Appeal partially allowed against insurance company regarding one defendant but dismissed against another due to procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's judgment, remanding the case for retrial regarding the relationship between the appellant and the first insurance company. The court rejected the appeal against the second insurance company because the appellant's arguments were actually made by the opposing party and lacked proper legal basis. Consequently, the first defendant was ordered to pay the appellant's costs, while the appellant bore the costs for the second defendant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 514, 294, 295, 297, 299, 299, 524, 559, 580, 176, 183 of the Code of Civil Procedure: An appeal against the same judgment by the same party is generally inadmissible unless the appellant withdrew the first appeal before the hearing of the second; arguments attributed to the appellant but actually made by the opposing party are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1779 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1779/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρίστο Καυκούλα και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ανωνύμου Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευλογέτα Τσιτσιπή-Μισαηλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/1/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, την από 18/2/2003 αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου και την από 20/12/2001 αγωγή τρίτου προσώπου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συυνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3341/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4498/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/9/2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 9/9/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αναίρεσης και του συναφούς με αυτόν τρίτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 514 ΚΠολΔ δεύτερη έφεση από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται. Η διάταξη αυτή αποβλέπει στην απαγόρευση της επανειλλημένης χρήσης του ενδίκου μέσου της έφεσης κατά της ίδιας απόφασης. Προϋποθέσεις της εφαρμογής της είναι α) να έχει ασκηθεί προηγούμενη έφεση, β) να πλήττεται με αυτή, όπως και με την προηγούμενη, η ίδια απόφαση και γ) να ασκείται από τον ίδιο διάδικο.
Η απαγόρευση του ανωτέρω άρθρου δεν ισχύει και επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης έφεσης από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης, όταν ο εκκαλών παραιτήθηκε από το δικόγραφο της πρώτης προτού συζητηθεί η βασιμότητα της μεταγενέστερης έφεσής του. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 ΚΠολΔ, που, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη, προκύπτει, ότι ο εκκαλών μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της έφεσης, χωρίς τη συναίνεση του εφεσίβλητου, πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης.
Η παραίτηση γίνεται ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, που μπορεί να γίνει και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχομένου και της έκτασής της) κατάργηση της δίκης (ΟλΑΠ 20/1999). Εξάλλου, κατά τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, ο πρώτος αναιρεσίβλητος είχε ασκήσει από κοινού με την ομόδικό του δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία την από 19-10-2004 έφεση κατά της 3341/2004 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία στρεφόταν κατά του Α και της αναιρεσείουσας Χ, καθώς και ατομικώς την από 15-12-2004 έφεσή του κατά της ίδιας απόφασης, η οποία στρεφόταν κατά του Α, της αναιρεσείουσας Χ και της ασφαλιστικής εταιρίας Αγροτική Ασφαλιστική ΑΕ.
Ο αναιρεσίβλητος, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο πάντοτε, με δήλωση της πληρεξουσίας του δικηγόρου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του δικαστηρίου, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της πρώτης από 19-10-2004 έφεσής του, δήλωση που αποδέχθηκε το Εφετείο και κήρυξε καταργημένη τη δίκη ως προς αυτή την έφεση, ενώ έκρινε παραδεκτή τη δεύτερη από 15-12-2004 έφεση του ίδιου αναιρεσίβλητου, παρά το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα είχε προτείνει με τις από 1-2-2005 προτάσεις της το απαράδεκτο της δεύτερης αυτής έφεσης.
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την από 15-12-2004 δεύτερη έφεση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, καθόσον κατά τους ισχυρισμούς της η παραίτηση από την πρώτη έφεση δεν αίρει το απαράδεκτο της δεύτερης.
Ο λόγος, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται παραπάνω είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, μετά την παραδεκτή και νόμιμη παραίτηση αυτού από το δικόγραφο της πρώτης έφεσης, συγχωρείται η άσκηση της δεύτερης.
ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τα δια της εφέσεως και των προσθέτων λόγων καθοριζόμενα όρια. Έτσι το Εφετείο κρίνει αν οι πρωτόδικοι δικαστές αποφάνθηκαν ορθώς ή όχι επί τη βάσει των περιεχόμενων στο εφετήριο λόγων εφέσεως, δηλαδή των αποδιδόμενων από τον εκκαλούντα στην πρωτόδικη απόφαση σφαλμάτων και παραλείψεων, που συνιστούν τη νομική βάση της έφεσης.
Επομένως σφάλματα ή παραλείψεις που δεν προβλήθηκαν με τους λόγους της έφεσης, δεν μπορούν να εξετασθούν αυτεπαγγέλτως από το εφετείο, ούτε επιτρέπεται σ' αυτό, αν διαπιστώσει τέτοιες πλημμέλειες, να τις εξετάσει αυτεπαγγέλτως και να απαγγείλει την εξαφάνιση ή μεταρρύθμιση της απόφασης που προσβλήθηκε με την έφεση.
Διαφορετικά, συγχωρείται αναίρεση κατά της εφετειακής απόφασης για τον από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο έκρινε, ότι η αναιρεσείουσα - ενάγουσα - εφεσίβλητη ήταν συνυπαίτια για τον τραυματισμό της κατά ποσοστό 30%, επειδή δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας και μείωσε ανάλογα τα επιδικασθέντα υπέρ αυτής και εις βάρος και των δύο αναιρεσιβλήτων - εκκαλούντων - εναγομένων ποσά.
Από την επισκόπηση όμως της πρωτόδικης απόφασης προκύπτει, ότι δεν είχε καταλογιστεί συνυπαιτιότητα στην αναιρεσείουσα-ενάγουσα για το λόγο ότι δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας κατά το χρόνο του ατυχήματος. Επίκληση λόγου για τον μη καταλογισμό συνυπαιτιότητας της αναιρεσείουσας περιέχεται στο δικόγραφο της από 19-10-2004 έφεσης, που ο αναιρεσίβλητος Ψ1 είχε ασκήσει από κοινού με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ομόδικη ασφαλιστική εταιρία, από το οποίο όμως εκείνος παραιτήθηκε και καταργήθηκε η δίκη ως προς αυτή την έφεση γι' αυτόν το διάδικο, ενώ από το δικόγραφο της από 15-12-2004 έφεσης του προαναφερόμενου διαδίκου (Ψ1), η οποία δικάστηκε από το Εφετείο, προκύπτει ότι δεν περιέχεται λόγος έφεσης σχετικός με τον μη καταλογισμό συντρέχοντος πταίσματος στην αναιρεσείουσα-ενάγουσα, επειδή δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας.
Το Εφετείο, επομένως, που δέχθηκε την ένσταση συνυπαιτιότητας και ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο- εκκαλούντα, χωρίς αυτός να έχει προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση με σχετικό λόγο έφεσης, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατόπιν τούτου παρέλκει η εξέταση του λόγου κατά το σκέλος που αποδίδει την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κατά τη σταθερή νομολογία του Αρείου Πάγου ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, που οφείλεται στο δικαιούχο βάσει της ΑΚ 932, αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας.
Η κρίση αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως (αριθμός 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), είτε εκ πλαγίου (αριθμός 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), είτε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Επομένως, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως δεν υπόκειται στον έλεγχο του ακυρωτικού. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ούτε και από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος.
Και τούτο διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και συγκεκριμένα αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευόμενου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας. Δηλαδή ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ αφενός μεν της συνταγματικής διατάξεως, που προστατεύει κάποιο δικαίωμα, αφετέρου δε της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει.
Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σ' αυτά να αποφασίζουν. Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν προέβη σε συγκεκριμένη περίπτωση στον προσδιορισμό εύλογης χρηματικής αποζημίωσης του άρθρου 932 ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά είναι εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα, με βάση τους κανόνες που το ίδιο άρθρο θέτει και στα πλαίσια, που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, σχετικά με το αίτημα της αναιρεσείουσας για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, τα ακόλουθα: "Τέλος ενόψει των συνθηκών κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η ένδικη σύγκρουση το βαθμό του πταίσματος τόσο του εναγομένου-υπαιτίου οδηγού, όσο και της ίδιας (ενάγουσας) στον επίδικο τραυματισμό της, όπως επίσης και της οικονομικής, κοινωνικής και επαγγελματικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων στην επέλευση αυτού, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ενάγουσα εξαιτίας του παραπάνω τραυματισμού της υπέστη στενοχώρια, ταλαιπωρία, και σωματικούς πόνους και κατ' ακολουθίαν ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται αρκετό και εύλογο μετά από στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων (άρθρ 932 ΑΚ)".
Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας τη διάταξη 25 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και αυτών των άρθρων 914, 932 ΑΚ κατά την επιδίκαση του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης στην ενάγουσα, διότι το επιδικασθέν ποσό, ύψους 10.000 ευρώ, είναι υπέρμετρα δυσανάλογο και ασυνήθως χαμηλό σε σχέση με το επιδικασθέν πρωτοδίκως (35.000 ευρώ) και με αυτά που επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Επίσης, με το πρώτο μέρος του έβδομου λόγου της αναίρεσης αποδίδεται η ίδια πλημμέλεια από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ με επίκληση επιπλέον της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν παραπάνω οι ανωτέρω λόγοι (τέταρτος και πρώτο μέρος του έβδομου) αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Εξάλλου, από το αναπτυσσόμενο παραπάνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης και ιδιαίτερα την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων και δεν ήταν αναγκαίο να παραθέσει τα γεγονότα που καθορίζουν την επαγγελματική και κοινωνική κατάσταση αυτών.
Ο έβδομος λόγος της αναίρεσης, επομένως, κατά το μέρος που αποδίδει την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
IV. Από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, συνεπώς και σε αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία, που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου (άρθρο 10 Ν ΓΠΝ/1911), προκύπτει ότι, όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση, ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Η παράλειψη του επιβάτη αυτοκινήτου, το οποίο ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα, να προσδεθεί με τη ζώνη ασφαλείας, όπως επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 33 παρ. 1 και 3 και 81 παρ. 17 Ν 2696/1999 (ΚΟΚ), θεμελιώνει συντρέχον αυτού πταίσμα, εφόσον συνδέεται αιτιωδώς με τις προκληθείσες σωματικές κακώσεις του. Περαιτέρω, οι έννοιες της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος στην πρόκληση της ζημίας του υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ, 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, καθεαυτά αντικειμενικώς και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας. Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό-τη βαρύτητα του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και έτσι ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης και όταν έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την έννοια ότι στο αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα εκείνα τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου.
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του εδαφίου β' του αριθμού 1 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο, εάν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, όχι όμως όταν χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο μετά τις παραδοχές του σχετικά με τις συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος στο οποίο ενεπλάκη το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, το οποίο είχε ασφαλίσει για τις προς τρίτους προξενούμενες ζημίες στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, και το αυτοκίνητο του Α στο οποίο επέβαινε η αναιρεσείουσα-ενάγουσα, δέχεται ανέλεγκτα σχετικά με τον τραυματισμό αυτής τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Εξάλλου, από το σύνολο του αυτού αποδεικτικού υλικού, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα Χ η οποία κατά το χρόνο της ένδικης σύγκρουσης επέβαινε στο αυτοκίνητο του παραπάνω ενάγοντος Α και συγκεκριμένα στην όπισθεν του συνοδηγού θέση κατά την ένδικη σύγκρουση τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο ΚΑΤ Κηφισιάς, όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη συντριπτικό υπερκονδύλιο κάταγμα δεξιού βραχίονος και βαθιά σκισίματα του βραχιονίου αυτού σε όλο το μήκος του και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση αντιμετώπισης του κατάγματος με εσωτερική οστεοσύνθεση (μεταλλική λάμα και καρφιά) με μοσχεύματα και συρραφή του τραύματος και νοσηλεύτηκε στο ως άνω νοσοκομείο, αρχικά από 19-8-2001 μέχρι 23-8-2001 και στη συνέχεια από 1-9-2001 έως 7-9-2001 λόγω επιδείνωσης του τραύματος και διαπιστώσεως νευροπραξίας του κερκιδικού νεύρου.
Ακολούθως επανεισήχθη στο ίδιο νοσοκομείο στις 13-9-2001 οπότε της αφαιρέθηκαν τα ράμματα και τοποθετήθηκε γύψινος νάρθηκας βραχιονοπηχεοκαρπικού και συστήθηκε η κατ' οίκον νοσηλεία και η συνεχής ιατρική της παρακολούθηση......... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, παρά τ' αντιθέτως επικαλούμενα από την ίδια.
Για τον ένδικο τραυματισμό της σοβαρά στο δεξί της χέρι συνυπαίτια τυγχάνει και η ίδια, καθόσον η ζώνη ασφαλείας, εάν την φορούσε κατά την επίπτωση του οχήματος του Α στο οποίο επέβαινε, στο όχημα του Ψ1, θα την απέτρεπε να καταβάλει κατά τη στήριξη του χεριού της στο κάθισμα του συνοδηγού μεγάλη πίεση και δύναμη με συνέπεια να έχει υποστεί ελαφρύτερο τραυματισμό ή και κανένα.
Περί τούτου κατέθεσε στην προανάκριση ο οδηγός του οχήματος που επέβαινε Α κατηγορηματικά "... ίσως αν η φίλη μας Χ, φορούσε τη ζώνη ασφαλείας να μην είχε τραυματιστεί..". Το ποσοστό συνυπαιτιότητας που την βαρύνει στην επέλευση του ένδικου τραυματισμού της ανέρχεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου σε ποσοστό 30%." Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατά παραδοχή λόγου της έφεσης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας στην αγωγή της αναιρεσείουσας μείωσε το ποσό της αποζημίωσης κατά ποσοστό 30% και καθόρισε το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που υπέστη λαμβάνοντας υπόψη και το βαθμό της συνυπαιτιότητάς της.
Με τον τρίτο και τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ. Κρίνοντας έτσι όμως το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την προαναφερόμενη διάταξη ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή του συντρέχοντος πταίσματος της αναιρεσείουσας στον τραυματισμό της λόγω της παράλειψης να φορέσει ζώνη ασφαλείας, αφού αυτός (τραυματισμός) και η έκτασή του βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την ανωτέρω παράλειψη όπως σαφώς εκτίθεται σ' αυτήν, με τη σαφή παραδοχή ότι αν έφερε ζώνη θα είχε υποστεί ελαφρύτερο τραυματισμό ή και κανένα και δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθεται στην απόφαση, αν υπήρξε μετακίνησή της κατά το χρόνο του ατυχήματος, ούτε ότι οδηγήθηκε στην παραδοχή της συνυπαιτιότητας της αναιρεσείουσας κατόπιν ενστάσεως της αναιρεσίβλητης.
Ο τρίτος και ο πέμπτος λόγοι της αναίρεσης, επομένως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. V. Τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο για μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ισχυρισμών, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νομιμοποιείται να προβάλει μόνο ο διάδικος, που πρότεινε τους ισχυρισμούς αυτούς και όχι ο αντίδικός του.
Επίσης την αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 9 του αυτού ως άνω άρθρου για το ότι το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη προτείνει αυτός που υπέβαλε την αίτηση και όχι ο αντίδικός του. Εξάλλου, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (άρθρα 339 και 352 ΚΠολΔ), ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ 11 περ.
γ' ΚΠολΔ. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι έγινε επίκληση του αποδεικτικού μέσου κατά τη συζήτηση ή εντός της προς αντίκρουση των εκατέρωθεν ισχυρισμών παρασχεθείσας προθεσμίας. Τούτο ισχύει και επί δικαστικής ομολογίας, διότι ναι μεν αυτή περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυρίζεται ότι την επικαλέστηκε και να το αποδεικνύει, προσκομίζοντας τις προτάσεις, που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη.
Εν προκειμένω, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 9 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Και τούτο επειδή η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία στον ένατο λόγο της έφεσής της (9) εκθέτει ότι "εσφαλμένα έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση κατά την επιδίκαση ποσού 35.000 ευρώ για τη χρηματική ικανοποίηση της δεύτερης των αντιδίκων λόγω ηθικής βλάβης, που έπαθε από τον τραυματισμό της, ενώ εάν ορθά έκρινε έπρεπε να επιδικάσει για την πιο πάνω αιτία στην αντίδικο το ποσό των 15.000 ευρώ" και έτσι το Εφετείο, επιδικάζοντας 10.000 ευρώ, υπέπεσε α) στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου επειδή δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, με τον οποίο δέχθηκε να επιδικαστεί στην αναιρεσείουσα το ποσό των 15.000 ευρώ, β) στην πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του ίδιου άρθρου, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός αποτελεί αίτημα της αναιρεσίβλητης, το οποίο άφησε αδίκαστο επιδικάζοντας λιγότερο από όσα ζητήθηκαν και γ) στην πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου διότι δεν έλαβε υπόψη το ανωτέρω αποδεικτικό μέσο της ομολογίας.
Ο λόγος κατά το μέρος που αποδίδει την πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, πρωτίστως, για έλλειψη νομιμοποίησης της αναιρεσείουσας, αφού τον ισχυρισμό φέρεται να προέβαλε και το αίτημα φέρεται να υπέβαλε όχι η ίδια η αναιρεσείουσα, αλλά η αντίδικός της αναιρεσίβλητη.
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αποδίδει την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άνω άρθρου είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως αόριστος και επομένως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι είχε προταθεί ο ισχυρισμός για την ομολογία της αναιρεσίβλητης στο δικαστήριο της ουσίας.
VI. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει α)να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει και συγκεκριμένα μόνο όσον αφορά τις διατάξεις της, που αναφέρονται στις μεταξύ της αναιρεσείουσας και του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ψ1 σχέσεις, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος αυτός στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) και β) να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης αυτής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4498/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών εν μέρει, και συγκεκριμένα μόνο ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ1, όπως στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Ψ1 στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.
Απορρίπτει την αναίρεση κατά της ως άνω απόφασης ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΕ".
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της δεύτερης αυτής αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ