1779/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1779/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 § 1 Π.Κ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1779 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1779/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη,
Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιάκωβο Βενιέρη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι διορθώνει το ΑΦΜ του αναιρεσείοντος στο ορθό "...", αντί του λανθασμένου "...", που αναγράφηκε εκ παραδρομής στο αναιρετήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "... ...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ατομικά και ως διαχειρίστριας της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Βαλσαμάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-2-2014 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μάσσητος.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 67/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 785/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-10-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Κακκαβά, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι "1. Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του.
Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 § 1 Π.Κ.
που ορίζει ότι "με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο.
Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται".
Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου κι έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α’ του άρθρ. 1 του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε.
Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου.
Τέλος, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία, την ύπαρξη δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ’ ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτού.
Εξ άλλου, από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, αντίστοιχο του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται σε περίπτωση παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η δε παραβίαση του κανόνα αυτού συνίσταται στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/2013, 24/1992, ΑΠ 104/2014).
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 6 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αίτησης αναιρέσεως (4.11.2016) (ΑΠ 636/2017), κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1)..., 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν ως Εφετείο, έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 67/2015 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Μάσσητος, Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο εκκαλών σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την άσκηση της αίτησης δημιούργησε τις ακόλουθες οφειλές, από τις οποίες, η μεν πρώτη έχει ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμη με την καταγγελία της σύμβασης πίστωσης στις 27-11-2012, ενώ οι δύο τελευταίες κατά πλάσμα του νόμου θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμες σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 3869/2010, υπολογίζονται δε με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο αυτό και συγκεκριμένα:
α. οφειλή συνολικού ύψους 401.593,16 € ως εγγυητής στην υπ’ αρ. .../14-1-2002 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό αρχικά μέχρι του ποσού των 130.000 €, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τις αριθ. .../1/17-9-2003, .../23-4-2010, .../ 2/9-8-2010, .../9-8-2010, .../3/6-4-2011 πρόσθετες πράξεις αύξησης πιστώσεως έως του ποσού των 340.000 € (η οποία είναι εξασφαλισμένη με εγγραφή προσημειώσεων υποθηκών στο κάτωθι περιγραφόμενο ακίνητο του εκκαλούντος για τα ποσά των 169.000 € και 234.000 €), β) οφειλή ποσού 6.503,23 € από την υπ’ αρ. ...
σύμβαση πιστωτικής κάρτας και γ. οφειλή ποσού 4.696,34 € από την υπ’ αρ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το συνολικό ύψος των οφειλών του εκκαλούντος ανέρχεται κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης στο ποσό των 412.792,73 €. Ο εκκαλών είναι 66 ετών, έγγαμος, έχει ένα ενήλικο τέκνο, που φοιτά στη σχολή γραφιστικών τεχνών στο Αιγάλεω Αττικής και αποτελεί λόγω της αδυναμίας εργασίας του και της έλλειψης ακίνητης περιουσίας του, προστατευόμενο μέλος της οικογένειάς του.
Είναι συνταξιούχος ΙΚΑ λαμβάνοντας δυνάμει της με αριθ. ... απόφασης ΙΚΑ προσωρινή σύνταξη λόγω γήρατος μικτού ποσού 1.048,14 € και καθαρού ποσού 922,84 μηνιαίως. Είναι αποκλειστικός κύριος μιας οικίας, συνολικής επιφάνειας 105 τ.μ., αποτελούμενης από ισόγειο και πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο, έτους κατασκευής 1985, επί αγρού επιφάνειας 2.242 τ.μ.
στον οποίο είναι συγκύριος κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, κείμενου στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του ... του Νομού Αργολίδας, που συνορεύει αρκτικώς εν μέρει με αγροτική οδό, ανατολικώς με ιδιοκτησία Ε. Ρ., μεσημβρινώς με επαρχιακή οδό ... και δυτικώς με πρώην ιδιοκτησία Ν. Ρ., η δε αντικειμενική αξία της οικίας και του αγροτεμαχίου ανέρχεται στο ποσό των 73.346,68 € (37.044€ + 38.302,68 €) (βλ.
προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τον αιτούντα έντυπα υπολογισμού αξίας κτισμάτων με βάση τις αντικειμενικές αξίες). Επί του ως άνω ακινήτου, έχουν εγγραφεί: α) προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 169.000 € για εξασφάλιση απαίτησης της εφεσίβλητης, η οποία απορρέει από τη με αριθμό .../14-1-2002 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, η οποία έχει εγγραφεί στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Μάσσητος στον τόμο … με αριθμό … και β) προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 234.000 € για εξασφάλιση απαίτησης της εφεσίβλητης, η οποία απορρέει από τη με αριθμό .../9-8-2010 πρόσθετη πράξη της ίδιας ως άνω σύμβασης πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, η οποία έχει εγγραφεί στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Μάσσητος στον τόμο…με αριθμό … (βλ.
το υπ’ αρ. ...-9-2012 πιστοποιητικό βαρών του Υποθηκοφυλακείου Μάσσητος). Ο αιτών τυγχάνει κύριος ενός Ι.Χ. αυτοκινήτου τύπου SUZUKI ΜΑΖDΑ, έτους πρώτης κυκλοφορίας 2008, 2300 cc, του οποίου η εμπορική αξία σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, την παλαιότητα του οχήματος, τα χαρακτηριστικά του και τις κρατούσες στην αγορά μεταχειρισμένων αυτοκινήτων αξίες, ανέρχεται στο ποσό των 4.000 €.
Η σύζυγος του εκκαλούντος είναι φαρμακοποιός, με μηνιαία εισοδήματα ανερχόμενα στο ποσό των 890 € και κατοικεί με την ενήλικη θυγατέρα τους σε μισθωμένη από αυτούς οικία στο Μαρούσι Αττικής, για την οποία καταβάλλεται μηνιαίο μίσθωμα 550 €, ενώ ο ίδιος ο αιτών κατοικεί στην ..., στην ως άνω περιγραφόμενη ιδιόκτητη οικία του, από το έτος 2011.
Οι βιοτικές ανάγκες του αιτούντος και της οικογένειάς του, στην οποία συνυπολογίζονται και οι ανάγκες της φοιτήτριας θυγατέρας του, ως προστατευόμενο μέλος, ανέρχονται στο ποσό των 1500 €. Λαμβανομένων υπόψη, αφενός του ύψους των προαναφερομένων ποσών και αφετέρου του ύψους του οικογενειακού εισοδήματος του αιτούντος, διαφαίνεται η αδυναμία του να παρακολουθήσει το ληξιπρόθεσμο των χρεών του και να προβεί στην άμεση ικανοποίησή τους.
Όπως αποδείχθηκε, η ως άνω αναφερόμενη αδυναμία οφείλεται στη μείωση των εισοδημάτων του αφενός λόγω της εν γένει υπαρκτής αρνητικής οικονομικής συγκυρίας, αφετέρου λόγω της μεταβολής της επαγγελματικής του κατάστασης με την συνταξιοδότησή του, με αποτέλεσμα αυτά να μην επαρκούν για την αντιμετώπιση των αναγκαίων δαπανών διαβίωσής του.
Δεδομένων των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι βρίσκεται πλέον σε αδυναμία κάλυψης των βιοτικών αναγκών του ίδιου και της οικογένειάς του. Στην αδυναμία αυτή, όμως, περιήλθε ο εκκαλών με δική του υπαιτιότητα. Ειδικότερα, από τα προσκομιζόμενα από τον αιτούντα εκκαθαριστικά σημειώματα των οικονομικών ετών 2007-2013 προκύπτει ότι τα ετήσια καθαρά εισοδήματα του ίδιου και της συζύγου του ανέρχονταν στα ποσά των 8.545,73 € και 42.562,22 € για το οικονομικό έτος 2007, 14.832,83 € και 39.970,77 € αντίστοιχα για το οικονομικό έτος 2008, 15.446,01 € και 49.341,57 € αντίστοιχα για το οικονομικό έτος 2009, 20.271,19 € και 57.623,09 € αντίστοιχα για το οικονομικό έτος 2010, 20.267,7 € και 82.347,03 € αντίστοιχα για το οικονομικό έτος 2011, 25.862,44 € και 8.920,45 € αντίστοιχα για το οικονομικό έτος 2012 και 10.598,76 € και 10.681,19 € αντίστοιχα για το οικονομικό έτος 2013 και 11.496,96 € και 18.965,15 € αντίστοιχα για το οικονομικό έτος 2014.
Από την χωρίς όρκο εξέτασή του ως διαδίκου ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπως αυτή περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συζήτησης της αίτησης και συγκεκριμένα ως δήλωση "Εγώ εργαζόμουν έως το 2011... υπάλληλος στο φαρμακείο... το 2010 πριν βγω στη σύνταξη δεν έπαιρνα χρήματα από τη σύζυγό μου..", προκύπτει η ομολογία του αιτούντος ως προς την έλλειψη οποιουδήποτε εισοδήματος κατά το έτος 2010 (οικονομικό έτος 2011), ομολογία που παράγει πλήρη εναντίον του απόδειξη (άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά το ίδιο (2010) και το επόμενο (2011) έτος ο αιτών, όπως προαναφέρθηκε, συμβλήθηκε ως εγγυητής στις αυξήσεις της πίστωσης της υπ’ αρ. ... σύμβασης πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό της συζύγου του, με βάση τις οποίες στις 9-8-2010 το ποσό της πίστωσης αυξήθηκε κατά 140.000 € και στις 6-4-2011 κατά 30.000 €. Κατά την κατάρτιση, επομένως, των ανωτέρου τροποποιητικών της αρχικής συμβάσεων και την ανάληψη υποχρέωσης αποπληρωμής των ποσών των 170.000 € ο αιτών, γνώριζε ότι στερούνταν αληθινού εισοδήματος και ότι αδυνατούσε να καταβάλει, στην περίπτωση που ζητούνταν από αυτόν ως εγγυητή, οποιοδήποτε χρηματικό ποσό και παρόλ’ αυτά συμβλήθηκε σ’ αυτές εγγυώμενος την πλήρη εξόφληση του τυχόν καταλοίπου ως πρωτοφειλέτης.
Επιπλέον, μολονότι αυτή ήταν η οικονομική του κατάσταση και το 2011 (μέχρι τη συνταξιοδότησή του και την είσπραξη της σύνταξης γήρατος), όπως ο ίδιος ομολογεί στην αίτησή του, ομολογία που παράγει πλήρη εναντίον του απόδειξη (άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ), εγκατέλειψε την οικία που αποτελούσε έως τότε την οικογενειακή του οικία στο Μαρούσι Αττικής και εγκαταστάθηκε, χωρίς πρόθεση διάστασης με τη σύζυγό του, σε εξοχική οικία που διατηρούσε η οικογένεια στο ..., διπλασιάζοντας έτσι τις μηνιαίες οικογενειακές του δαπάνες, λόγω της οικονομικής συντήρησης παράλληλα δύο οικιών σε διαφορετικούς νομούς στην Ελλάδα.
Άλλους πιστωτές δεν διατηρούσε ο αιτών, με αποτέλεσμα η πρόθεση μη εξυπηρέτησης των οφειλών του να απευθύνεται αποκλειστικά και μόνο προς την καθ’ ης η αίτηση. Κατόπιν τούτων, αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών περιήλθε με δική του υπαιτιότητα, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, προς την πιστώτριά του, δεκτής γενομένης της ένστασης (άρθρο 1 ν. 3869/2010) της εφεσίβλητης περί δόλιας περιέλευσής του σε αδυναμία πληρωμής, όπως αυτή προβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όπως νόμιμα προβάλλεται μετά την παραδεκτή κατ’ άρθρο 527 ΚΠολΔ συμπλήρωσή της ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου ενόψει της δικαστικής ομολογίας του αιτούντος κατά την εξέτασή του ως διαδίκου ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία κατέληξε στην ίδια κρίση λαμβάνοντας υπόψη ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα, ήτοι την ένσταση δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία οφειλέτη λόγω της εικονικότητας των δηλωθέντων εισοδημάτων του και την χρήση των περιεχόντων αυτά εκκαθαριστικών σημειωμάτων της φορολογίας εισοδήματος για την αύξηση της δανειοδότησης της πρωτοφειλέτριας συζύγου του από την εφεσίβλητη, ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε.
Κατόπιν τούτων, πρέπει, αφού αντικατασταθεί η αιτιολογία της εκκαλούμενης απόφασης με την αιτιολογία της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης υπ’ αριθμ. 67/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Μάσσητος, που είχε κρίνει ομοίως, απορρίπτοντας την ένδικη από 11.2.2014 αίτησή του.
Κρίνοντας έτσι το εν λόγω δικαστήριο, δεν παραβίασε ευθέως και με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως αυτή αναλύθηκε στην εν αρχή νομική σκέψη, δεχόμενο την ύπαρξη του στοιχείου του δόλου στο πρόσωπο του αιτούντος, ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων στην προκείμενη περίπτωση των προαναφερθέντων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί, χωρίς αμφιβολία, το αποδεικτικό της πόρισμα. Επομένως οι: τέταρτος λόγος της αναιρέσεως και ο δεύτερος λόγος αυτής κατά το πρώτο τμήμα του, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1.1.2016 (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 αυτού), κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν. 4335/2015. Εξ άλλου, με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου, κατά το οποίο οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα (που ενδιαφέρουν στην παρούσα περίπτωση) εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα, ορίζεται ως κρίσιμος για την εφαρμογή των νέων διατάξεων ο χρόνος άσκησης του ενδίκου μέσου, υιοθετώντας έτσι μεταβατική διάταξη, διαφορετική από εκείνη του άρθρου 24 παρ. 1 ΕΙΣ.Ν.ΚΠολΔ. Ο γενικός διαχρονικού δικαίου κανόνας του τελευταίου άρθρου για τα ένδικα μέσα, ορίζει, σε περίπτωση αμφιβολίας, ως κρίσιμο χρόνο για την εφαρμογή του νέου δικαίου, ως προς τα ζητήματα του παραδεκτού των ένδικων μέσων, του επιτρεπτού των προβαλλόμενων λόγων και του χρόνου της άσκησης, το χρόνο που δημοσιεύεται η προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 1091/2015).
Συνεπώς, οι διευρυμένοι λόγοι αναίρεσης του νέου άρθρου 560 ΚΠολΔ, που προστέθηκαν με το Ν. 4335/2015, ισχύουν για την προσβολή αποφάσεων κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, για τις αναιρέσεις που ασκήθηκαν μετά την 1.1.2016 (ΑΠ 140/ 2016).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου, υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της Eκουσίας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού ενδιαφέροντος (άρθρο 744) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι που, κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 759 παρ. 3).
Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τη μη γνήσιες υποθέσεις της Eκουσίας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας, από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι όμως και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015).
Επομένως, κατά την πιο πάνω διαδικασία, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 636/2017, ΑΠ 769/2015) και συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 του (νέου) άρθρου, 560 του ίδιου Κώδικα. Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τους: πρώτο, δεύτερο κατά το δεύτερο τμήμα του και πέμπτο λόγους της αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της παραβάσεως του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ (κατ’ αναλογία του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ), διότι το Δικαστήριο: 1) δέχθηκε μη προταθέντα ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης Τράπεζας περί κατοικήσεως του αναιρεσείοντος στο Κρανίδι Αργολίδος και εξ αυτού του λόγου διπλασιασμού των εξόδων του και μη εξυπηρετήσεως του μοναδικού του πιστωτή, 2) δέχθηκε, παρά την έλλειψη δικού του (αναιρεσείοντος) ισχυρισμού, ότι, από τη χωρίς όρκο εξέτασή του, προκύπτει ομολογία του ως προς την έλλειψη οποιουδήποτε εισοδήματός του κατά το έτος 2010 και 3) δέχθηκε μη προταθέντα από τον ίδιο ισχυρισμό, ότι αποδέχθηκε ότι το έτος 2010 δεν είχε κανένα πραγματικό εισόδημα.
Οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, διότι στην παρούσα διαδικασία της Eκουσίας δικαιοδοσίας δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω.
Κατόπιν όλων αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ του ΚΠολΔ), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για τα δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της Eκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδ. β’ του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδ. β’ του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "....Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.10.2016 με αριθμό καταθέσεως …/2016 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 785/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ