Supreme Court dismisses appeal on water rights and building code violations due to procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding water rights and building regulations. The appellant argued that the lower court violated building codes by accepting a water tank without proper drainage requirements, but failed to raise these specific points as formal grounds of appeal. The court ruled that the appellant's arguments were inadmissible because they were not properly substantiated in the appeal petition, relying instead on the principle that the appellate court applies the law sua sponte. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 562 of the Code of Civil Procedure; The grounds of appeal must be explicitly stated in the appeal petition; failure to substantiate legal arguments as formal grounds of appeal renders them inadmissible, as the appellate court is bound to apply the law regardless of the lower court's application.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1779 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1779/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 2α Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Μ. - Μ. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίνα Μαρκούτη - Μπαντή και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Της εταιρείας με την επωνυμία "…." και το διακριτικό τίτλο "…… Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ζ. Ζ. του Κ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κανδιώ Μαραγκού, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-9-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ερμούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 112ΤΜ/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-1-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 112ΤΜ/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, που δίκασε ως Εφετείο. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 37/2017 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ερμούπολης, με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, περί άρσεως της προσβολής της κυριότητάς τους επί των επιδίκων ακινήτων από τον αναιρεσείοντα και παράλειψής της στο μέλλον. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1024 ΑΚ ο κύριος του χαμηλότερου ακινήτου έχει υποχρέωση να δέχεται τα νερά που έρχονται από το ψηλότερο ακίνητο, εφόσον αυτά ρέουν φυσικά και χωρίς χειροποίητο έργο και ακολουθούν τη φυσική ροή. Από τη διάταξη αυτή, η οποία έχει εφαρμογή τόσο επί αγροτικών ακινήτων, δηλαδή ακινήτων που προορισμός τους είναι η αγροτική εκμετάλλευση, ανεξάρτητα αν σ'αυτά είναι δυνατή η ανοικοδόμηση αστικών ακινήτων, όσο και, κατ'ανάλογη εφαρμογή, για την ταυτότητα του λόγου και επί αστικών ακινήτων, που βρίσκονται σε περιοχές χωρίς οργανωμένο σύστημα υπονόμων, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις των άρθρων 1000 και 1004 ΑΚ, συνάγεται, ότι ο κύριος του χαμηλότερου ακινήτου έχει μεν υποχρέωση να δέχεται τα νερά, που έρχονται από το ψηλότερο ακίνητο, αλλά μόνον εφόσον αυτά ακολουθούν την φυσική ροή (ΑΠ 1534/2009).
Ο κύριος του ψηλότερου ή του χαμηλότερου ακινήτου δεν έχει δικαίωμα να κατασκευάσει μέσα στο κτήμα έργο, που εμποδίζει ή μεταβάλλει τη φυσική ροή των βρόχινων ή πηγαίων νερών. Ειδικότερα, αν ο κύριος του χαμηλότερου ακινήτου κατασκευάσει έργο στο κτήμα του, με το οποίο εμποδίζεται ή μετατρέπεται η φυσική ροή των βρόχινων ή πηγαίων νερών, ο κύριος του ψηλότερου ακινήτου διατρέχει κίνδυνο πλημμύρας και, επομένως, προσβάλλεται η κυριότητά του.
Αντίστοιχα, η κατασκευή έργου μέσα στο ψηλότερο ακίνητο, που έχει σαν αποτέλεσμα να γίνουν αφθονότερα ή να ρέουν ταχύτερα ή ορμητικότερα τα νερά συνιστά προσβολή της κυριότητας πάνω στο χαμηλότερο ακίνητο. Δεν υπάρχει όμως παράνομη προσβολή, όταν ο κύριος του υπερκείμενου ακινήτου προβαίνει μέσα στο κτήμα του σε κατασκεύασμα, το οποίο δεν μεταβάλλει τη φυσική ροή, αλλά απλώς αναχαιτίζει την ορμητικότητα του νερού και αποτρέπει το σχετικό κίνδυνο προς όφελος τόσο του δικού του όσο και των γειτονικών κτημάτων.
Εξάλλου, με το άρθρο 31 παρ. 1 περ. Γ' του Ν. 1577/1985 (ΓΟΚ) σε συνδυασμό με το άρθρο 26 παρ. 4 του Κτιριοδομικού Κανονισμού (ήδη άρθρο 369 παρ. 4 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας), όσον αφορά στα όμβρια ύδατα από όλες τις επιφάνειες απορροής αυτών (οικοπέδων και κτισμάτων) σε οικισμούς με ή χωρίς εγκεκριμένο σχέδιο, προβλέπονται τα εξής:
Όλες οι επιφάνειες απορροής ομβρίων ή οι επιφάνειες στέγης κτιρίου ή χώρου νέου ή υφιστάμενου οικοπέδου ή ανοικτού χώρου, εφόσον προκαλούν ή είναι δυνατό να προκαλέσουν ενόχληση ή συνιστούν κίνδυνο για την υγεία και την ασφάλεια των γειτονικών ιδιοκτησιών ή κοινόχρηστων ή δημόσιων χώρων (π.χ. πεζοδρομίων) με την κατάκλυσή τους με όμβρια νερά πρέπει να διαθέτουν εγκατάσταση αποχέτευσης ομβρίων, ενώ απαγορεύεται η ελεύθερη απορροή ομβρίων από τα δώματα και τους εξώστες (περ.
α). Εάν δεν υπάρχουν αγωγοί κατάλληλοι για τη διάθεση των ομβρίων, τότε αυτή μπορεί να γίνεται στα ρείθρα των πεζοδρομίων. Σε περίπτωση αδυναμίας διάθεσης των ομβρίων και εκεί, είναι δυνατή η διάθεση των ομβρίων σε απορροφητικό φρέαρ με τις εξής προϋποθέσεις: το φρέαρ να απέχει τουλάχιστον 5μ. από θεμέλια κτιρίων ή τα όρια του οικοπέδου και τουλάχιστον 5 μ.
από υδραγωγεία και 10 μ. από φρεάτια ή πηγές νερού, καθώς και να μην έχουν μολυνθεί τα όμβρια με λύματα ή απόβλητα, όπως επίσης να έχουν υποστεί καθίζηση φερτών υλών σε κατάλληλες οσμοπαγίδες. (περ. γ'). Σε κάθε περίπτωση, επιτρέπεται η συλλογή ομβρίων σε στεγανή δεξαμενή, υπό τις προϋποθέσεις να έχει επαρκή χωρητικότητα, στεγανά τοιχώματα που να αποκλείουν τόσο τη διαρροή των ομβρίων, όσο και κυρίως την εισροή υπόγειων ή άλλων νερών, να έχει επαρκή αερισμό και στόμια καθαρισμού και να απέχει τουλάχιστον 1 μ.
από τα όρια του οικοπέδου ή τα θεμέλια κτιρίων και 5μ από κάθε πηγή νερού. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται αναιρετικός λόγος για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013).
Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 571/2017 ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).
Με το εδάφιο β' του αριθμού 1 του ίδιου ως άνω άρθρου 560 ΚΠολΔ, που ταυτίζεται με τον αριθμό 1 εδάφιο β' του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να εξειδικεύονται, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλαδή για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 589/2020, 334/2019, ΑΠ 757/2015).
Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 2157/2014). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1103/2011).
Ο παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. (ΑΠ 894/2020, ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 1646/2018).
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος με τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Δεν ιδρύεται όμως ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, όταν είναι μη νόμιμος και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 733/2020), όπως επίσης και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός.(ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 122/2019), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό. (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 841/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της 2703/2019 προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), το Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου, που δίκασε ως Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σε αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, ως προς την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων περί άρσεως της προσβολής της κυριότητάς τους επί των επιδίκων ακινήτων και παράλειψής της στο μέλλον, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει των υπ' αριθ. 12193 και 12194 από 20-07- 2007 δύο (02) συμβολαίων αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Ερμούπολης Σύρου, Ιάκωβου Πρίντεζη, που καταχωρήθηκαν νομίμως στα οικεία Κτηματολογικά Φύλλα ακινήτων του Κτηματολογικού Γραφείου Σύρου-Ερμούπολης η πρώτη εφεσίβλητη-ενάγουσα κατέστη δι'αγοράς, πλήρης και αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος δύο οικοπέδων ..., εμβαδού μέτρων τετραγωνικών 1167,24 και 1836.40 αντίστοιχα κειμένων εντός του οικισμού Βάρης Σύρου, θέση "…..", προβαίνοντας στη συνέχεια, με την υπ'αριθ. 12349/12-01-2008 συμβολαιογραφική πράξη του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως καταχωρημένης στα οικεία Κτηματολογικά Φύλλα ακινήτων...
στη συνένωση αυτών και δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο μία ενιαία ευρύτερη έκταση, συνολικής επιφάνειας μέτρων τετραγωνικών 3003,64, έτσι, όπως αυτή ειδικότερα αποτυπώνεται στο από μηνός Νοεμβρίου έτους 2007 τοπογραφικό διάγραμμα ... Κατόπιν, με την ίδια πιο πάνω συμβολαιογραφική πράξη, η πρώτη εφεσίβλητη - ενάγουσα διαίρεσε την παραπάνω ενιαία έκταση σε τρία αυτοτελή, άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα με στοιχεία Ε1, Ε2 και Ε3 εμβαδού μέτρων τετραγωνικών 1001,71, 1001,58 και 1000,35 ...
μεταβιβάζοντας ταυτόχρονα στον δεύτερο εφεσίβλητο - ενάγοντα ιδανικό μερίδιο 2% εξ αδιαιρέτου επί του υπό στοιχεία Ε2 οικοπέδου και παρακρατώντας για την ίδια το υπόλοιπο 98%. Ακολούθως, επί του υπό στοιχεία Ε1 οικοπέδου, η πρώτη ενάγουσα - εφεσίβλητη προέβη στην ανέγερση ενός κτιριακού συγκροτήματος αποτελούμενου από επτά (07) κατοικίες, όπου, δυνάμει της ... 20120/20-02-2009 πράξης σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών..., όπως αυτή τροποποιήθηκε με την ... 22490/31-08-2011 Πράξη..., νομίμως καταχωρημένων στα οικεία Κτηματολογικά Φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Σύρου - Ερμούπολης ...
συνέστησε δεκαπέντε (15) οριζόντιες ιδιοκτησίες ... Επί του υπό στοιχεία Ε2 οικοπέδου η πρώτη ενάγουσα - εφεσίβλητη ενεργώντας υπό διπλή ιδιότητα ως συνοικοπεδούχος και εργολήπτρια εταιρία κατασκεύασε ένα κτιριακό συγκρότημα αποτελούμενο από έξι (06) κατοικίες, όπου βάσει της ... 20180 πράξης σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών ...
έτσι όπως αυτή τροποποιήθηκε, συνέστησε δεκατέσσερις (14) οριζόντιες ιδιοκτησίες ..., εκ των οποίων η με αριθμό ΚΑΕΚ ... ανήκει εξ ολοκλήρου στον δεύτερο ενάγοντα - εφεσίβλητο, ενώ οι λοιπές ανήκουν στην πρώτη εφεσίβλητη-ενάγουσα, η οποία επί του υπό στοιχεία Ε3 οικοπέδου, ανήγειρε ομοίως ένα κτιριακό συγκρότημα αποτελούμενο από επτά (07) κατοικίες, όπου αυτή συνέστησε δυνάμει της ... ...
συμβολαιογραφικής πράξης σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών, έτσι όπως αυτή τροποποιήθηκε..., δώδεκα (12) οριζόντιες ιδιοκτησίες... Από την πλευρά του, ο εκκαλών- εναγόμενος τυγχάνει πλήρης και αποκλειστικός κύριος νομέας και κάτοχος του οικοπέδου ... εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών 818,00, το οποίο απέκτησε δι'αγοράς με το ... ...
συμβόλαιο αγοραπωλησίας σε συνδυασμό με την ... 22795 συμβολαιογραφική πράξη εξόφλησης τιμήματος ... που μεταγράφηκαν νόμιμα... Το οικόπεδο αυτό συνορεύει στη νοτιοδυτική του πλευρά με τα υπό στοιχείο Ε1 και Ε2 ακίνητα των εφεσιβλήτων-εναγόντων και βρίσκεται σε χαμηλότερο κατά 4,20 μ, περίπου, υψομετρικό επίπεδο σε σχέση με αυτά.
Τα εν λόγω ακίνητα των αντιδίκων αποτελούν τμήμα ευρύτερης περιοχής που εκτείνεται μεταξύ της επαρχιακής οδού Βάρης - Μέγα Γιαλού και της παραλίας "….." και παρουσιάζει κλιμακωτή υψομετρική μεταβολή με σημαντική κατωφερική κλίση. Εξαιτίας της μορφολογικής διάταξης του εδάφους στη συγκεκριμένη τοποθεσία, τόσο οι ιδιοκτησίες των αντιδίκων, όσο και οι όμορες αυτών ιδιοκτησίες δέχονται ανέκαθεν όλα τα επιφανειακά και υπόγεια όμβρια ύδατα της εκτεινόμενης στα ανάντη της ως άνω επαρχιακής οδού περιοχής, τα οποία κατά τη φυσική ροή τους ανέκαθεν διαπερνούσαν και σε περίπτωση έντονης βροχόπτωσης ορμητικά, το ακίνητο του εκκαλούντος-εναγομένου το οποίο είναι το χαμηλότερο ακίνητο στην περιοχή για να καταλήξουν στη θάλασσα.
Για την αντιμετώπιση των πλημμυρικών φαινομένων, κατά την ανέγερση των κατοικιών και τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου στις ιδιοκτησίες των εφεσίβλητων-εναγόντων και ενόψει της έλλειψης υπόγειου συστήματος απορροής των ομβρίων υδάτων (αποχέτευσης) στην περιοχή, η πρώτη ενάγουσα-εφεσίβλητη σύμφωνα με τα όσα επιτάσσει το άρθρο 26 παρ. 4 περ. 3 του Κτιριοδομικού Κανονισμού, κατασκεύασε στο βορειοανατολικό άκρο του υπό στοιχεία Ε2 οικοπέδου, το οποίο εφάπτεται σε πλευρά μέτρων 5 περίπου με το χαμηλότερο ακίνητο του εκκαλούντος - εναγομένου, ένα κεντρικό φρεάτιο υποδοχής ομβρίων υδάτων διαστάσεων μέτρων 10ΧΠ1ΧΒ3.00, χωρητικότητας κυβικών μέτρων 3,50, στο οποίο καταλήγουν όλα τα όμβρια ύδατα της ευρύτερης περιοχής (κάτι το οποίο ανέκαθεν συνέβαινε) εγκαθιστώντας εντός αυτού κατόπιν σχετικής υδρολογικής μελέτης, που υποβλήθηκε στην Υπηρεσία Δόμησης του Δήμου Σύρου-Ερμούπολης, ένα αντλητικό συγκρότημα, ώστε τα φυσικώς ρέοντα ύδατα να διοχετεύονται προς την παρακείμενη επαρχιακή οδό Βάρης-Μέγα Γιαλού, στα ανάντη των ιδιοκτησιών των αντιδίκων, σε ποσότητα που να καλύπτει πλήρως τις ιδιοκτησίες των εναγόντων - εφεσιβλήτων, καθώς και μέρος ακραίου πλημμυρικού φαινομένου σε περίπτωση έντονης βροχόπτωσης.
Τμήμα του αντλητικού αυτού συγκροτήματος είναι ο επίμαχος αγωγός υπερχείλισης Φ200, ο οποίος εκκινεί από τον πυθμένα του κεντρικού φρεατίου, που υπάρχει εντός του ακινήτου των εφεσίβλητων- εναγόντων και καταλήγει στην ιδιοκτησία του εκκαλούντος-εναγομένου σε μήκος μόλις 0,80 μέτρων εντός αυτού. Με τον αγωγό αυτόν μόνο η υπερχειλίζουσα εκ του κεντρικού φρεατίου ποσότητα των ομβρίων υδάτων πέραν της υπολογισθείσας μέγιστης βροχόπτωσης, διοχετεύεται στη θάλασσα μέσω του ακινήτου του εκκαλούντος-εναγομένου, το οποίο ως χαμηλότερο είναι υποχρεωμένο, βάσει της ρητής ρύθμισης του άρθρου 1024 του Α.Κ., να δέχεται τα ύδατα από το υψηλότερο ακίνητο των εφεσίβλητων-εναγόντων.
Ο συγκεκριμένος αγωγός κατασκευάστηκε όχι για να εκτρέψει τη φυσική ροή των νερών, όπως ισχυρίζεται ο εκκαλών-εναγόμενος στο δικόγραφο της έφεσής του, αλλά για να διευκολύνει την εκροή τους προς τη θάλασσα προκαλώντας τη λιγότερη δυνατή όχληση στον εναγόμενο, μόνο σε επιφάνεια 0,80 τ.μ. εκ της συνολικής επιφάνειας του οικοπέδου του και μόνο σε ημέρες με έντονα καιρικά φαινόμενα και ισχυρή βροχόπτωση.
Επί πλέον για την αποφυγή πλημμυρικών φαινομένων η πρώτη ενάγουσα - εφεσίβλητη κατασκεύασε στο μεν υπό στοιχεία Ε1 οικόπεδο, επτά (07) υπόγειες δεξαμενές νερού εμβαδού μέτρων τετραγωνικών 5,67 έως 16,22, στο δε υπό στοιχείο Ε2 οικόπεδο ακόμα επτά (07) δεξαμενές νερού εμβαδού μέτρων τετραγωνικών 8,37 έως 9,98, προκειμένου να συγκεντρώνονται εκεί όλα τα όμβρια ύδατα που συλλέγονται στις ταράτσες και στις αυλές των ανεγερθεισών κατοικιών, ενώ αντικατέστησε την υφιστάμενη παλαιά ξερολιθιά που οριοθετούσε τα ακίνητά της από το ακίνητο του εκκαλούντος -εναγομένου, με μανδρότοιχο ύψους 5,00 μέτρων περίπου, ο οποίος λειτουργεί ως τοίχος αντιστήριξης, ενισχυτικός της στατικότητας των οικοδομών που βρίσκονται εντός των ακινήτων των εφεσιβλήτων-εναγόντων και στον οποίο αυτή τοποθέτησε σωλήνες απορροής, ώστε τα υπόγεια ύδατα να διοχετεύονται στην εξωτερική πλευρά του μανδρότοιχου και με τον τρόπο αυτό να περιορίζεται ο κίνδυνος υπέρβασης των επιτρεπόμενων ορίων υγρασίας στο σημείο αυτό και της πρόκλησης αστάθειας στα οικόπεδα των εφεσιβλήτων - εναγόντων.
Και ενώ, όπως εμφαίνεται από τα προεκτεθέντα, η πρώτη ενάγουσα-εφεσίβλητη προέβη σε όλες τις επιβεβλημένες από τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης ενέργειες, για να συγκεντρώσει προς όφελος των ακινήτων της, του ακινήτου του αντιδίκου της, αλλά και των γειτονικών ιδιοκτησιών, τα όμβρια ύδατα της εκτεινόμενης στα ανάντη της επαρχιακής οδού Βάρης -Μέγα Γιαλού περιοχής, στο ευρισκόμενο εντός των οικοπέδων αυτής και του δεύτερου εφεσίβλητου-ενάγοντα φρεάτιο και να ελαχιστοποιήσει έτσι, την ελεύθερη απορροή τους στο χαμηλότερο καλλιεργήσιμο ακίνητο του εκκαλούντος-εναγομένου, ο τελευταίος, κατά τον μήνα Απρίλιο έτους 2014, ενεργώντας αυθαιρέτως, σφράγισε με πέτρες, τούβλα και λάσπη τον αγωγό Φ200, που αποτελεί το μοναδικό άνοιγμα απορροής της υπερχειλίζουσας εκ του κεντρικού φρεατίου ποσότητας υδάτων, με σκοπό να εμποδίσει τη μέσω αυτού εκροή των ομβρίων υδάτων προς την ιδιοκτησία του, επαυξάνοντας με τον τρόπο αυτό τον κίνδυνο δημιουργίας σοβαρών πλημμυρικών φαινομένων εντός των όμορων ακινήτων των αντιδίκων του, καθώς, σε περίπτωση υπερχείλισης του κεντρικού φρεατίου, τα πλεονάζοντα ύδατα, ελλείψει άλλης διεξόδου, θα συγκεντρώνονται εντός των ιδιοκτησιών των εφεσιβλήτων - εναγόντων και συγκεκριμένα, στην εσωτερική πλευρά του μανδρότοιχου αντιστήριξης, καθώς και στα υπόγεια των κατοικιών, με αποτέλεσμα μεταξύ άλλων, τη διακοπή του εγκατεστημένου εκεί συστήματος βιολογικού καθαρισμού, αλλά και του ως άνω αντλητικού συστήματος ομβρίων υδάτων.
Επιπροσθέτως, ο εκκαλών-εναγόμενος απέκρουσε την προσφορά της πρώτης εφεσίβλητης-ενάγουσας να κατασκευάσει εντός του ακινήτου, με δικές της δαπάνες, υπόγεια πλαστική δεξαμενή χωρητικότητας κυβικών μέτρων 6,00, ώστε τα όμβρια ύδατα από την τυχόν υπερχείλιση του κεντρικού της φρεατίου να συγκεντρώνονται εντός αυτής και κατόπιν να αξιοποιούνται από τον εκκαλούντα-εναγόμενο, για αρδευτικούς σκοπούς...".
Με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί ότι με τις προαναφερόμενες ενέργειές του ο αναιρεσείων προσβάλλει την κυριότητα των αναιρεσιβλήτων επί των επίδικων ακινήτων τους, υποχρεώνοντας αυτόν να άρει την προσβολή, με την απόφραξη του επίδικου αγωγού, διαφορετικά και σε περίπτωση αρνήσεώς του, να το πράξουν οι αναιρεσείοντες απαγορεύοντάς του ταυτόχρονα, κάθε μελλοντική ενέργεια που θα μεταβάλλει ή θα παρεμποδίζει τη φυσική ροή των υδάτων από το ακίνητο των εφεσίβλητων-εναγόντων προς τη θάλασσα με την απειλή σε βάρος τους χρηματικής ποινής ποσού 500 ευρώ, για κάθε μελλοντική προσβολή.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1024 ΑΚ, καθώς και εκείνες του άρθρου 26 παρ. 4 του Κτιριοδομικού Κανονισμού (ήδη άρθρο 369 παρ. 4 ΚΒΠΝ). Ειδικότερα το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Τούτο δε, διότι, στις τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται: α) ότι οι διάδικοι είναι κύριοι όμορων ακινήτων με το ακίνητο ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος να βρίσκεται σε χαμηλότερο υψομετρικό επίπεδο σε σχέση με τα υπό στοιχεία Ε1 και Ε2 ακίνητα των αναιρειβλήτων, άπαντα δε τα ακίνητα αποτελούν τμήμα ευρύτερης περιοχής που εκτείνεται μεταξύ της επαρχιακής οδού Βάρης - Μέγα Γιαλού και της παραλίας "……..", και παρουσιάζει κλιμακωτή υψομετρική μεταβολή, με σημαντική κατωφερική κλίση, με αποτέλεσμα τόσο τα ακίνητα των διαδίκων, όσο και οι όμορες αυτών ιδιοκτησίες να δέχονται ανέκαθεν όλα τα επιφανειακά και υπόγεια όμβρια ύδατα της εκτεινόμενης ανάντη περιοχής, τα οποία κατά τη φυσική ροή τους ανέκαθεν διαπερνούσαν και σε περίπτωση έντονης βροχόπτωσης ορμητικά, το ακίνητο του αναιρεσείοντος, που είναι το χαμηλότερο ακίνητο στην περιοχή, για να καταλήξουν στη θάλασσα, β) ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, για την αντιμετώπιση των πλημμυρικών φαινομένων, κατά την ανέγερση των κατοικιών και τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου στις ιδιοκτησίες της ίδιας και του δεύτερου αναιρεσίβλητου, ενόψει της έλλειψης υπόγειου συστήματος απορροής των ομβρίων υδάτων (αποχέτευσης) στην περιοχή, σύμφωνα με τα όσα επιτάσσει το άρθρο 26 παρ. 4 περ. 3 του Κτιριοδομικού Κανονισμού, κατασκεύασε στο βορειοανατολικό άκρο του υπό στοιχεία Ε2 οικοπέδου, το οποίο εφάπτεται σε πλευρά μέτρων 5 περίπου με το χαμηλότερο ακίνητο του εκκαλούντος - εναγομένου, ένα κεντρικό φρεάτιο υποδοχής ομβρίων υδάτων, στο οποίο καταλήγουν όλα τα όμβρια ύδατα της ευρύτερης περιοχής (κάτι το οποίο ανέκαθεν συνέβαινε), εγκαθιστώντας εντός αυτού κατόπιν σχετικής υδρολογικής μελέτης, που υποβλήθηκε στην Υπηρεσία Δόμησης του Δήμου Σύρου-Ερμούπολης, ένα αντλητικό συγκρότημα, ώστε τα φυσικώς ρέοντα ύδατα να διοχετεύονται προς την παρακείμενη επαρχιακή οδό Βάρης-Μέγα Γιαλού, στα ανάντη των ιδιοκτησιών των αντιδίκων, σε ποσότητα που να καλύπτει πλήρως τις ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων καθώς και μέρος ακραίου πλημμυρικού φαινομένου σε περίπτωση έντονης βροχόπτωσης, γ) ότι τμήμα του αντλητικού αυτού συγκροτήματος είναι ο επίμαχος αγωγός υπερχείλισης Φ200, που εκκινεί από τον πυθμένα του κεντρικού φρεατίου, που υπάρχει εντός του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων και καταλήγει στην ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος σε μήκος μόλις 0,80 μέτρων εντός αυτού, με τον οποίο, μόνο η υπερχειλίζουσα εκ του κεντρικού φρεατίου ποσότητα των ομβρίων υδάτων πέραν της υπολογισθείσας μέγιστης βροχόπτωσης, διοχετεύεται στη θάλασσα μέσω του ακινήτου του αναιρεσείοντος, το οποίο ως χαμηλότερο είναι υποχρεωμένο, βάσει της ρητής ρύθμισης του άρθρου 1024 του Α.Κ., να δέχεται τα ύδατα από το υψηλότερο ακίνητο των αναιρεσιβλήτων, δ) ότι ο συγκεκριμένος αγωγός δεν κατασκευάστηκε για να εκτρέψει τη φυσική ροή των νερών, αλλά για να διευκολύνει την εκροή τους προς τη θάλασσα, προκαλώντας τη λιγότερη δυνατή όχληση στον εκκαλούντα - εναγόμενο, μόνο σε επιφάνεια 0,80 τ.μ.
εκ της συνολικής εκτάσεως του οικοπέδου του και μόνο σε ημέρες με έντονα καιρικά φαινόμενα και ισχυρή βροχόπτωση. Επί πλέον το Εφετείο ορθά έκρινε με αυτά που δέχθηκε, αποφαινόμενο εν τέλει, ότι, η πρώτη αναιρεσίβλητη προέβη σε όλες τις επιβεβλημένες από τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης ενέργειες, για να συγκεντρώσει προς όφελος των ακινήτων της, του ακινήτου του αναιρεσείοντος αλλά και των γειτονικών ιδιοκτησιών, τα όμβρια ύδατα της εκτεινόμενης στα ανάντη της επαρχιακής οδού Βάρης -Μέγα Γιαλού περιοχής, στο ευρισκόμενο εντός των οικοπέδων αυτής και του δεύτερου αναιρεσίβλητου φρεάτιο και να ελαχιστοποιήσει έτσι, την ελεύθερη απορροή τους στο χαμηλότερο καλλιεργήσιμο ακίνητο του αναιρεσείοντος, πλην όμως αυτός, προέβη σε ενέργειες οι οποίες προσβάλλουν την κυριότητα των αναιρεσιβλήτων επί των επιδίκων ακινήτων τους καθόσον, κατά τον μήνα Απρίλιο έτους 2014, σφράγισε αυθαίρετα τον ως άνω αγωγό Φ200, που αποτελεί το μοναδικό άνοιγμα απορροής της υπερχειλίζουσας εκ του κεντρικού φρεατίου ποσότητας υδάτων, με πέτρες, τούβλα και λάσπη, με σκοπό να εμποδίσει τη μέσω αυτού εκροή των ομβρίων υδάτων προς την ιδιοκτησία του, επαυξάνοντας με τον τρόπο αυτό τον κίνδυνο δημιουργίας σοβαρών πλημμυρικών φαινομένων εντός των όμορων ακινήτων των αντιδίκων του, καθώς, σε περίπτωση υπερχείλισης του κεντρικού φρεατίου, τα πλεονάζοντα ύδατα, ελλείψει άλλης διεξόδου, θα συγκεντρώνονται εντός των ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων και συγκεκριμένα, στην εσωτερική πλευρά του μανδρότοιχου αντιστήριξης, καθώς και στα υπόγεια των κατοικιών, με αποτέλεσμα μεταξύ άλλων, τη διακοπή του εγκατεστημένου εκεί συστήματος βιολογικού καθαρισμού, αλλά και του ως άνω αντλητικού συστήματος ομβρίων υδάτων.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα σχετικά με το ότι με τις προαναφερόμενες κατασκευές της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες πληρούσαν τις επιταγές της νομοθεσίας, δεν μεταβλήθηκε με την εκτροπή της η φυσική ροή των επιφανειακών και υπογείων ομβρίων υδάτων, της εκτεινόμενης στα ανάντη της ως άνω επαρχιακής οδού περιοχής, τα οποία, ανέκαθεν, κατά τη φυσική ροή τους.
διαπερνούσαν και σε περίπτωση έντονης βροχόπτωσης ορμητικά, το ακίνητο του αναιρεσίβλητου, το οποίο είναι το χαμηλότερο ακίνητο στην περιοχή για να καταλήξουν στη θάλασσα, αλλά αντιθέτως διευκολύνει την εκροή τους προς τη θάλασσα προκαλώντας τη λιγότερη δυνατή όχληση στον εναγόμενο, μόνο σε ημέρες με έντονα καιρικά φαινόμενα και ισχυρή βροχόπτωση.
Συνεπώς είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά τα πρώτο και δεύτερο σκέλη του, όπως, επίσης, αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση αντίστοιχα των αριθμών 1 α και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 1024 ΑΚ και του άρθρου 26παρ. 4 του Κτιριοδομικού Κανονισμού (ήδη άρθρο 369 παρ. 4 του ΚΒΠΝ) καθώς και ότι στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας σε αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Κατά τα λοιπά αμφότεροι οι ως άνω λόγοι, ο πρώτος κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλη του και ο δεύτερος, είναι απαράδεκτοι, επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις ως άνω διατάξεις του αριθμού 1α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επί πλέον, με το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού Ιβ' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε συγχρόνως ότι ο επίδικος σωλήνας διαμέτρου Φ 200 διευκολύνει την εκροή των υδάτων προς τη θάλασσα και τα διοχετευόμενα με αυτόν ύδατα προκαλούν τη λιγότερη δυνατή ενόχληση στον αναιρεσείοντα, μόνο σε επιφάνεια 80 τ.μ., παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα δικαίου του άρθρου 1024 ΑΚ, καθώς τέτοιος ισχυρισμός περί ελάχιστης δυνατής όχλησης στο ακίνητο του αναρεσείοντα δεν προτάθηκε από τους αναιρεσίβλητους και πρόκειται για συμπέρασμα που αντίκειται σε κάθε κοινή λογική και κάθε κανόνα της επιστήμης.
Κατά το σκέλος του αυτό (τέταρτο) ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον τα εν λόγω αναφερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας, δεν έχουν τον χαρακτήρα αυτό με την έννοια που εκτέθηκε παραπάνω, αλλά αποτελούν επιχειρήματα του Δικαστηρίου, που περιλήφθηκαν στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την πορεία του δικανικού της συλλογισμού, κατάληξη του οποίου υπήρξε η κρίση της ότι ο συγκεκριμένος αγωγός δεν κατασκευάστηκε για να εκτρέψει τη φυσική ροή των νερών, αλλά για να διευκολύνει την εκροή τους προς τη θάλασσα, προκαλώντας τη λιγότερη δυνατή όχληση στον εκκαλούντα - εναγόμενο μόνο σε ημέρες με έντονα καιρικά φαινόμενα και ισχυρή βροχόπτωση και μόνο σε επιφάνεια 0,80 μ.
εκ της συνολικής επιφανείας του οικοπέδου του και όχι σε επιφάνεια 0,80 τ.μ., όπως αναγράφηκε εκ παραδρομής στο σημείο αυτό της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ στις άλλες αιτιολογίες της γίνεται σαφής αναφορά ότι ο ως άνω αγωγός και καταλήγει στην ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος σε μήκος μόλις 0,80 μέτρων εντός αυτού.
Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι τα φερόμενα ως διδάγματα κοινής πείρας δεν αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή του ως άνω κανόνα δικαίου του άρθρου 1024 Κ, αλλά αποτελούν εκτιμήσεις και συμπεράσματα του ίδιου του αναιρεσείοντος με τα οποία, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις ως άνω διατάξεις του αριθμού 1 β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ' όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίον στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015).
Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1275/2018, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 168/2015).
Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013). Ήδη με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας του αριθμού 1 α' αντίστοιχα, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του άρθρου 18 του ΓΟΚ, σύμφωνα με το οποίο απαγορεύεται η κατασκευή συμπαγούς μαντρότοιχου ύψους 5 μέτρων, τον οποίο δεν εφάρμοσε, ώστε να χαρακτηρίσει παράνομο τον υψωθέντα από τους αναιρεσίβλητους μαντρότοιχο (και το συνυφασμένο με αυτόν μπάζωμα), μολονότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του.
Επί πλέον με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων υπό την επίκληση του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι του αναφερόμενου στο αναιρετήριο αριθμού 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα) καταλογίζει στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου, που δίκασε ως Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, με τον λόγο αυτόν αιτιάται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση που εξέδωσε, δεν αναφέρθηκε στο γεγονός ότι οι αναιρεσίβλητοι έχουν "μπαζώσει" την ιδιοκτησία τους και έχουν κτίσει μαντρότοιχο ύψους 5 μέτρων, στη θέση παλαιάς ξερολιθιάς ύψους 1 μέτρου, κατά παράβαση του ως άνω άρθρου 18 του ΓΟΚ, ενώ σύμφωνα με την οικοδομική τους άδεια ο τοίχος αυτός προβλέπεται ύψους 1,5 μέτρων, με τις ενέργειες δε αυτές, τις οποίες ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει παράνομες, η υψομετρική διαφορά της ιδιοκτησίας του από τις ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων να έχει διαμορφωθεί στα 4,2 μέτρα αντί των 2,5 μέτρων που ήταν προηγουμένως.
Αμφότεροι οι ως άνω λόγοι (τρίτο σκέλος πρώτου λόγου και τρίτος λόγος) αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτοι, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται στο αναιρετήριο ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του περί παραβίασης του άρθρου 18 του ΓΟΚ με την κατασκευή εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων του ως άνω συμπαγούς μανδρότοιχου ύψους 5 μέτρων, είχε προταθεί με λόγο έφεσης ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Σύρου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, από την επισκόπηση δε της εφέσεώς του, προκύπτει ότι πράγματι δεν είχε προταθεί τέτοιος ισχυρισμός, όπως, άλλωστε, προκύπτει και από την αναφορά του αναιρεσείοντος στους ως άνω λόγους αναίρεσης (τρίτο σκέλος πρώτου λόγου και τρίτο λόγο) ότι τη διάταξη αυτή την είχε επισημάνει στις προτάσεις του, όχι ενώπιον του Εφετείου, αλλά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Τέλος, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων καταλογίζει στο Εφετείο πλημμέλεια από τον αριθμό 1 α του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων του άρθρου 26 παρ. 4 περ. δ' του Κτιριοδομικού Κανονισμού (ήδη άρθρο 26 παρ. 4 του ΚΒΠΝ) που ορίζουν τις προϋποθέσεις της συλλογής ομβρίων υδάτων σε στεγανή δεξαμενή, τις οποίες, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, παραβίασε αυτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενο ότι αυτή πληροί τις εν λόγω προϋποθέσεις, ήτοι ότι πρόκειται για στεγανή δεξαμενή, απέχουσα τουλάχιστον ένα (1) μέτρο από το όριο του οικοπέδου του, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν, καθόσον η δεξαμενή των αναιρεσιβλήτων δεν είναι στεγανή, αφού διαθέτει τον επίμαχο αγωγό υπερχείλισης Φ200 που εκβάλλει στην ιδιοκτησία του και εφάπτεται του οικοπέδου του.
Ο λόγος αυτός (πρώτος) αναίρεσης είναι πρωτίστως απαράδεκτος και κατά το δεύτερο σκέλος του, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι στο αναιρετήριο ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ότι οι ως άνω ισχυρισμοί του περί παράνομης κατασκευής εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων δεξαμενής συλλογής ομβρίων υδάτων, λόγω ελλείψεως των απαιτούμενων προδιαγραφών που ορίζονται από τις ως άνω διατάξεις, είχαν προταθεί ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης, αρκούμενος στην μνεία ότι με το δεύτερο λόγο εφέσεως είχε επισημάνει τις διατάξεις αυτές, όπως και πράγματι προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεώς του, με τον ισχυρισμό στο αναιρετήριο ότι τις διατάξεις αυτές όφειλε να γνωρίζει το Εφετείο (jura novit curia) και να τις εφαρμόσει, ήτοι οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο όφειλε, λόγω της αναφοράς στο δεύτερο λόγο της εφέσεώς του τών ήδη φερομένων ως παραβιασθεισών διατάξεων, να προβεί αυτεπαγγέλτως στην εξέταση της διαπίστωσης των όσων ορίζονται σε αυτές, για το επιτρεπτό της συλλογής ομβρίων υδάτων σε στεγανή δεξαμενή.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 7.1.2020 ένδικη αίτηση για αναίρεση της 112ΤΜ/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, που δίκασε ως Εφετείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων ως ηττηθείς διάδικος στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. 6).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.1.2020 αίτηση του Β. Μ.-Μ. για αναίρεση της 112ΤΜ/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, που δίκασε ως Εφετείο. Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Σεπτεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ