Legislator Case Law & Legislation
177/2010 AI generated

177/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 177/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Αναγνώριση εικονικότητας συμβάσεως πωλήσεως ακινήτου. Λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 απαράδεκτη 559 αρ. 19 αόριστη, χωρίς αναφορά περιστατικών και αναιρετικής πλημμέλειας αόριστος. Ερημοδικία αναιρεσειόντων.

Legislator headnote

AI generated

177/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Oι ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εκκρεμείς: α) από 19.5.2008 αίτηση αναιρέσεως των Χ1 κ.λ.π. και β) από 23.5.2008 αίτηση αναιρέσεως των Χ3, με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή με αριθμό 6657/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 177 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Αναγνώριση εικονικότητας συμβάσεως πωλήσεως ακινήτου. Λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 απαράδεκτη 559 αρ. 19 αόριστη, χωρίς αναφορά περιστατικών και αναιρετικής πλημμέλειας αόριστος. Ερημοδικία αναιρεσειόντων.

Αριθμός 177/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

A. Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ... και 2. Χ2, κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Μαλεβίτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

B. Των αναιρεσειόντων: 1. Χ3, κατοίκου ..., 2. Χ4, κατοίκου ..., με την ιδιότητα της εξ αδιαθέτου κληρονόμου του πατέρα της ΧΧ, 3. Χ5, κατοίκου ..., με την ιδιότητα της εξ αδιαθέτου κληρονόμου του πατέρα της ΧΧ, 4. Χ6, κατοίκου ..., με την ιδιότητα της εξ αδιαθέτου κληρονόμου του πατέρα της ΧΧ, 5. Χ7, κατοίκου ..., την ιδιότητα του εξ αδιαθέτου κληρονόμου της συζύγου της ΧΧ, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε και εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Μαλεβίτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Οκτωβρίου 1983 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4906/1989 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6657/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19 Μαΐου 2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε ως προς την A. την από 19 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και ως προς την Β. την από 19 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Oι ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εκκρεμείς: α) από 19.5.2008 αίτηση αναιρέσεως των Χ1 κ.λ.π. και β) από 23.5.2008 αίτηση αναιρέσεως των Χ3, με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή με αριθμό 6657/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).

Α) Επί της από αιτήσεως αναιρέσεως των Χ1 και Χ2.

Όπως προκύπτει από τις .../16.3.2009 και .../12.2.2009 εκθέσεις επιδόσεως των ... και ..., δικαστικών επιμελητών των Πρωτοδικείων Θεσσαλονίκης και Κερκύρας αντιστοίχως, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσίβλητη, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τους αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2 (άρθρο 128 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).

Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνων που έχουν κλητευθεί (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. "αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού η διεθνούς δικαίου ...". Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι για να ιδρυθεί ο δι' αυτής προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η παράβαση να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος ρυθμίζει βιοτικές σχέσεις, δηλαδή τη γένεση, μεταβολή ή κατάργηση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων όχι δε δικονομικούς κανόνες, οι οποίοι καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας και ως προς την παράβαση τους προβλέπονται οι από τους αριθμούς 2 έως 18 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.

λόγοι αναιρέσεως. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 218 και 219 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι η επικουρική σώρευση αντιφατικών αγωγών, σε αντίθεση με την υποκειμενική, είναι επιτρεπτή. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι με το αποδεικτικό της πόρισμα "παραβίασε κανόνα δικαίου και συγκεκριμένα τα άρθρα 116 και 438 του Κ.Πολ.Δικ", με το να δεχθεί εσφαλμένα ως νόμω βάσιμη την αγωγή κατά την επικουρική της βάση περί εικονικότητας, ενώ ήταν σε αντίφαση με την κύρια βάση περί αντιθέσεως στα χρηστά ήθη της αμφισβητούμενης δικαιοπραξίας και ακόμη με το να δεχθεί περιστατικά αντίθετα με τα αναγραφόμενα στο πωλητήριο συμβόλαιο (δημόσιο έγγραφο).

Επομένως, εφόσον οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν από το Εφετείο δεν είναι κανόνες ουσιαστικού δικαίου, αλλά δικονομικοί κανόνες δικαίου, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος. Ο ίδιος δε λόγος κατά το μέρος του που πλήττει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου είναι απαράδεκτος (Κ.Πολ.Δικ. 561 παρ. 1).

Ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι στερείται νόμιμης βάσης, γιατί έχει ανεπαρκή ή αντιφατική αιτιολογία, για να είναι ορισμένος πρέπει να διαλαμβάνει, πλην άλλων: 1) τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και 2) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι σε τί συνίσταται η αποδιδόμενη πλημμέλεια, ποιά περιστατικά έπρεπε επί πλέον να αναφέρονται για να είναι επαρκής η αιτιολογία και ποιες παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος προσδίδουν την αντιφατικότητα του (Ολ.ΑΠ 32/1996).

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι στερείται νόμιμης βάσης, λόγω ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των αιτιολογιών, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ποιες ήταν οι παραδοχές του Εφετείου που περιέχουν ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία ως προς τα κρίσιμα περιστατικά που συγκροτούν την γενόμενη δεκτή νομική βάση της αγωγής, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση του λόγου αυτού αναιρέσεως πλήσσεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).

Β) Επί της από 19.5.2008 αιτήσεως αναιρέσεως των Ψ3, Ψ4, Ψ5, Ψ6 και Ψ7.

Όπως προκύπτει από τις α) .../12.2.2009, .../12.2.2009, .../12.2.2009, .../13.2.2009 και β) .../30.9.2009 εκθέσεις επιδόσεως των ... και ..., δικαστικών επιμελητών των Πρωτοδικείου Κερκύρας και Αθηνών αντιστοίχως με τις κάτω από την τελευταία απόδειξη παραλαβής θυροκολληθέντος εγγράφου και βεβαίωση ταχυδρομήσεως συστημένης επιστολής, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τους αναιρεσείοντες (άρθρο 124 παρ. 1 και 4 του Κ.Πολ.Δικ.). Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξού-σιου δικηγόρου τους, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ. Πολ. Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνων που έχουν κλητευθεί (άρθρο 576 καρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. "αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού η διεθνούς δικαίου ...". Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει, ότι για να ιδρυθεί ο δι' αυτής προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η παράβαση να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος ρυθμίζει βιοτικές σχέσεις, δηλαδή τη γένεση, μεταβολή ή κατάργηση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων όχι δε δικονομικούς κανόνες, οι οποίοι καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας και ως προς την παράβαση τους προβλέπονται οι από τους αριθμούς 2 έως 18 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.

λόγοι αναιρέσεως. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 218 και 219 του ΚΠολΔικ συνάγεται ότι η επικουρική σώρευση αντιφατικών αγωγών, σε αντίθεση με την υποκειμενική, είναι επιτρεπτή. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι με το αποδεικτικό της πόρισμα "παραβίασε κανόνα δικαίου κα συγκεκριμένα τα άρθρα 116 και 438 του Κ.Πολ.Δικ.", με το να δεχθεί εσφαλμένα ως νόμω βάσιμη την αγωγή κατά την επικουρική της βάση περί εικονικότητας, ενώ ήταν σε αντίφαση με την κύρια βάση περί αντιθέσεως στα χρηστά ήθη της αμφισβητούμενης δικαιοπραξίας και ακόμη με το να δεχθεί περιστατικά αντίθετα με τα αναγραφόμενα στο πωλητήριο συμβόλαιο (δημόσιο έγγραφιο).

Επομένως, εφόσον οι διατάξεις, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν από το Εφετείο, δεν είναι κανόνες ουσιαστικού δικαίου, αλλά δικονομικοί κανόνες δικαίου, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος. Ο ίδιος δε λόγος κατά το μέρος του που πλήττει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου είναι απαράδεκτος (Κ.Πολ.Δικ. 561 παρ. 1) Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ.

λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι στερείται νόμιμης βάσης, γιατί έχει ανεπαρκή ή αντιφατική αιτιολογία, για να είναι ορισμένος πρέπει να διαλαμβάνει, πλην άλλων:1)τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και 2) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι σε τί συνίσταται η αποδιδόμενη πλημμέλεια, ποια περιστατικά έπρεπε επί πλέον να αναφέρονται για να είναι επαρκής η αιτιολογία και ποιες παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος προσδίδουν την αντιφατικότητά του (Ολ.ΑΠ 32/1996).

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι στερείται νόμιμης βάσης λόγω ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των αιτιολογιών, διότι "καταλήγει σε αντιφατικά συμπεράσματα δεχόμενη αφενός ως αληθή όσα καταθέτουν οι μάρτυρες της αντιδίκου περί μη καταβολής του τιμήματος του επιδίκου συμβολαίου και αφετέρου υπονοεί ότι δέχεται ως αληθές επίσης το αντίθετο αναγραφόμενο στο συμβόλαιο ...".

Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ποιές ήταν οι παραδοχές του Εφετείου που περιέχουν ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία ως προς τα κρίσιμα περιστατικά που συγκροτούν τη γενόμενη δεκτή νομική βάση της αγωγής, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος.

Κατά το άρθρο 80 του Κ.Πολ.Δικ, "αν σε δίκη εκκρεμή μεταξύ άλλων (τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν". Κατά δε την ΚΠολΔικ 537, αν περισσότεροι νικήθηκαν με την ίδια απόφαση και για τους ίδιους λόγους και ένας μόνο άσκησε έφεση, η απόφαση που δέχεται, την έφεση ισχύει και υπέρ των ομοδίκων που δεν άσκησαν έφεση, εφόσον δεν αποδέχτηκαν την πρωτόδικη απόφαση.

Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιό λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Στην υπόψη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μομφή ότι εσφαλμένως απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση των αναιρεσειόντων υπέρ των εκκαλούντων Χ1 και Χ2, επειδή στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας συμμετείχαν ως ομόδικοι τους η πρώτη και (ο ήδη θανών) καθολικός δικαιοπάροχος των λοιπών από εκείνους ΧΧ.

Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται σε τί συνίσταται το σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ποιόν από τους περιοριστικώς στη διάταξη του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. αναφερόμενους λόγους αναιρέσεως συγκροτεί η προβαλλόμενη αιτίαση, ως επίσης, και ποιό είναι εν προκειμένω το έννομο συμφέρον των αναιρεσειόντων αφού η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται ελλείψει σχετικού αιτήματος της παριστάμενης αναιρεσίβλητης (άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει: α) την από 19.5.2008 αίτηση των Χ1 και Χ2 και β) από 23.5.2008 αίτηση των Χ3, Χ4, Χ5, Χ6 και Χ7, για αναίρεση της 6657/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει τις αιτήσεις αυτές.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ