου Καβάλας Ελένης Κοταρίδου, ώστε να αποβληθεί η καταταχθείσα κατ' αυτόν καθής και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και στη θέση αυτής καταταγεί το ανακόπτον για.

Την απαγγελθείσα απαίτηση του, ποσού 2.705.654 δρχ., και επικουρικώς στο 1/3 του πλειστηριάσματος. Επί της εν λόγω ανακοπής εκδόθηκε η απορριπτική αυτής 47/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 229/15.12.1999 έφεση του ανακόπτοντος, η 388/2001 απόφαση του Εφετείου Θράκης, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες παραδοχές, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της.

Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της "Με επιμέλεια της δανείστριας Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος επισπεύσθηκε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του οφειλέτη Δ. Κ. του Λ.. Κατασχέθηκε αναγκαστικά η κινητή περιουσία του οφειλέτη και συγκεκριμένα α) το ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής FΙΑΤ τύπου 280 Β4, β) το ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο, χρώματος μαύρου, εργοστασίου κατασκευής PEUGEOT και γ) το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, χρώματος λευκού, εργοστασίου κατασκευής, PEUGEOT τα οποία ο οφειλέτης χρησιμοποιούσε ως μέσα για την εκπλήρωση των σκοπών της ατομικής επιχειρήσεως αντιπροσωπειών, εμπορίου και διανομών ειδών διατροφής που διατηρούσε.

Στα αυτοκίνητα αυτά η δανείστρια ΑΤΕ είχε ενέχυρο για απαιτήσεις της, που είχε συσταθεί την 28 Σεπτεμβρίου 1995, δυνάμει της προσκομιζόμενης από 28-9-1995 συμβάσεως συστάσεως ενεχύρου. Τα κατασχεμένα αυτοκίνητα πλειστηριάσθηκαν δημόσια την 15 Ιανουαρίου 1997 ενώπιον της συμβολαιογράφου Καβάλας Ελένης Κοταρίδου και συντάχθηκε η σχετική 1.678/15-1-1997 έκθεση δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού.

Κατακυρώθηκαν υπέρ του υπερθεματιστή Δ. Π., αντί του συνολικού ποσού των 3.500.300 δραχμών. Μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτελέσεως, που ανήλθαν σε 794.646 δραχμές, απέμεινε ως υπόλοιπο πλειστηριάσματος το ποσό των 2.705.654 δραχμών, το οποίο δεν επαρκούσε για την πλήρη ικανοποίηση των απαιτήσεων της ΑΤΕ, υπέρ της οποίας έγινε η εκτέλεση και όλων των δανειστών του οφειλέτη που είχαν αναγγελθεί νόμιμα.

Γι αυτό, η υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον 1824/26-3-1997 πίνακα κατάταξης δανειστών. Εκτός από την εφεσίβλητη επισπεύδουσα την αναγκαστική εκτέλεση δανείστρια ΑΤΕ, μεταξύ των δανειστών που είχαν αναγγελθεί νόμιμα ήταν η Β' ΔΟΥ Καβάλας για απαιτήσεις της ύψους 3.187.335 δραχμών. Σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και τη φύση της απαιτήσεως της επισπεύδουσας την αναγκαστική εκτέλεση ΑΤΕ, στην οποία είναι ενέχυρα τα κινητά πράγματα (αυτοκίνητα) που εκπλειστηριάσθηκαν, η ίδια ΑΤΕ έχει προνόμιο πρωτοπραξίας έναντι κάθε άλλου δανειστή του οφειλέτη Δ.

Κ., σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. παρ. 1, 2, 4 και 5 του ν.4332/29 "περί κυρώσεως της μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος συμβάσεως περί συστάσεως και λειτουργίας της Αγροτικής Τραπέζης", όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά το άρθρο 2 παρ. 4; 5 του ν.2555/1953, 70 ΕισΝΑΚ και 52 αριθ. 4 ΕισΝΚΠολΔ.

Συνεπώς, σύμφωνα με όλα όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη μείζονα σκέψη, οι απαιτήσεις της ΑΤΕ, που υπερβαίνουν το ύψος του πλειστηριάσματος, προηγούνται έναντι των απαιτήσεων όλων των άλλων δανειστών και αυτών ακόμη του Ελληνικού Δημοσίου, για τις οποίες είχε αναγγελθεί νόμιμα η Β' ΔΟΥ …. Γι αυτό, η ΑΤΕ έπρεπε να καταταγεί προνομιακά και ορθώς κατετάγη από την υπάλληλο του πλειστηριασμού, δυνάμει του προσβαλλόμενου 1824/26-3-1997 πίνακα κατατάξεως, για ολόκληρο το ποσό του πλειστηριάσματος που απέμεινε μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτελέσεως, δηλαδή για το ποσό των 2.705.654 δραχμών. Τούτο, διότι το προνόμιο πρωτοπραξίας της ΑΤΕ υπερισχύει της ρύθμισης των διατάξεων των άρθρων 976 και 977 του ΚΠολΔ, καθώς και των διατάξεων των άρθρων 61 παρ. 1, 89 και 95 παρ. 2 του ΚΕΔΕ. Κατ' ακολουθίαν, ο σχετικός λόγος της με ημερομηνία 17 Απριλίου 1997 και αριθμό καταθέσεως 1293/ΤΜ111/97 ανακοπής, κατά του 1824/26-3-1997 πίνακα κατατάξεως, που υποστηρίζει τ' αντίθετα, ότι δηλαδή το Ελληνικό Δημόσιο έπρεπε να καταταγεί στο ποσοστό 1/3 του πλειστηριάσματος, διότι το προνόμιο πρωτοπραξίας της ΑΤΕ δεν υπερισχύει της ρυθμίσεως των διατάξεων των άρθρων 976 και 977 του ΚΠολΔ, έπρεπε ν' απορριφθεί".

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται το ηττηθέν εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, για το παραδεκτό της οποίας και τη βασιμότητα των διατυπουμένων δι' αυτής λόγων νομότυπα και εμπρόθεσμα εκδόθηκε, χωρίς τον υπολογισμό του από 1.7 έως 15.9.2004 χρονικού διαστήματος (άρθρα 11 κ.δ. 26.6./ 10.7.1944 "Περί Κωδικός των νόμων περί δικών του Δημοσίου" και 11 παρ. 2 του ν. 1756/1988), η 1155/14.10. 2004 θετική γνωμοδότηση του αρμόδιου Β' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, για την εμπρόθεσμη κατάθεση της οποίας στην γραμματεία του Εφετείου Θράκης, συντάχθηκε προς τούτο η 53/26.10.2004 έκθεση (άρθρο 12 ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 28 παρ. 3 ν.2579/1998 και ακολούθως με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999 και ίσχυε μέχρι την κατάργηση του με το άρθρο 13 παρ. 9 του ν. 3790/2009), έννοια με την οποία και ερευνάται ο διατυπούμενος δι' αυτής μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, κατά την τελευταία αυτή διάταξη ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 8 παρ.1, 4, 5 του ιδρυτικού της αναιρεσίβλητης Τράπεζας ν. 4332/1929, η εν λόγω Τράπεζα για όλες τις από οποιαδήποτε αιτία και από οποιοδήποτε τίτλο γενικά απαιτήσεις της κέκτηται αυτοδικαίως και χωρίς συστατικό έγγραφο προνόμιο πρωτοπραξίας και δικαίωμα γεωργικού ενεχύρου μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης επί των μνημονευομένων αντικειμένων στην παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου, τα οποία λογίζονται αυτοδικαίως υπέγγυα σ' αυτήν, που ανήκουν στους οφειλέτες και συνυποχρέους.

Οι διατάξεις αυτές διατηρήθηκαν σε ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ.4 του Ν. 1914/1990 και μετά την μετατροπή της αναιρεσίβλητης Τράπεζας σε ανώνυμη εταιρεία. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ.4 του Ν. 1914/1990, η αναιρεσίβλητη Τράπεζα από αυτόνομος οργανισμός κοινωφελούς χαρακτήρα μετατράπηκε σε ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, λειτουργούσα κατά τους κανόνες ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών, ενώ διατηρήθηκαν σε ισχύ τα δικονομικά και ουσιαστικά αυτής προνόμια, επομένως και το πιο πάνω γεωργικό ενέχυρο.

Οι διατάξεις αυτές δεν θίγηκαν από τις διατάξεις του Ν. 2076/1992 "Ανάληψη και άσκηση δραστηριότητος πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες συναφείς διατάξεις", που είχε σκοπό, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτού, την ενσωμάτωση της Ελληνικής τραπεζικής νομοθεσίας στις διατάξεις της οδηγίας 89/6446/ΕΠΚ του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία αφορούσε κυρίως τη ρύθμιση των προϋποθέσεων πρόσβασης στη τραπεζική αγορά και όχι τη ρύθμιση ουσιαστικών και δικονομικών δικαιωμάτων των οφειλετών τραπεζών.

Σημειώνεται ότι ούτε από τη διάταξη της παραγράφου 8 του άρθρου 26 του Ν. 2076/1992, με την οποία ορίστηκε ότι διατάξεις νόμων που ρυθμίζουν θέματα καταστατικού των τραπεζών που έχουν έδρα την Ελλάδα καταργούνται, θίγηκαν οι ειδικές αυτές ρυθμίσεις που αναφέρονται στα πιο πάνω προνόμιά της, ενόψει του ότι οι ρυθμίσεις αυτές έπαυσαν να αποτελούν περιεχόμενο αποκλειστικά του καταστατικού νόμου 4332/1929 και διατηρήθηκαν σε ισχύ δυνάμει του άρθρου 26 παρ. 4 του Ν. 1914/1990 (Ολ.ΑΠ 24 και 25/2006), ενώ με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Ν. 2844/2000 καταργήθηκε το πιο πάνω άρθρο 8 του Ν. 4332/1929και οι διατάξεις του ν.δ. 572/1948 μόνο και κατά το μέρος που προέβλεπε ενέχυρο σε αλιευτικά και σπογγαλιευτικά πλοιάρια.

Κατά την μεταβατικού όμως χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 20 παρ3 του ν. 2844/2000 ενέχυρα που συστήθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 2844/200 (13-10-2001), διατηρούνται και διέπονται από τις καταργούμενες οικείες διατάξεις. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 4332/1929 δεν είναι κανονιστικού περιεχομένου, αφού δεν αφορά την οργάνωση και τη λειτουργία της ΑΤΕ, αλλά εμπεριέχει καθαρώς ουσιαστική ρύθμιση, η οποία προβλέπει σύσταση ενεχύρου εκ του νόμου.

Η ύπαρξη δεν του ενεχύρου αυτού δεν αντίκειται ούτε στην αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού, ούτε στα άρθρα 4, και 25 παρ. 1 του Συντάγματος ούτε στην πιο πάνω οδηγία 89/6446/ΕΟΚ του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αφού η εν λόγω μεν Οδηγία, όπως προαναφέρθηκε, αφορούσε κυρίως τη ρύθμιση των προϋποθέσεων πρόσβασης στη τραπεζική αγορά και όχι τη ρύθμιση ουσιαστικών και δικονομικών δικαιωμάτων των οφειλετών τραπεζών, η δε σύσταση ενεχύρου εκ του νόμου υπέρ ορισμένων κατηγοριών πιστωτών δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας ή της αναλογικότητας.

Εξάλλου, το ανίσχυρο των ρυθμίσεων των άρθρων 11 παρ. 4, 13 και 14 παρ.1 του Ν. 4332/1929 (περιορισμός ενδίκων μέσων πλην ανακοπής η οποία ασκείται ενώπιον του αρμόδιου ειρηνοδικείου κλπ) για τις οποίες έχει γίνει δεκτό (Ολ.ΑΠ 25/2006) ότι παραβιάζουν την συνταγματική αρχή της ισότητας, διότι θέτουν τους οφειλέτες της αναιρεσίβλητης Τράπεζας σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τους οφειλέτες άλλων τραπεζών, χωρίς να επιβάλλεται η ρύθμιση αυτή από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, και επιπλέον οι ρυθμίσεις του άρθρου 11 παρ.4 του Ν. 4332/1929 (περιορισμός των λόγων ανακοπής μόνο σε εκείνους που αφορούν την απόσβεση απαιτήσεως) αντιβαίνουν στο δικαίωμα της πλήρους και αποτελεσματικής προστασίας που παρέχουν οι διατάξεις του άρθρου 20 Συντάγματος και το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, δεν αφορά το παρεχόμενο με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 4332/1929 στην ΑΤΕ δικαίωμα ενεχύρου, όπως δεν αφορά και τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 4332/1929 για το δικαίωμα της ΑΤΕ να προβαίνει μονομερώς σε εγγραφή υποθήκης και προσημειώσεως (Ολ.

ΑΠ 25/2006). Η διατήρηση των διατάξεων του άρθρου 8 §§ 1, 4, 5 του ν.4332/1929 αρχικά με τα άρθρα 70 ΕισΝΑΚ και 52 αρ. 4 ΕισΝΚΠολΔ, στη συνέχεια με το άρθρο 26 παρ. 4 του ν.1914/1990, με τον οποίο μετατράπηκε η αναιρεσίβλητη τράπεζα σε ανώνυμη εταιρεία, και τέλος με το άρθρο 20§2 του ν. 2844/2000, με τον οποίον καταργήθηκαν μόνο κατά το μέρος που πρόβλεπαν ενέχυρο σε αλιευτικά και σπογγαλιευτικά πλοιάρια, δικαιολογεί τη νομική παραδοχή ότι υπερισχύει των προγενεστέρων αυτού διατάξεων των άρθρων 61 §1 του ν.δ/τος 356/1974 και 975 ΚΠολΔ, που προβλέπουν προνομιακή κατάταξη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.

Επομένως η διατυπούμενη αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ με την έννοια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των παραπάνω σημειουμένων διατάξεων, η οποία εντοπίζεται στην εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 8 §§1,4,5 του ν.4332/1929, το οποίο, κατά την αποδιδόμενη πλημμέλεια, καταργήθηκε με το άρθρο 26 §8 του ν.2076/1992 και σε κάθε περίπτωση υπερισχύουν αυτού οι διατάξεις των άρθρων 61 παρ. 1 του ν.δ/τος 356/1974 και 975 ΚΠολΔ, ελέγχεται, ερειδόμενη επί αναληθούς από νομική άποψη προϋποθέσεως, ως αβάσιμη, κατ' ορθή δε εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων η προσβαλλόμενη απόφαση αρνητικά αξιολόγησε την ανακοπή του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ως αβάσιμη.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη, καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει, κατ' επιταγή των άρθρων 22§1 του ν.3693/1957,σε συνδυασμό με τα άρθρα 7 και 9 του ν.δ. 2698/1953 και την κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987 εκδοθείσα ν.α. 134423/20-1-1993 (ΦΕΚ 11/τβ/20-1-1993) στο ποσό των 300,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 35/23-6-2004 αίτηση για αναίρεση της 388/17-7-2001 αποφάσεως του Εφετείο Θράκης. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ