Supreme Court dismisses appeal against compensation court ruling on lawyer fees for Olympic expropriation cases.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the municipality's appeal against a lower court ruling regarding lawyer fees in an expropriation case. The court held that Article 9 of Law 2730/1999 specifically limits the lawyer's fee for the party liable for compensation in Olympic works expropriations, distinct from the general rule. Consequently, the lower court correctly applied the reduced fee cap without violating constitutional rights or international treaties.
Legislator headnote
AI generatedArt. 9 par. 1 of Law 2730/1999; The specific provision limiting the lawyer's fee for the party liable for compensation in expropriations for Olympic works applies exclusively to that specific judicial expense and does not contravene constitutional or international treaty provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1778 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Το Δημόσιο, επισπεύδον, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 632/1970, πολεοδομική απαλλοτρίωση, δεν είναι εκ του νόμου δικονομικός εγγυητής του διεξάγοντος τις δίκες απαλλοτριώσεως Δήμου για την υποχρέωση καταβολής υπό του τελευταίου της δικηγορικής αμοιβής στον εντολοδόχο δικηγόρο του και έτσι στη σχετική δίκη δεν έχει δικαίωμα ο εναγόμενος Δήμος να προσεπικαλέσει το Δημόσιο για να παρέμβει υπέρ του και να απαιτήσει αποζημίωση σε περίπτωση ήττας του.Η ειδική διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 2730/1999, που αφορά την αναγκαστική απαλλοτρίωση για την εκτέλεση Ολυμπιακών Έργων, αφορά αποκλειστικά και μόνον την επιδικαζόμενη με την δικαστική απόφαση καθορισμού αποζημιώσεως δικαστική δαπάνη, συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης, η οποία βαρύνει τον υπόχρεο αποζημίωσης και δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 22 παρ. ι β του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης και 100 παρ. 1, 107 παρ. 1, 114 παρ. 5 του Ν.Δ 3026/1954 του Κώδικα Δικηγόρων.
Αριθμός 1778/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ", που εδρεύει στη Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου τού (αρχικού διαδίκου) Δήμου Σταυρούπολης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μακρή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Ζ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευδοξία Ελευθεριάδου - Καραμπογιά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θαλή Μέλφο και 3) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Καραγεώργο, Πάρεδρο ΝΣΚ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-3-2007 αγωγή της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την υπ' αριθμ. 1219/10-1-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και με την πρόσθετη παρέμβαση του ήδη 2ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1787/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1397/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-11-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 18-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του 2ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπήρξε κύριος διάδικος στην δίκη επί της οποίας αυτή εκδόθηκε.
Συνεπώς η κρινόμενη αναίρεση, κατά το μέρος που στρέφεται και κατ' αυτού, ως αναιρεσιβλήτου, πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 558 εδ. α' και 577 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτη. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης και αν παραβιαστεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα, που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται, κατά περίπτωση, κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2882/2001 Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ) ενδιαφερόμενοι, οι οποίοι δύνανται να ζητήσουν δικαστικώς τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως είναι ο υπόχρεος να καταβάλει την αποζημίωση β) ο υπερού κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση και γ) όποιος αξιώνει κυριότητα ή άλλο εµπράγµατο δικαίωµα στο απαλλοτριούμενο.
Εκ της διατάξεως αυτής συνάγεται ότι ο υπόχρεος προς καταβολή της αποζημιώσεως δεν ταυτίζεται αναγκαίως προς τον υπέρ ου κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση. Τέτοια περίπτωση, µε υπόχρεο καταβολής της αποζημιώσεως το Ελληνικό Δηµόσιο, δυνάμενο, επομένως, να καταστεί διάδικο κατά τον καθορισµό αυτής, δι' αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ Δήµου ή Κοινότητος, προβλέπει η διάταξη του άρθρου 1 § 1 του ν.δ. 632/1970 "περί αναλήψεως υπό του Δημοσίου των εκ της εφαρμογής των πολεοδομικών σχεδίων δικαιωµάτων και υποχρεώσεων των Δήµων και Κοινοτήτων".
Κατά την διάταξη αυτή, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν.Δ. "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του ν.δ. 632/1970 κ.λπ." και μάλιστα ίσχυσε αναδρομικά (άρθρον 3 ν.δ. 1143/1972) "το Δημόσιον επισπεύδον την διάνοιξιν οδών, πλατειών, αλσών και λοιπών κοινοχρήστων χώρων, προβλεπομένων υπό των εγκεκριμένων σχεδίων των πόλεων, αναλαμβάνει τα, κατά τη διαδικασίαν της απαλλοτριώσεως, δικαιώματα και υποχρεώσεις των κατά τόπον αρμοδίων Δήμων ή Κοινοτήτων, διεξάγον τας σχετικάς προς την απαλλοτρίωσιν δίκας.
Η τοιαύτη υπό του δημοσίου επίσπευσις εκδηλούται δια της παρακαταθέσεως της αποζημιώσεως και αφορά μόνον εις τα ακίνητα δι' ά η παρακατάθεσις. Αι διατάξεις της παραγράφου έχουν εφαρμογήν και επί απαλλοτριώσεων αίτινες επεσπεύθησαν από 1ης Ιανουαρίου 1947. Τυχόν καταβληθείσαι υπό των δήμων ή κοινοτήτων αποζημιώσεις δια τοιαύτας αποζημιώσεις θεωρούνται καλώς γενόμεναι και δεν δημιουργούν υπέρ του οικείου Δήμου ή Κοινότητος δικαίωμα αναζητήσεως των καταβληθέντων εις βάρος του Δημοσίου, βάσει του παρόντος".
Κατά δε το άρθρο 2 του δευτέρου των ανωτέρω νομοθετικών διαταγμάτων "επί των ερήμην των οικείων δήμων ή κοινοτήτων εκδοθεισών αποφάσεων εις τας περιπτώσεις του ν.δ. 632/1970, ως τούτο τροποποιείται δια του προηγουμένου άρθρου δύναται το Δημόσιον, να ασκήσει ανακοπήν εντός εννεαμήνου από της δημοσιεύσεως του παρόντος.
Δια τας μετά την δημοσίευσιν του παρόντος κοινοποιουμένας εις το Δημόσιον και οποτεδήποτε εκδοθείσας ως άνω ερήμην απoφάσεις η ανακοπή δύναται να ασκηθεί εντός μηνός από της κοινοπoιήσεως της αποφάσεως". Τα ανωτέρω άρθρα αποδίδονται στο άρθρο 294 (με τίτλο: "Επίσπευση της εφαρμογής του σχεδίου πόλης από το Δημόσιο") του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (Κ.Β.Π.Ν.), που κυρώθηκε με το από 14/27.7.1999 π.δ/γμα (Δ' 580), στον οποίο, ως ορίζεται στο άρθρο "μόνο" αυτού: "Κωδικοποιούνται σε ενιαίο κείμενο με τίτλο "Κώδικας βασικής πολεοδομικής νομοθεσίας", νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις, που ίσχυαν την 13-6-1997 (έναρξη ισχύος του Ν. 2508/1997).
Το παρόν διάταγμα συνοδεύεται από παράρτημα με απαρίθμηση υπουργικών αποφάσεων και 2 Πίνακες, με την αντιστοιχία των άρθρων της κωδικοποίησης και των πηγών". Από την πρώτη δε εκ των ως άνω διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι το Δηµόσιο, όταν επισπεύδει τις πολεοδομικές απαλλοτριώσεις για τη διάνοιξη οδών κ.λπ.
κατά τη διαδικασία της απαλλοτρίωσης αναλαµβάνει τα δικαιώµατα και τις υποχρεώσεις των, κατά τόπο, αρµοδίων δήµων και κοινοτήτων και το ίδιο στο όνοµά του και για λογαριασµό του διεξάγει τις δίκες απαλλοτρίωσης και καθίσταται διάδικος σ' αυτές. Αυτό µόνο νοµιµοποιείται ενεργητικά ή παθητικά, αφού µε τον τρόπο αυτό επέρχεται στερητική αναδοχή αλλότριου χρέους από το νόµο.
Όπως δε, ρητώς, ορίζεται στην ως άνω διάταξη η υπό του Δημοσίου ανάληψη των, κατά την διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, υποχρεώσεων των οικείων Δήµων και Κοινοτήτων, και της διεξαγωγής των σχετικών δικών, προϋποθέτει επίσπευση υπό του Δημοσίου, εκδηλουµένη αποκλειστικώς δια της παρακαταθέσεως της αποζημιώσεως και αφορώσα µόνον εις τα ακίνητα δια τα οποία έγινε η παρακατάθεση.
Εποµένως, εφόσον, δια συγκεκριμένο ακίνητο το Δηµόσιο δεν προήλθε σε παρακατάθεση της αποζηµιώσεως, δεν αναλαµβάνει ουδεµία υποχρέωση και δεν νοµιµοποιείται παθητικώς και συνεπώς δεν τυγχάνει υπόχρεο προς καταβολή της, δια την αναγκαστική απαλλοτρίωση του ακινήτου τούτου, οφειλομένης αποζηµιώσεως, έστω και εάν είχε προέλθει το Δηµόσιο στην παρακατάθεση της αποζηµιώσεως για άλλο ακίνητο δια της αυτής απαλλοτριωτικής πράξεως, ως τµήµα του αυτού ευρύτερου ακινήτου ιδίου ιδιοκτήτου, απαλλοτριωθέν.
Άλλωστε, όπως ρητά ορίζεται στην ανωτέρω διάταξη, στην περίπτωση που ο οικείος δήµος ή η κοινότητα καταβάλει αποζημιώσεις για τις εν λόγω απαλλοτριώσεις δεν έχει δικαίωµα να στραφεί κατά του Δηµοσίου και να αναζητήσει τις καταβληθείσες αποζημιώσεις και αντιστοίχως το τελευταίο δεν έχει τέτοια υποχρέωση έναντι του δήµου ή της κοινότητας και θεωρείται ότι καλώς έγινε η καταβολή των αποζημιώσεων απ' αυτούς.
Περαιτέρω, από τη δευτέρα των ανωτέρω διατάξεων, την αναγκαιότητα της οποίας επέβαλε, κατά την οικεία εισηγητική έκθεση επί του ν.δ. 1143/1972, η προστασία των συμφερόντων του Ελληνικού Δηµοσίου, προκύπτει ότι το τελευταίο, επισπεύδοντας την διάνοιξη οδών πλατειών κ.λπ. έχει το δικαίωµα να ασκήσει κατά των αποφάσεων που εκδόθηκαν ερήµην των δήµων και κοινοτήτων και καθόρισαν την οφειλομένη για την απαλλοτρίωση λόγω ρυµοτοµίας αποζημίωση, ανακοπή µέσα στην κατά περίπτωση οριζόμενη προθεσμία, ώστε να ερευνηθεί εκ νέου η υπόθεση µε την παρουσία του και καθορισθεί, αφού ακουστούν και οι απόψεις αυτού, η προσήκουσα αποζημίωση.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 91 παρ.1 του Κώδικα των Δικηγόρων προκύπτει ότι υπόχρεος προς πληρωµή της αµοιβής του δικηγόρου είναι εκείνος που έδωσε την εντολή προς διεξαγωγή ή υπεράσπιση της υπόθεσης για την οποία αφορά η αµοιβή και όχι ο κύριος της υπόθεσης, όταν αυτός δεν είναι ο εντολέας. Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 2, 38, 39, 46, 49, 92, 94, 170 και 248 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), σε συνδυασµό µε τις διατάξεις των άρθρων 648 επ.
και 713 επ. Α.Κ. προκύπτει, ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και µη διατελώντας σε σχέση εξαρτήσεως, είναι άµισθος δηµόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ των σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβομένη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη.
Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες, που προσέφερε, καθορίζεται µε συµφωνία µεταξύ αυτού του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αµοιβή, εφόσον έδωσε εντολή επ' ονόματι και για λογαριασµό του, ανεξαρτήτως του αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συµφωνία, το ελάχιστο της αµοιβής του δικηγόρου ορίζεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 99 επ.
του Κώδικα περί Δικηγόρων. Σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (όπως ήδη ισχύει µετά την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου της εν λόγω παρ. 4 αντικαταστάθηκε µε την περ. ε άρθρ. 31 Ν. 3130/2003, ΦΕΚ Α' 76/28.3.2003), "Η δικαστική δαπάνη µετά της αµοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το Δικαστήριο µε την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόµο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταµείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π. & Δ.) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.
Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύµφωνα µε τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Προκειμένου περί απαλλοτριώσεων δεν εφαρµόζεται το άρθρο 22 του ν. 3693/1957", αναφέρεται στους δικηγόρους των δικαιούχων της αποζηµιώσεως, και όχι στους δικηγόρους που διορίζονται από νοµικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, όπως τα ΟΤΑ, για υπεράσπιση των συμφερόντων τους, όταν η απαλλοτρίωση έχει κηρυχθεί υπέρ αυτών και µε δαπάνες τους, δηλαδή στους δικηγόρους των υπόχρεων για πληρωµή της αποζηµιώσεως.
Περαιτέρω, µε το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 1093/1980 ορίστηκε ότι "η ως άνω διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 161 του Δικηγορικού Κώδικα εφαρµόζεται και επί των δικηγορικών αµοιβών εξ αναγκαστικών απαλλοτριώσεων κατά την ειδικήν διαδικασίαν προσδιορισµού τιµής μονάδος. Εφόσον η δικηγορική αµοιβή έχει καθορισθεί κατά την παράγραφον 3 του άρθρου 92 του ν.δ 3026/1954, αύτη δεν δύναται να είναι κατωτέρα των υπό των άρθρων 100 και επόµ.
προβλεπομένων ελαχίστων ορίων". Στη συνέχεια η διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 9 του ν. 1093/1980 ορίζει ότι "αι διατάξεις των άρθρων 178 και 179 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας δεν εφαρμόζονται επί δικών διεξαγομένων κατά την ειδικήν διαδικασίαν περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων. Η δικαστική δαπάνη επιβάλλεται πάντοτε πλήρης, αποκλειστικώς δε εις βάρος του υποχρέου προς αποζημίωσιν, επιφυλασσομένων των διατάξεων του ν.δ. 446/1974.
Το δικαστήριον εν πάση περιπτώσει προσδιορίζει την αµοιβήν του παραστάντος δικηγόρου εκατέρου των µερών διακεκριµένως, υπολογιζοµένην βάσει του κατά την παράγραφον 3 του άρθρου 92 του ν.δ. 3026/1954 καταρτισθέντος συμφωνητικού, ή εν ελλείψει τούτου κατά τας διατάξεις των άρθρων 100 επόµ. του αυτού νομοθετικού διατάγματος".
Σύµφωνα µε το άρθρο 114 παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων, προκειμένου για αίτηση προσδιορισµού αποζηµιώσεως απαλλοτριουµένων για δηµόσια ανάγκη ή ωφέλεια ακινήτων, το ελάχιστο όριο της αµοιβής κανονίζεται από το άρθρο 100 µε βάση την αξία των ακινήτων. Περαιτέρω, σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 1093/1980, που προστέθηκε µε το άρθρο 22 παρ. 10 του ν. 1868/1989, της παρ. 5 του ίδιου άρθρου του ν. 1093/1980 και της παρ. 6 του ίδιου άρθρου, ο προσδιορισµός της αµοιβής των δικηγόρων που παραστάθηκαν στη δίκη της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης είναι ανεξάρτητος της δικαστικής δαπάνης και δεν αποτελεί επιδίκαση υπέρ του διαδίκου που νίκησε, ούτε καταδίκη στη δαπάνη αυτή του υπόχρεου στην καταβολή της αποζηµιώσεως, αλλά συνιστά απλό καθορισµό της αµοιβής των δικηγόρων που παρέστησαν για το σκοπό της υπαγωγής της αµοιβής αυτής στο καθεστώς της παρακράτησης ορισµένου ποσοστού προς κάλυψη των εξόδων και ενίσχυση του ειδικού λογαριασµού του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.
Από τις διατάξεις των άρθρων 91, 92 επ. και 98 επ. του Κώδικα περί δικηγόρων και τις διατάξεις των άρθρων 176, 177 και 189 KΠολΔ προκύπτει ότι, άλλη είναι η αµοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου και άλλη η εις το διάδικο επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, στην καταβολή της οποίας καταδικάζεται ο αντίδικός του µε τη δικαστική απόφαση.
Τούτο διότι η πρώτη, η αµοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου, ανάγεται στην εσωτερική εκ της εντολής σχέση, η οποία συνδέει τον πληρεξούσιο δικηγόρο µε τον πελάτη του και καθορίζεται κατά την µεταξύ τους συµφωνία (άρθρο 92 του Κωδ. δικηγόρων), εφόσον αυτή είναι έγκυρη, εν ελλείψει δε τέτοιας έγκυρης συµφωνίας, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατιμήσεις αμοιβής των δικηγόρων (άρθρο 98 παρ. 1 Κωδ.
Δικηγόρων). Αντίθετα η δεύτερη, ήτοι η αποδοτέα δικαστική δαπάνη καθορίζεται κατά τις περί αυτής διατάξεις του άρθρου 189 ΚΠολΔ κατά την οποία αποδίδονται μόνο τα αναγκαία προς διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης δικαστικά έξοδα και περιλαμβάνει τα δαπανήματα που καθορίζονται σ' αυτή. Με βάση τα παραπάνω, πρέπει να γίνεται σαφώς διάκριση μεταξύ της δικηγορικής αµοιβής, η οποία πάντοτε είναι πληρωτέα από τον εντολέα του δικηγόρου µε βάση τη σχέση έµµισθης εντολής και της δικαστικής δαπάνης που επιδικάζεται από το δικαστήριο, στην οποία περιλαμβάνεται και η δικηγορική αµοιβή και αποτελεί βέβαια το μεγαλύτερο µέρος αυτής, η οποία εντούτοις ανήκει στο διάδικο και όχι στο δικηγόρο του.
Ο µη καθορισµός της αµοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων αμφοτέρων των διαδίκων στη δίκη περί καθορισµού προσωρινής ή οριστικής μονάδος αποζημίωσης ένεκα απαλλοτριώσεως, δεν επηρεάζει την εσωτερική σχέση (έµµισθη εντολή) πληρεξουσίου δικηγόρου και πελάτη, η οποία ρυθµίζεται σε περίπτωση ύπαρξης έγκυρης συµφωνίας από τους όρους αυτής, άλλως ρυθµίζεται από τις διατάξεις του Κωδ.
Δικηγόρων, καθόσον η επιδίωξη της αµοιβής µε βάση την εσωτερική σχέση πληρεξουσίου δικηγόρου και εντολέα του είναι ανεξάρτητη από αυτή. Ο δικηγόρος µπορεί να επιδιώξει την αµοιβή του αυτή, ασκώντας σχετική αγωγή, που εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 677 επ. KΠολΔ. Συνακόλουθα τούτων, στην περίπτωση κατά την οποία, το Δηµόσιο αναλάβει, σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 1 § 1 του ν.
δ. 632/1970, την επίσπευση πολεοδομικής απαλλοτρίωσης για τη διάνοιξη οδών κ.λπ, παρακαταθέτοντας την δικαστικώς καθορισθείσα αποζημίωση µαζί µε την προσδιορισθείσα δικαστική δαπάνη µετά της αµοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων των δικαιούχων της αποζημίωσης µε αποτέλεσµα να υπεισέλθει στα δικαιώµατα και τις υποχρεώσεις του υπέρ ου η απαλλοτρίωση Δήµου, δεν έχει υποχρέωση απορρέουσα εκ του ως άνω νόµου να καταβάλει στον τελευταίο ούτε την τυχόν καταβληθείσα απ' αυτόν αποζημίωση προς τους δικαιούχους, όπως αναφέρθηκε παραπάνω και ούτε την αµοιβή του δικηγόρου του εν λόγω Δήµου, όταν ο τελευταίος, αναλαµβάνει ο ίδιος τη διεξαγωγή των δικών περί προσωρινού και οριστικού καθορισµού αποζημίωσης, δίνοντας σχετική εντολή σε δικηγόρο της επιλογής του, προς διεξαγωγή στο όνοµά του και για λογαριασµό του των εν λόγω δικών, παρά τα οριζόμενα στην ως άνω διάταξη περί διεξαγωγής των δικών απαλλοτριώσεως από το Δηµόσιο και ανεξαρτήτως του ότι καίτοι δεν ήταν διάδικος στις ως άνω δίκες, µη νομιμοποιούμενος ενεργητικά ή παθητικά σ' αυτές, εκδόθηκαν οι σχετικές δικαστικές αποφάσεις στο όνοµά του (του Δήµου) και αντιμωλία τούτου, καθορίζοντας την αποζημίωση και τη δικαστική δαπάνη µετά της αµοιβής των Πληρεξουσίων Δικηγόρων των δικαιούχων της αποζημίωσης, που τελικώς κατ' εφαρμογή του ως άνω νόµου, παρακατέθεσε το επισπεύδον την πολεοδομική απαλλοτρίωση Δηµόσιο.
Άλλωστε κατά τα προειρημένα υπόχρεος προς πληρωµή της αµοιβής του δικηγόρου του Δήµου είναι ο ίδιος Δήµος που έδωσε την εντολή προς διεξαγωγή και υπεράσπιση των δικών της απαλλοτρίωσης και όχι το Δηµόσιο, το οποίο δεν ήταν ο εντολέας, αλλά µε βάσει την επερχόμενη εκ του ως άνω νόµου στερητική αναδοχή αλλότριου χρέους ήταν ο αναδοχέας του χρέους του Δήµου, ήτοι της αποζηµιώσεως για τα απαλλοτριούμενα, έναντι των ιδιοκτητών τούτων και δικαιούχων της αποζημίωσης.
Η δε καθορισθείσα µε τις δικαστικές αποφάσεις προσδιορισµού της αποζηµιώσεως, σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, δικαστική δαπάνη µετά της αµοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων, την οποία το Δηµόσιο έχει υποχρέωση σύµφωνα µε τις διατάξεις του ν.δ. 632/1970 να παρακαταθέσει, αναφέρεται στους δικηγόρους των δικαιούχων της αποζηµιώσεως, και όχι στους δικηγόρους του, συµµετέχοντος στις δίκες απαλλοτρίωσης, Δήµου µε την ιδιότητα του υπόχρεου προς καταβολή της αποζημίωσης.
Εποµένως, το Δηµόσιο, επισπεύδον, σύµφωνα µε τις διατάξεις του ν.δ. 632/1970, πολεοδομική απαλλοτρίωση, δεν είναι εκ του νόµου δικονοµικός εγγυητής του διεξάγοντος τις δίκες απαλλοτριώσεως Δήµου για την υποχρέωση καταβολής υπό του τελευταίου της δικηγορικής αµοιβής στον εντολοδόχο δικηγόρο του και έτσι στη σχετική δίκη δεν έχει δικαίωµα ο εναγόμενος Δήµος να προσεπικαλέσει το Δηµόσιο για να παρέµβει υπέρ του και να απαιτήσει αποζημίωση σε περίπτωση ήττας του.
Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ότι µε την από 10.01.2008 προσεπίκληση προς άσκηση αναγκαστικής παρέµβασης, ενωμένη µε παρεμπίπτουσα αγωγή, που άσκησε ο εναγόμενος της κύριας αγωγής Δήµος κατά του Ελληνικού Δηµοσίου, εκθέτει ο τελευταίος, µετά την παράθεση στο δικόγραφο αυτούσιου του κειµένου της κύριας αγωγής, ότι δεν συνομολογεί το περιεχόμενο αυτής και ότι, έναντι του ίδιου ευθύνεται για την καταβολή του αιτούμενου µε την κύρια αγωγή ποσού, το προσεπικαλούμενο Δηµόσιο, ως εκ του νόµου δικονοµικός εγγυητής του, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1 παρ. 1 ν.δ. 632/1970, καθόσον µε υπ' αριθ.
Δ12/30979/06.02.1991 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων έργων, τούτο επέσπευσε την επίδικη απαλλοτρίωση, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 2947/2001, εντάχθηκε στα έργα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Ότι το προσεπικαλούμενο Ελληνικό Δημόσιο, κατέβαλε, μέσω του προσεπικαλούμενου και παρεμπιπτόντως δεύτερου εναγομένου ΝΠΙΔ "Περιφερειακού Ταμείου Ανάπτυξης Κεντρικής Μακεδονίας" (μη διαδίκου στην παρούσα κατ' έφεση δίκη), όλες τις δικαστικώς καθορισθείσες αποζημιώσεις και τις δικαστικές δαπάνες των ζημιωθέντων ιδιοκτητών, τις αμοιβές των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, καθώς και των πραγματογνωμόνων.
Ότι ο ίδιος (Δήμος) ήταν μόνον διάδικος στις δίκες της απαλλοτρίωσης και δεν κατέβαλε κανένα ποσό από τις ως άνω δαπάνες, τις οποίες καίτοι κατέβαλε αποκλειστικά και μόνον το Ελληνικό Δημόσιο, αρνήθηκε να καταβάλει και τις αμοιβές των πληρεξουσίων δικηγόρων του Δήμου, οι οποίες αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος των ως άνω εξόδων.
Ότι το Ελληνικό Δημόσιο, έχοντας την εκ του νόμου υποχρέωση προς καταβολή όλων των εξόδων απαλλοτρίωσης, συμπεριλαμβανομένων και των αμοιβών των δικηγόρων του Δήμου, επέδειξε και τη σχετική πρόθεση, όπως προκύπτει και από τα μνημονευόμενα στο δικόγραφο έγγραφα των υπηρεσιών του και των οργάνων του. Ότι η απόφαση του Δήμου να διεξάγει ο ίδιος τις δίκες της απαλλοτρίωσης λήφθηκε κατόπιν εντολών των αρμοδίων οργάνων του προσεπικαλούμενου Ελληνικού Δημοσίου και πιθανώς εσφαλμένης ερμηνείας του ισχύοντος ως άνω νομοθετικού διατάγματος, καθόσον, σύμφωνα με την προαναφερομένη υπουργική απόφαση και του ανωτέρω άρθρου 1 παρ. 1 ν.δ. 632/1970, τις δίκες έπρεπε να τις διεξάγει το τελευταίο.
Ότι εφόσον η ενάγουσα της κύριας αγωγής δικηγόρος παραστάθηκε αντί του δικηγόρου του Ελληνικού Δημοσίου, έχει υποχρέωση το τελευταίο να της καταβάλει την αιτούμενη με την αγωγή της αμοιβή. Ότι η επίμαχη απαλλοτρίωση ωφέλησε αποκλειστικά και μόνον το Ελληνικό Δημόσιο, διότι αφενός μεν υπήχθη στα αναγκαία για τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων έργα που χρηματοδοτήθηκαν εξ ολοκλήρου από το τελευταίο και αφετέρου το έργο της επίμαχης απαλλοτρίωσης αποτελεί μέρος της Εθνικής οδού και ανήκει στο εθνικό οδικό δίκτυο και δεν αποτελεί δημοτική οδό.
Ότι ο Δήμος, προκειμένου να εκπροσωπηθεί στις δίκες προσωρινής και οριστικής αποζημίωσης, κατάρτισε με την κυρίως ενάγουσα σύμβαση δικηγορικής εντολής και η αμοιβή της συμπεριλαμβάνεται στις αναγκαίες για τη διενέργεια και συντέλεση της απαλλοτρίωσης δαπάνες. Με αυτό το ιστορικό, επικαλούμενος ο προσεπικαλών Δήμος ότι το προσεπικαλούμενο Δημόσιο είναι εκ του νόμου δικονομικός του εγγυητής, ζητεί, όπως παρέμβει στην κύρια δίκη υπέρ αυτού και σε περίπτωση παραδοχής της κύριας αγωγής σε βάρος του, να υποχρεωθεί, να του καταβάλει οποιοδήποτε χρηµατικό ποσό, το οποίο θα υποχρεωθεί να καταβάλει στην ενάγουσα της κύριας αγωγής συμπεριλαμβανομένων των νοµίµων τόκων και των εξόδων, που τυχόν υποχρεωθεί να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα.
Σύµφωνα όµως µε τα αναφερόμενα στην προηγούμενη µείζονα σκέψη, η ένδικη προσεπίκληση και η ενωμένη µε αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή αποζηµιώσεως, έχουσα το ως άνω περιεχόμενο και αίτηµα είναι απορριπτέα ως νόµω αβάσιµη, καθόσον υπό τα εκτιθέμενα ως άνω περιστατικά δεν δημιουργείται µεταξύ του προσεπικαλούμενου -παρεμπιπτόντως εναγομένου Ελληνικού Δηµοσίου και του προσεπικαλούντος - παρεμπιπτόντως ενάγοντος έννοµη σχέση, µε βάση την οποία, σε περίπτωση ήττας του στην κύρια δίκη, να δικαιούται ο τελευταίος αποζημίωση από το πρώτο για την ως άνω αιτία.
Τούτο διότι, µε τα εκτιθέμενα στο υπό κρίση δικόγραφο περιστατικά, επιχειρείται η θεμελίωση της ιδιότητας του προσεπικαλούμενου - παρεμπιπτόντως εναγομένου Ελληνικού Δηµοσίου ως δικονοµικού εγγυητή του προσεπικαλούντος - παρεμπιπτόντως ενάγοντος, στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 632/1970, στο οποίο όµως, ουδόλως θεμελιώνεται η εν λόγω ιδιότητα και εντεύθεν δεν υπάρχει µεταξύ των έννοµη σχέση από την οποία να γεννιέται υποχρέωση του Δηµοσίου προς αποζημίωση του Δήµου σε περίπτωση ήττας αυτού στην κύρια δίκη.
Ειδικότερα η επικαλούμενη στο υπό κρίση δικόγραφο διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.δ. 632/1970, δεν καθιστά το Δηµόσιο δικονοµικό εγγυητή έναντι του Δήµου για την οφειλόμενη υπ' αυτού δικηγορική αµοιβή στην εντολοδόχο δικηγόρο του, µε την οποία, κατά τα ρητώς μνημονευόμενα στο δικόγραφο, ο Δήµος κατάρτισε σύµβαση εντολής για να διεξάγει κατ' εντολή του και ως πληρεξούσια δικηγόρος του τις δίκες καθορισµού προσωρινής και οριστικής αποζηµιώσεως της πολεοδομικής απαλλοτρίωσης που επέσπευσε το Δηµόσιο.
Άλλωστε στο ως άνω δικόγραφο δεν γίνεται επίκληση σύµβασης καταρτισθείσας µεταξύ του Δήµου και του Δηµοσίου, δυνάμει της οποίας το τελευταίο ανέλαβε έναντι του Δήμου την υποχρέωση καταβολής της αμοιβής του δικηγόρου του τελευταίου, που θα διεξάγει τις δίκες της απαλλοτρίωσης, ενώ τα αναφερόμενα στο ως άνω δικόγραφο περί του ότι ο Δήμος κατόπιν εντολών των αρμοδίων υπηρεσιών του Ελληνικού Δημοσίου και κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.δ. 632/1970, διεξήγαγε τις δίκες απαλλοτριώσεως, τις οποίες έπρεπε να διεξάγει το τελευταίο, αφορούν τον λόγο για τον οποίο ο Δήμος ανέλαβε τη διεξαγωγή των εν λόγω δικών παρά την έλλειψη της νομιμοποίησής του σ' αυτές και δεν αναφέρονται σε σύναψη συμβάσεως δημιουργούσα μεταξύ των έννομη σχέση από την οποία απορρέει υποχρέωση του Δημοσίου να καταβάλει στο Δήμο την αξιούμενη από την κυρίως ενάγουσα δικηγόρο του αμοιβή.
Συνεπώς στην υπό κρίση προσεπίκληση και την ενωμένη σ' αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως δεν διαλαμβάνεται το απαραίτητο στοιχείο του νόμω βάσιμου αυτής, που είναι η ύπαρξη μεταξύ του προσεπικαλούντος Δήμου και του προσεπικαλούμενου Δημοσίου προϋφιστάμενης εννόμου σχέσεως από σύμβαση ή από το νόμο, από την οποία απορρέει υποχρέωση του δευτέρου να καταβάλει στον πρώτο την αξιούμενη παρ' αυτού από την κυρίως ενάγουσα δικηγορική αμοιβή.
Στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά τη συζήτηση της ένδικης προσεπίκλησης προς άσκηση αναγκαστικής παρέμβασης και της ενωμένης σ' αυτήν παρεμπίπτουσας αγωγής, το προσεπικαλούμενο - παρεμπιπτόντως εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο προσήλθε και παραστάθηκε δια του νομίμου εκπροσώπου του, όπως τούτο προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά.
Από την επισκόπηση δε του περιεχομένου τούτων, προκύπτει ότι αναφορικά με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του Ελληνικού Δημοσίου καταχωρήθηκαν τα ακόλουθα: "Η πληρεξουσία του 1ου καθού η προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπιπτόντως εναγομένου, αρνήθηκε την προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή, υποστηρίζοντας ότι αυτή δεν είναι νόμιμη και ότι το περιεχόμενό της δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, προέβαλε τις ενστάσεις: 1) καταχρηστικής άσκησης της προσεπίκλησης, 2) μη νόµιµου τρόπου υπολογισµού των αιτούμενων ποσών".
Από το περιεχόμενο αυτό σαφώς προκύπτει ότι το προσεπικαλούμενο Ελληνικό Δηµόσιο προέβη σε αντίκρουση της ένδικης προσεπίκλησης και της ενωμένης σ' αυτή παρεμπίπτουσας αγωγής αποζηµιώσεως, επιπροσθέτως αρνήθηκε και το ύψος του αιτούμενου ποσού µε την κύρια αγωγή, χωρίς όµως, µε ρητή προφορική δήλωσή του, καταχωριζοµένη στα πρακτικά, να ασκήσει πρόσθετη υπέρ του προσεπικαλούντος Δήµου παρέμβαση, εκθέτοντας ταυτοχρόνως, µε σαφήνεια (έστω και συνοπτικά) τα γεγονότα που θεμελιώνουν αυτήν.
Άλλωστε, αυτή και µόνον η άρνηση υπό του προσεπικαλουμένου Δηµοσίου της κύριας αγωγής δεν συνιστά και άσκηση πρόσθετης παρέµβασης υπέρ του εναγομένου Δήµου, χωρίς να προκύπτει ευθέως από τα πρακτικά η σχετική ρητή δήλωση περί ασκήσεως αυτής και ούτε επιτρέπεται έμμεση συναγωγή περί ασκήσεως πρόσθετης παρέμβασης από ισχυρισμούς του προσεπικαλούμενου που αφορούν την κύρια αγωγή, τους οποίους εξάλλου δεν δικαιούται να προβάλλει χωρίς ταυτόχρονη ρητή δήλωση αυτού περί ασκήσεως πρόσθετης παρέµβασης.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου των από 4-11-2008 προτάσεων του προσεπικαλουμένου Ελληνικού Δημοσίου, που κατέθεσε "επί της έδρας" στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, δεν άσκησε πρόσθετη παρέµβαση υπέρ του προσεπικαλούντος Δήµου, καίτοι διαλαμβάνει και σ' αυτές εκτός από τους αρνητικούς ισχυρισµούς προς απόκρουση της προσεπικλήσεως και της ενωμένης σ' αυτήν παρεμπίπτουσας αγωγής και αρνητικούς ισχυρισµούς κατά της κύριας αγωγής.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που µε την εκκαλούμενη απόφασή του αναφορικά µε την ένδικη προσεπίκληση και την ενωμένη σ' αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, αφενός μεν, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου των προτάσεων, έκρινε αυτήν παραδεκτή και νόµιµη και στη συνέχεια δέχθηκε εν µέρει αυτήν και ως κατ' ουσία βάσιµη και υποχρέωσε το Ελληνικό Δημόσιο, να καταβάλει στον παρεμπιπτόντως ενάγοντα Δήµο, το ποσό των 31.437,30 ευρώ, σε περίπτωση που ο τελευταίος καταβάλει το εν λόγω ποσό την ενάγουσα της κύριας αγωγής, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.
Στη συνέχεια το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κατά το μέρος της που αναφέρεται στην παραπάνω προσεπίκληση και την ενωμένη αγωγή αποζημιώσεως και απέρριψε αυτές. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν και ο, περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, καθορισμός υπό του Δικαστηρίου της δικαστικής δαπάνης μετά της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων των δικαιούχων της αποζημίωσης επί της οριστικώς προσδιορισθείσης αποζημιώσεως, αναφέρεται στους δικηγόρους των δικαιούχων της αποζημιώσεως και όχι στους δικηγόρους που διορίζονται από τους συμμετέχοντες στη δίκη καθορισμού αποζημιώσεως με την ιδιότητα του υπόχρεου για την πληρωμή της αποζημίωσης.
Επιπροσθέτως, η ως άνω δικαστική δαπάνη που επιδικάζεται από το δικαστήριο, στην οποία περιλαμβάνεται και η δικηγορική αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης, που αποτελεί βέβαια το μεγαλύτερο μέρος αυτής, ανήκει στο διάδικο (δικαιούχο της αποζημίωσης) και όχι στο δικηγόρο του. Είναι δηλαδή, άλλη η εις το δικαιούχο της αποζημίωσης διάδικο επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, στην καταβολή της οποίας καταδικάζεται με τη δικαστική απόφαση ο υπόχρεος προς αποζημίωση αντίδικός του, η οποία αποτελεί παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνει το ποσό της, βαρύνει τον υπόχρεο αυτής και πρέπει να επιδικάζεται σε βάρος του υπόχρεου και περιέρχεται στο δικαιούχο, ώστε να μη επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης και άλλη η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης, η οποία ανάγεται στην εσωτερική εκ της εντολής σχέση, που συνδέει τον πληρεξούσιο δικηγόρο με τον πελάτη του και καθορίζεται κατά την μεταξύ τους συμφωνία (άρθρο 92 του Κωδ.
δικηγόρων), εφόσον αυτή είναι έγκυρη, εν ελλείψει δε τέτοιας έγκυρης συμφωνίας κατά τις ισχύουσες ως άνω διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων. Η ως άνω άποψη του Δικαστηρίου αυτού περί του ότι, η ελάχιστη προβλεπομένη από τις ως άνω διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του υπόχρεου προς αποζημίωση στις απαλλοτριωτικές δίκες ελλείψει ειδικής μεταξύ των συμφωνίας, δεν ταυτίζεται με την επιδικασθείσα εις βάρος του (υπόχρεου της αποζημίωσης) δικαστική δαπάνη του δικαιούχου της αποζημίωσης, αλλά καθορίζεται με βάση μόνον την δικαστικώς προσδιορισθείσα αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου στα αναφερόμενα στις ως άνω διατάξεις ποσοστά {ήτοι 2% για τη σύνταξη αιτήσεως και 1% για τη σύνταξη των προτάσεων και στην περίπτωση που επακολούθησε και δεύτερη συζήτηση, (ήτοι µετά τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης) 1% για τη σύνταξη των προτάσεων της δεύτερης συζήτησης}, και όχι επί της συνολικώς καθορισθείσης αποζημίωσης, που θα καταβληθεί στο δικαιούχο της αποζημίωσης και επί της οποίας καθορίζεται µόνον η επιδικασθείσα υπέρ του τελευταίου και περιερχόμενη σ' αυτόν δικαστική δαπάνη, ενισχύεται και εκ του ότι α) η αµοιβή του δικηγόρου (αμφοτέρων των διαδίκων, ήτοι δικαιούχου και υπόχρεου της αποζημίωσης) για τις υπηρεσίες που προσέφερε καθορίζεται µε συµφωνία µεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αµοιβή, εφόσον έδωσε εντολή επ' ονόματι και για λογαριασµό του, ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικος και µόνον εάν δεν υπάρχει ειδική συµφωνία, καθορίζεται µε βάση το ελάχιστο της αµοιβής που ορίζεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 99 επ.
Κώδικα Δικηγόρων και β) ο µη καθορισµός της αµοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων αμφοτέρων των διαδίκων στη δίκη περί καθορισµού προσωρινής ή οριστικής μονάδος αποζημίωσης ένεκα απαλλοτριώσεως, δεν επηρεάζει την εσωτερική σχέση (έµµισθη εντολή) πληρεξουσίου δικηγόρου και πελάτη, η οποία ρυθµίζεται σε περίπτωση ύπαρξης έγκυρης συµφωνίας από τους όρους αυτής, άλλως ρυθµίζεται από τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων (άρθρο 100 επ.), καθόσον η επιδίωξη της αµοιβής µε βάση την εσωτερική σχέση πληρεξουσίου δικηγόρου και εντολέα του είναι ανεξάρτητη από την καθορισθείσα µε την απόφαση προσδιορισµού της αποζημίωσης δικαστική δαπάνη µετά της αµοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης.
Ενόψει του ότι δε, η επιδικαζόμενη από τα δικαστήρια προσδιορισµού αποζημίωσης δικαστική δαπάνη συμπεριλαμβανομένης και της αµοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης, η οποία βαρύνει τον υπόχρεο αποζημίωσης, είναι ανεξάρτητη και δεν ταυτίζεται µε την καθορισθείσα από το δικαστήριο, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αµοιβές για την παροχή εργασίας, ελάχιστη αµοιβή του δικηγόρου του τελευταίου, που διεξήγαγε τις δίκες καθορισµού της αποζημίωσης, δεν τυγχάνει επί της αµοιβής αυτής (του δικηγόρου του υπόχρεου) εφαρμογής η ειδική διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 2730/1999 που αφορά την αναγκαστική απαλλοτρίωση για την εκτέλεση Ολυμπιακών Έργων και η οποία ορίζει ότι: [Κατά το άρθρο 9 του ν. 2730/1999 "στις δίκες, προσδιορισμού της αποζημίωσης των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων για την εκτέλεση των Ολυμπιακών Έργων του άρθρου 2 παρ. 16 του ν. 2598/1998, η επιδικαζόμενη από τα δικαστήρια δικαστική δαπάνη συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης, βαρύνει τον υπόχρεο αποζημίωσης.
Η αμοιβή του δικηγόρου υπολογίζεται σε ποσοστό 1/3 των ελάχιστων ορίων των αµοιβών του Kώδικα Δικηγόρων, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση το αντικείμενο της δίκης, με ανώτατο όριο αμοιβής δικηγόρου κατά δικαιούχο δύο εκατομμύρια δραχμές.} Η παραπάνω διάταξη, ως ρητώς µνηµονεύεται σ' αυτήν, αφορά αποκλειστικά και μόνον την επιδικαζόμενη με την δικαστική απόφαση καθορισμού αποζημιώσεως δικαστική δαπάνη, συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης, η οποία βαρύνει τον υπόχρεο αποζημίωσης και δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 β του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύµβασης της Ρώµης και 100 παρ. 1, 107 παρ. 1, 114 παρ. 5 του Ν.Δ 3026/1954 του Κώδικα Δικηγόρων, καθόσον θεσπίστηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, τουτέστιν για τον περιορισµό της δαπάνης εκτέλεσης των Ολυμπιακών έργων, αφού σοβαροί λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν την διαφορετική αυτή ρύθµιση (κατά το µέρος που εισάγει ανισότητα αµοιβής του Δικηγόρου στη δίκη προσδιορισµού της αποζηµιώσεως των αναγκαστικώς απαλλοτριώσεων για την εκτέλεση των Ολυμπιακών Έργων κατ' απόκλιση προς τα κάτω από τις άλλες απαλλοτριώσεις), συνισταμένη στην εξοικονόμηση από το Ελληνικό Δηµόσιο λίαν σηµαντικών δαπανών και τη διάθεση αυτών για την έγκαιρη και απρόσκοπτη εκτέλεση των Ολυμπιακών Έργων, εξυπηρετουμένου έτσι του εθνικού συμφέροντος (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 424/2008).
Δεν συντρέχουν όμως οι ίδιοι λόγοι περιορισμού της αμοιβής του δικηγόρου του υποχρέου προς αποζημίωση και συνεπώς, η αµοιβή του τελευταίου δικηγόρου στις παραπάνω αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, που εντάσσονται δυνάµει σχετικού νόµου στα Ολυμπιακά Έργα, δεν υπολογίζεται σε ποσοστό 1/3 των ελάχιστων ορίων των αµοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, µε ανώτατο όριο αµοιβής του δικηγόρου 2.500.000 δραχµές, ήτοι 7.336,76 ευρώ.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η αιτούμενη δικηγορική αμοιβή υπόκειται στη διάταξη του άρθρου 9 του ν. 2730 και κατά τα οριζόμενα στη διάταξη αυτή υπολόγισε σε ποσοστό 1/3 των ελάχιστων ορίων των αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων την αμοιβή της ενάγουσας, δικηγόρου του υποχρέου προς αποζημίωση, αναιρεσείοντος Δήμου, μειώνοντας κατά το αντίστοιχο ποσό τη δικηγορική αμοιβή, έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, με βάση δε την παραδοχή αυτή δέχθηκε τον σχετικό λόγο εφέσεως της ενάγουσας δικηγόρου.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 2730/1999 και των άρθρων, 4 & 1, 17, 20 & 1, 94 & 4 Συντ. και 1 πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Συνεπώς είναι αβάσιμοι οι, περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ενιαίως κρινόμενοι, δεύτερος και τρίτος, λόγοι της αναίρεσης με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι η αµοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του υπόχρεου της αποζημίωσης υποχρεωτικά καθορίζεται στο ίδιο µέτρο µε την αµοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης, επειδή και οι δύο αµοιβές βαρύνουν τον υπόχρεο της απαλλοτρίωσης και ο νομοθετικός καθορισµός τους στο προσήκον µέτρο εξυπηρετεί το εθνικό συμφέρον, στην εξοικονόμηση από το Ελληνικό Δηµόσιο λίαν σηµαντικών δαπανών και τη διάθεση αυτών για την έγκαιρη και απρόσκοπτη εκτέλεση των Ολυμπιακών Έργων.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, μειωμένα όμως (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ, 22 του Ν. 3693/1957 και 307 παρ. 2 ΠΔ 410/1995 Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 2-11-2010, αίτηση του ΟΤΑ Δήμου Σταυρούπολης, για την αναίρεση της 1397/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ, για καθένα από τους δύο πρώτους και σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ για το τρίτο αναιρεσίβλητο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 6η Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ