Supreme Court allows appeal against Athens Court of Appeal ruling due to insufficient reasoning and misapplication of criminal law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeals filed by two defendants against a ruling from the Athens Court of Appeal. The defendants argued that the lower court's decision lacked the specific and detailed reasoning required by Articles 93(3) of the Constitution and 139 of the Code of Criminal Procedure regarding the crimes of attempted court fraud, perjury, and defamation. The court found that the appealed ruling failed to establish the factual basis for the defendants' alleged direct intent and complicity, rendering the reasoning incomplete and the application of substantive criminal law erroneous.
Legislator headnote
AI generatedArticles 93(3) of the Constitution; Article 139 of the Code of Criminal Procedure; Article 484(1)(b) and (d) of the Code of Criminal Procedure: A court ruling is subject to cassation if it lacks the specific and detailed reasoning mandated by constitutional and statutory provisions, thereby preventing the appellate court from verifying the correct application of substantive criminal law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1778 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 1778/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή,Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Χ1 και 2)Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 333/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 15 Μαρτίου 2010 δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 386/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 243/29-6-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγουμε, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 του ΚΠΔ, τις αντίστοιχες 38/15.3.2010 και 39/15.3.2010 αιτήσεις (δηλώσεις) των κατηγορουμένων: α) Χ1 και β) Χ2, κατοίκων ..., για αναίρεση του 333/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτουμε τα ακόλουθα: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 2477/2008 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για τα κακουργήματα) τους ανωτέρω αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους προκειμένου να δικασθούν ο πρώτος τούτων για απόπειρα απάτης στο δικαστήριο από την οποία απειλήθηκε ζημία που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα και η δεύτερη για άμεση συνέργεια σε απόπειρα απάτης στο δικαστήριο από την οποία απειλήθηκε ζημία που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση. Κατά του βουλεύματος αυτού οι κατηγορούμενοι άσκησαν τις αντίστοιχες 470/6.10.2008 και 471/6.10.2008 εφέσεις τους, οι οποίες απορρίφθηκαν ως ουσία αβάσιμες με το 333/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και επικυρώθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα.
ΙΙ. Οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, με τις οποίες πλήττεται το παραπάνω εφετειακό βούλευμα, είναι εμπρόθεσμες, νομότυπες και παραδεκτές, ασκηθείσες από πρόσωπα που δικαιούνται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, περιέχουν δε σαφείς και ορισμένους λόγους αναιρέσεως, την έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρα 463, 465 παρ. 1, 473 παρ.1, 474, 482 παρ. 1 στοιχ. α' και 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠΔ) κι επομένως, πρέπει, να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξεταστούν περαιτέρω κατ' ουσία.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, "Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών από την οποία, ως παραγωγός αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια, με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου.
Υπό την έννοια αυτή, το έγκλημα της απάτης συντελείται αντικειμενικώς και όταν ο δράστης προβαίνει σε ψευδείς δηλώσεις προς δημόσια αρχή, πείθοντας έτσι αυτήν να προβεί σε ενέργειες της δραστηριότητός της, από τις οποίες ζημιώνεται άλλος. Επομένως, απάτη μπορεί να διαπραχθεί και με την παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, όταν υποβάλλεται σ' αυτόν ψευδής ισχυρισμός και υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσαγωγή πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων, αλλά και γνησίων μεν, ανακριβών όμως κατά το περιεχόμενό τους.
Η απάτη επί Δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν με τους ψευδείς ισχυρισμούς και την προσαγωγή των πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη σε βάρος του αντιδίκου του. Όταν όμως, παρά ταύτα το Δικαστήριο εκδίδει απόφαση υπέρ του αντιδίκου του ή δεν εκδίδει οριστική αλλά προδικαστική απόφαση πραγματώνεται το έγκλημα της απόπειρας απάτης.
Ως γεγονότα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση ή δυνατότητα του δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης.
Περαιτέρω, κατά την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 386 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε, αρχικά με το άρθρο 1 παρ. 11 του Ν.2408/1996 και ακολούθως με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, τιμωρούμενη με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) .... β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (ΑΠ 1724/2009, ΑΠ 882/2009, ΑΠ 2358/2009).
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 224 παρ. 2 - 1 του ΠΚ, "με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται:
α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι αντικειμενικώς ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει (ΑΠ 2469/2009, ΑΠ 1538/2009).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι, το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως προϋποθέτει, είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον.
Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται, κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.
Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος, στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον τρίτου, του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος, αλλά απαιτείται άμεσος δόλος (ΑΠ 2109/2009, ΑΠ 1713/2008).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 στοιχ. α' του ΠΚ, "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε.
Η πρόκληση και παραγωγή της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του παθόντος, με πειθώ ή φορτικότητα ή προτροπές ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με τον φυσικό αυτουργό.
Υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί ο φυσικός αυτουργός, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού (ΑΠ 1937/2009, ΑΠ 1423/2009).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 στοιχ. β' του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού, τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξεως και στην εκτέλεση της κύριας πράξεως. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι άμεσος συνεργός είναι εκείνος που με πρόθεση, παρέχει άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά την εκτέλεση και την διάρκεια της κύριας πράξεως κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς αυτή τη συνδρομή, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που διαπράχθηκε, ενώ ο δόλος του άμεσου συνεργού περιλαμβάνει τη θέληση ή αποδοχή για άμεση υποστήριξη του εκτελούντος την κύρια πράξη και τη γνώση της συγκεκριμένης πράξεως, στην οποία παρέχει την συνδρομή του, καθώς και ότι η τελευταία παρέχεται κατά την εκτέλεση της ίδιας πράξεως.
Τέλος, κατά το άρθρο 49 παρ. 2 του ΠΚ, οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλες περιστάσεις που επιτείνουν, μειώνουν ή αποκλείουν την ποινή λαμβάνονται υπόψη μόνον για εκείνο τον συμμέτοχο στον οποίο υπάρχουν (ΑΠ 791/2009, ΑΠ 684/2009).
IV. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, διά το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως.
Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της παραπεμπτικής κρίσεως του Συμβουλίου για ψευδορκία μάρτυρα πρέπει, εκτός από άλλα στοιχεία, να αναφέρονται όχι μόνο τα ψευδή γεγονότα που κατέθεσε ο μάρτυρας, αλλά και ποια ήταν τα αληθινά γεγονότα, τα οποία αυτός γνώριζε (ΑΠ 2469/2009, ΑΠ 1538/2009).
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τελέσεως της πράξεως [άμεσος δόλος] ή το σκοπό επελεύσεως ορισμένου αποτελέσματος [υπερχειλής δόλος] (ΑΠ 54/2010).
Η κατά τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (Ολ.ΑΠ 1227/1979, ΑΠ 344/2010).
Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (Ολ.ΑΠ 3/2008, Ολ.ΑΠ 1/2005).
VI. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 333/2010 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα "από το περιεχόμενο της μηνύσεως, τις καταθέσεις των μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που υπάρχουν στο φάκελο της δικογραφίας, σε συνδυασμό με τις απολογίες και τα απολογητικά υπομνήματα των κατηγορουμένων, καθώς και τα υπομνήματα που υποβλήθηκαν ενώπιον του Συμβουλίου, προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2, για τις αποδιδόμενες σ' αυτούς πράξεις, ως προς τον πρώτο: 1) της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, από την οποία απειλήθηκε ζημία που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και 2) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και ως προς τη δεύτερη: 1) της άμεσης συνέργειας στην ως άνω απόπειρα απάτης στο δικαστήριο του Χ1, 2) της ψευδορκίας μάρτυρα και 3) της συκοφαντικής δυσφήμησης, για τις οποίες ασκήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη".
Σύμφωνα δε με την εισαγγελική πρόταση στην οποία παραπέμπει το Συμβούλιο Εφετών προέκυψαν τα εξής, κατά πιστή μεταφορά τους, πραγματικά περιστατικά: "Η εγκαλούσα και ο πρώτος εκκαλών-κατηγορούμενος Χ1, υπήρξαν σύζυγοι. Είχαν τελέσει το γάμο τους την 28.6.1981 και απέκτησαν δυο τέκνα (γιο και θυγατέρα), σήμερα ενήλικα.
Η εξέλιξη του έγγαμου βίου δεν υπήρξε ομαλή, ήδη από τα πρώτα χρόνια, άμε κορύφωση των εντάσεων το έτος 1996 και μετά. Ήδη ο γάμος τους έχειλυθεί αμετάκλητα (βλ. τις υπ' αριθ. 6325/2006 και 859/2008 αποφάσειςτου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα). Κατά τη διάρκεια της διάστασης του εγγάμου βίου η εγκαλούσα άσκησε την από 17.11.2005 αγωγή κατά του Χ1με αγωγική αξίωση τη συμμετοχή της σε ποσοστό 50% στα κτηθέντα απ'αυτόν κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου και επικουρικό αίτημα τησυμμετοχή της στα αποκτήματα του εναγομένου συζύγου της κατά το 1/3.Την ημερομηνία συζήτησης της αγωγής αυτής, ο εκκαλών κατηγορούμενοςπρος απόκρουση αυτής, με τις προτάσεις του προσκόμισε και επικαλέστηκετην 17979/9.11.2006 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που δόθηκε από τη δεύτερη εκκαλούσα - κατηγορουμένη Χ2, κατόπιν αιτήσεως του Χ1.
Στην ένορκη αυτή βεβαίωση η Χ2 ανέφερε για τη μηνύτρια "... έλειπε πολύ συχνά από το σπίτι, πολλές φορές έφευγε μόνη της τα Σαββατοκύριακα και κανείς δεν ήξερε που πάει και με ποιον, ενώ πήγαινε διακοπές μόνη της. Αδιαφορούσεγια το θείο μου και τα ίδια τα παιδιά τους δεν φρόντιζε δε τα τουσπιτιού (μαγείρεμα, πλύσιμο κλπ).
Δημιουργούσε πολλά επεισόδια με φωνέςκαι ύβρεις και όλη η γειτονιά γνώριζε πια την κατάσταση που επικρατούσεστο σπίτι αυτό. Πολλές φορές είχε χειροδικήσει εις βάρος του,μάλιστα προ ετών θυμάμαι τον χτύπησε με γροθιές στο πρόσωπο και σταμάτια κι ο θείος μου λίγο έλειψε να σκοτωθεί αφού έχασε τις αισθήσειςτου και έπεσε κάτω.
Τον έβριζε με τα χειρότερα λόγια, τον είχεαπειλήσει ότι θα τον σκοτώσει, ενώ δεν δίσταζε να τον διώχνει από τοίδιο του το σπίτι προκειμένου να δεχθεί τους φίλους ή συγγενείς της.Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1990 ο θείος μου, μετά από ένα επεισόδιοπου είχε γίνει με τη σύζυγό του, τον έδιωξε από το σπίτι. Ο θείος μουμη αντέχοντας όλη αυτή την κατάσταση αρρώστησε με αποτέλεσμα ναυποβληθεί σε εγχείρηση έλκους στομάχου το 1991, έχει δε πρόβλημα στοδεξί μάτι και υπάρχει κίνδυνος να χάσει την όρασή του.
Η γυναίκα τουέδειχνε την ίδια συμπεριφορά και απέναντι στα παιδιά τους, δηλαδή ταέβριζε, τους φερόταν άσχημα, κατηγορούσε το θείο μου μπροστά τους μεαποτέλεσμα αυτή η συμπεριφορά να έχει επηρεάσει και τα παιδιά, τα οποίαδεν κατόρθωσαν να αποφοιτήσουν από το Λύκειο-ήδη- ενήλικα και βεβαίωςνα μη βρίσκουν δουλει.
Η θεία μου έχει μια τάση να συκοφαντεί τον άνδρα της χωρίς την παραμικρή αφορμή εκ μέρους του. Ουδέποτε η θεία μου εργάστηκε στην επιχείρηση του θείου μου "Ν. Δήμου και ΣΙΑ Ο.Ε.". Όλα τα ανωτέρω που κατέθεσε η δεύτερη εκκαλούσα είναι ψευδή και συκοφαντικά και τα κατέθεσε ενόρκως εν γνώσει της αναληθείας των, μπορούν δε να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας.
Αναφέρει ότι η εγκαλούσα δεν φρόντιζε τα του σπιτιού, όπως μαγείρεμα, πλύσιμο κλπ, δεν αναφέρει όμως ποιος έκανε αυτές τις εργασίες. Επίσης αναφέρει ότι συμπεριφερόταν άσχημα και στα παιδιά τους (τα έβριζε), όμως τα ενήλικα πλέον τέκνα τους διαμένουν με τη μητέρα τους (εγκαλούσα) και όχι με τον πατέρα τους (κατηγορούμενο).
Κατατέθηκαν δε με την προτροπή του πρώτου εκκαλούντα, αφού αυτός την πρότεινε για να εξεταστεί ως μάρτυρας με την από 9.11.2006 αίτησή του προς τον Ειρηνοδίκη Αθηνών, με σκοπό να τη χρησιμοποιήσει στο Δικαστήριο για να μην ευδοκιμήσει η αγωγή της εγκαλούσας για συμμετοχή στα αποκτήματα του εν διαστάσει συζύγου της - κατηγορουμένου, παρέχοντας έτσι σ' αυτόν άμεση συνδρομή στην απόπειρα εξαπάτησης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Δεν πέτυχε όμως το σκοπό του, όχι από δική του βούληση, αλλά από αίτια εξωτερικά, αφού το παραπάνω Δικαστήριο δεν πείσθηκε και με την υπ' αριθ. 5976/2007 έκανε δεκτή την αγωγή της μηνύτριας. Η ζημία δε που απειλήθηκε στην εγκαλούσα υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ, αφού το Δικαστήριο της επιδίκασε το ποσό των 180.000 ευρώ.
Υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και δεδομένα, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το προσβαλλόμενο με αριθμό 2477/2008 βούλευμά του, αποφάνθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1ε' και 313 ΚΠΔ, την παραπομπή των εκκαλούντων στο ακροατήριο του αρμοδίου καθ' ύλη και κατά τόπο (άρθρα 97 παρ. 2 Συντάγματος, 8 παρ. 1γ, 111 παρ. 1, 119 και 122 παρ. 1 ΚΠΔ) Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν ο μεν Χ1 για: 1.
απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο από την οποία απειλήθηκε ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και 2. ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα, η δε Χ2 για: 1. άμεση συνέργεια στην ως άνω απόπειρα απάτης του Χ1, 2. Ψευδορκία μάρτυρα και 3. Συκοφαντική δυσφήμηση (άρθρα 26 παρ. 1α, 27, 46 παρ. 1α και β, 94 παρ. 1, 224 παρ. 2-1, 227 παρ. 1, 363-362, 386 παρ. 1,3β ΠΚ), δεν έσφαλε αλλά προέβη σε σωστή ερμηνεία του νόμου και ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν.
Κατά συνέπεια οι εφέσεις με τις οποίες υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ' ουσία. Σύμφωνα δε με το άρθρο 319 παρ. 3 ΚΠΔ το εκκαλούμενο βούλευμα πρέπει να επικυρωθεί ως προς όλες τις διατάξεις του, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 ίδιου κώδικα (όπως αντικ. με το άρθρο 55 Ν. 3160/2003), πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εκκαλούντων τα δικαστικά έξοδα...".
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ παράλληλα, λόγω ελλείψεων και ασαφειών που εμφιλοχώρησαν την αιτιολογία του, στέρησε από το βούλευμα αυτό τη νόμιμη βάση.
Ειδικότερα: α) από απόψεως αποδεικτικών μέσων, παρά τη βεβαίωση στο προοίμιο του σκεπτικού του βουλεύματος ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που υπάρχουν στο φάκελο της δικογραφίας...καθώς και τα υπομνήματα των κατηγορουμένων που προσκομίστηκαν ενώπιον του Συμβουλίου", δεν συνάγεται αδιστάκτως ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το από 5.5.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβασμού και κατάργησης των δικών, αστικών και ποινικών, που καταρτίστηκε μεταξύ της μηνύτριας Κ και του αναιρεσείοντος Χ1και υποβλήθηκε από τον τελευταίο ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το από 19.11.2009 υπόμνημά του, β) ως προς την πράξη της κακουργηματικής απόπειρας απάτης, η αιτιολογία του βουλεύματος είναι ελλιπής, καθόσον δεν αναφέρονται στο σκεπτικό του τα ψευδή γεγονότα, τα οποία εν γνώσει του παρέστησε ως αληθή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο αναιρεσείων Χ1, δια των προτάσεών του, προκειμένου να πετύχει την απόρριψη της αγωγής που άσκησε εναντίον του η εν διαστάσει (τότε) σύζυγός του Κ, με αγωγική βάση την αξίωση συμμετοχής της, σε ποσοστό 50%, στα κτηθέντα από αυτόν κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους αποκτήματα και επικουρική βάση την αξίωση συμμετοχής της στα αποκτήματα κατά το 1/3, προς ενίσχυση των οποίων (γεγονότων) προσκόμισε και επικαλέστηκε την 17979/9.12.2006 ένορκη βεβαίωση της κατηγορουμένης Χ2, γ) δεν εκτίθενται στο βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο την παραδοχή ότι τα αναφερόμενα στην ως άνω ένορκη βεβαίωση γεγονότα είναι στο σύνολό τους ψευδή και ότι κατετέθησαν από την αναιρεσείουσα με σκοπό να παραπλανηθεί το δικαστήριο και να εκδώσει ευνοϊκή για τον ανωτέρω (τότε αναγόμενο) απόφαση, από την οποία προσδοκούσε αυτός οικονομικό όφελος άνω των 73.000 Ευρώ, με αντίστοιχη ζημία της ενάγουσας συζύγου αυτού, ούτε παρατίθενται σκέψεις και συλλογισμοί περί του αν τα κατατεθέντα περιστατικά, που φέρονται ότι συνιστούν την άμεση συνέργεια στην κύρια πράξη της απόπειρας απάτης ενώπιον του δικαστηρίου, τελούν σε τέτοιο οργανικό σύνδεσμο με την κύρια πράξη και το αποδεικτέο θέμα της αγωγής, ώστε χωρίς αυτή τη συνδρομή, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που διαπράχθηκε, δ) ως προς την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, ενώ δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι τα περιεχόμενα στην ως άνω ένορκη βεβαίωση γεγονότα είναι στο σύνολό τους ψευδή, δεν αντιπαρατίθενται σ'αυτό τα αντίστοιχα αληθινά γεγονότα, ούτε προσδιορίζονται, σε σχέση με τα αληθινά κατά την κρίση του Συμβουλίου γεγονότα, τα περιστατικά από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη του άμεσου δόλου της παραπάνω αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, ότι δηλαδή αυτή γνώριζε την αναλήθεια όσων κατέθεσε, ούτε διατυπώνονται σκέψεις και συλλογισμοί για τα κρίσιμα στοιχεία που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα και ε) ως προς την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως δεν παρατίθενται επίσης τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε την αναλήθεια των γεγονότων και την ύπαρξη του άμεσου δόλου, μη αρκούσης της τυπικής αναφοράς ότι "όλα τα ανωτέρω που κατέθεσε η δεύτερη εκκαλούσα είναι ψευδή και συκοφαντικά και τα κατέθεσε ενόρκως εν γνώσει της αναληθείας των, μπορούν δε να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας".
Οι ελλείψεις όμως αυτές δημιουργούν ασάφειες που καθιστούν την αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος ελλιπή, αναφορικά με τα στοιχεία και την ταυτότητα των κύριων εγκλημάτων της κακουργηματικής απόπειρας απάτης, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως και συνακόλουθα της ηθικής αυτουργίας και της άμεσης συνέργειας, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα τους, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 46 παρ. 1α και β, 94 παρ. 1, 224 παρ. 2-1, 363-362, 386 παρ. 1,3β του ΠΚ και το βούλευμα να στερείται νόμιμης βάσεως.
Επομένως, είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως και πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο εφόσον είναι εφικτό από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (άρθρο 519 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Να αναιρεθεί το 333/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο εφόσον αυτό είναι εφικτό από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.- Αθήνα, 27 Ιουνίου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας".
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο οι υπ' αριθ. 38 και 39/ 15-03-2010 αιτήσεις των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2, κατοίκων ..., αντίστοιχα για αναίρεση του 333/ 2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη σε φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στοιχεία του εγκλήματος της απάτης είναι α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή η παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση. Η διάταξη της παρ.3 του ανωτέρου άρθρου αντικαταστάθηκε αρχικά από το άρθρο 1 παρ. 11 του ν.2408/1996 που καθόριζε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και ακολούθως από το άρθρο 14 παρ.4 του ν.2721/2999 που ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α).......
ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 (εβδομήντα τριών χιλιάδων) ευρώ. Ως γεγονότα κατά την έννοια του άνω άρθρου νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον. Εξάλλου περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οιουδήποτε από αυτούς.
Απάτη είναι δυνατόν να τελεστεί και με παραπλάνηση του δικαστή όταν υποβάλλεται ψευδής ισχυρισμός ή υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσαγωγή και επίκληση ψευδών κατά περιεχόμενο αποδεικτικών στοιχείων από τα οποία παραπλανήθηκε ο δικαστής και εξέδωσε απόφαση συνεπεία της οποία* επέρχεται βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου του, ψευδές δε αποδεικτικό μέσο είναι και το γνήσιο έγγραφο με αναληθές περιεχόμενο.
Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν με τους ψευδείς ισχυρισμούς και την παραγωγή των πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει οριστική απόφαση υπέρ ίων απόψεων του δράστη σε βάρος του αντιδίκου του. Όταν όμως παρά ταύτα το δικαστήριο εκδίδει απόφαση υπέρ του αντιδίκου του πραγματώνεται το έγκλημα της απόπειρας απάτης.
Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 224 παρ.1 και 2 ΠΚ προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος, απαιτείται α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέταση του, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι αντικειμενικώς ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει.
Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι, το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης προϋποθέτει, είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον.
Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται, κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.
Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος, στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον τρίτου, του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος, αλλά απαιτείται άμεσος δόλος.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 46 παρ. 1 α ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η πρόκληση και η παραγωγή σε άλλον της απόφασης για την εκτέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε αυτός μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με απειλή, προτροπές, πειθώ, φορτικότητα κλπ., πρέπει όμως ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε την απόφαση αυτή να αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση στην οποία πρέπει να αναφέρεται και ο δόλος του ηθικού αυτουργού που συνίσταται στη συνείδηση ότι παράγει σε άλλον την απόφαση για να εκτελέσει την άδικη πράξη στην οποία παρακινείται.
Εξάλλου για τη θεμελίωση της κατ' άρθρο 46 παρ. 1 εδ. β' ΠΚ άμεσης συνέργειας απαιτείται ο δράστης να παρέχει άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και η συνδρομή να συνδέεται αμέσως προς την πράξη του αυτουργού και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς αυτή τη συνδρομή δεν θα ήταν δυνατή μετά βεβαιότητας η τέλεση του εγκλήματος, υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε.
Η έννοια της συνδρομής μπορεί να συνίσταται και σε ενέργεια βοηθητική προς τον αυτουργό του εγκλήματος κατά την εκτέλεση του αδικήματος. Επίσης απαιτείται και δόλια προαίρεση, δηλαδή ηθελημένη παροχή της συνδρομής αυτής και γνώση ότι αυτή παρέχεται για την εκτέλεση από τον αυτουργό της κυρίας πράξεως.
Ο δόλος του άμεσου συνεργού έγκειται στην ηθελημένη παροχή της συνδρομής και στη γνώση ότι την παρέχει για την εκτέλεση άδικης πράξεως. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.
δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως όταν αναφέρονται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της παραπεμπτικής κρίσεως του Συμβουλίου για ψευδορκία μάρτυρα, πρέπει εκτός από άλλα στοιχεία να αναφέρονται όχι μόνο τα ψευδή γεγονότα που κατέθεσε ο μάρτυρας αλλά και ποια ήταν τα αληθινά γεγονότα τα οποία αυτός γνώριζε (ΑΠ. 2469/ 2009, 1538/ 2009). Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωθείσα στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση στην οποία εκτίθενται τα ανωτέρω στοιχεία με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου αυτού.
Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όχι μόνο όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση στις διατάξεις που εφάρμοσε αλλά και όταν οι διατάξεις αυτές παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ήτοι όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό, το οποίο ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως.
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις αυτές ιδρύεται ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με το 247/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, οι αναιρεσείοντες παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν, ο πρώτος τούτων για απόπειρα απάτης στο δικαστήριο από την οποία απειλήθηκε ζημία που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα, η δε δεύτερη για άμεση συνέργια σε απόπειρα απάτης στο δικαστήριο από την οποία απειλήθηκε ζημία που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμιση.
Μετά από εφέσεις των αναιρεσειόντων, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 333/ 2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σε αυτό πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, αφού αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος προσδιορίζονται, απέρριψε τις εφέσεις τους, επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα και δέχτηκε ανελέγκτως ότι:
προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του κατηγορουμένου Χ1 και Χ2, για τις αποδιδόμενες σ' αυτούς πράξεις, ως προς τον πρώτο: 1) της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, από την οποία απειλήθηκε ζημία που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και 2) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και ως προς τη δεύτερη: 1) της άμεσης συνέργειας στην ως άνω απόπειρα απάτης στο δικαστήριο του Χ1, 2) της ψευδορκίας μάρτυρα και 3) της συκοφαντικής δυσφήμησης, για τις οποίες ασκήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη.
Σύμφωνα δε με την εισαγγελική πρόταση στην οποία παραπέμπει το Συμβούλιο Εφετών προέκυψαν τα εξής, κατά πιστή μεταφορά τους, πραγματικά περιστατικά: Η εγκαλούσα και ο πρώτος εκκαλών-κατηγορούμενος Χ1, υπήρξαν σύζυγοι. Είχαν τελέσει το γάμο τους την 28.6.1981 και απέκτησαν δυο τέκνα (γιο και θυγατέρα), σήμερα ενήλικα.
Η εξέλιξη του έγγαμου βίου δεν υπήρξε ομαλή, ήδη από τα πρώτα χρόνια, με κορύφωση των εντάσεων το έτος 1996 και μετά. Ήδη ο γάμος τους έχει λυθεί αμετάκλητα (βλ. τις υπ' αριθ. 6325/2006 και 859/2008 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα). Κατά τη διάρκεια της διάστασης του εγγάμου βίου η εγκαλούσα άσκησε την από 17.11.2005 αγωγή κατά του Χ1 με αγωγική αξίωση τη συμμετοχή της σε ποσοστό 50% στα κτηθέντα απ' αυτόν κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου και επικουρικό αίτημα τη συμμετοχή της στα αποκτήματα του εναγομένου συζύγου της κατά το 1/3.
Την ημερομηνία συζήτησης της αγωγής αυτής, ο εκκαλών κατηγορούμενος προς απόκρουση αυτής, με τις προτάσεις του προσκόμισε και επικαλέστηκε την 17979/9.11.2006 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που δόθηκε από τη δεύτερη εκκαλούσα - κατηγορουμένη Χ2, κατόπιν αιτήσεως του Χ1. Στην ένορκη αυτή βεβαίωση η Χ2 ανέφερε για τη μηνύτρια "...
έλειπε πολύ συχνά από το σπίτι, πολλές φορές έφευγε μόνη της τα Σαββατοκύριακα και κανείς δεν ήξερε που πάει και με ποιον, ενώ πήγαινε διακοπές μόνη της. Αδιαφορούσε για το θείο μου και τα ίδια τα παιδιά τους δεν φρόντιζε δε τα του σπιτιού (μαγείρεμα, πλύσιμο κλπ). Δημιουργούσε πολλά επεισόδια με φωνές και ύβρεις και όλη η γειτονιά γνώριζε πια την κατάσταση που επικρατούσε στο σπίτι αυτό.
Πολλές φορές είχε χειροδικήσει εις βάρος του, μάλιστα προ ετών θυμάμαι τον χτύπησε με γροθιές στο πρόσωπο και στα μάτια κι ο θείος μου λίγο έλειψε να σκοτωθεί αφού έχασε τις αισθήσεις του και έπεσε κάτω. Τον έβριζε με τα χειρότερα λόγια, τον είχε απειλήσει ότι θα τον σκοτώσει, ενώ δεν δίσταζε να τον διώχνει από το ίδιο του το σπίτι προκειμένου να δεχθεί τους φίλους ή συγγενείς της.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1990 ο θείος μου, μετά από ένα επεισόδιο που είχε γίνει με τη σύζυγο του, τον έδιωξε από το σπίτι. Ο θείος μου μη αντέχοντας όλη αυτή την κατάσταση αρρώστησε με αποτέλεσμα να υποβληθεί σε εγχείρηση έλκους στομάχου το 1991, έχει δε πρόβλημα στο δεξί μάτι και υπάρχει κίνδυνος να χάσει την όραση του.
Η γυναίκα του έδειχνε την ίδια συμπεριφορά και απέναντι στα παιδιά τους, δηλαδή τα έβριζε, τους φερόταν άσχημα, κατηγορούσε το θείο μου μπροστά τους με αποτέλεσμα αυτή η συμπεριφορά να έχει επηρεάσει και τα παιδιά, τα οποία δεν κατόρθωσαν να αποφοιτήσουν από το Λύκειο-ήδη- ενήλικα και βεβαίως να μη βρίσκουν δουλειά.
Η θεία μου έχει μια τάση να συκοφαντεί τον άνδρα της χωρίς την παραμικρή αφορμή εκ μέρους του. Ουδέποτε η θεία μου εργάστηκε στην επιχείρηση του θείου μου "Ν. Δήμου και ΣΙΑ Ο.Ε.". Όλα τα ανωτέρω που κατέθεσε η δεύτερη εκκαλούσα είναι ψευδή και συκοφαντικά και τα κατέθεσε ενόρκως εν γνώσει της αναληθείας των, μπορούν δε να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας.
Αναφέρει ότι η εγκαλούσα δεν φρόντιζε τα του σπιτιού, όπως μαγείρεμα, πλύσιμο κλπ, δεν αναφέρει όμως ποιος έκανε αυτές τις εργασίες. Επίσης αναφέρει ότι συμπεριφερόταν άσχημα και στα παιδιά τους (τα έβριζε), όμως τα ενήλικα πλέον τέκνα τους διαμένουν με τη μητέρα τους (εγκαλούσα) και όχι με τον πατέρα τους (κατηγορούμενο).
Κατατέθηκαν δε με την προτροπή του πρώτου εκκαλούντα, αφού αυτός την πρότεινε για να εξεταστεί ως μάρτυρας με την από 9.11.2006 αίτηση του προς τον Ειρηνοδίκη Αθηνών, με σκοπό να τη χρησιμοποιήσει στο Δικαστήριο για να μην ευδοκιμήσει η αγωγή της εγκαλούσας για συμμετοχή στα αποκτήματα του εν διαστάσει συζύγου της - κατηγορουμένου, παρέχοντας έτσι σ' αυτόν άμεση συνδρομή στην απόπειρα εξαπάτησης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Δεν πέτυχε όμως το σκοπό του, όχι από δική του βούληση, αλλά από αίτια εξωτερικά, αφού το παραπάνω Δικαστήριο δεν πείσθηκε και με την υπ' αριθ. 5976/2007 έκανε δεκτή την αγωγή της μηνύτριας. Η ζημία δε που απειλήθηκε στην εγκαλούσα υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ, αφού το Δικαστήριο της επιδίκασε το ποσό των 180.000 ευρώ.
Υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και δεδομένα, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το προσβαλλόμενο με αριθμό 2477/2008 βούλευμα του, αποφάνθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1ε' και 313 ΚΠΔ, την παραπομπή των εκκαλούντων στο ακροατήριο του αρμοδίου καθ' ύλη και κατά τόπο (άρθρα 97 παρ. 2 Συντάγματος, 8 παρ. 1γ, 111 παρ. 1, 119 και 122 παρ. 1 ΚΠΔ) Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν ο μεν Χ1 για: 1.
απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο από την οποία απειλήθηκε ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και 2. ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα, η δε Χ2 για: 1. άμεση συνεργεία στην ως άνω απόπειρα απάτης του Χ1, 2. Ψευδορκία μάρτυρα και 3. Συκοφαντική δυσφήμηση (άρθρα 26 παρ. 1α, 27, 46 παρ. 1α και β, 94 παρ. 1, 224 παρ. 2-1, 227 παρ. 1, 363-362, 386 παρ. 1,3β ΠΚ), δεν έσφαλε αλλά προέβη σε σωστή ερμηνεία του νόμου και ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν.
Κατά συνέπεια οι εφέσεις με τις οποίες υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ' ουσία. Σύμφωνα δε με το άρθρο 319 παρ. 3 ΚΠΔ το εκκαλούμενο βούλευμα πρέπει να επικυρωθεί ως προς όλες τις διατάξεις του, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 ίδιου κώδικα (όπως αντικ. με το άρθρο 55 Ν. 3160/2003), πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εκκαλούντων τα δικαστικά έξοδα.
Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, λόγω δε ελλείψεων και ασαφειών που εμφιλοχώρησαν στην αιτιολογία του στέρησε από το βούλευμα του αυτό τη νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, η αιτιολογία του βουλεύματος, ως προς την πράξη της κακουργηματικής απόπειρας της απάτης είναι ελλιπής, διότι δεν αναφέρονται στο σκεπτικό του τα ψευδή γεγονότα, τα οποία εν γνώσει του ο αναιρεσείων παρέστησε ως αληθή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δια των προτάσεων του, προκειμένου να επιτύχει την απόρριψη της αγωγής που άσκησε εναντίον του η εν διαστάσει τότε σύζυγος του Κ με βάση την αξίωση συμμετοχής της κατά ποσοστό 50% στα αποκτηθέντα κατά τη διάρκεια του γάμου τους αποκτήματα και επικουρικά την αξίωση συμμετοχής της κατά το 1/3, προς ενίσχυση των οποίων προσκόμισε και επικαλέστηκε την 17979/9-12-2006 ένορκη βεβαίωση της αναιρεσείουσας Χ2 που δόθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών.
Περαιτέρω, στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε την παραδοχή ότι τα αναφερόμενα στην πιο πάνω ένορκη βεβαίωση γεγονότα είναι στο σύνολο τους ψευδή ως και ότι κατατέθηκαν από την αναιρεσείουσα με σκοπό να παραπλανηθεί το πολιτικό δικαστήριο και να εκδώσει ευνοϊκή για τον τότε εναγόμενο και νυν αναιρεσείοντα απόφαση, από την οποία αυτός προσδοκούσε οικονομικό όφελος άνω των 73.000 ευρώ και με αντίστοιχη ζημία της ενάγουσας συζύγου του.
Εξάλλου δεν παρατίθενται σκέψεις και συλλογισμοί περί του αν τα κατατεθέντα περιστατικά που φέρονται ότι συνιστούν την άμεση συνέργια της αναιρεσείουσας στην κύρια πράξη της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, τελούν σε τέτοιο οργανικό σύνδεσμο με την κύρια πράξη και το αποδεικτέο θέμα της αγωγής, ώστε χωρίς αυτή τη συνδρομή δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η τέλεση της απόπειρας απάτης υπό τις περιστάσεις που αυτή διαπράχθηκε.
Περαιτέρω και όσο αφορά την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχεται ότι τα περιεχόμενα στην ένορκη αυτή βεβαίωση γεγονότα είναι ψευδή στο σύνολο τους, δεν αντιπαρατίθενται σε αυτό τα αντίστοιχα αληθινά γεγονότα ούτε προσδιορίζονται τα περιστατικά από τα οποία το συμβούλιο συνήγαγε την ύπαρξη του άμεσου δόλου της αναιρεσείουσας, ότι δηλαδή αυτή γνώριζε την αναλήθεια των όσων κατέθεσε, ούτε διατυπώνονται σκέψεις για τα κρίσιμα στοιχεία που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση της ψευδορκίας μάρτυρα.
Τέλος, ως προς την πράξη της συκοφαντικής δυσφημίσεως δεν παρατίθενται ομοίως πραγματικά περιστατικά από τα οποία το συμβούλιο συνήγαγε την αναλήθεια των γεγονότων ως και την ύπαρξη του άμεσου δόλου. Οι ελλείψεις αυτές δημιουργούν ασάφειες και καθιστούν ελλιπή την αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος σε σχέση με την ταυτότητα των κύριων εγκλημάτων (κακουργηματικής απόπειρας απάτης, ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμισης).
Συνακόλουθα δε καθιστούν ελλιπή και την αιτιολογία της ηθικής αυτουργίας και άμεσης συνέργιας λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα τους και έτσι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 26, 27, 46 παρ. 1 α και β, 224 παρ. 1, 2, 363- 363 και 386 παρ. 1 , 3 β ΠΚ και έτσι το βούλευμα στερείται και νόμιμης βάσεως.
Συνεπώς οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' ΚΠΔ σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και παραπεμφθεί η υπόθεση σε νέα κρίση από το ίδιο συμβούλιο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εφόσον τούτο είναι δυνατό (άρθρο 519 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το 333/ 2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εφόσον αυτό είναι εφικτό.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ