1779/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ διάταξη του άρθρου 307 παρ.1 του π.δ. 410/1995 κατά την οποία, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, που διορίζονται από το δήμο ή κοινότητα αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων που ισχύουν κάθε φορά και η αμοιβή τους μπορεί να ελαττωθεί, με απόφαση του δικαστηρίου που δικάζει πίνακα αμοιβών τους έως το 50% των κατωτάτων ορίων που ορίζονται στον Κώδικα, ύστερα από εκτίμηση της οικονομικής καταστάσεως του δήμου ή της κοινότητος που έχει διορίσει τον δικηγόρο, έχει εφαρμογή και επί δικών αναγκαστικών απαλλοτριώσεων. Η παραπάνω διάταξη ( ήδη 281 του ν. 3463/2006 «Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων») δεν είναι αντίθετη με την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ούτε του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ.
Legislator headnote
AI generated1779/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες, που προσέφερε, καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε εντολή επ' ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξαρτήτως του αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 99 επ.
Full text
Απόφαση 1779 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Η διάταξη του άρθρου 307 παρ.1 του π.δ. 410/1995 κατά την οποία, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, που διορίζονται από το δήμο ή κοινότητα αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων που ισχύουν κάθε φορά και η αμοιβή τους μπορεί να ελαττωθεί, με απόφαση του δικαστηρίου που δικάζει πίνακα αμοιβών τους έως το 50% των κατωτάτων ορίων που ορίζονται στον Κώδικα, ύστερα από εκτίμηση της οικονομικής καταστάσεως του δήμου ή της κοινότητος που έχει διορίσει τον δικηγόρο, έχει εφαρμογή και επί δικών αναγκαστικών απαλλοτριώσεων. Η παραπάνω διάταξη ( ήδη 281 του ν. 3463/2006 «Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων») δεν είναι αντίθετη με την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ούτε του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ.
Αριθμός 1779/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Ζ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευδοξία Ελευθεριάδου - Καραμπογιά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ", που εδρεύει στη Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου τού (αρχικού διαδίκου) Δήμου Σταυρούπολης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μακρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-3-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την υπ' αριθμ. 1219/10-1-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και με την πρόσθετη παρέμβαση του ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1787/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1397/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-11-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 18-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 2, 38, 39, 46, 49, 91, 92, 94, 170 και 248 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 713 επ. Α.Κ. προκύπτει, ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξαρτήσεως, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ των σχέση χαρακτηρίζεται ως αμοιβομένη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη.
Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες, που προσέφερε, καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε εντολή επ' ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξαρτήτως του αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 99 επ.
του Κώδικα περί Δικηγόρων. Ειδικότερα, προκειμένου περί αιτήσεως προσδιορισμού αποζημιώσεως απαλλοτριουμένου για δημόσια ανάγκη ή ωφέλεια ακινήτου, υπό τη διάταξη του άρθρου 119 σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1, 103, 107 και 110 του Κώδικα περί Δικηγόρων, προκύπτει, ότι ο δικηγόρος του αιτούντος τον καθορισμό προσωρινής αποζημιώσεως για απαλλοτρίωση ακινήτου, η οποία κατέστη οριστική, δικαιούται από τον εντολέα του αμοιβή για τη σύνταξη της αιτήσεως καθορισμού αποζημιώσεως και των προτάσεων της συζητήσεώς της, που καθορίζεται σε ποσοστό 2% και 1% αντιστοίχως, ήτοι συνολικώς 3% επί της αξίας του αντικειμένου αυτής, το οποίο δύναται να αποτιμηθεί σε χρήμα, η αξία δε αυτή ταυτίζεται με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, που καθορίζεται από το δικαστήριο με τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως.
Η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 5 του ν. 1093/1980, που ορίζει, εκτός των άλλων, ότι "το δικαστήριο εν πάση περιπτώσει προσδιορίζει την αμοιβή του παραστάντος δικηγόρου εκατέρου των μερών διακεκριµένως, υπολογιζόμενη βάσει του κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 22 του Ν.Δ. 3026/1954 καταρτισθέντος συμφωνητικού ή εν ελλείψει τούτου κατά τις διατάξεις των άρθρων 100 και επ.
του αυτού Ν.Δ/τoς", δεν έχει την έννοια ότι ο προσδιορισμός της αμοιβής των δικηγόρων, που παρέστησαν στις δίκες αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που γίνεται σε κάθε περίπτωση από το δικαστήριο, κατ' επιταγή της διατάξεως αυτής, αποτελεί "επιδίκαση" υπέρ του διαδίκου, που νίκησε, ούτε "καταδίκη" στη δικαστική αυτή δαπάνη του υποχρέου στην καταβολή της αποζημιώσεως, αλλά συνιστά ένα απλό καθορισμό της αμοιβής των δικηγόρων έναντι των εντολέων των, με βάση το συμφωνητικό, που τυχόν υπάρχει, ή αν δεν υπάρχει συμφωνητικό, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 100 επ.
του Κώδικα περί Δικηγόρων, προς τον σκοπό υπαγωγής της αμοιβής αυτής στο ειδικό καθεστώς της παρακρατήσεως του οριζομένου κάθε φορά ποσοστού από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο προς κάλυψη των εξόδων και ενίσχυση του ειδικού λογαριασμού του Συλλόγου αυτού. Εξάλλου, κατά το άρθρο 307 παρ. 1 του π.δ. 410/1995 (περί δημοτικού και κοινοτικού κώδικα) οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, που διορίζονται από το δήμο ή κοινότητα αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων που ισχύουν κάθε φορά.
Η αμοιβή τους μπορεί να ελαττωθεί, με απόφαση του δικαστηρίου που δικάζει πίνακα αμοιβών τους έως το 50% των κατωτάτων ορίων που ορίζονται στον Κώδικα, ύστερα από εκτίμηση της οικονομικής καταστάσεως του δήμου ή της κοινότητος που έχει διορίσει τον δικηγόρο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχτηκε ότι η αμοιβή της αναιρεσείουσας δικηγόρου για την, κατ' εντολή του αναιρεσιβλήτου Δήμου Σταυρούπολης, εκτέλεση των αναφερομένων λεπτομερώς δικαστικών εργασιών (σύνταξη αίτησης προσδιορισμού αποζημιώσεως, προτάσεων κ.λπ.) υπολογίζεται με βάση τις ανωτέρω διατάξεις και σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της κάθε, κατά περίπτωση, εργασίας.
Περαιτέρω δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον στην προκειμένη δίκη μέρος της, μεταξύ των άλλων, ότι για τα εδαφικά τμήματα εμβαδού 1,96 τ.μ. και 12,07 τ.μ., που εμφαίνονται στην υπ' αρ. 7222/2000 πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού στην εκθ. κατ. 4695/2002 αίτηση προσδιορισμού οριστικής αποζημιώσεως, πλην όμως δεν καθορίσθηκε με την προαναφερόμενη υπ' αρθμ. 1744/2005 απόφαση του Εφετείου τούτου οριστική αποζημίωση, δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης για την επιδίκαση της δικηγορικής αμοιβής, καθόσον στην υπό κρίση αγωγή της ενάγουσας δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν διώκεται και γι' αυτά αμοιβή.
Αντίθετα δεν δικαιούται η ενάγουσα σχετικής δικηγορικής αμοιβής για το εδαφικό τμήμα εμβαδού 11,75 τ.μ., που αναφέρεται στην υπ' αριθμ. 7222/2000 πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης. Τούτο διότι, κατά τα ρητώς εκτιθέμενα στην υπ' αρ. έκθ. κατ. 4695/2002 αίτηση καθορισμού οριστικής αποζημιώσεως, την οποία η ενάγουσα συνέταξε και κατέθεσε ενώπιoν του Εφετείου τούτου ως εντολοδόχος δικηγόρος του Δήμου, δεν ήταν υπόχρεος αποζημιώσεως ο τελευταίος εντολέας της, αλλά ο παρόδιος ιδιοκτήτης που φέρεται στην ανωτέρω πράξη με ΚΠ 1 και εντεύθεν, εφόσον δεν γίνεται επίκληση στην υπό κρίση αγωγή σχετικής εντολής από τον εναγόμενο Δήμο προς διεξαγωγή της δίκης και για το εν λόγω ακίνητο, δεν δικαιούται η ενάγουσα σχετικές αμoιβές, γι' αυτό και ούτε ο εναγόμενος Δήμος έχει αντίστοιχη υποχρέωση καταβολής δικηγορικής αμοιβής.
Συνεπώς, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του Kώδικα περί Δικηγόρων, η δικηγορική αμοιβή της ενάγουσας υπολογιζομένη σε ποσοστό 4% επί της δικαστικώς προσδιορισθείσας οριστικής αποζημίωσης (συνολικού ποσού 4.550.528,5 ευρώ) των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τα οποία, µε φερόμενο, στις ως άνω πράξεις τακτοποίησης και αναλογισµού αποζημίωσης, υπόχρεο προς αποζημίωση τον εντολέα της εναγόμενο Δήµο, αποτέλεσαν αντικείμενο των απαλλοτριωτικών δικών, ανέρχεται στο ποσό των 182.021,14 ευρώ (4.550.528,5 ευρώ Χ 4% = 182.021,14 ευρώ).
Περαιτέρω, όμως, πρέπει να γίνει δεκτός ως και κατ' ουσία βάσιμος ο αυτοτελής ισχυρισμός του άρθρου 307 παρ. 1 του Π.Δ. 410/1995 "Δημοτικός - Κοινοτικός Κώδικας" του εναγόμενου -εφεσίβλητου, που προέβαλε παραδεκτά στην πρωτόδικη δίκη, µε δήλωσή του καταχωριζόµενη στα ταυτάριθµα µε την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά και µε τις προτάσεις του και επανέφερε, νομίμως, ενώπιον του εφετείου, προς αντίκρουση της έφεσης της εκκαλούσας και της αγωγής της, με τον οποίο διώκει το περιορισμό της ως άνω δικηγορικής αμοιβής κατά ποσοστό 50%, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασής του.
Συγκεκριμένα, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχθηκε ότι η οικονομική κατάσταση του εναγόμενου - εφεσίβλητου Δήμου είναι κακή, καθόσον με τα ετήσια έσοδά του δεν μπορεί να ανταποκριθεί ούτε στις βασικές λειτουργικές δαπάνες του και ήδη παρουσιάζει έλλειμμα ανερχόμενο στο ποσό των 7.480.000 ευρώ. Τούτο προκύπτει από το περιεχόμενο του υπ' αριθ.
Πρωτ. 33303/4-11-2008 εγγράφου της Διεύθυνσης Διοικητικών Υπηρεσιών Τμήμα Οικονομικής Υπηρεσίας του εναγομένου Δήμου, που μετ' επικλήσεως προσκομίζει ο τελευταίος. Συγκεκριμένα στο έγγραφο αυτό αναγράφεται ότι τα ετήσια αναλογούντα έσοδα του εναγομένου Δήμου ανέρχονται στο ποσό των 13.540.000,00 ευρώ, ενώ οι βασικές λειτουργικές δαπάνες του ανέρχονται στο ποσό των 21.020.000,00 ευρώ και συνεπώς, μετά από απλό μαθηματικό υπολογισμό, προκύπτει ότι, εμφανίζεται έλλειμμα 7.480.000 ευρώ.
Το εν λόγω έγγραφο, που φέρει το χαρακτήρα ισολογισμού του εναγομένου Δήμου, έχει την υπογραφή της Θ. Γ. Προϊσταμένης της προαναφερόμενης Υπηρεσίας του εναγομένου Δήμου, και η γνησιότητά του δεν αμφισβητείται από την ενάγουσα και εφόσον δεν είναι ανυπόστατο, λαμβάνεται υπόψη από το Εφετείο τούτο, παρόλο που δεν είναι θεωρημένο από την αρμόδια ΔΟΥ.
Άλλωστε, από την αξιολογική εκτίμηση και των περιεχομένων στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά καταθέσεων των μαρτύρων, δεν προκύπτει η ύπαρξη καλής Οικονομικής καταστάσεως του εναγόμενου Δήμου. Συγκεκριμένα ο μεν μάρτυρας ανταποδείξεως, Σ. Μ., που ήταν Δήμαρχος έως το έτος 2002 στον εναγόμενο Δήμο, κατέθεσε, μεταξύ των άλλων, ότι: "Δεν γνωρίζω σήμερα την οικονομική κατάσταση του Δήμου Σταυρούπολης.
Σίγουρα η καταβολή τέτοιων ποσών στις ενάγουσες θα κλονίσει τα οικονομικά του Δήμου", η δε μάρτυρας αποδείξεως Π. Μ. -Κ., που, ως ανέφερε, από το έτος 1998 ήταν ειδικός συνεργάτης του εναγομένου Δήμου με αντικείμενο την προώθηση του αναπτυξιακού έργου του Δήμου και κατέθεσε μεταξύ των άλλων ότι: "Η οικονομική κατάσταση του Δήμου δεν είναι ούτε καλή, ούτε άσχημη.
Απλώς προσπαθεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του". Άλλωστε η κρίση του Δικαστηρίου τούτου περί της κακής οικονομικής καταστάσεως του Δήμου, δικαιολογούσα την, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 307 παρ. 1 του Π.Δ. 410/1995, μείωση της δικηγορικής αμοιβής της ενάγουσας κατά ποσοστό 50%, ενισχύεται και εκ του ότι, η τελευταία, που λόγω της δικηγορικής ιδιότητάς της γνώριζε ότι υπόχρεος προς καταβολή της αμοιβής της ήταν ο εντολέας της Δήμος, εν τούτοις, πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής της, επιδίωξε να εισπράξει την αμοιβή της από το Ελληνικό Δημόσιο, υποβάλλοντας σχετικό αίτημα με το από 25.02.2005 υπόμνημά της προς τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, γεγονός που δεν θα συνέβαινε στην περίπτωση που η υπάρχουσα οικονομική κατάσταση του εντολέα της Δήμου επέτρεπε την υπ' αυτού καταβολή της ως άνω αμοιβής της.
Τα διαλαμβανόμενα δε στο υπό κρίση δικόγραφο της έφεσης της ενάγουσας περί της καλής οικονομικής καταστάσεως του εναγομένου Δήμου, λόγω του ότι μέσω της διαδικασίας του "κοινωνικού συντελεστή" διαθέτει ακίνητη περιουσία, είναι αόριστα και ανεπίδεκτα δικαστικής εκτιμήσεως και επομένως απορριπτέα. Τούτο διότι δεν εξειδικεύονται συγκεκριμένα ακίνητα του εναγόμενου Δήμου, τα οποία έχει την νομική δυνατότητα να εκποιήσει ούτε προσδιορίζεται το ύψος του τιμήματος που θα εισπράξει από την εκποίηση οικονομική τούτων, ώστε να εμφανίσει τέτοια κατάσταση που να του παρέχει τη δυνατότητα μετά την κάλυψη του προαναφερόμενου ελλείμματός του και των βασικών λειτουργικών του δαπανών να καταβάλει και την ως άνω δικηγορική αμοιβή και της ενάγουσας.
Ενόψει τούτων και λαμβάνοντας υπόψη και τους κανόνες της κοινής λογικής και πείρας, είναι καταφανές ότι ο προαναφερόμενος και εναγόμενος Δήμος βρίσκεται σε κακή οικονομική κατάσταση και η επιδίκαση εις βάρος του της ως άνω δικηγορικής αμοιβής, ανερχόμενης σε 182.021,14 ευρώ, θα προκαλέσει την ακόμη περισσότερο επιδείνωση της οικονομικής κατάστασής του, οπότε δικαιολογείται η μείωση αυτής κατά 50%.
Συνακόλουθα τούτων, εφόσον το παρόν Εφετείο, ύστερα από εκτίμηση της οικονομικής καταστάσεως του εναγομένου Δήμου, που έχει διορίσει την ενάγουσα δικηγόρο, κρίνει ότι, συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 307 παρ. 1 του Π.Δ. 410/1995 "Δημοτικός - Κοινοτικός Κώδικας", πρέπει να ελαττώσει κατά ποσοστό 50% το ποσό της προαναφερόμενης δικηγορικής αμοιβής της ενάγουσας ποσού 182.021,14 ευρώ, που αντιστοιχεί στα οριζόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων κατώτερα όρια και έτσι η δικηγορική αµοιβή που δικαιούται να αξιώσει η εκκαλούσα ενάγουσα από τον εφεσίβλητο - εναγόμενο Δήµο ανέρχεται στο ποσό των 91.010,57 ευρώ (182.021,14 ευρώ Χ 50% = 91.010,57 ευρώ), το οποίο και έχει υποχρέωση να της καταβάλει ο τελευταίος.
Καταλήγοντας το εφετείο δέχεται ότι, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που µε την απόφασή του αναφορικά µε τον ως ισχυρισµό (ένσταση) του εναγόμενου και κατά ουσιαστική παραδοχή του, περιόρισε τη δικηγορική αµοιβή της ενάγουσας κατά ποσοστό 50%, δεν έσφαλε διότι ορθά ερµήνευσε και εφάρµοσε το νόµο και σωστά εκτίµησε τις αποδείξεις.
Με τη κρίση του αυτή, με την οποία το Εφετείο, στη συνέχεια, απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Η ειδικότερη αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι για τον προσδιορισμό της ελάχιστης αμοιβής της δεν ελήφθη υπόψη η αξία των συστατικών και επικειμένων και η συνολικώς προσδιορισθείσα αποζημίωση, είναι αόριστη, διότι με την αίτηση αναίρεσης δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών.
Συνεπώς ο, περί του αντιθέτου, πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Εξάλλου, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που προαναφέρθηκαν και στηρίζουν επαρκώς το αποδεικτικό πόρισμα της απόφασης και ειδικότερα την παραδοχή, ότι η ενάγουσα δικαιούται την παραπάνω μειωμένη αμοιβή.
Συνεπώς είναι αβάσιμοι οι, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου των, από το άρθρο 559 αρ. 19 περί του αντιθέτου, δεύτερος (κατά το πρώτο μέρος του) και τρίτος (κατά το τέταρτο μέρος του), λόγοι της αναίρεσης. Εξάλλου, ο δεύτερος λόγος, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται, αντίστοιχα, πλημμέλειες, από τους αρ. 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος διότι, 1) ελλείπει η νόμιμη προϋπόθεση για την επίκληση της, από τον αρ. 8, πλημμέλειας, εφόσον η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αναίρεσης, συνομολογεί ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσίβλητου, τον οποίο και δέχθηκε το Εφετείο, περί της κακής του οικονομικής κατάστασης προβλήθηκε παραδεκτά και 2) στην απόφαση αναφέρονται τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, από την εκτίμηση των οποίων κατέληξε στην παραδοχή της απόφασης, για την κακή οικονομική κατάσταση του αναιρεσιβλήτου και την μείωση της αμοιβής της αναιρεσείουσας.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως, για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που κυρώθηκε μαζί με τη σύμβαση με το ΝΔ 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ, έναντι των κοινών νόμων, "παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέτει εν ισχύει νόμους, τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και δη οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον, πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο, νομοθετικό καθεστώς ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.
Στην προκειμένη περίπτωση η επίδικη διάταξη (άρθρο 307 παρ. 1 του Π.Δ. 410/1995 "Δημοτικός - Κοινοτικός Κώδικας" ήδη 281 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων") δεν είναι αντίθετη με την ως άνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ούτε του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη) διότι, με βάση το ισχύον κατά την άσκηση της αγωγής δίκαιο και όσα προαναφέρθηκαν, δεν υπήρχε νόμιμη προσδοκία να ικανοποιηθεί δικαστικά το επίδικο δικαίωμα της αναιρεσείουσας για καταβολή της αιτούμενης δικηγορικής αμοιβής.
Συνεπώς, ο, περί του αντιθέτου, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος (κατά το πρώτο, δεύτερο και τρίτο μέρος του) λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, μειωμένα όμως, σύμφωνα με το άρθρο 307 παρ. 2 ΠΔ 410/1995 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-11-2010 αίτηση της Μ. Ζ., για την αναίρεση της 1397/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 6η Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ