1779/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1779/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 979 παρ.2 του ΚΠολΔ οι μη καταταγέντες πιστωτές, μπορούν να ασκήσουν ανακοπή κατά του πίνακα και να ζητήσουν την κατάταξη τους και την αναγνώριση του προνομίου των απαιτήσεων τους. Δεν μπορούν, όμως, να προτείνουν ισχυρισμούς για το κατά το ουσιαστικό δίκαιο υπαρκτό των απαιτήσεων, αλλά μόνο αντιρρήσεις δικονομικού χαρακτήρα από τη διαδικασία της κατατάξεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1779 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1779/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου και του αρχαιότερού του Αρεοπαγίτη), Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ιωάννη Παπουτσή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕLINOIL Ελληνική Εταιρεία Πετρελαίων ΑΕ" που εδρεύει στο Μαρούσι και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελευθερία Καλλιώρα.
Των αναιρεσιβλήτων: Α...... με την ιδιότητα, ως οριστικού συνδίκου της υπό πτώχευση τελούσης εταιρείας με επωνυμία "ΑΚΜΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη Φιλοθέη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. ....... , 37....... και 38....... Ο πρώτος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος και οι υπόλοιποι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, Β. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία EUROBANK-Ergasiaς SA, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Κατσίγιαννη και Γ.Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της ΔΥΟ ΦΑΒΕ Αθηνών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κων/νο Γεωργάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις ανακοπές από α) 6-1-2002 της ήδη αναιρεσείουσας β)10-1-2002 της ήδη Β΄ αναιρεσίβλητης, γ) 10-1-2002 του ήδη Γ΄ αναιρεσίβλητου και δ) 16-1-2002 του ΙΚΑ που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2847/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 8544/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-5-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 27-2-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια αυτής και την απόρριψη κατά τα λοιπά της αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως νομίμως επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 20.10.2006 κλήση της αναιρεσείουσας μετά τη ματαίωση της συζήτηση η κατά την ορισθείσα, μετ΄ αναβολή, δικάσιμο της 16.10.2006 λόγω των Δημοτικών και Νομαρχιακών εκλογών. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 534, 625, 628, 632, 634, 647, 648, 665 και 666 του Εμπ.
Νόμου με εκείνες των άρθρων 972, 975, 986 και 977 του Κ.Πολ.Δικ., προκύπτει ότι στη διαδικασία της επαληθεύσεως υποβάλλονται και οι με γενικό προνόμιο εξοπλισμένες απαιτήσεις, οι πιστωτές των οποίων στερούνται των ατομικών διώξεων. Αν δε εκπλειστηριασθεί, με επίσπευση ενέγγυου πτωχευτικού δανειστή, που διατηρεί δικαίωμα ατομικής διώξεως, ακίνητο της πτωχευτικής περιουσίας, πριν από το στάδιο της ενώσεως των πιστωτών, οι απαιτήσεις αυτές αναγγέλλονται στη διαδικασία της εκτελέσεως μόνο δια του συνδίκου, ο οποίος και κατατάσσεται στη θέση και για λογαριασμό των πιστωτών στον οικείο πίνακα κατάταξης.
Η πτωχευτική πίστωση που έγινε κατά τη διαδικασία της επαληθεύσεως αποδεκτή, θεωρείται ότι αναγνωρίστηκε υπέρ και κατά της ομάδας των πιστωτών και γίνεται πλέον οριστική και απρόσβλητη. Στην περίπτωση αυτή αρκεί η κατάθεση από το σύνδικο αντιγράφου της εκθέσεως επαληθεύσεως προς οριστική κατάταξη των απαιτήσεων αυτών στον πίνακα κατάταξης.
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 979 παρ.2 του ΚΠολΔ οι μη καταταγέντες πιστωτές, μπορούν να ασκήσουν ανακοπή κατά του πίνακα και να ζητήσουν την κατάταξη τους και την αναγνώριση του προνομίου των απαιτήσεων τους. Δεν μπορούν, όμως, να προτείνουν ισχυρισμούς για το κατά το ουσιαστικό δίκαιο υπαρκτό των απαιτήσεων, αλλά μόνο αντιρρήσεις δικονομικού χαρακτήρα από τη διαδικασία της κατατάξεως.
Τις αντιρρήσεις τους από το ουσιαστικό δίκαιο μπορούν να προτείνουν στη διαδικασία της επαλήθευσης, στην οποία ο ενέγγυος πιστωτής μπορεί σε κάθε περίπτωση να υποβληθεί ή απλώς να παρίσταται κατ' άρθρο 585 εδ. τελευταίο Εμπ.Νόμου, μετά δε την επαλήθευση οριστικώς με την εισαγωγή τους ενώπιον του κατά τις γενικές διατάξεις αρμοδίου δικαστηρίου (ΑΠ 336/2001).
Με βάση αυτά, έκρινε το Εφετείο ότι ο λόγος της από 18-12-2003 έφεσης της αναιρεσείουσας (που αναφέρεται από την τελευταία στο αναιρετήριο) για αοριστία της απάντησης του συνδίκου της πτώχευσης με τις προτάσεις του τού πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, στο λόγο ανακοπής της (αναιρεσείουσας), που συνίσταται στην άρνηση της ύπαρξης, του περιεχομένου, του μεγέθους και του προνομιακού χαρακτήρα των εργατικών απαιτήσεων, ποσού δραχμ.μ.464.010282 των ανηκόντων στην πτωχευτική ομάδα και εκπροσωπουμένων από τον σύνδικο με αριθ.1 έως 36 αναιρεσιβλήτων εργαζομένων στην πτωχεύσασα εταιρία, για τον λόγο ότι δεν καθορίζεται στις παραπάνω προτάσεις του συνδίκου, η ιστορική και νομική αιτία και η έννομη σχέση απ' την οποία πηγάζει καθεμία από τις απαιτήσεις αυτές, αλλ΄ αυτός (σύνδικος) παρέπεμψε σχετικώς στον πίνακα επαληθεύσεων της πτώχευσης, στερείται βασιμότητας.
Τούτο δε διότι οι παραπάνω απαιτήσεις, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, έγιναν αποδεκτές στη διαδικασία της επαλήθευσης και θεωρούνται ότι ανεγνωρίσθηκαν υπέρ της ομάδας των πιστωτών οριστικά και δεν μπορούν να προβληθούν κατά την παρούσα δίκη της ανακοπής του άρθρου 979 ΚΠολΔικ. Επομένως, σύμφωνα πάντοτε με τις παραδοχές του Εφετείου, η απόκρουση του παραπάνω λόγου ανακοπής της αναιρεσείουσας από τον αναιρεσίβλητο σύνδικο της πτώχευσης της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΚΜΩΝ ΑΕΤΤΕ", ως εκπρόσωπο των εργαζομένων σε αυτή, με την επίκληση, τόσο στις πρωτόδικες προτάσεις του, όσο και στις από 5-10-2004 προτάσεις του στο Εφετείου του περιεχομένου της έκθεσης επαλήθευσης των απαιτήσεων που αναγγέλθηκαν και του προσβαλλομένου πίνακα κατάταξης τούτων, δεν πάσχει αοριστία, αφού κατά την ισχύουσα στο Ελληνικό δικονομικό δίκαιο θεωρία του συγκεκριμένου προσδιορισμού, η επίκληση της διαδικασίας επαλήθευσης των απαιτήσεων των παραπάνω αναιρεσιβλήτων, που αντιπροσωπεύονται από τον οριστικό σύνδικο της πτώχευσης και του πίνακα κατάταξης, αρκούν για την πληρότητα της ιστορικής βάσης του ένδικου δικαιώματος τους, διότι θεμελιώνουν, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, τη ζητούμενη από αυτές έννομη συνέπεια.
Επομένως το Εφετείο, κατόπιν των άνω παραδοχών του, απάντησε στον περί αοριστίας της παραπάνω απόκρουσης από τον σύνδικο της πτώχευσης, της άρνησης της αναιρεσείουσας του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων αυτών, λόγο έφεσης και έτσι δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔικ, αφού τον απέρριψε και, συναφώς, ούτε παρέλειψε παρά το νόμο την κήρυξη ακυρότητας και οι προβαλλόμενες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.8 και 14 ΚΠολΔικ αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμες.
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ. αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 645, 648 και 649 Εμπ. Νόμου και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, με το να δεχθεί ότι οι ενέγγυοι πιστωτές και συνακόλουθα η αναιρεσείουσα στερούνται του δικαιώματος άσκησης της εμπράγματης αγωγής κατά την τακτική διαδικασία και ότι δεν μπορούν να αμφισβητήσουν με την αγωγή αυτή τις απαιτήσεις των γενικών προνομιούχων δανειστών, που έγιναν δεκτές κατά τη διαδικασία της επαληθεύσεως.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του, ως αβάσιμος, αφενός μεν, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, δεν περιέχει παραδοχή με την οποία να στέρησε το Εφετείο την αναιρεσείουσα ενέγγυα πιστώτρια της οφειλέτριας εταιρείας "ΑΚΜΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" της δικονομικής δυνατότητας για ικανοποίηση της ένδικης αξίωσής της με την έγερση της υποθηκικής αγωγής της, αφετέρου δε διότι κατ΄ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και με πλήρεις αιτιολογίες δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται, κατά την παρούσα δίκη, ν΄ αμφισβητήσει το περιεχόμενο της έκθεσης επαληθεύσεως των πιστώσεων κατά το μέρος του, που έγινε τούτο οριστικά δεκτό.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 975 αριθ.3 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 του ν.1545/1985, στην 3η σειρά κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν ως βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης.
Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας κατατάσσονται ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν στην τάξη αυτή. Από την ευρύτατη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 31 του ν.1545/85 προκύπτει ότι στην προνομιακή κατάταξη των απαιτήσεων των εργαζομένων περιλαμβάνονται και οι παρεπόμενες απαιτήσεις των από τόκους.
Και εφόσον μεν οι παρεπόμενες αυτές απαιτήσεις από τόκους προέρχονται από αποζημίωση λόγω καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως, δεν υπόκεινται σε κανένα χρονικό περιορισμό. Εφόσον, όμως, είναι παρεπόμενες άλλων αξιώσεων από την εργασιακή σχέση, κατατάσσονται προνομιακώς μόνο αν προέκυψαν την τελευταία διετία πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού ή εφόσον πρόκειται για πτώχευση την τελευταία διετία πριν από την κήρυξη της πτώχευσης (Ολ.ΑΠ 22/2000 Ελλ.Δικ.42,56, ΑΠ 1501/2003).
Οι απαιτήσεις του Δημοσίου κατατάσσονται στην 5η σειρά του παραπάνω άρθρου κατ' άρθρο 61 παρ.1 του ΚΕΔΕ. Οσάκις απαιτήσεις του άρθρου 975 συντρέχουν με απαιτήσεις που είναι εξοπλισμένες με ειδικό προνόμιο τότε οι πρώτες κατατάσσονται κατά το 1/3 και οι δεύτερες κατά τα 2/3 κατ΄ άρθρο 977 παρ.1 ΚΠολΔικ. Εξ άλλου, αντικείμενο προσβολής με την ανακοπή του άρθρου 979 ΚΠολΔικ είναι ο πίνακας κατάταξης, με τον οποίο γίνεται και η εκκαθάριση των εξόδων εκτέλεσης, ο προσδιορισμός του δικαιούχου τους και η αφαίρεσή τους από το εκπλειστηρίασμα.
Αν δε το δικαστήριο δεχθεί την ανακοπή, μεταρρυθμίζει τον πίνακα και αν υπάρχει σχετικό αίτημα, περιλαμβάνει στην απόφαση του και διάταξη για τον επαναπροσδιορισμό του υπολοίπου του πλειστηριάσματος με την προσθήκη σε αυτό και του απελευθερομένου ποσού και τον τρόπο της διανομής του, με την κατάταξη του ανακόπτοντα στη θέση που επεδίωξε.
Η απόφαση αυτή, επέχει, για όσους συμμετείχαν στη δίκη της ανακοπής, θέση συμπληρωματικού πίνακα. Ενώ εξ άλλου η διαδικασία κατάταξης, είναι μεν ενιαία, όχι όμως και αδιαίρετη, υπό την έννοια ότι, η μεν διαδικασία της κατάταξης διεξάγεται συλλογικά μεταξύ όλων των μετεχόντων της διαδικασίας αυτής δανειστών, των οποίων οι απαιτήσεις συγκρίνονται μεταξύ τους και κατατάσσονται με ένα πίνακα που συντάσσεται από τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, η δε δίκη της ανακοπής, διεξάγεται μόνο μεταξύ του ανακόπτοντα και του καθού η ανακοπή, χωρίς να καλούνται οι άλλοι δανειστές, οι οποίοι και δεν ωφελούνται, ούτε βλάπτονται από τη δίκη αυτή, με συνέπεια το Δικαστήριο που δέχεται την ανακοπή, να μην καλεί τους άλλους δανειστές, ούτε να αναπέμπει την υπόθεση στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, αλλά να αποβάλλει τον καθού η ανακοπή και να κατατάσσει στη θέση του τον ανακόπτοντα (ΑΠ 756/2001).
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι αποδεικνύονται τα εξής: Με επίσπευση της αναιρεσείουσας ενυπόθηκης δανείστριας και για την ικανοποίηση απαιτήσεώς της ύψους 73.526.693 δρχ. εκπλειστηριάσθηκε στις 7-2-2001 ακίνητο της οφειλέτριας εταιρίας "ΑΚΜΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία με την υπ' αριθ. 3436/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δημοσιεύτηκε στις 15-12-1997, είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως.
Οριστικός σύνδικος της πτώχευσης, διορίστηκε ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων ...... , στον οποίο αναγγέλθηκαν νόμιμα, μεταξύ άλλων πιστωτών, τριάντα επτά (37) εργαζόμενοι για απαιτήσεις τους από τις μεταξύ αυτών και της πτωχής εταιρίας εργασιακές σχέσεις, τις οποίες απαιτήσεις τους περιγράφουν με λεπτομέρειες κατ' είδος και ποσό στις αναγγελίες τους, το Ελληνικό Δημόσιο για το ποσό των 298.873.229 δρχ., η Τράπεζα Eurobank για το ποσό των 384.413.500 δρχ.
και το ΙΚΑ για το ποσό των 90.003.512 δρχ. Κατά τη διαδικασία της επαλήθευσης των απαιτήσεων επαληθεύτηκαν οι απαιτήσεις των εργαζομένων και έγιναν αυτές δεκτές στα χρέη της πτώχευσης για τα αναφερόμενα στην έκθεση επαλήθευσης ποσά, πλην της απαιτήσεως του Χ1, η οποία δεν έγινε δεκτή στα χρέη της πτώχευσης.
Για τις απαιτήσεις του Δημοσίου ο σύνδικος δεν προέβαλε αντιρρήσεις και δεν άσκησε ανακοπή και επομένως αυτές θεωρούνται ότι έγιναν δεκτές στα χρέη της πτώχευσης. Στην υπάλληλο επί του πλειστηριασμού οι εργαζόμενοι, ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους στις 22-2-2001 με την από 21-2-2001 έγγραφη αναγγελία του συνδίκου, στην οποία αναφέρεται ότι οι αναγγελλόμενες απαιτήσεις των εργαζομένων έχουν ήδη αναγγελθεί και στην πτώχευση, η οποία βρίσκεται στο στάδιο ολοκλήρωσης της επαλήθευσης των απαιτήσεων, μαζί δε με την επίδοση της αναγγελίας ο σύνδικος κατέθεσε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού και τις προς αυτόν αναγγελίες των εργαζομένων και τα συνοδεύοντα αυτές αποδεικτικά έγγραφα και συντάχθηκε προς τούτο η με αριθ. 3.495/22-2-2001 πράξη καταθέσεως εγγράφων.
Στην υπάλληλο του πλειστηριασμού ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους και οι ανακόπτοντες Ελληνικό Δημόσιο, Τράπεζα Eurobank και ΙΚΑ. Η υπάλληλος του πλειστηριασμού με τον προσβαλλόμενο πίνακα, αφού αφαίρεσε από τον επιτευχθέν πλειστηρίασμα, μεταξύ άλλων εξόδων, α) το ποσό των 3.628.000 δρχ. για έξοδα εκτέλεσης της επισπεύδουσας και δικαιώματα του εφεσίβλητου δικαστικού επιμελητή .....
και β) το ποσό των 1.783.390 δρχ. για έξοδα εκτέλεσης της εταιρίας...., που επέσπευσε αρχικά τον πλειστηριασμό και στη θέση της οποίας υποκαταστάθηκε η εταιρία .... , κατέταξε στο διανεμητέο πλειστηρίασμα εκ δρχ. 519.356.430 και στην τρίτη τάξη του άρθρου 975 ΚΠολΔ τον σύνδικο για λογαριασμό των απαιτήσεων των παραπάνω εργαζομένων, για το ποσό των 464.010.280 δρχ., οριστικά και προνομιακά, πλην του Χ1, τον οποίο κατέταξε δια του συνδίκου προνομιακά και τυχαία, και στο υπόλοιπο ποσό των 55.346.148 δρχ.
κατέταξε κατά ποσοστό 1/3 και 2/3 αντίστοιχα, το Ελληνικό Δημόσιο προνομιακά και οριστικά για το ποσό των 18.448.716 δρχ. και την τράπεζα Eurobank προνομιακά και τυχαία για το ποσό των 36.897.432 δρχ., ενώ δεν κατέταξε την επισπεύδουσα εταιρία .... και το ΙΚΑ, λόγω εξαντλήσεως του πλειστηριάσματος. Το Εφετείο έκρινε απαράδεκτο το δεύτερο λόγο ανακοπής της αναιρεσείουσας με το οποίο πλήττεται η κατά το ουσιαστικό δίκαιο ύπαρξη, το μέγεθος και το προνόμιο των απαιτήσεων των εργαζομένων που κατατάχθηκαν, με την έννοια ότι οι απαιτήσεις προέρχονται από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, διότι, οι απαιτήσεις αυτές των εργαζομένων, πλην του Χ1 υποβλήθηκαν στην διαδικασία της επαλήθευσης και έγιναν οριστικά δεκτές και συνεπώς είναι απρόσβλητες.
Περαιτέρω το Εφετείο έκρινε νόμιμο και βάσιμο τον τρίτο λόγο ανακοπής της αναιρεσείουσας με τον οποίο πλήττεται, α) η προνομιακή κατάταξη εκείνων των απαιτήσεων των εργαζομένων οι οποίες κατά την ίδια την αναγγελία και την έκθεση επαλήθευσης δεν προέκυψαν κατά την τελευταία διετία πριν από την πτώχευση, αλλά σε προηγούμενο αυτής χρονικό διάστημα, καθώς και β) η προνομιακή κατάταξη των απαιτήσεων των εργαζομένων από τόκους, που ανάγονται σε χρόνο μετά την κήρυξη της πτώχευσης και μέχρι την τελεσιδικία του πίνακα κατάταξης, αφού, όπως προεκτέθηκε, οι μεν υπό στοιχ.α απαιτήσεις των εργαζομένων, δεν είναι από το νόμο κατατακτέες στην τρίτη τάξη του άρθρου 975 του ΚΠολΔικ και δεν προηγούνται στην κατάταξη των απαιτήσεων των ανακοπτόντων, οι δε υπό στοιχ.β΄ απαιτήσεις από τόκους δεν αναγγέλθηκαν και δεν είναι προνομιακά κατατακτέες.
Οι λόγοι δε αυτοί έχουν καθαρά δικονομικό χαρακτήρα και δεν καλύπτονται από το προαναφερόμενο απρόσβλητο των απαιτήσεων. Επίσης έκρινε το Εφετείο ότι συνολικά εσφαλμένα ο σύνδικος κατετάγη για λογαριασμό των παραπάνω εργαζομένων για το συνολικό ποσό των 190.811.601 δραχμών και στο ελευθερούμενο από την αιτία αυτή ποσό των 190.811.601 δραχμών κατέταξε, κατά μεταρρύθμιση του πίνακα, για την ικανοποίηση του υπολοίπου των απαιτήσεων τους και κατά μερική παραδοχή των ανακοπών τους 1) τον σύνδικο της πτώχευσης κατά το 1/3, για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, που απολαμβάνει του γενικού προνομίου του άρθρου 975 αριθ.5 ΚΠολΔικ και προηγείται στην κατάταξη του ΙΚΑ, προνομιακά και οριστικά και 2) την Τράπεζα Eurobank κατά τα 2/3, ως έχουσα εγγράψει στις 8-7-1993, 28-12-1993 και 16-11-1994 προσημειώσεις στο εκπλειστηριασθέν ακίνητο για το συνολικό ποσό των 180.000.000 δραχμών, προηγούμενες χρονολογικά της προσημείωσης υποθήκης που έχει εγγράψει στις 19-1-1996 η επισπεύδουσα εταιρία ..... (ΆΡΘΡΑ 975, 976, 977, 1007 παρ.1, εδ.β ΚΠολΔικ), προνομιακά και τυχαία, ήτοι αντίστοιχα για τα ποσά των 63.832.201 και 127.664.401 δραχμών.
Επικουρικά δε στη θέση της Τράπεζας και για την περίπτωση που παύσει να υπάρχει η απαίτησή της κατέταξε την αναιρεσείουσα εταιρία και απέβαλε τον σύνδικο από τον πίνακα για τα αναφερόμενα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης για κάθε εργαζόμενο χρηματικά ποσά και το δικαστικό επιμελητή ...... για το ποσό των 685.000 δραχμών, παρά το ότι, το Ελληνικό Δημόσιο δεν υπέβαλε με την ένδικη από 10-1-2002 ανακοπή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της, αίτημα μεταρρύθμισης του επιδίκου πίνακα κατάταξης, ως προς την κατάταξη σε αυτόν του συνδίκου της πτώχευσης για το ποσό των δραχμών 190.881.602, μη αναγγελθέντων και μη προνομιακών τόκων των αντιπροσωπευομένων από αυτόν (σύνδικο) εργαζομένων στην πτωχεύσασα εταιρία και κατάταξη αυτού στο απελευθερωμένο από αυτή παραπάνω ποσό.
Έτσι όμως το Εφετείο κατέταξε το Δημόσιο σε ποσό που δεν ζητήθηκε από αυτό με την ανακοπή του και δεν κατέταξε την αναιρεσείουσα στο ίδιο ποσό, καίτοι είχε σχετικό αίτημα η τελευταία στην ανακοπή της, αφήσαν αδίκαστο το αίτημά της, και έτσι κατέστησε κατ' άρθρ. 559 αρ.9 ΚΠολΔικ αναιρετέα την προσβαλλόμενη απόφασή του, σύμφωνα με τον σχετικόν περί τούτου βάσιμο τρίτο λόγο αναίρεσης και πρέπει κατά τούτο να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Όπως δε προκύπτει από την με αριθ.2847/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η αναιρεσίβλητη Τράπεζα Eurobank κατατάχθηκε στο ποσό των δραχμών 36670.797 προνομιακά και τυχαία, επί πλέον του ποσού για το οποίο είχε ήδη καταταγεί με τον ανακοπτόμενο πίνακα και το οποίο (ποσό), όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της ίδιας απόφασης ανέρχεται στο ποσό των 36.297.435 δραχμών.
Η απόφαση δε αυτή ως προς την κατάταξη της Eurobank στο ποσό αυτό δεν εξαφανίσθηκε από την προσβαλλόμενη με αριθ.8544/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και έγινε η κατάταξη αυτή οριστική και τελεσίδικη. Το Εφετείο κατά την διανομή του απελευθερωθέντος ποσού των 190.811.602 δραχμών που προέκυψε από την αποβολή του συνδίκου της πτώχευσης ΑΚΜΩΝ για παράνομα καταταγέντες τόκους, κατέταξε την Eurobank προνομιακά και τυχαία, για την εκ δραχμών 180.000.000 ενυπόθηκη απαίτησή της, στο ποσό των 127.664.401 δραχμών πέραν των προαναφερθέντων ποσών των 36.897.435 και 36.670.797 δραχμών, για τα οποία είχε καταταγεί αυτή, όπως προαναφέρθηκε, οριστικά και τελεσίδικα.
Έτσι όμως εσφαλμένα, παρά το νόμο, κατετάγη η Eurobank με την προσβαλλόμενη απόφαση για το πέραν της ενυπόθηκης απαίτησης της ποσόν, ήτοι για το ποσό των 21.232.633 (36.897.435+36.670.797+ 127.664.401=201.232.633-180.000.000) δραχμών και στερήθηκε η αναιρεσείουσα της κατάταξης στο ποσό αυτό, αφού μετά την υποθήκη της Eurobank στο ακίνητο που εκπλειστηριάσθηκε για το ποσό των 180.000.000 δραχμών, έπεται υποθήκη της αναιρεσείουσας για ποσό 76.929.834 δραχμών, που προέρχεται από τροπή προσημείωσης για μεγαλύτερο ποσό σε υποθήκη.
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1272 και 1300 ΑΚ και κατέστησε και κατά τούτο αναιρετέα την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τον βάσιμο περί τούτου από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔικ τέταρτο λόγο αναίρεσης.
Επομένως πρέπει, κατά παραδοχήν των ανωτέρω λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, που κρίθηκαν βάσιμοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα προαναφερθέντα κεφάλαια αυτής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ΄αριθμ. 8544/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια αυτής.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς τα κεφάλαια αυτά προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ, από τα οποία 293 ευρώ βαρύνουν το Δημόσιο και τα λοιπά συμμέτρως τους άλλους αναιρεσιβλήτους.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Ιουλίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ