Legislator Case Law & Legislation
1778/2017 AI generated

1778/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1778/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1778/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1778 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1778/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Λ. Ζ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Γαβουνέλη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2013 μη οριστική και 822/ 2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1899/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-7-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σοφία Ντάντου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ’ αριθμ. .../13.1.2017 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Μ., προκύπτει ότι μετά από γραπτή παραγγελία της επισπεύδουσας τη συζήτηση Ε. Γ., Δικαστικής πληρεξουσίας της αναιρεσείουσας, αντίγραφο της από 29.7.2016 αίτησης για αναίρεση της 1899/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με πράξη κατάθεσης του Αρμόδιου Γραμματέα του οικείου Εφετείου Αθηνών, με .../2016 και πράξη προσδιορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση να παραστεί σ’ αυτή επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Επομένως εφόσον αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε από Πληρεξούσιο Δικηγόρο, πρέπει να εξετασθεί η βασιμότητα της ένδικης αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία της ανωτέρω αναιρεσίβλητης (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. 3 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του αριθ. 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά την διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 16-9-2011 ένδικη αγωγή η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, εκμισθώτρια, επικαλούμενη πρόωρη λύση από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, μισθώτρια, της μεταξύ τους συναφθείσας εμπορικής μίσθωσης ακινήτου, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 285.037 ευρώ, ως αποζημίωση (διαφυγόν κέρδος) λόγω της πρόωρης λύσης της μίσθωσης άλλως ως ποινική ρήτρα.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 35/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς την κύρια βάση, που αφορούσε αποζημίωση λόγω πρόωρης λύσης της μίσθωσης και ανέβαλε την συζήτηση της ένδικης αγωγής ως προς την επικουρική της βάση εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η δίκη επί της από 9-7-2010 ανακοπής, που είχε ασκήσει η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, μισθώτρια, κατά της .../2010 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε μετά από αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας εκμισθώτριας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 404 επ.

ΑΚ., περί ποινικής ρήτρας, για ποσό 285.037 ευρώ. Επί της ως άνω ανακοπής, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 333/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή και ακυρώθηκε η παραπάνω υπ’ αριθμ. .../2010 διαταγή πληρωμής. Ακολούθως μετά την έκδοση της παραπάνω 333/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη, η ένδικη αγωγή ως προς την ως άνω επικουρική της βάση συζητήθηκε εκ νέου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο με την 822/2014 απόφασή του απέρριψε την αγωγή και ως προς την επικουρική της βάση, λόγω δεδικασμένου, απορρέοντος από την ως άνω 333/2012 απόφαση.

Κατόπιν αυτών η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα κατά της τελευταίας 822/2014 οριστικής απόφασης και της 35/2013 απόφασης, που κατέστη οριστική μετά την έκδοση της ως άνω 822/2014 απόφασης, άσκησε την από 22.9.2014 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε και την κύρια βάση της υπό κρίση αγωγής λόγω συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η προσβαλλόμενη απόφαση πλήττεται για παράβαση του αριθ. 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη της αποδεικτικά μέσα, τα οποία η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου κατά την συζήτηση, που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα το υπ’ αριθμ. ....3. 2013 Πρακτικό Παραίτησης του Εφετείου Αθηνών, που παραδεκτώς προσκομίσθηκε κατ’ άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ ως νέο αποδεικτικό στοιχείο, που προέκυψε μετά την έκδοση της 35/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την, μετά την εν λόγω παραίτηση, 333/2012 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τα οποία ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στο ουσιώδες ζήτημα της υπάρξεως ή μη δεδικασμένου από την εν λόγω απόφαση ως προς την συμβιβαστική επίλυση της κύριας βάσης της από 16.9.2011 (και με αριθμό κατάθ. .../16.9.2011 ασκηθείσας από την αναιρεσείουσα αγωγή.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν’ απορριφθεί, διότι από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη του όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα πιο πάνω.

Εξ άλλου από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης σύμφωνα με την οποία "...με την εκκαλούμενη (822/2014) οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή και κατά την επικουρική της βάση (ΑΚ 404, 405 και 407), ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, που παράχθηκε από την 333/2012 αμετάκλητη απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), που εκδόθηκε επί της ανωτέρω ανακοπής...", αλλά και το περιεχόμενο της ως άνω 822/2014 απόφασης στην πρώτη σελίδα του 4ου φύλλου της οποίας αναφέρονται τα υπ’ αριθμ. ....3.2013 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο έλαβε υπόψη του τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα. Κατόπιν αυτών ο από τον αριθμ. 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει ν’ απορριφθεί.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτουν τα ακόλουθα: α) Το παραγόμενο από τις τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις δεδικασμένο, σκοπός του οποίου είναι η διατήρηση βεβαιότητας δικαίου και η μη διάσπαση της επιβαλλόμενης από τη φύση του δικαίου συνοχής, ενώ η έκτασή του προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος, καλύπτει την κριθείσα έννομη σχέση ή συνέπεια και προϋποθέτει, εκτός άλλων, και ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας εκείνης προς την κρινόμενη υπόθεση.

β) Γίνεται δεκτό ότι δεδικασμένο δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο το οποίο ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση, απαιτείται όμως για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου (και) η ταυτότητα της νομικής αιτίας, δηλαδή ταυτότητα της διατάξεως που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης αποφάσεως προς τον κανόνα δικαίου, στον οποίο θεμελιώνεται η νέα αγωγή.

γ) Η επέκταση της ισχύος του δεδικασμένου και επί της υπάρξεως ή ανυπαρξίας εννόμου σχέσεως που κρίθηκε παρεμπιπτόντως, αλλ’ αρμοδίως, στην προηγούμενη δίκη προϋποθέτει η εν λόγω έννομη σχέση ν’ αποτέλεσε προδικαστικό ζήτημα, η έρευνα του οποίου να ήταν νομικώς αναγκαία και να έπρεπε να προηγηθεί, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, της οριστικής κρίσεως του αντικειμένου της διαφοράς.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 332 ΚΠολΔικ, ναι μεν το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, πλην όμως προκειμένου να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 16 ΚΠολΔικ. για την κατά παράβαση του νόμου παραδοχή της υπάρξεως ή μη υπάρξεως αυτού, πρέπει να είχε προταθεί στο Δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμός για το δεδικασμένο με λόγο εφέσεως ή με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων εφέσεως, να έχει δηλαδή προβληθεί ότι η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου έγινε κατά παράβαση νόμου.

Ο σχετικός ισχυρισμός για το δεδικασμένο δεν μπορεί να προβληθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, διότι το δεδικασμένο δεν ανήκει στους κανόνες δημοσίας τάξεως, αφού οι διατάξεις που το καθιερώνουν έχουν τεθεί προς εξυπηρέτηση ιδιωτικού συμφέροντος και όχι άλλου ανώτερου κοινωνικού σκοπού. Το Εφετείο εφόσον δεν εξαφανίζεται η εκκαλουμένη απόφαση δεν μπορεί να εξετάσει ένσταση δεδικασμένου που προβάλλεται με τις προτάσεις και όχι με λόγο εφέσεως ή πρόσθετο λόγο εφέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το εκδόσαν αυτή Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δεν έλαβε αυτεπαγγέλτως το παραχθέν δεδικασμένο από την 333/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία μετά την παραίτησή της (αναιρεσείουσας) με το υπ’ αριθμ. ....3.2013 Πρακτικό Παραίτησης του Εφετείου Αθηνών από την ασκηθείσα με αριθμό .../2012 έφεσή της κατά της ανωτέρω 333/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η εν λόγω απόφαση κατέστη τελεσίδικη και παράγει δεδικασμένο ως προς το παρεμπιπτόντως κριθέν προδικαστικό ζήτημα της μη ύπαρξης συμβιβασμού ως προς την κύρια βάση της προαναφερθείσας από 16.9.2011 ένδικης αγωγής, που αφορούσε αξίωση αποζημίωσης κατά το άρθρο 597 ΑΚ που ανέρχονταν στο ποσό των 285.037 ευρώ, λόγω πρόωρης λύσης της μεταξύ των διαδίκων συναφθείσας εμπορικής μίσθωσης ακινήτου, η οποία με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως αβάσιμη, λόγω συμβιβαστικής επίλυσης αυτής.

Από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της 333/2012 αμετάκλητης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτουν τα εξής: 1) Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε επί της από 9.7.2010 (και με αριθμό κατάθ. 380/2010) ανακοπής, κατά της υπ’ αριθμ. .../2010 διαταγής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε για απαίτηση ποινικής ρήτρας εκ 285.037 ευρώ, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 404 επ.

ΑΚ και όχι για απαίτηση αποζημίωσης εκ 285.037 ευρώ λόγω της πρόωρης λύσης της ένδικης μίσθωσης, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 597 ΑΚ, ήτοι για διαφορετική νομική και ιστορική αιτία. 2) Η ανωτέρω υπ’ αριθμ. .../2010 διαταγή πληρωμής ακυρώθηκε μετά την παραδοχή σχετικού λόγου της ανακοπής περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και όχι διότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού. 3) Η παραδοχή της εν λόγω απόφασης 333/2012 "Με βάση τα παραπάνω, αποδεικνύεται ότι στο ένδικο και από 19.11.2008 πρακτικό συμβιβασμού, δεν συμβιβάστηκε η απαίτηση της καθ’ ης για αποζημίωσή της από την ανακόπτουσα για το υπόλοιπο του μεταξύ τους συμφωνηθέντος συμβατικού χρόνου της μισθώσεως και για το οποίο εκδόθηκε, μεταξύ άλλων, η προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής", εκτός του ότι δεν ήταν νομικώς αναγκαία και να έπρεπε να προηγηθεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο, της οριστικής κρίσης του αντικειμένου της διαφοράς από το Μονομελές Πρωτοδικείο, που εξέδωσε την ως άνω 333/2012 απόφαση, προκειμένου να δεχθεί την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης περί καταβολής των μη δεδουλευμένων μισθωμάτων από τον Οκτώβριο του έτους 2008 μέχρι τον Μάρτιο του έτους 2017, που ανέρχονταν στο ποσό των 285.037 ευρώ, αφού, όπως προειπώθηκε, η ανακοπή έγινε δεκτή και ακυρώθηκε η ως άνω .../2010 διαταγή πληρωμής του Πρωτοδικείου Αθηνών, λόγω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ανακόπτουσας, συνεπώς η περί συμβιβασμού παραδοχή δεν αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για την κρισιολογία του κύριου ζητήματος της διαφοράς της δίκης αυτής, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, ήτοι το εν λόγω παρεμπίπτον ζήτημα του εξώδικου συμβιβασμού δεν αποτέλεσε όρο του πραγματικού του κανόνα δικαίου, που εφαρμόσθηκε.

Επομένως, με βάση τα εκτιθέμενα, η εν λόγω παραδοχή της 333/2012 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου δεν αποτελεί προδικαστικό ζήτημα ως προς την συμβιβαστική επίλυση της ένδικης κύριας αγωγικής απαίτησης της αποζημίωσης κατά το άρθρο 597 ΑΚ, λόγω πρόωρης λύσης της ένδικης μίσθωσης, που καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο της απόφασης αυτής (404 επ.

ΑΚ). Επιπρόσθετα, η ως άνω παραδοχή της πιο πάνω 333/2012 απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου τέθηκε προς υποβοήθηση της κρίσης ότι η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας προς καταβολή του συνολικού ποσού των 285.037,00 ευρώ, λόγω κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας υπερβαίνει και μάλιστα καταφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος και κατά συνέπεια δεν παράγει δεδικασμένο σε βάρος της αναιρεσίβλητης.

Συνεπώς το Εφετείο ορθά απέρριψε με σιγή τον περί δεδικασμένου ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που προτάθηκε με τον ασκηθέντα με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου πρόσθετο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, αφού βάσει των προεκτεθέντων, η 333/2012 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν παράγει δεδικασμένο ως προς την συμβιβαστική επίλυση της ένδικης αγωγικής αξίωσης της εκ του άρθρου 597 ΑΚ αποζημίωσης λόγω πρόωρης λύσης της ένδικης μίσθωσης, που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της κύριας βάσης της ένδικης αγωγής. Επομένως ο από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος πρέπει ν’ απορριφθεί.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ). Δικαστική δαπάνη δεν ορίζεται εφ’ όσον η νικήσασα διάδικος, αναιρεσίβλητη, δεν παραστάθηκε και δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29.7.2016 αίτηση για αναίρεση της 1899/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Σεπτεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ