Legislator Case Law & Legislation
1779/2012 AI generated

1779/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1779/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Άρθ. 131, 69,132 ν. 419/1976, οι ΚΥΑ Φ083-58/1988, ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ 2900/1993, 2001800/185/0022/1993, 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/2001, άρθ. 135, 129 Ν. 2594/1998. Την προσαύξηση επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής (ΕΥΑ) για οικογενειακά βάρη δικαιούνται όλοι οι υπηρετούντες σε πρεσβείες της Ελλάδος και οι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, την προσαύξηση, όμως, για δαπάνες στέγασης μόνον οι αποσπασμένοι σ’ αυτές και όχι και οι εκεί προσλαμβανόμενοι από τον διευθύνοντα την πρεσβεία, ρύθμιση που δεν προσκρούει στα άρθ. 4, 22 και 43 του Συντάγματος, 141 ΣυνΕΟΚ, 100 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας, άρθ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα κλπ. Οι συναφείς αξιώσεις υπόκεινται στην κατ’ άρθ. 90§ 3 ν.2362/1995 διετή παραγραφή αρχομένη από την γένεση κάθε επιμέρους αξίωσης, η οποία δεν είναι αντίθετη στις διατάξεις του Πρώτου Προσθέτου πρωτοκόλλου Ο τόκος υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου είναι 6% και αρχίζει από την επίδοση της σχετικής αγωγής, ακόμη και αναγνωριστικής και όχι από την πάροδο δήλης ημέρας για κάθε επιμέρους αξίωση, ρυθμίσεις που δεν είναι αντίθετες προς της διατάξεις των άρθ. 4, 17, 20 και 25 του Συντάγματος, του Πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά κλπ. δικαιώματα, της 95 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας κλπ.

Legislator headnote

AI generated

1779/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οπότε, για να καταβληθεί τέτοια προσαύξηση σε υπάλληλο ιδιωτικού δικαίου μετά την ισχύ του Οργανισμού/1998, πρέπει αυτή να καταβαλλόταν στο συγκεκριμένο υπάλληλο και προηγουμένως. Εξάλλου, πριν από τον ως άνω Οργανισμό του ΥΠΕΞ (ν. 2594/1998) είχε ισχύσει ο ν. 419/1976 "Οργανισμός του Υπουργείου Εξωτερικών" που καταργήθηκε με το άρθρο 150§1 του Οργανισμού/1998.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1779 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Άρθ. 131, 69,132 ν. 419/1976, οι ΚΥΑ Φ083-58/1988, ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ 2900/1993, 2001800/185/0022/1993, 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/2001, άρθ. 135, 129 Ν. 2594/1998. Την προσαύξηση επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής (ΕΥΑ) για οικογενειακά βάρη δικαιούνται όλοι οι υπηρετούντες σε πρεσβείες της Ελλάδος και οι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, την προσαύξηση, όμως, για δαπάνες στέγασης μόνον οι αποσπασμένοι σ’ αυτές και όχι και οι εκεί προσλαμβανόμενοι από τον διευθύνοντα την πρεσβεία, ρύθμιση που δεν προσκρούει στα άρθ. 4, 22 και 43 του Συντάγματος, 141 ΣυνΕΟΚ, 100 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας, άρθ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα κλπ. Οι συναφείς αξιώσεις υπόκεινται στην κατ’ άρθ. 90§ 3 ν.2362/1995 διετή παραγραφή αρχομένη από την γένεση κάθε επιμέρους αξίωσης, η οποία δεν είναι αντίθετη στις διατάξεις του Πρώτου Προσθέτου πρωτοκόλλου Ο τόκος υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου είναι 6% και αρχίζει από την επίδοση της σχετικής αγωγής, ακόμη και αναγνωριστικής και όχι από την πάροδο δήλης ημέρας για κάθε επιμέρους αξίωση, ρυθμίσεις που δεν είναι αντίθετες προς της διατάξεις των άρθ. 4, 17, 20 και 25 του Συντάγματος, του Πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά κλπ. δικαιώματα, της 95 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας κλπ.

Αριθμός 1779/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Φ. Ε. του Γ., υπαλλήλου του Υπουργείου Εξωτερικών, υπηρετούντος στο Προξενείο της Ελλάδας στη ... της ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γεωργία Παπαδάκη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2107/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9190/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-11-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 1-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 135§§1, 4 και 5 του Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (ΥΠΕΞ), που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 2594/1998 και ίσχυσε από την 24-3-1998 μέχρι την 5-6-2007 (οπότε καταργήθηκε με το άρθρο 171§2 του νέου Οργανισμού του ΥΠΕΞ που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 3566/2007), ήτοι ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (2006), ως αποδοχές των υπαλλήλων του ΥΠΕΞ, τόσο της Κεντρικής Υπηρεσίας όσο και των Αρχών του Εξωτερικού, νοούνται ο βασικός μισθός αυτών και όλα τα, κατά τις κείμενες διατάξεις, χορηγούμενα επιδόματα και προσαυξήσεις.

Προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα, παρέχεται σε συνάλλαγμα Επίδομα Υπηρεσίας Αλλοδαπής (ΕΥΑ) αναλόγως του κλάδου και του βαθμού εκάστου υπαλλήλου, το οποίο προσαυξάνεται με τα ποσοστά που ορίζονται αντιστοίχως για τα οικογενειακά βάρη και την στέγαση.

Το επίδομα αυτό προσδιορίζεται εκάστοτε με κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) για τους υπαλλήλους του ΥΠΕΞ με πρεσβευτικό βαθμό και καθορίζεται με την ίδια ΚΥΑ για τους λοιπούς υπαλλήλους σε ποσοστό επ' αυτού που έχει προσδιορισθεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Με το άρθρο 129§§2 και 5 του παραπάνω νόμου, στις Αρχές του Εξωτερικού ορίζονται με προεδρικό διάταγμα θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου.

Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται επιτοπίως μόνιμοι κάτοικοι της Χώρας, όπου εδρεύει η συγκεκριμένη Αρχή και με ΚΥΑ καθορίζεται το ύψος της αντιμισθίας αυτών. Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση, καταρτιζόμενη από τον προϊστάμενο της Αρχής για την εξυπηρέτηση της οποίας διενεργείται. Οι κατά την έναρξη της ισχύος του Οργανισμού αυτού (24-3-1998) υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία του ΥΠΕΞ διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του Οργανισμού.

Ειδικά, για όσους από τους υπαλλήλους ιδιωτικού δικαίου λάμβαναν το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, το ύψος αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται, με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της Αρχής, στην οποία υπηρετούν. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, από 24-3-1998, για το προσωπικό που προσλαμβάνεται επιτοπίως από τις Αρχές του Εξωτερικού με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου δεν προβλέπεται η καταβολή προσαύξησης του ΕΥΑ για την αντιμετώπιση δαπανών στέγασης, διότι το προσωπικό αυτό, λόγω της μόνιμης διαμονής του στον τόπο της έδρας των Αρχών αυτών, δεν υπόκειται σε ιδιαίτερες δαπάνες της κατηγορίας αυτής.

Οπότε, για να καταβληθεί τέτοια προσαύξηση σε υπάλληλο ιδιωτικού δικαίου μετά την ισχύ του Οργανισμού/1998, πρέπει αυτή να καταβαλλόταν στο συγκεκριμένο υπάλληλο και προηγουμένως. Εξάλλου, πριν από τον ως άνω Οργανισμό του ΥΠΕΞ (ν. 2594/1998) είχε ισχύσει ο ν. 419/1976 "Οργανισμός του Υπουργείου Εξωτερικών" που καταργήθηκε με το άρθρο 150§1 του Οργανισμού/1998.

Με το άρθρο 131§§10 και 11 του Οργανισμού εκείνου, είχε παρασχεθεί και τότε στους υπαλλήλους του ΥΠΕΞ που υπηρετούν στο εξωτερικό, προς αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα, ΕΥΑ σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, το βαθμό, τα οικογενειακά βάρη, το κόστος ζωής και τις συνθήκες στέγασης του τόπου στον οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος, το οποίο προσδιοριζόταν με τρόπο παρόμοιο με αυτόν, που αναφέρθηκε.

Σύμφωνα με το άρθρο 69§1 του Οργανισμού/1976, το επίδομα αυτό καταβαλλόταν και στο βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του ΥΠΕΞ, που προσλαμβανόταν με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Στο άρθρο 132 του ν. 419/1976 είχε ορισθεί ότι οι προϊστάμενοι των διπλωματικών και των εμμίσθων προξενικών αρχών δικαιούνται δωρεάν οίκηση σε βάρος του Δημοσίου και ότι σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, ένεκα ειδικών οικιστικών συνθηκών, είναι δυνατό να μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα για την στέγαση και των λοιπών υπαλλήλων της εξωτερικής υπηρεσίας, στην περίπτωση αυτή, όμως, θα εκπίπτεται το 1/3 του ΕΥΑ που καταβάλλεται σ' αυτούς.

Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής, με την Φ.083-58/11-3-1988 (ΦΕΚ 177 Β') ΚΥΑ, που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12§1 του ν. 1256/1982 και 3§8 του ν. 1288/1982 και κυρώθηκε με το άρθρο 25§1 του ν. 1884/1990, καθορίσθηκε το ΕΥΑ για τους προϊσταμένους των διπλωματικών και προξενικών αρχών και για τους λοιπούς υπαλλήλους όλων των κλάδων του ΥΠΕΞ και ορίσθηκε, επιπλέον (παρ.

Γ'), ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφ' όσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος που καθορίσθηκε γι' αυτούς αυξάνεται σε ποσοστό 10% κατά τις εκεί αναφερόμενες διακρίσεις. Κατόπιν, με την§2 της 2014615/ 1224/0022/27-3-1991 (ΦΕΚ Β' 184) ΚΥΑ διευκρινίσθηκε ότι η αληθής έννοια της παρ.

Γ' της Φ.083-58/11-3-1988 ΚΥΑ είναι ότι την κατά την παράγραφο αυτή προσαύξηση του Επιδόματος Υπηρεσίας Αλλοδαπής (ΕΥΑ) δικαιούνται μόνο οι υπάλληλοι του διπλωματικού κλάδου του ΥΠΕΞ, εφόσον δεν τους παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, υπό το καθεστώς του ν. 419/1976, προβλέφθηκε, αρχικά, δικαίωμα δωρεάν οίκησης στους προϊσταμένους των διπλωματικών Αρχών, το οποίο θα μπορούσε να επεκταθεί και στους λοιπούς υπαλλήλους, με αντίστοιχη μείωση του ΕΥΑ, στην συνέχεια δε, αντί της δωρεάν οίκησης, προβλέφθηκε προσαύξηση του καταβαλλόμενου ΕΥΑ, την οποία δικαιούνταν μόνο οι υπάλληλοι του διπλωματικού και όχι των λοιπών κλάδων του ΥΠΕΞ.

Ακολούθως, με την ΚΥΑ ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ 2900/5-4-1993 (ΦΕΚ Β' 730) το δικαίωμα της προσαύξησης αυτής, ως επίδομα στέγασης επεκτάθηκε στους μόνιμους υπαλλήλους του διοικητικού κλάδου γενικών καθηκόντων, του κλάδου τεχνικών επικοινωνιών, του κλάδου διοικητικών γραμματέων και του κλάδου βοηθητικού προσωπικού, εφόσον, βέβαια, δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα υπέρ αυτών και μόνο εφ' όσον αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού.

Τέλος, με την ΚΥΑ 083/ΕΥΑ/ΑΣ11254/ 22-1-2001 (ΦΕΚ 390 Β'), δηλ. μετά την έναρξη ισχύος του Οργανισμού/1998 του ΥΠΕΞ, καθορίσθηκε ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά 20% επί του επιδόματος του Προϊσταμένου/Πρέσβη (...), ενώ στους μονίμους υπαλλήλους των λοιπών κλάδων, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά 10% επί του επιδόματος του Προϊσταμένου/Πρέσβη.

Από το σύνολο των διατάξεων που αναφέρθηκαν συνάγεται ότι η ως άνω προσαύξηση για την αντιμετώπιση των δαπανών στέγασης δεν αποτελεί ξεχωριστό επίδομα, αλλά αύξηση του ΕΥΑ, το οποίο καταβάλλεται και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του ΥΠΕΞ, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που προβλέπουν οι κείμενες διατάξεις.

Οι εκδιδόμενες κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 131§11 του ν. 419/1976 και, κατόπιν, του άρθρου 135§5 του Οργανισμού/1998 κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα αυτό με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς νόμους κριτήρια και μέσα στα διαγραφόμενα πλαίσια, δεν επιτρέπεται να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουσιοδοτικούς νόμους, όπως είναι η κατηγορία αυτών που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου (μονίμων) και αυτών που υπηρετούν με σχέση ιδιωτικού δικαίου (συμβασιούχων) και να αυξάνουν το επίδομα μόνο στους πρώτους, αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους.

Κατά συνέπεια, όσες ΚΥΑ στηρίζονται αποκλειστικά στην ανωτέρω διάκριση για να αυξήσουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μόνο των μονίμων υπαλλήλων, βρίσκονται έξω από τα όρια της προαναφερομένης νομοθετικής εξουσιοδότησης (άρθρο 43§2 του Συντάγματος) κατά το μέρος που εξαιρούν από την αύξηση τους συμβασιούχους και ως προς αυτό είναι ανίσχυρες.

Η προαναφερθείσα ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ 2900/5-4-1993 ΚΥΑ, όμως, που αφορά στις δαπάνες στέγασης, δεν αυξάνει το ποσοστό του ΕΥΑ όλων των μονίμων υπαλλήλων, οι οποίοι υπηρετούν στο Εξωτερικό και για τους οποίους δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου κατοικία, αλλά μόνο όσων αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού. Η απόσπαση υπαλλήλου στο εξωτερικό γίνεται για την εξυπηρέτηση ειδικής υπηρεσιακής ανάγκης και για βραχύ χρονικό διάστημα τριών (3) έως έξι (6) μηνών (άρθρο 107 του Οργανισμού/1976), με αποτέλεσμα ο υπάλληλος αυτός να αντιμετωπίζει αναγκαίως άμεσες και αυξημένες δαπάνες στέγασης σε σχέση με τον υπηρετούντα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στην αλλοδαπή, με πρόσληψη ή μετάθεση ή με οποιονδήποτε άλλο - εκτός από απόσπαση -νόμιμο τρόπο, ο οποίος έχει εξ αρχής ρυθμίσει τις δαπάνες του για στέγαση στα πλαίσια του χορηγούμενου ΕΥΑ.

Αποτελεί, δηλαδή, επαρκές κριτήριο, που δικαιολογεί την προσαύξηση του ΕΥΑ του υπαλλήλου που αποσπάται και τη διαφοροποίηση του από τους κατ' άλλο τρόπο υπηρετούντες στο εξωτερικό συναδέλφους του, μονίμους ή συμβασιούχους, οι οποίοι δεν την δικαιούνται. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να τεθεί θέμα ούτε υπέρβασης της νομοθετικής εξουσιοδότησης, με βάση την οποία εκδόθηκε η ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ2900/5-4-1993 ΚΥΑ, ούτε αντίθεσης αυτής προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζόμενων και επέκτασης της ευνοϊκής ρύθμισης, που γίνεται μ' αυτήν, στους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όταν αυτοί δεν αποσπάσθηκαν σε Αρχή του Εξωτερικού, αλλά προσλήφθηκαν από τον προϊστάμενο της Αρχής αυτής σύμφωνα με το άρθρο 69 του Οργανισμού/1976 (ΑΕΔ 14/2005).

Ακόμη, από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι η γενίκευση της καταβολής της προσαύξησης του ΕΥΑ για την αντιμετώπιση των δαπανών στέγασης προς όλους τους μονίμους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας του ΥΠΕΞ, εφόσον δεν τους παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, χωρίς καμία περαιτέρω προϋπόθεση και ανεξαρτήτως του αν υπηρετούν στην αλλοδαπή με απόσπαση ή με άλλο νόμιμο τρόπο, η οποία επήλθε με την 083/ΕΥΑ/ΑΣ/11254/22-1-2001 ΚΥΑ, δεν ωφελεί τους κατά την έναρξη της ισχύος του ν. 2594/1998 υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αφού αυτοί διατηρούν το προϋφιστάμενο συμβατικό καθεστώς και τις ήδη καταβαλλόμενες αποδοχές, μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη των συμβάσεών τους.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της από 6-10-2004 ένδικης αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι αυτός ισχυρίσθηκε, ότι την 6-2-1992 προσλήφθηκε από το ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ως κλητήρας Α', σύμφωνα με το άρθρο 69§4 του ν. 419/1976, στην Πρεσβεία της Ελλάδος στην Σεούλ με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, που υπογράφηκε μεταξύ αυτού και του διευθύνοντος την Πρεσβεία, ότι ο αναιρεσείων είναι έγγαμος και πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων, ότι προσέφερε τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών στην αλλοδαπή με την προαναφερομένη νομική μορφή από 6-9-1992 μέχρι 20-1-2003 και έκτοτε σε μόνιμη θέση του κλάδου των διοικητικών γραμματέων ΣΤ', ότι το αναιρεσίβλητο δεν του κατέβαλε τις προσαυξήσεις του ΕΥΑ για δαπάνη στέγασης και για οικογενειακά βάρη για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 21-1-2003, με βάση δε τα πραγματικά αυτά περιστατικά ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλει, για τις παραπάνω αιτίες, το συνολικό ποσό των 123.420 δολ.

ΗΠΑ ή το ισάξιό τους σε ευρώ κατά τον χρόνο εξόφλησης, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, που ισχύει για τους ιδιώτες, από την ημέρα που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Η αγωγή αυτή, ως προς το κονδύλιο της προσαύξησης του ΕΥΑ για την αντιμετώπιση δαπανών στέγασης, δεν είναι νόμιμη, διότι ο αναιρεσείων (α) δεν ανήκε στην κατηγορία των αποσπασθέντων στο εξωτερικό υπαλλήλων, στους οποίους χορηγήθηκε η προσαύξηση του επιδόματος για την αιτία αυτή, με την προαναφερθείσα ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ2900/5-4-1993 ΚΥΑ, αλλά προσελήφθη επιτοπίως από τον Προϊστάμενο της Αρχής και εξακολουθεί να αμείβεται, κατά τα προαναφερθέντα, όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 2594/1998 (β) δεν ελάμβανε την προσαύξηση αυτή κατά την έναρξη της ισχύος του Οργανισμού/1998 του ΥΠΕΞ και (γ) ως υπάλληλος ιδιωτικού δικαίου που προσλήφθηκε στην Σεούλ και υπηρετούσε εκεί, ήτοι επιτοπίως, δεν είχε ιδιαίτερες δαπάνες στέγασης και δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της 083/ΕΥΑ/ΑΣ/11254/22-1-2001 ΚΥΑ, η οποία αφορούσε στους μόνιμους υπαλλήλους που μετακινούνται στην αλλοδαπή.

Ως εκ τούτου, το Εφετείο που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, ως προς το κονδύλιο της προσαύξησης του επιδόματος για δαπάνη στέγασης, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των ν. 419/1976 και 2594/1998, ούτε αυτές των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, 141 (πρώην 119) της Συνθήκης της ΕΟΚ και 100 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας, που θεσπίζουν τις αρχές της ισότητας της αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας υπό τις αυτές συνθήκες, καθόσον η παροχή διαφορετικής αμοιβής και ενγένει η διαφορετική μισθολογική μεταχείριση των υπαλλήλων του αναιρεσίβλητου, που έλαβαν προσαύξηση για αντιμετώπιση δαπανών στέγασης, έναντι του αναιρεσείοντος δικαιολογείται, λόγω της παροχής διαφορετικής κατά περιεχόμενο και προϋποθέσεις εργασίας και γενικά λόγω των διαφορετικών συνθηκών (από άποψη τόπου μόνιμης διαμονής, πρόσληψης και άσκησης καθηκόντων) υπό τις οποίες τελούν κάθε μία από τις κατηγορίες των προαναφερομένων υπαλλήλων.

Ακόμη, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, από την οποία πηγάζει η υποχρέωση σεβασμού της περιουσίας του νομικού ή φυσικού προσώπου και των άρθρων 2 παρ. 3 και 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το ν. 2462/1997, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας, αφού ενόψει των εκτεθέντων η επίδικη αξίωση ουδέποτε κατέστη απαιτητή και δεν δημιούργησε νόμιμη προσδοκία του αναιρεσείοντος με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο ότι θα ικανοποιηθεί δικαστικά, ούτε συνακόλουθα τις διατάξεις των άρθ. 43§2 του Συντάγματος, της Οδηγίας 99/70/ΕΚ, του άρθ. 23§2 της Οικουμενικής Διακήρυξης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 10-12-1948, του άρθ. 4§3 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη του Συμβουλίου της Ευρώπης της 18-10-1961 (ν. 1426/1984) και της 111 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας της 4-6-1958.

Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ως προς όλα τα σκέλη του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αυτός ο λόγος αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας. Αντίθετα, δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρονται σε σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, στηριζόμενη σε ορισμένες διατάξεις ή μη νόμιμη.

Επομένως, ο με αριθ. 5 (και τελευταίος) λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, γιατί απορρίφθηκε η αγωγή, ως μη νόμιμη, κατά το ως άνω κεφάλαιο, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.

II. Κατά την διάταξη του άρθρου 90§3 του ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από την γένεση της, κατά δε την διάταξη του άρθρου 91 εδάφ.

α' του ίδιου νόμου, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι, με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης.

Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθρου 91 εδάφ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδάφ.

α', και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.ΑΠ 29/2006). Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90§3 του Ν. 2362/1995, για τις ανωτέρω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που ισχύει, κατ' άρθρο 250 αριθμ. 6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος - η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων (Ολ.ΑΠ 3/2006 ) - και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της εν γένει οικονομικής κατάστασης αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων και συνεπώς η διάταξη αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28§1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, οι οποίες επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, στην οποία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 40/1998) αφού οι υπερνομοθετικής ισχύος αυτές διατάξεις παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με την, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών), και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους.

Άλλωστε και από την διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για την διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, προς διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου (Ολ.ΑΠ 31/2007 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθρου 48§3 του ν.δ. 496/1974, ΑΠ 707/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο κρίνοντας επί αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία αυτός προέβαλε αξιώσεις από την υπηρεσία του ως κλητήρα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και στην συνέχεια ως διοικητικός γραμματέας στην πρεσβεία της Ελλάδος στην Σεούλ, δέχθηκε ότι οι αξιώσεις του για προσαύξηση επί του επιδόματος αλλοδαπής για οικογενειακά βάρη που αφορούσαν το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 31-12-2001 είχαν υποπέσει στην ειδική βραχυπρόθεσμη διετή παραγραφή του άρθ. 90§3 ν. 2362/1995, την οποία εφάρμοσε, απορρίπτοντας τις σχετικές αξιώσεις του αναιρεσείοντος ενάγοντος.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω διάταξη του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου με στοιχ. 2 λόγος αναίρεσης. III. Από την διάταξη του άρθρου 4§1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, προκύπτει ότι το Σύνταγμα θεσπίζει την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.ΑΠ 23/2004).

Εξάλλου, το άρθ. 20 του Συντάγματος, το οποίο εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας, με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ίσων δικαιωμάτων και εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, δεν στερεί τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία, να θεσπίζει ειδικές ρυθμίσεις για το Δημόσιο και ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση του Δημοσίου, το οποίο από τη φύση του έχει αποστολή και έργο την εξυπηρέτηση των πολιτών και στου οποίου την περιουσία και οικονομική κατάσταση συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.

Το συμφέρον αυτό πρωτίστως εξυπηρετεί η διάταξη του άρθρου 21 του δεύτερου κεφαλαίου του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (β.δ. της 26.6/10.7.1944), με την οποία ορίζεται ότι ο νόμιμος και της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του Δημοσίου ανέρχεται σε 6% ετησίως και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής. Η ρύθμιση αυτή, με την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα στο Δημόσιο να καταβάλλει με την ιδιότητα του οφειλέτη επί υπερημερίας ποσοστό τόκου (6%) μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου εξαίρεση, η οποία υπαγορεύεται από τον ανωτέρω σκοπό και δεν βρίσκεται σε αντίθεση προς τις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις, ούτε προς τις διατάξεις του Συντάγματος των άρθ. 17 περί προστασίας της ιδιοκτησίας και 25 για τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και μέλους του κοινωνικού συνόλου, αυτές του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που προστατεύει την περιουσία του δανειστή, αλλά ούτε και προς τα άρθρα 2§3, 14§1 και 26 του διεθνούς συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997), αφού η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου είναι αναγκαία για να είναι τούτο σε θέση να εκπληρώνει απρόσκοπτα τους ως άνω σκοπούς του προς εξυπηρέτηση των πολιτών (Ολ.ΑΠ 3/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του επεδίκασε στον αναιρεσείοντα αξιώσεις για προσαύξηση επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για οικογενειακά βάρη με τον προβλεπόμενο ως άνω για τις αξιώσεις κατά του Δημοσίου νόμιμο τόκο υπερημερίας 6%. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου με αριθ. 3 λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αροθ.1 ΚΠολΔ.

IV. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (διάταγμα της 26-6/10-7-1944), το οποίο εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη διά συμβάσεως ή ειδικού νόμου.

Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, για την έναρξη της τοκογονίας των οφειλών του Δημοσίου απαιτείται (και αρκεί) η δημιουργία της επιδικίας, από την οποία λαμβάνει επίσημο χαρακτήρα η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη ή μη της απαίτησης για χρηματική παροχή έναντι του Ελληνικού Δημοσίου.

Η επιδικία αρχίζει με την επίδοση της αγωγής και, εφ' όσον ο νόμος δεν διακρίνει, ως αγωγή νοείται όχι μόνο η καταψηφιστική, αλλά και η αναγνωριστική (ΑΕΔ 7/2011). Δεν είναι, όμως, δυνατή η έναρξη της τοκογονίας από προγενέστερο χρονικό σημείο, διότι χάριν του δημοσίου συμφέροντος αυτό ρητώς έχει αποκλεισθεί, χωρίς ο αποκλεισμός να εισάγει δυσμενή διάκριση, αφού προστατεύει την διαχείριση της δημόσιας περιουσίας προς όφελος όλων των πολιτών, ως τοιούτων νοουμένων όχι μόνο αυτών που επιδιώκουν ικανοποίηση από συγκεκριμένη επιδικία, αλλά και όσων προσδοκούν την απόλαυση κοινωνικών αγαθών από την κρατική οικονομική ευρωστία.

Για την ίδια αιτία, η εν λόγω υπέρ του Δημοσίου εξαίρεση και δεν βρίσκεται σε αντίθεση ούτε με τις διατάξεις του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που αποβλέπουν στην προστασία της περιουσίας παντός φυσικού ή νομικού προσώπου, όταν αυτή δεν είναι αντίθετη προς το γενικότερο κοινωνικό ή δημόσιο συμφέρον (πρβλ.

Ολ.ΑΠ 3/2006), ούτε στις διατάξεις της 95 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας, που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, κατά μείζονα δε λόγο στις διατάξεις των άρθ. 341, 345, 648, 649 και 655 ΑΚ.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο Αθηνών τις γενόμενες δεκτές αξιώσεις του αναιρεσείοντος ενάγοντος κατά του αναιρεσιβλήτου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου επεδίκασε με το νόμιμο, ως άνω, τόκο από την επίδοση της ένδικης αγωγής και όχι από την γένεση αυτών. Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις και επομένως είναι απορριπτέος ο τ' αντίθετα υποστηρίζων με αριθ. 4 λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Κατά συνέπεια πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το άρθ. 22 ν. 3693/1957 και την ΥΑ 134423/1993, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-11-2009 αίτηση του Φ. Ε. για αναίρεση της 9190/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Δεκεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ