Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to vague grounds and procedural errors regarding appellate review scope.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the 1st Health Administration of Attica against a first-instance judgment regarding doctors' salary differences. The appellants argued for a remand to correct alleged procedural flaws and substantive legal errors concerning the interpretation of specific labor laws. The court rejected these claims because the appeal grounds were too vague to identify specific factual assumptions or legal errors, and one ground was procedurally inadmissible as it applied to a first-instance judgment where such appeals are not permitted.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1), 576(2) of the Code of Civil Procedure; Article 560(6) of the Code of Civil Procedure; Article 559(10) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if its grounds are vague and fail to specify the critical factual assumptions or legal errors relied upon, or if the cited ground does not apply to the level of jurisdiction where the judgment was rendered.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1777 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1777/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία: "1ης Διοίκησης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Μουζουράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. Ο. του Σ., κατοίκου ..., 2.Κ. Π. του Α., κατοίκου ..., 3.Κ. Ε. του Α., κατοίκου ..., 4.Τ. - Γ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 5.Σ. Α. του Μ., κατοίκου ..., 6.Π. Μ. του Α., κατοίκου ..., 7.Τ. Α. του Θ., κατοίκου ..., 8.Σ. Ε. του Α., κατοίκου ..., 9.Α. Β. του Γ., κατοίκου ..., 10.Α. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 11.Κ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 12.Π. Σ. του Α., κατοίκου ..., 13.Λ. Π. του Ν., κατοίκου ..., 14.Μ. Β. του Χ., κατοίκου ..., 15.Π. Ι. του Ε., κατοίκου ..., 16.Τ. Ν. του Π., 17.Χ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., 18.Κ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 19.Κ. Γ. του Π., κατοίκου ..., 20.Μ. Δ. του Α., 21.Β. Ε. του Θ., 22.Β. Ο. του Π. - Π., κατοίκου ..., 23.Χ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., 24.Ο. Α. του Χ., κατοίκου ..., 25.Σ. - Α. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 26.Κ. Γ. του Ο., κατοίκου ..., 27.Χ. Ε. του Σ., κατοίκου ..., 28.Τ. Α. του Σ., κατοίκου ..., 29.Μ. - Η. Π. του Α., κατοίκου ..., 30.Μ. Θ. του Ε., κατοίκου ..., 31.Κ. Α. του Σ., κατοίκου ..., 32.Σ. Ε. του Μ., κατοίκου ..., 33.Φ. Θ. του Γ., κατοίκου ..., 34.Ζ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 35.Γ. Α. - Β. του Γ., κατοίκου ..., 36.Κ. Π. του Σ., κατοίκου ..., και 37.Π. Ν. - Γ. του Ε., κατοίκου ... Οι 1η και 33η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χαρίκλεια Παπαδοπούλου, η οποία δήλωσε ότι καταργείται η δίκη για την 33η (Θ. Φ.) και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1302/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 7441/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 15-12-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτός παρών, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, αν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, 9/2003).
Στην περίπτωση αυτή, αν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1317/2021, 446/2020, 1389/2019, 1374/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 ν. 4139/2013 και εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 98 παρ. 1 αυτού και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βεβαίως αυτές δεν είχαν συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (20.3.2013), σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 2108/2022, 42/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, τη συζήτηση της ένδικης από 15.12.2023 και με αριθμ. κατάθ. 12001/22/30.1.2024 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. 1ης Διοίκησης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής Ν.Π.Δ.Δ., η οποία στρέφεται κατά 37 αναιρεσιβλήτων, επισπεύδουν οι τελευταίοι, με επιμέλεια των οποίων και κατόπιν έγγραφης εντολής του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Αλετρά επιδόθηκε στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.
ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, όπως προκύπτει από την με αριθμ. ....2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Α. Τ. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο η 1η και 33η των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή Μ.
Ο. και Φ. Θ., ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπηθέντες από την πληρεξούσια Χαρίκλεια Παπαδοπούλου, η οποία και κατέθεσε προτάσεις. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο, ως άνω, δικηγόρος, που έδωσε την παραγγελία για την παραπάνω επίδοση είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και από τις προαναφερόμενες απολιπόμενες αναιρεσιβλήτους, αφού δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις των συγκεκριμένων διαδίκων προς τον εν λόγω δικηγόρο ή την ως άνω παραστάσα δικηγόρο, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικά προς αυτόν πληρεξούσια.
Επομένως, οι απούσες αναιρεσίβλητοι ακύρως επέσπευσαν τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ενώ δεν προκύπτει κλήτευσή τους από το αναιρεσείον προκειμένου να παραστούν αυτές κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Κατά συνέπεια, εφόσον οι, ως άνω, απολιπόμενες αναιρεσίβλητοι δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και δεν παρέστησαν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κατά τη συζήτηση αυτής, θεωρούνται δικονομικά απόντες.
Επομένως ως προς αυτές, οι οποίες συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσιβλήτους πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.
Με την κρινόμενη από 15.12.2023 και με αριθμ. κατάθ. 12001/22/30.1.2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 7441/24.7.2023 απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 19.11.2018 και με αριθμ. κατ. 119362/6156/2018 έφεσης του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος στρεφόμενη κατά των 37 εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της με αριθμ. 1302/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της ασκηθείσας ενώπιον του από 3.11.2015 και με αριθμ.
κατάθ. 1650/2015 αγωγής. Με την εν λόγω αγωγή οι ενάγοντες, στρεφόμενοι κατά: 1) του Ελληνικού Δημοσίου και 2) του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία 1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής, ισχυρίσθηκαν ότι είναι ιατροί με τις αναφερόμενες ειδικότερα αντίστοιχες ειδικότητες, ότι προσλήφθηκαν με ειδικές συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου αρχικά στο ΙΚΑ, στη συνέχεια στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
και περαιτέρω αφού τέθηκαν σε διαθεσιμότητα, μεταφέρθηκαν στο 2ο εναγόμενο [αναιρεσείον] από 19.3.2014 και στις 19.12.2014 κατατάχθηκαν στο ΕΣΥ. Ότι κατά το άνω χρονικό διάστημα το ωράριο εργασίας τους ήταν οκτάωρο αντί για 5,5 ώρες ημερησίως, αμειβόμενοι όμως για 5,5 ώρες. Ζήτησαν να υποχρεωθούν τα εναγόμενα, ως ευθυνόμενα εις ολόκληρον, να τους καταβάλλουν τα αναφερόμενα σε αυτή [αγωγή] χρηματικά ποσά με βάση τις διατάξεις της σύμβασης εργασίας τους, επικουρικά με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, άλλως κατά παράβαση του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, με το νόμιμο τόκο.
Το Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την, ως άνω υπ' αριθμ. 1302/2017 οριστική απόφαση, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών: α) απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται και του πρώτου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και κατά της 1ης ενάγουσας - Μωραΐτη Ουρανίας, ως ουσία αβάσιμη και β) δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την αγωγή κατά την κύρια βάση της υποχρεώνοντας το τελευταίο να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα τα αναφερόμενα σε αυτή χρηματικά ποσά.
Κατά της απόφασης αυτής το, ως άνω, δεύτερο εναγόμενο άσκησε την από 19.11.2018 και με αριθμ. κατάθ. 99388/4108/2018 έφεση στρεφόμενο κατά όλων των εναγόντων. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζον ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την ήδη προσβαλλόμενη με αριθμ. 7441/24.7.2023 απόφαση, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και από την επομένη της δημοσίευσης αυτής (25.7.2023) μέχρι την κατάθεση αυτής στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου (30.1.2024) δεν παρήλθε διετία και αυτή ασκήθηκε εντός της προβλεπόμενης καταχρηστικής προθεσμίας (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 σε συνδ.
με 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου και αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, ενώ δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 348/2023, 424/2022, 988/2017).
Για να είναι ορισμένος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της αίτησης: α)η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β)οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γ)ο ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του δ)η εξειδίκευση της πλημμέλειας του Δικαστηρίου της ουσίας (Ολ.ΑΠ 20/2005, 11/2023, 844/2022).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης εξ αιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάζον Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών που την εξέδωσε, με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι ιατροί γνώριζαν ότι κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησής τους για μετάταξή τους, αυτοί θα απασχολούντο με εξαρτημένη εργασία και πλήρες ωράριο 40 ωρών την εβδομάδα και για όλες τις εργάσιμες ημέρες.
Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι στο οικείο δικόγραφο, δεν διαλαμβάνονται έστω και κατά τρόπο συνοπτικό οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ότι οι αναιρεσίβλητοι ιατροί δικαιούνται τις διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 19.3.2014 έως 19.12.2014, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 17 και 18 ν.4238/2014), και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε αναφέρεται το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή ουσιαστικού νόμου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος είναι απαράδεκτος, καθ' όσον η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, αποκλείεται κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν επί εφέσεων κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων όπου επιτρέπεται αναίρεση μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ.
Στο άρθρο αυτό όμως δεν συμπεριλαμβάνεται αντίστοιχα με την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διάταξη (ΑΠ 1469/2022, 456/2012). Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν κοινές προτάσεις, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Δεν ορίζεται δε, η δικαστική δαπάνη μειωμένη διότι στην υπόθεση αυτή το αναιρεσείον εκπροσωπήθηκε από ιδιώτη δικηγόρο, που υπηρετεί στο αναιρεσείον με πάγια αντιμισθία (βλ. την από 21.10.2024 υπεύθυνη δήλωση του ιδιώτη δικηγόρου Στέφανου Μουζουράκη) και όχι από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους [άρθρα 30 παράγρ. 1 και 2 ν. 4038/2012 (ΦΕΚ Α 14/2.2.2012), 19 περ. 1περ. (β) ν. 2556/1997 (ΦΕΚ Α 270/24.12.1997), σε συνδυασμό προς το άρθρο 61 παρ. 3 ν.4194/2013 (ΦΕΚ Α 208/27.9.2013)].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης όσον αφορά τους 1η και 33η των αναιρεσιβλήτων (δηλαδή Μ. Ο. και Φ. Θ.).
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τις, ως άνω, αναιρεσιβλήτες.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 15.12.2023 και με αριθμ. κατάθ. 12001/22/30.1.2024 αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 7441/2023 απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ