Supreme Court dismisses appeal due to procedural defects and vague grounds under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn a final judgment against a company in liquidation. The appellant argued the lower court distorted evidence and rejected the claim as inadmissible, but the court found these grounds insufficient. The appeal was rejected because the appellant failed to specify the exact content of the disputed documents and did not prove the lower court made a factual error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(20) and 559(10) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on alleged distortion of document content is inadmissible if the appellant fails to precisely define the document's content and the court's interpretation, and does not establish a diagnostic error in the lower court's reading.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1778 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1778/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Χ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Σαφάρη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΣΕΡΡΩΝ Α.Ε. ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΘΕΣΗΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/6/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 139/2006 του ίδιου Δικαστηρίου, 705/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης και κατόπιν της από 3/9/2008 ανακοπής ερημοδικίας της ήδη αναιρεσίβλητης, η 1491/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/1/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Αλειφεροπούλου ανέγνωσε την από 10/5/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 11/1/2011 αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, εφόσον δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.-
Επί του προκειμένου, όπως προκύπτει από την, επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα, 163Γ'/15-1-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Σερρών ..., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως, για αναίρεση της 1491/2010 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως αυτής για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 568 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., με επιμέλεια αυτού (αναιρεσείοντος), προς την αναιρεσίβλητη. Επομένως, αφού η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου ούτε κατέθεσε δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτήν, κατ' άρθρ. 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει, παρά τη δικονομική απουσία της, να συζητηθεί και να ερευνηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και εκείνη παρούσα (άρθρ. 576 παρ.2 εδ. γ' Κ.Πολ.Δ.).
Ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή, αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 501 Κ.Πολ.Δ., ανακοπή κατ' αποφάσεως, που έχει εκδοθεί ερήμην, επιτρέπεται και αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Ως ανώτερη βία, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η συνδρομή της οποίας θεμελιώνει λόγο ανακοπής ερημοδικίας και κατ' αποφάσεων του εφετείου, που εκδίδονται ερήμην (άρθρ. 502 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), νοείται κάθε τυχαίο και ανυπαίτιο γεγονός παρακωλυτικό της εμφανίσεως του διαδίκου στο δικαστήριο και της συμμετοχής του στην εκδίκαση της υποθέσεως, το οποίο ήταν εξαιρετικό και απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί από αυτόν με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως.
Γεγονότα ανώτερης βίας είναι δυνατό να θεωρηθούν, μεταξύ άλλων, η αιφνίδια ασθένεια ή τυχόν ατύχημα, υπό ορισμένες περιστάσεις, του διαδίκου ή του πληρεξούσιου δικηγόρου του, όπως και κάθε άλλο, εξαιτίας του οποίου ο διάδικος ή ο δικηγόρος περιέρχεται σε κατάσταση αδυναμίας να εμφανιστεί στο δικαστήριο ή να προβεί στις δέουσες ενέργειες για την ανάθεση σε άλλο δικηγόρο της εκτέλεσης της εν λόγω πράξεως, εφόσον τα γεγονότα αυτά υπήρξαν απρόβλεπτα και αναπότρεπτα και επιπλέον συνέβαλαν στην επέλευση της ερημοδικίας.
Για τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, ως προς το διάδικο, θα χρησιμοποιηθούν και υποκειμενικά κριτήρια, ενώ η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 501 Κ.Πολ.Δ., ως προς τη νομική έννοια της ανώτερης βίας είναι ουσιαστικού δικαίου. -
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1491/2010 απόφασή του, το Εφετείο Θεσσαλονίκης έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την από 3-9-2008 ανακοπή ερημοδικίας, που άσκησε η αναιρεσίβλητη κατά της ερήμην αυτής εκδοθείσας 705/2008 αποφάσεως του ίδιου δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η κατωτέρω έφεσή της, ως ανυποστήρικτη, αφού δέχθηκε, ότι από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα πιθανολογήθηκε (κατ' άρθρ. 509 Κ.Πολ.Δ.) ο προβαλλόμενος με την ανακοπή λόγος περί ανώτερης βίας και συγκεκριμένα, ότι η μη παράσταση αυτής στο άνω Εφετείο κατά τη δικάσιμο της 21-1-2008, κατά την οποία συζητήθηκε η από 16-2-2007 έφεσή της κατά του αναιρεσείοντος και της 139/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η εναντίον της αναιρεσίβλητης, εταιρίας υπό εκκαθάριση, από 1-6-2006 (αρ.
εκθ. κατ. 2202/ΕΡΓ24/22-6-2006) αγωγή του αναιρεσείοντος, δικηγόρου, περί δικηγορικής του αμοιβής, οφειλόταν σε ανώτερη βία, συνιστάμενη σε αιφνίδιο ατύχημα, που αντιμετώπισε η πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσίβλητης-εκκαλούσας, Βαρβάρα Μητλιάγκα, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Σερρών και, ειδικότερα, στο ότι αυτή κατά την ημέρα εκδικάσεως της πιο πάνω εφέσεως (21-1-2008), ενώ είχε ξεκινήσει εγκαίρως από τις Σέρρες, όπου διατηρεί το δικηγορικό της γραφείο, με το Ι.Χ.
αυτοκίνητό της, προκειμένου να μεταβεί στη Θεσσαλονίκη και να παραστεί στη συζήτηση της εφέσεως, εκπροσωπώντας την αναιρεσίβλητη, αντιμετώπισε πρόβλημα στον ένα από τους τροχούς του αυτοκινήτου της, εξαιτίας απώλειας του αέρα από το ελαστικό του, που τρύπησε κατά τη διάρκεια της διαδρομής, με συνέπεια να αναγκασθεί αυτή να το αλλάξει, τοποθετώντας στη θέση του τη ρεζέρβα, δαπανώντας προς τούτο αναγκαίως χρόνο περίπου είκοσι λεπτών.
Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο, ότι αποτέλεσμα της καθυστέρησής της αυτής ήταν να φτάσει αυτή στο ακροατήριό του λίγο μετά την κατά τη 10η π.μ. ώρα έναρξη της συνεδριάσεως, ενώ είχε ήδη εκφωνηθεί η υπόθεσή της με αριθμό 2 από τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά τη συζήτηση της οποίας, λόγω της μη παραστάσεώς της, δικάστηκε ερήμην η αναιρεσίβλητη και η έφεσή της απορρίφθηκε, ως ανυποστήρικτη.
Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τα ανωτέρω και τις περαιτέρω παραδοχές, ότι πιθανολογήθηκε, ότι η ως άνω πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσίβλητης δεν συνεργαζόταν με κάποιο δικηγόρο που ασκεί δικηγορία στη Θεσσαλονίκη, τον οποίο θα μπορούσε να ειδοποιήσει εγκαίρως για την καθυστερημένη άφιξή της και να παραστεί αντ' αυτής στο ακροατήριο του ως άνω Δικαστηρίου, ζητώντας να κρατηθεί η υπόθεσή της και να συζητηθεί αργότερα εκτός σειράς πινακίου, ώστε να προλάβει να παραστεί η ίδια για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, καθώς και ότι στα στενά χρονικά περιθώρια, που είχε αυτή στη διάθεσή της μετά το πρόβλημα που παρουσίασε ο τροχός του αυτοκινήτου της, δεν είχε τη δυνατότητα να ειδοποιήσει έγκαιρα τους εκκαθαριστές-νόμιμους εκπροσώπους της αναιρεσίβλητης-εκκαλούσας, προκειμένου να διορίσουν άλλο δικηγόρο, για να την εκπροσωπήσει στη δίκη εκείνη, κρίνοντας, ότι τα προεκτεθέντα γεγονότα δικαιολογούν τη συνδρομή ανώτερης βίας στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης, εξαιτίας της οποίας αυτή δεν παρέστη νομίμως ενώπιόν του στη δικάσιμο της εφέσεώς της, της 21-1-2008, δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, την προμνημονευόμενη ανακοπή ερημοδικίας και εξαφάνισε την ανακοπτόμενη απόφασή του, με συνέπεια οι διάδικοι να επανέλθουν στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την απόφαση που ανακόπηκε και να ερευνηθεί η έφεση της αναιρεσίβλητης, η οποία είχε απορριφθεί, ως ανυποστήρικτη, με την ανακοπείσα απόφαση.
Κρίνοντας έτσι το Δικαστήριο της ουσίας, ενόψει της κατά τα άνω αναιρετικά ανέλεγκτης εκτίμησης των αποδείξεων από αυτό, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, ως προς τη συνδρομή ανώτερης βίας (υπό την εκτεθείσα στην προηγηθείσα νομική σκέψη έννοια), την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού η ερημοδικία της αναιρεσίβλητης, υπό τις προεκτεθείσες περιστάσεις, οφείλεται σε αιφνίδιο και ανυπαίτιο για τη διάδικο αυτή γεγονός εξαιρετικής φύσεως, που δεν αναμενόταν και δεν ήταν δυνατό να αποτραπεί εκ μέρους της ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας συνετού ανθρώπου.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως ιδρύεται και επί παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, μόνον όταν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας.
Η παράβαση αυτή ελέγχεται, μόνον αν τα διδάγματα αφορούν ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεων ή ερμηνεία δικαιοπραξίας ούτε για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.
Περαιτέρω, διδάγματα της κοινής πείρας είναι γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις του μέσης μορφώσεως ανθρώπου, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα.-
Επί του προκειμένου, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. με το να παραλείψει να χρησιμοποιήσει το δίδαγμα της κοινής πείρας, σύμφωνα με το οποίο, όπως κατά λέξη εκτίθεται στο αναιρετήριο, "οι συμπράττοντες πληρεξούσιοι δικηγόροι συγκεκριμένου διαδίκου διατηρούν (και οφείλουν να διατηρούν) συνεχή επικοινωνία μεταξύ τους για την προετοιμασία της υπόθεσης, την χάραξη της υπερασπιστικής γραμμής και την αντιμετώπιση κάθε απρόβλεπτου ενδεχόμενου διατηρώντας στενή επικοινωνία", καταλήγοντας έτσι στην κρίση, ότι η πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσίβλητης, η οποία δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο Εφετείο, δεν συνεργάζεται με κάποιο δικηγόρο που ασκεί δικηγορία στη Θεσσαλονίκη, τον οποίο θα μπορούσε να ειδοποιήσει για την καθυστερημένη άφιξή της και να παραστεί αντ' αυτής στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, με περαιτέρω συνέπεια να δεχθεί τη συνδρομή λόγου ανωτέρας βίας, ενώ, αν είχε χρησιμοποιήσει το συγκεκριμένο δίδαγμα, θα είχε ερμηνεύσει και εφαρμόσει ορθά το νόμο και θα είχε καταλήξει στην κρίση, ότι δεν συντρέχει εδώ γεγονός ανωτέρας βίας, αφού η πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσίβλητης συνεργάζεται με τον μνημονευόμενο στην αίτηση αναιρέσεως δικηγόρο της Θεσσαλονίκης, και θα είχε απορρίψει την ανακοπή ερημοδικίας αυτής.
Η αιτίαση αυτή, όμως, δεν ιδρύει τον προεκτεθέντα λόγο αναιρέσεως, ο οποίος προτείνεται με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως και, ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτος, διότι, αφενός μεν το επικαλούμενο πιο πάνω, εντός εισαγωγικών, συμπέρασμα του αναιρεσείοντος δεν συνιστά δίδαγμα της κοινής πείρας υπό την προεκτεθείσα έννοια της ''γενικής αρχής'' και του ''κοινού κτήματος'', αφετέρου δε στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας (από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.
β' Κ.Πολ.Δ.), πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 346 Κ.Πολ.Δ., τα αποδεικτικά μέσα που έχει προσκομίσει ένας διάδικος λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και για την απόδειξη των ισχυρισμών του άλλου διαδίκου, ενώ, για την ίδρυση του ανωτέρω λόγου, απαιτείται η σχετική αιτίαση να αφορά τη μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων κατά την έννοια του άρθρου 339 Κ.Πολ.Δ. (ήτοι ομολογίας, αυτοψίας, πραγματογνωμοσύνης, εγγράφων, εξετάσεως των διαδίκων, μαρτύρων, δικαστικών τεκμηρίων και ένορκων βεβαιώσεων) και όχι τη μη λήψη υπόψη άλλων στοιχείων. -
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, με επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις προτάσεις, που είχε καταθέσει η αναιρεσίβλητη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών κατά την εκδίκαση της αγωγής του, αντίγραφο των οποίων εκείνη προσκόμισε και επικαλέσθηκε ενώπιόν του και από το οποίο προκύπτει σαφώς, ότι με την πληρεξούσια δικηγόρο της συμπαραστάθηκε ο αναφερόμενος δικηγόρος Θεσσαλονίκης. Πλην όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όπως διατυπώνεται, είναι απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες προτάσεις δεν είναι αποδεικτικό μέσο κατά την έννοια του άρθρου 339 Κ.Πολ.Δ.
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ., στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ίδιου Κώδικα, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του λόγου αναιρέσεως με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση, οι προτάσεις των διαδίκων κλπ (Ολ.Α.Π. 27/1998, Ολ.Α.Π. 32/1996).
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος και, κατά συνέπεια, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια, ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), που ιδρύεται ιδίως, όταν αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου), πρέπει να αναφέρονται, μεταξύ άλλων, έστω συνοπτικά αλλά με πληρότητα και σαφήνεια, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση, ήτοι να εκτίθενται σαφώς και τα πραγματικά γεγονότα, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας με την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού και να προσδιορίζεται σε τί συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης (εξειδίκευση του σφάλματος), δηλαδή η αιτία, συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι, ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή, ότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τί συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει ή, ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τί συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποίο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο, που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους. -
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, η οποία, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, μετά την παραδοχή της προαναφερόμενης ανακοπής ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση αυτής και, μετ' εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, που είχε δεχθεί εν μέρει, ως ουσιαστικά βάσιμη, την αγωγή δικηγορικής αμοιβής του αναιρεσείοντος εναντίον εκείνης (αναιρεσίβλητης), απέρριψε αυτήν, ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά την κύρια βάση της, πλημμέλειες, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας, ως προς το θέμα της αμοιβής του αναιρεσείοντος, δικηγόρου, για τις υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων, που του είχε αναθέσει η αναιρεσίβλητη.
Ενώ, όμως, εκτίθενται στο αναιρετήριο το διαδικαστικό ιστορικό της υποθέσεως και οι απόψεις του αναιρεσείοντος για το νομικό και ουσιαστικό μέρος της, δεν περιέχονται όλα τα προαναφερόμενα αναγκαία για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως στοιχεία, ειδικότερα δε, αφενός μεν, όσον αφορά την επικαλούμενη ανεπαρκή αιτιολογία, δεν αναφέρεται ποια είναι τα επί πλέον εκείνα περιστατικά, που έπρεπε να περιλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, για να καταστεί αυτή επαρκής και, όσον αφορά την αντιφατική αιτιολογία, ποιες είναι συγκεκριμένα οι αντιφάσεις σε σχέση με τους επικληθέντες κρίσιμους αγωγικούς ισχυρισμούς και ενστάσεις και από πού προκύπτουν, αφετέρου δε δεν αναφέρονται, κατά τρόπο έστω συνοπτικό αλλά με σαφήνεια και πληρότητα, οι ουσιαστικές κρίσιμες πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτό πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική κρίση του επί της κύριας βάσεως της παραπάνω αγωγής, ώστε να αποβαίνει εφικτή, με ασφάλεια, η διάγνωση της βασιμότητάς του.
Ενόψει τούτων, βάσει του περιεχομένου του αναιρετηρίου, συμπλήρωση του οποίου δεν επιτρέπεται, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι δυνατό να ελεγχθεί και στοιχειοθετηθεί ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως, ο οποίος είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, μη αρκούντων για τη θεμελίωσή του των όλως περιορισμένων και μεμονωμένων αποσπασμάτων του δικανικού συλλογισμού του Δικαστηρίου της ουσίας, που αναφέρονται στην αίτηση αναιρέσεως ούτε των σκέψεων και επιχειρημάτων υπέρ των απόψεων του αναιρεσείοντος για την υπόθεση, που περιέχονται σ' αυτήν.
Κατά το άρθρο 216 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η αναγόμενη στην παράθεση στο δικόγραφο αυτής των περιστατικών, τα οποία συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το προβαλλόμενο αίτημα µε βάση αυτά, ώστε τούτο να είναι, ως λογικό επακόλουθο αυτών, σαφές, ελέγχεται, αντίστοιχα, ως παράβαση, µε βάση τους από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ.
λόγους αναιρέσεως. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 92 παρ.3 και 5 του Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ. 3024/1954), προκύπτει ότι μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέα του επιτρέπεται συμφωνία, κατά την οποία η δικηγορική αμοιβή θα εξαρτάται από την έκβαση της δίκης ή από το αποτέλεσμα της εργασίας του δικηγόρου, καθώς και συμφωνία περί αμοιβής "δι εκχωρήσεως" μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας, οπότε η αμοιβή δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% το αντικειμένου της δίκης.
Η συμφωνία, όμως, αυτή (εργολαβία δίκης) είναι έγκυρη, όταν περιέχει ρητώς, προς άρση κάθε αμφιβολίας, τον όρο, ότι ο δικηγόρος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας ή την ανατεθείσα εργασία μέχρι περατώσεως αυτής και, ότι σε περίπτωση αποτυχίας δεν θα λάβει αμοιβή. Αν δεν περιέχεται ο ουσιώδης αυτός όρος η συμφωνία είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη, μη συνεπαγόμενη αποτελέσματα (άρθρ. 174 και 180 Α.Κ.), η δε αγωγή περί καταβολής δικηγορικής αμοιβής, βάσει τέτοιας συμφωνίας, χωρίς τον προαναφερόμενο όρο είναι μη νόμιμη.
Και ναι μεν στην παρ. 5 του ως άνω άρθρου (92 του Ν.Δ. 3026/1954) γίνεται λόγος περί αναλήψεως υποχρεώσεως προς διεξαγωγή δίκης μέχρι τελεσιδικίας και ελλείψεως δικαιώματος αμοιβής σε περίπτωση αποτυχίας, το αυτό όμως πρέπει να ισχύσει και στην περίπτωση συμφωνίας, που εξαρτά την αμοιβή από το αποτέλεσμα της εργασίας, ανεξάρτητα από τη διεξαγωγή ή μη δίκης, διότι και στην περίπτωση αυτή συντρέχει ο ίδιος λόγος, δηλαδή η προστασία νομικής συμπαραστάσεως και βοήθειας από δικηγόρο χάριν του γενικότερου συμφέροντος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 170 του ίδιου Κώδικα, αν έχει συμφωνηθεί αμοιβή και ανακληθεί αδικαιολόγητα η εντολή προς το δικηγόρο, ο εντολέας υποχρεούται να εκτελέσει αμέσως όλες τις υποχρεώσεις του από τη συμφωνία. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι επί εργολαβίας δίκης ή εξώδικων εργασιών ο όρος της συμφωνίας, ότι σε περίπτωση αποτυχίας ο δικηγόρος δεν θα λάβει οποιαδήποτε αμοιβή, καθώς και επί αδικαιολόγητης ανακλήσεως της εντολής η με βεβαιότητα προσδοκώμενη πλήρωση της προαναφερόμενης αιρέσεως της επιτυχημένης διεξαγωγής της δίκης ή της υποθέσεως, αποτελούν γεγονότα θεμελιωτικά του δικαιώματος του δικηγόρου για απόληψη της συμφωνημένης αμοιβής.
Κατά συνέπεια, για να είναι ορισμένη και, επομένως, παραδεκτή, η αγωγή του δικηγόρου, με την οποία ζητείται η επιδίκαση αμοιβής από εργολαβία δίκης ή εξώδικης εργασίας, απαιτείται, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., να περιέχονται στο δικόγραφο αυτής και τα παραπάνω στοιχεία, δηλαδή ότι συνομολογήθηκε ρητά με τον αντισυμβαλλόμενο εντολέα του δικηγόρου, ότι σε περίπτωση αποτυχίας ο τελευταίος δεν θα λάβει αμοιβή και επί αδικαιολόγητης ανακλήσεως της εντολής, ότι, αν δεν μεσολαβούσε η ανάκληση ο δικηγόρος θα διεκπεραίωνε επιτυχώς τη δίκη ή την εργασία, στην οποία αφορούσε η εντολή, με βέβαιη κατάληξη το ευνοϊκό αποτέλεσμα για τον εντολέα.
Διαφορετικά η αγωγή είναι απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, η οποία δεν θεραπεύεται ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων ούτε με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, όταν διαπιστωθεί δε από το Δικαστήριο υποχρεώνει τούτο στην απόρριψή της για το λόγο αυτό, άλλως υποπίπτει στην παράβαση του από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.
λόγου αναιρέσεως.-
Επί του προκειμένου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, δικηγόρος, επικαλούμενος, προς θεμελίωση της επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής του, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, συμφωνία μεταξύ αυτού και της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας, νομίμως εκπροσωπουμένης, με την οποία ανέλαβε να φέρει σε πέρας εργολαβικά όλες τις νομικές της υποθέσεις, προβαίνοντας στις απαραίτητες δικαστικές και εξωδικαστικές ενέργειες, έναντι συνολικής αμοιβής ύψους 200.000.000 δρχ.
ή 586.940,57 ευρώ, με τον όρο, ότι σε περίπτωση καταγγελίας της η αμοιβή του θα υπολογισθεί κατά τις διατάξεις του Δικηγορικού Κώδικα, καθώς και ότι η εναγομένη, ενεργώντας δια του αρμοδίου οργάνου της, στις 3-6-2003 ανακάλεσε αδικαιολόγητα την εντολή της, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία, που του είχε καταβάλει 370.267,74 ευρώ, να του καταβάλει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 170 του Κώδικα περί Δικηγόρων, το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό των 216.672,13 ευρώ, νομιμοτόκως.
Δεν εκτίθεται, όμως, στο δικόγραφο της αγωγής ότι, σε περίπτωση αποτυχίας του αναιρεσείοντος να διεκπεραιώσει τις δικαστικές και εξώδικες ως άνω υποθέσεις ευνοϊκά για την εντολέα του δεν θα λάμβανε οποιαδήποτε αμοιβή ούτε, ότι, αν δεν είχε ανακληθεί η εντολή αυτή, ο αναιρεσείων θα διεκπεραίωνε επιτυχώς τις αντίστοιχες υποθέσεις, που του ανέθεσε η αναιρεσίβλητη, με βέβαιη κατάληξη την ευνοϊκή για την εντολέα του περαίωσή τους.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή, ως αόριστη και, ως εκ τούτου, απαράδεκτη σε σχέση με την ανωτέρω επικουρική της βάση, δεν κήρυξε παρά το νόμο το απαράδεκτο αυτό και, επομένως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια, κατ' ορθή υπαγωγή, από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (και όχι από τον αριθ. 1 του άρθρου τούτου, που εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο, ενόψει του περιεχομένου του σχετικού λόγου), γι' αυτό και ο, περί του αντιθέτου, τέταρτος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος πλήττει την ως άνω απόφαση κατά τη σχετική διάταξή της, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, συντρέχει, όταν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο, που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, εκτός των άλλων, να παρατίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και εκείνο, το οποίο εξέλαβε ως περιεχόμενό του το Δικαστήριο της ουσίας, ώστε να καθίσταται δυνατό να κριθεί, αν το Δικαστήριο αυτό ανέγνωσε εσφαλμένα το έγγραφο και, εξαιτίας της εσφαλμένης αναγνώσεώς του, δέχθηκε ότι έχει περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό.-
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του επικαλούμενου στην αγωγή του εγγράφου ιδιωτικού συμφωνητικού εντολής και δικηγορικής αμοιβής, που συνήψε αυτός με την αναιρεσίβλητη. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν παρατίθεται στην αίτηση το ακριβές περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι για την εφαρμογή της ρυθμίσεως αυτής προϋποτίθεται λογικά, ότι το δικαστήριο έκρινε την ουσία της διαφοράς. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, αν απορρίφθηκε η αγωγή, ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη.-
Ενόψει τούτων, εφόσον η αγωγή του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, ως προς την επικουρική βάση της, ο έκτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια σε σχέση με την παραπάνω απορριπτική διάταξή της, είναι απαράδεκτος.-
Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-1-2011 αίτηση του Κ. Χ., για αναίρεση της 1491/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 5 Αυγούστου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ