Legislator Case Law & Legislation
1778/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on security interest breach claim, ruling intent to harm creditor is key.

Case Number 1778/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a security interest in vehicles. The appellants argued that the defendant company's actions constituted a breach of security because the company lacked sufficient assets to satisfy the debt after the vehicles were transferred. The court held that the defendant's conduct did not meet the legal threshold for a breach of security interest under the Civil Code. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellants were ordered to pay the defendant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 939, 941, 942 of the Civil Code; A breach of security interest requires proof of intent to harm the creditor, which exists only when the debtor knows the transfer will leave insufficient assets to satisfy the debt.

Keywords

AI generated
security interest breach intent to harm creditor insufficient assets Civil Code provisions inadmissible appeal legal costs award creditor protection

Cited Legislation

AI generated
Article 939 of the Civil Code
Article 941 of the Civil Code
Article 942 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1778 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1778/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων : ....., τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Βασίλειος Μαυρολέων.

Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΛΗΣΙΝΓΚ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΕΩΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Γεώργιος Ρέκας, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-1992 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5926/1994 μη οριστική, 6869/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2927/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27 Οκτωβρίου 2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 18 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως . Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 939 Α. Κ, οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν κατά τους όρους των επόμενων άρθρων τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους. Σύμφωνα με το άρθρο 941 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η απαλλοτρίωση υπόκειται σε διάρρηξη, αν αυτός υπέρ του οποίου έγινε (τρίτος) γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, κατά δε το επόμενο άρθρο 942, σε περίπτωση απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία δεν απαιτείται η κατά το προηγούμενο άρθρο γνώση του τρίτου. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η διάρρηξη της

απαλλοτριωτικής πράξεως του οφειλέτη χωρεί μόνον αν έγινε με πρόθεση βλάβης του δανειστή, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει, ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή, ο οποίος έτσι θα υποστεί βλάβη από την απαλλοτρίωση.

Η πρόθεση αυτή εξακολουθεί να υφίσταται και όταν άλλος, εις ολόκληρον οφειλέτης, διαθέτει επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση του δανειστή, καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτριώσεως κρίνεται από στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών, όπως άλλωστε συνάγεται και από τη διάταξη του άρθρου 486 Α.Κ..

Εξάλλου, η απαλλοτρίωση υπόκειται σε διάρρηξη, αν αυτός υπέρ του οποίου έγινε (τρίτος) γνώριζε, ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, σε περίπτωση, όμως, απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία, δεν απαιτείται τέτοια γνώση. Περαιτέρω, η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 Α.Κ., συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα και, συνεπώς, η περί αυτής δικαιοπραξία είναι χαριστική.

Δεν συνάγεται δε το αντίθετο από το χαρακτηρισμό της, στο α΄ εδάφιο της τελευταίας διάταξης, ως δωρεάς, ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, αφού αυτό αποσκοπεί στο να αποκλείσει τη δυνατότητα ανάκλησής της, ως προς το μέρος που αυτή δεν αποτελεί δωρεά και όχι να τη χαρακτηρίσει, εξ αντιδιαστολής, ως επαχθή δικαιοπραξία (ΑΠ 638/2004).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα. Δυνάμει της από 21-3-1989 συμβάσεως χρηματοδοτικής μίσθωσης (leasing), η οποία καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας εταιρίας (ήδη αναιρεσίβλητης), ως εκμισθώτριας και της τελούσας ήδη σε κατάσταση πτωχεύσεως εταιρίας με την επωνυμία Destinations A.E. Τουριστικών και Ταξιδιωτικών Επιχειρήσεων", ως μισθώτριας, η πρώτη εκμίσθωσε στη δεύτερη τα περιγραφόμενα σ΄ αυτή δύο επιβατικά αυτοκίνητα, για το χρονικό διάστημα από 27-3-1989 έως 26-3-1994, αντί του αναφερόμενου μηνιαίου μισθώματος.

Στην εν λόγω σύμβαση συμβλήθηκαν, ως εγγυητές, υπέρ της μισθώτριας εταιρίας, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι σύζυγοι (ήδη δύο πρώτοι αναιρεσείοντες), οι οποίοι ανέλαβαν προσωπική εις ολόκληρον ευθύνη, για την εμπρόθεσμη καταβολή των μηνιαίων μισθωμάτων και παραιτήθηκαν από την ένσταση διζήσεως και από τα λοιπά δικαιώματά τους από τα σχετικά περί εγγυήσεως άρθρα του Αστικού Κώδικα.

Η μισθώτρια εταιρία, αν και παρέλαβε τα αυτοκίνητα, δεν κατέβαλε στην εκμισθώτρια τα μηνιαία μισθώματα για το χρονικό διάστημα από 27-9-1989 έως και 27-8-1991. ΄Ετσι, γεννήθηκε αντίστοιχη απαίτηση της ενάγουσας κατά της πρωτοφειλέτιδας εταιρίας, η οποία, κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως της ένδικης αγωγής στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (9.12.1993) είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη.

Στη συνέχεια η ενάγουσα κατάγγειλε την πιο πάνω σύμβαση, με την από 10-7-1991 εξώδικη δήλωσή της, την οποία επέδωσε τόσο προς τη μισθώτρια εταιρία, όσο και προς τους εγγυητές (δύο πρώτους εναγομένους) και ακολούθως εξέδωσε σε βάρος τους, για οφειλή ποσού 4.603.495 δραχμών πλέον τόκων και εξόδων, την 13031/1991 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, κοινοποιήθηκε σ' αυτούς και κατέστη τελεσίδικη.

Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι με το 4960/29.4. 1991 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας Γ. Καραναστάση - Βαϊμάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε προς την τρίτη εναγομένη, θυγατέρα της, αιτία γονικής παροχής, την ανήκουσα σ' αυτήν αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία, ήτοι ένα διαμέρισμα του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου (τον οποίο καταλαμβάνει εξ ολοκλήρου) μιας πολυόροφης οικοδομής που βρίσκεται επί των οδών ......, εμβαδού 92 τετρ.

μέτρων. Επίσης, με το ταυτόχρονο 4961/29.4.1991 συμβόλαιο της ίδιας, ως άνω, συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι μεταβίβασαν προς τον τέταρτο εναγόμενο γιό τους, αιτία γονικής παροχής, την ανήκουσα σ΄ αυτούς εξ αδιαιρέτου και κατ΄ ισομοιρία αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία, ήτοι ένα διαμέρισμα πολυκατοικίας που βρίσκεται στην Κοινότητα ....., συγκείμενο από ισόγειο, εμβαδού 60 τ.μ.

και από πρώτο όροφο, εμβαδού επίσης 60 τ.μ.. Οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, στερούνταν άλλων ατομικών περιουσιακών στοιχείων. Επομένως, συνεχίζει το Εφετείο, συνεπεία των παραπάνω μεταβιβάσεων, η ενάγουσα δεν έχει δυνατότητα να ικανοποιήσει την προαναφερόμενη χρηματική απαίτησή της με αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος τους.

Ο ισχυρισμός τους δε ότι η ενάγουσα είχε τη δυνατότητα, κατά το χρόνο γενέσεως της απαιτήσεώς της, να ικανοποιηθεί από πολλαπλάσιας αξίας ακίνητο περιουσιακό στοιχείο της πρωτοφειλέτιδας εταιρίας, προβάλλεται αλυσιτελώς, είπε το Εφετείο, διότι, αφού έχουν παραιτηθεί από την ένσταση διζήσεως, η ενάγουσα δεν ήταν υποχρεωμένη να στραφεί πρώτα (ανεπιτυχώς) κατά της εταιρίας αυτής.

Τέλος, δέχτηκε το Εφετείο ότι, με βάση όλα τα πιο πάνω περιστατικά, οι προαναφερόμενες γονικές παροχές έγιναν από τους δύο πρώτους εναγομένους με αποκλειστικό σκοπό να ματαιώσουν την ικανοποίηση της παραπάνω χρηματικής απαίτησης της ενάγουσας κατ΄ αυτών και ότι οι δύο τελευταίοι εναγόμενοι (ήδη δύο τελευταίοι αναιρεσείοντες), δέκτες των γονικών παροχών, τελούσαν σε πλήρη γνώση του εν λόγω καταδολιευτικού σκοπού των γονέων τους.

Ακολούθως, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, το Εφετείο δέχτηκε ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη την ένδικη από 25-4-1992 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων, για διάρρηξη των ως άνω γονικών παροχών, κάνοντας δεκτή την έφεσή της κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει αβάσιμη την αγωγή, με τη σκέψη ότι δεν αποδεικνύονταν καταδολιευτικός σκοπός των δύο πρώτων εναγομένων, ούτε συναφής γνώση των δύο τελευταίων από αυτούς.

΄Ετσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με το ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι οι δύο πρώτοι αναιρεσείοντες προέβησαν στις επίμαχες γονικές παροχές με σκοπό βλάβης της αναιρεσίβλητης δανείστριάς τους, καθώς και με το ουσιώδες επίσης ζήτημα της συναφούς γνώσης των δύο άλλων αναιρεσειόντων, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σ΄ αυτή, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των προδιαλαμβανόμενων διατάξεων, τις οποίες και εφάρμοσε.

Ειδικότερα, το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι οι δύο πρώτοι αναιρεσείοντες, που προέβησαν στις πιο πάνω γονικές παροχές, "στερούνταν άλλων ατομικών περιουσιακών στοιχείων", με συνέπεια η αναιρεσίβλητη να μην έχει δυνατότητα να ικανοποιήσει την απαίτησή της με αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος τους, εν όψει και του ότι, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτριώσεως κρίνεται από στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριώσαντος, επαρκώς αιτιολογεί την πρόθεση τούτων να βλάψουν τη δανείστριά τους.

Ενόψει δε του ότι, επίσης κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, γνώση των αποκτώντων τρίτων για την κατά τα άνω πρόθεση τού οφειλέτη, δεν απαιτείται σε περίπτωση απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία και αφού, κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, στην εξεταζόμενη υπόθεση πρόκειται για γονικές παροχές, που αποτελούν χαριστικές δικαιοπραξίες, δεν ήταν απαραίτητο να περιληφθεί και αιτιολογία για τη γνώση από τους δύο τελευταίους αναιρεσείοντες της πιο πάνω πρόθεσης των δύο πρώτων από αυτούς.

΄Ετσι, η περαιτέρω παραδοχή της απόφασης, σύμφωνα με την οποία "οι δύο τελευταίοι εναγόμενοι, δέκτες των γονικών παροχών, τελούσαν σε πλήρη γνώση του καταδολιευτικού σκοπού" των δύο πρώτων, τέθηκε ως εκ περισσού και δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως οι περί του αντιθέτου δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.

ΙΙ. Μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να περιέχει, για το κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ ορισμένο της, η από τα άρθρα 939 επ Α.Κ. αγωγή διαρρήξεως, περιλαμβάνεται και εκείνο της αφερεγγυότητας του οφειλέτη, ότι δηλαδή η υπόλοιπη περιουσία του δεν αρκεί για την ικανοποίηση του ενάγοντος δανειστή. Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν η δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (βάση ένστασης, αντένστασης) μέσο, αλλ΄ όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.

ΑΠ 3/97, ΑΠ 22/2005). Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι αναιρετική πλημμέλεια από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό τους που πρότειναν ενώπιόν του και που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι ο δεύτερος από αυτούς, κατά το χρόνο που έγιναν οι επίμαχες γονικές παροχές (29-4-1991) είχε και άλλη σημαντική περιουσία, υπεραρκετή για την κάλυψη των από την εγγύηση υποχρεώσεών του έναντι της αναιρεσίβλητης εταιρίας και συγκεκριμένα 2.880 εταιρικά μερίδια, επί συνόλου 3.200, που κάλυπταν τα 90/100 του εταιρικού κεφαλαίου της εδρεύουσας στην Αθήνα εταιρίας περιορισμένης ευθύνης υπό την επωνυμία "ARCHIPELAGOS CLIPPERS ΕΠΕ", τα οποία η αναιρεσίβλητη μπορούσε να κατάσχει, σύμφωνα με το άρθρο 30 του ν. 3190/1955 για να ικανοποιήσει τις έναντι αυτού αξιώσεις της.

Όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αλλά άρνηση του στοιχείου της βάσης της αγωγής, ότι η υπόλοιπη περιουσία του δεύτερου αναιρεσείοντος δεν αρκεί για την ικανοποίηση της ενάγουσας δανείστριας και επομένως ο προκείμενος λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, είναι απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο και, συνεπώς, σε ισχυρισμό που δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ 14/2004). Με τον τέταρτο, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν εξέτασε τον ενώπιον αυτού, με τις προτάσεις τους, προταθέντα ισχυρισμό τους, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, περί καταχρηστικής ενάσκησης από την αναιρεσίβλητη του δικαιώματός της να ζητήσει τη διάρρηξη των επίμαχων γονικών παροχών, για την επιστήριξη του οποίου είχαν επικαλεστεί, α) ότι αντικείμενο της χρηματοδοτικής μίσθωσης, ήταν τα δύο αναφερόμενα αυτοκίνητα, εργοστασίου κατασκευής CITROEN και HONDA και φορολογήσιμων ίππων 7 και 8 αντίστοιχα, τα οποία είχαν περιέλθει στην κυριότητα της εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΡΕΥΝΗΤΑΙ Α.Ε.", στο όνομα της οποίας είχαν εκδοθεί στις 23-3-1989 και οι άδειες κυκλοφορίας τους, β) ότι η κατοχή των δύο αυτοκινήτων παραχωρήθηκε από την προαναφερόμενη ιδιοκτήτρια τούτων εταιρία, αμέσως με τη σύναψη της χρηματοδοτικής μίσθωσης, στη μισθώτρια εταιρία "DESTINATIONS A.E.", με την πτώχευση όμως της οποίας, περιήλθαν αυτά στη δικαιοδοσία του συνδίκου, γ) ότι η ανάληψη της κατοχής τους δεν ήταν δυνατή από την εκμισθώτρια εταιρία, διότι στο μεταξύ αυτή είχε μετονομαστεί σε "ΑΛΦΑ ΛΗΣΙΝΓΚ Α.Ε." και η σύνδικος έπρεπε να αποδώσει την κατοχή τους στην πιο πάνω εταιρία που κατείχε τις άδειες κυκλοφορίας τους, δ) ότι για την τακτοποίηση του ζητήματος, η αναιρεσίβλητη με την από 19-3-1992 εξουσιοδότησή της, παρέσχε στην πρώτη από αυτούς την ειδική εντολή "όπως παραλάβει τα νέα σήματα - αποδείξεις πληρωμής τελών κυκλοφορίας 1991 των αυτοκινήτων", ενώ με την από 6-5-1992 άλλη εξουσιοδότησή της, παρέσχε επίσης στην πρώτη από αυτούς την ειδική εντολή "όπως προβεί σε κάθε απαραίτητη ενέργεια για τη μεταβίβαση των αυτοκινήτων.....

από την παλαιά επωνυμία ΔΙΕΡΕΥΝΗΤΑΙ ΑΛΦΑ Α.Ε. στη νέα "ΑΛΦΑ ΛΗΣΙΝΓΚ Α.Ε." και δημιούργησε έτσι σε όλους αυτούς (τους αναιρεσείοντες) την εύλογη πεποίθηση ότι, μετά την ανάληψη της κατοχής των αυτοκινήτων από αυτήν, ουδεμία άλλη απαίτηση θα διατηρούσε, ούτε κατά της μισθώτριας εταιρίας (γιαυτό και δεν αναγγέλθηκε στην πτώχευσή της), ούτε και κατά των δύο πρώτων από αυτούς, πολύ περισσότερο αφού την πρώτη χρησιμοποίησε ως ειδική εντολοδόχο της και ε) ότι αφού έγιναν όλες οι προαναφερόμενες μεταβολές, η οριστική σύνδικος της πτωχεύσεως παρέδωσε τα δύο αυτοκίνητα στην αναιρεσίβλητη και έτσι αυτή ουδεμία ζημία υπέστη από την, κατά τα προεκτεθέντα, εξέλιξη της χρηματοδοτικής μίσθωσης, αφού αυτή ανέλαβε τα αυτοκίνητα και εισέπραξε τα μισθώματα, μέχρι που έπαυσε να εξυπηρετεί η μίσθωση, τα οποία υπερβαίνουν το ποσό των 1.000.000 δρχ.

και καλύπτουν την αποζημίωσή της για τη χρήση των αυτοκινήτων από τη μισθώτρια εταιρία και έτσι η ενάσκηση από την αναιρεσίβλητη του πιο πάνω δικαιώματός της είναι καταχρηστική. Όμως, και αν αληθεύουν τα πιο πάνω περιστατικά, η άσκηση από την ενάγουσα αναιρεσίβλητη του δικαιώματός της αυτού δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτει το άρθρο 281 Α.Κ.

και συνακόλουθα δεν είναι καταχρηστική. Επομένως, ο φερόμενος ως αγνοηθείς από το Εφετείο ισχυρισμός, ως μη νόμιμος, δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. ΄Έτσι ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.

IV. Κατ΄ ακολουθία τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27 Οκτωβρίου 2004 αίτηση των ..... κλπ, για αναίρεση της 2927/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Νοεμβρίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ