Legislator Case Law & Legislation
1777/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to pending appeals and non-finality of lower court decisions.

Case Number 1777/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible because the challenged judgment was not final at the time of filing. The appellant argued that a separate appeal regarding the same judgment was pending, but the court ruled that the appeal's admissibility is determined by the status of the judgment at the moment of submission. Consequently, the court ordered the appellant to bear the legal costs of the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(b) and 577(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the judgment appealed is not final, as admissibility is determined by the status of the judgment at the time of filing the appeal.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal non-final judgment pending appeal finality requirement legal costs Code of Civil Procedure admissibility criteria

Cited Legislation

AI generated
Article 553(b) of the Code of Civil Procedure
Article 577(2) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 281(2) of Law 3463/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1777 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1777/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΟΤΑ) με την επωνυμία "Δ. Β. - Β. - Β.", που εδρεύει στη Β. Α. και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο αυτού. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Κιτσαρά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) υπό εκκαθάριση τελούσης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Ε. Ε. Τ. Κ. Β.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΕΤΑΔ Α.Ε.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Βεκρή, ο οποίος ανακάλεσε την από 4-4-2023 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Αλεξανδροπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ της δεύτερης αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Σπυρίδωνα Κουλούρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Κοινοποιουμένη προς: 1) το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών και 2) το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, αφού έλαβε τον λόγο, ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το αίτημα της αναβολής τον λόγο έλαβε και ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δεν συναίνεσε. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και διά του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2017 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου, την από 25-3-2017 προσεπίκληση του ήδη αναιρεσείοντος, την από 12-4-2017 ανακοίνωση δίκης της ήδη δεύτερης αναιρεσιβλήτου, την από 8-5-2017 πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, την από 10-5-2017 πρόσθετη παρέμβαση του δεύτερου προς ον η κοινοποίηση και την από 10-5-2017 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη δεύτερης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4032/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 4099/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-7-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, α)..... β) των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη". Ο χαρακτήρας της αποφάσεως ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης για αναίρεση, δηλαδή κατά το χρόνο κατάθεσής της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως ορίζει το άρθρο 495 παρ. 1 ιδίου κώδικα, και όχι της συζήτησης αυτής, διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη (ΑΠ 458/2020, ΑΠ 2213/2009). Περαιτέρω, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει, αφού ο νόμος δεν διακρίνει, ότι αν η απόφαση είναι εν μέρει οριστική δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεών της πριν από την έκδοση οριστικής απόφασης για όλη τη δίκη και τούτο, χάριν της οικονομίας της δίκης, προς αποτροπή κατάτμησης και παρελκύσεως της δίκης και για την ταχεία περάτωση αυτής.

Συνεπώς, επί αντικειμενικής σωρεύσεως αγωγών και αιτήσεων, ήτοι επί ενώσεως στο ίδιο δικόγραφο αγωγής περισσότερων αιτήσεων του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου (ΚΠολΔ 218 παρ. 1), δεν επιτρέπεται αναίρεση κατά των οριστικών αλλά μη τελειωτικών αποφάσεων, ήτοι εκείνων που δέχονται ή απορρίπτουν ένα αυτοτελές αίτημα και αναβάλλουν την οριστική εκδίκαση των άλλων αιτημάτων που εκκρεμούν στην ίδια διαδικασία, ιδίως όταν οι υποβληθείσες αξιώσεις τελούν μεταξύ τους σε σχέση εξαρτήσεως, δηλαδή η μία είναι παρεπομένη της άλλης και η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την επίλυση της άλλης (ΟλΑΠ 1/2019, ΑΠ 1423/2022, ΑΠ 1208/2020, ΑΠ 876/2015). Επομένως, η απόφαση που περατώνει την δίκη ως προς μία αίτηση, χωρίς να αποφαίνεται οριστικώς ως προς την άλλη, δεν υπόκειται στο ανωτέρω ένδικο μέσο, το οποίο, αν ασκηθεί, είναι απαράδεκτο (ΑΠ 1181/2022). Τέλος, κατά το άρθρο 577 παρ. 1, 2 του ΚΠολΔ, η έλλειψη προϋπόθεσης για το παραδεκτό της αναίρεσης, βάσει στοιχείων που προκύπτουν από τη δικογραφία, ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1208/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς το παραδεκτό της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης: Η πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία "Μ. Ε. Ε. Τ. Κ. Β.", άσκησε κατά του αναιρεσείοντος ΟΤΑ με την επωνυμία "Δ. Β. - Β. - Β.", την από 10.2.2017 αγωγή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία εξέθετε ότι δυνάμει του υπ' αριθ. .../1924 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών, Ν.

Α., που έχει νόμιμα μεταγραφεί, έχει καταστεί κυρία των αναλυτικά περιγραφόμενων κατά θέση, έκταση και όρια ακινήτων. Ότι ο εναγόμενος Δήμος, στην κτηματική περιφέρεια του οποίου βρίσκονται τα επίδικα ακίνητα, το έτος 1990 κατέλαβε αυθαίρετα τα ακίνητα αυτά, προβάλλοντας επ' αυτών ανύπαρκτα δικαιώματα και εν συνεχεία εξέδωσε, μέσω των τεχνικών του υπηρεσιών, την υπ' αρ. .../1994 οικοδομική άδεια ανέγερσης κέντρου αναψυχής σε ένα από τα επίδικα, το οποίο και εκμίσθωσε την 16.6.2000 σε τρίτη εταιρία, εισπράττοντας έκτοτε τα μισθώματα.

Ότι η αμφισβήτηση σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των επιδίκων έχει αρθεί οριστικά με τις 6226/2005 και 2643/2015 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες αναγνωρίστηκε η κυριότητά της επ' αυτών. Ότι ο εναγόμενος Δήμος γνώριζε ανέκαθεν ότι τα επίδικα ακίνητα ανήκουν κατά πλήρη κυριότητα στην ίδια, σε κάθε δε περίπτωση γνώριζε τούτο τουλάχιστον από την 25-9-2001, οπότε ασκήθηκε η με αρ.

κατ. 113533/6988/2001 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της κατ' αυτού. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει να της καταβάλει για το διάστημα από 16.8.2000 έως και 15.8.2011, κυρίως μεν βάσει των διατάξεων των άρθρων 1096 και 1098 ΑΚ, επικουρικά δε κατά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, α) το ποσό των 1.557.392 ευρώ που εισέπραξε συνολικά ως μισθώματα κατά το χρονικό διάστημα από 16.8.2000 μέχρι 15.8.2011 από την εκμίσθωση του επίδικου ακινήτου της, β) το ποσό των 586.940 ευρώ που εισέπραξε κατά την υπογραφή της από 16.8.2000 σύμβασης μίσθωσης ακινήτου, ως άϋλη εμπορική αξία και γ) το ποσό των 10.000.000 ευρώ, κατά το οποίο ωφελήθηκε ο εναγόμενος από την εκμετάλλευση της όλης περιουσίας τους, ήτοι συνολικά το ποσό των 12.144.332 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 15-3-2011 όμοιας κατά περιεχόμενο αγωγής της κατά του εναγομένου, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε με την άνω αγωγή, άλλως από την επίδοση της τελευταίας.

Στη συνέχεια, με την από 25-3-2017 προσεπίκληση ο εναγόμενος ΟΤΑ κάλεσε την προσεπικαλούμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου ΑΕ", ως διάδοχο του νπδδ με την επωνυμία "Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού" ΕΟΤ, να παρέμβει στην κύρια δίκη, ισχυριζόμενος ότι τα επίδικα ακίνητα είχαν παραχωρηθεί σ' αυτόν, ως δημόσια έκταση, χωρίς αντάλλαγμα με την από 19-8-1993 σύμβαση παραχώρησης χρήσης, που είχε καταρτιστεί μεταξύ του Δ.

Β., στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του οποίου υπεισήλθε αυτοδικαίως ο ίδιος, ως διάδοχος, και του Οργανισμού Ελληνικού Τουρισμού και ότι σε περίπτωση ήττας του θεμελιώνεται εναντίον της προσεπικαλούμενης, ως διαδόχου του ΕΟΤ, δικαίωμα αποζημίωσης δυνάμει της ανωτέρω σύμβασης χρησιδανείου. Ζήτησε δε να παρέμβει η προσεπικαλούμενη στην κύρια δίκη προς υποστήριξή του και να αναγνωριστεί ότι αυτή έχει έναντι του ιδίου εγγυητική ευθύνη, ώστε σε περίπτωση ήττας του να θεμελιώνεται εναντίον της δικαίωμα αποζημίωσης.

Τέλος, κατόπιν της από 12-4-2017 ανακοίνωσης δίκης της άνω προσεπικαλουμένης και προσθέτως παρεμβαίνουσας, άσκησαν υπέρ της τελευταίας πρόσθετες παρεμβάσεις το Ελληνικό Δημόσιο και το νπδδ με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ". Επί της αγωγής, προσεπίκλησης και προσθέτων παρεμβάσεων, που συνεκδικάστηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4032/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε στο σύνολό της η ένδικη αγωγή και δη ως προς μεν την επικουρική βάση της ως μη νόμιμη, ως προς δε την κύρια βάση της ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατόπιν παραδοχής της προβληθείσας από τον εναγόμενο ένστασης παραγραφής των αξιώσεων της ενάγουσας, κατόπιν δε αυτού δεν εξετάσθηκαν η ασκηθείσα προσεπίκληση και οι πρόσθετες παρεμβάσεις ως άνευ αντικειμένου.

Κατά της απόφασης αυτής και δη ως προς το μέρος που απορρίφθηκε η κύρια βάση της αγωγής, άσκησε η ηττηθείσα ενάγουσα την 2-12-2018 έφεση, ενώ και ο νικήσας εναγόμενος άσκησε την από 10-8-2019 έφεση (επικουρική), ζητώντας την επανεξέταση της άνω προσεπίκλησης, σε περίπτωση που γίνει δεκτή η έφεση της ενάγουσας. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4099/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε βάσιμος ο μοναδικός λόγος της έφεσης της ενάγουσας περί διακοπής της παραγραφής των αγωγικών αξιώσεών της.

Ειδικότερα, κρίθηκε ότι η παραγραφή των αξιώσεων της ενάγουσας διακόπηκε αρχικά με την από 3-9-2001 αναγνωριστική της κυριότητάς της επί των επιδίκων ακινήτων αγωγή και εν συνεχεία με την από 15-3-2011, όμοια με την ένδικη, αγωγή της για καταβολή ωφελημάτων και συνεπώς οι ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας για τη χρονική περίοδο από 16-8-2000 έως 15-8-2011 δεν έχουν παραγραφεί.

Κατόπιν αυτών έγινε δεκτή ως βάσιμη η αντένταση της ενάγουσας περί διακοπής της παραγραφής και απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη η προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση παραγραφής των ένδικων αξιώσεων. Στη συνέχεια, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κρατήθηκε και ερευνήθηκε η ένδικη αγωγή, η οποία απορρίφθηκε ως προς το υπό στοιχ.

γ' κονδύλιο, ήτοι κατά το αίτημα καταβολής του ποσού των 10.000.000 ευρώ, ως αόριστη και σε κάθε περίπτωση ως μη νόμιμη, έγινε δε δεκτή και ως ουσία βάσιμη κατά τα λοιπά και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 2.033.360,13 ευρώ, ως ωφελήματα που έλαβε από την εκμίσθωση του επίδικου ακινήτου κατά το χρονικό διάστημα από 16-8-2000 έως 31-12-2010.

Καθόσον αφορά όμως την αιτηθείσα καταβολή των ωφελημάτων από την εκμίσθωση του ίδιου ακινήτου για την περίοδο από 1-1-2011 μέχρι 15-8-2011, ανεστάλη, κατ' άρθρα 221 και 222 ΚΠολΔ, η εκδίκαση του σχετικού κονδυλίου εωσότου περατωθεί η δίκη που ανοίχθηκε με την από 15-7-2016 αγωγή που άσκησε η ενάγουσα κατά του εναγομένου Δήμου, με την οποία ζήτησε, μεταξύ άλλων, την απόδοση ωφελημάτων από την ίδια με την ένδικη μίσθωση του επίδικου ακινήτου για το διάστημα από 1-1-2011 έως 6-4-2012, και επί της οποίας εκδόθηκε ήδη η 3170/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε ως ουσία βάσιμο το σχετικό κονδύλιο και επιδίκασε το ποσόν των 240.000 ευρώ, ενόψει του ότι κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος άσκησε την από 30-10-2017 έφεσή του, που εκκρεμεί έκτοτε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών.

Τέλος, η επικουρική έφεση του εναγομένου απορρίφθηκε ως αβάσιμη, αφού κρίθηκε ότι η ασκηθείσα από τον εναγόμενο Δήμο προσεπίκληση είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη. Την απόφαση αυτή προσβάλλει ήδη ο αναιρεσείων Δήμος με την υπό κρίση από 6.7.2020 αίτηση αναιρέσεως. Με βάση όμως τα προαναφερθέντα, η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι εν μέρει οριστική, καθόσον δεν περατώνει όλη τη δίκη, ως προς όλα τα αγωγικά αιτήματα.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εν μέρει οριστική ως προς το υπό στοιχ. α' αίτημα της ένδικης αγωγής, αφού ως προς αυτό το Εφετείο δεν αποφάνθηκε οριστικά για το σύνολο του αιτήματος αυτού, αλλά αποφάνθηκε οριστικά μόνο για τη χρονική περίοδο από 16.8.2000 έως 31.12.2010, ενώ για τη χρονική περίοδο από 1.1.2011 έως 15.8.2011 ανέβαλε να αποφασίσει, λόγω εκκρεμοδικίας.

Συνεπώς, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των προσβαλλομένων με την ένδικη αίτηση αναίρεσης οριστικών διατάξεων της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης πριν εκδοθεί οριστική απόφαση και για το ως άνω αγωγικό αίτημα, δεδομένου μάλιστα ότι όλα τα αγωγικά αιτήματα είναι απολύτως συναφή, αφού στηρίζονται στην ίδια επικαλούμενη από την πρώτη αναιρεσίβλητη προϋπόθεση, όπως συναφής είναι και η ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα προσεπίκληση κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης και σε κάθε περίπτωση υπάρχει κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων από την χωριστή εκδίκαση των οριστικών διατάξεων της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η ασκηθείσα κατά της υπ' αριθ. 3170/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την υπ' αριθ. 6124/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, πλην όμως έως και σήμερα δεν εκδόθηκε οριστική απόφαση ως προς το άνω αγωγικό αίτημα, καθόσον, όπως συνομολογεί και ο αναιρεσείων, ναι μεν μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 6124/2020 απόφασης επανέφερε για συζήτηση με την από 25.11.2020 κλήση της την ένδικη αγωγή ως προς το άνω αίτημα, πλην όμως με την υπ' αριθ. 5185/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κλήσης, με συνέπεια να μην έχει καταστεί οριστική η άνω διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης.

Τούτο δέχεται και ο αναιρεσείων, επικαλούμενος ότι κατέθεσε την από 23.8.2022 αίτηση ανάκλησης της άνω υπ' αριθ. 5185/2021 μη οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών και συζήτησης της ένδικης αγωγής κατά το κονδύλιο που δεν ερευνήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να καταστεί η τελευταία οριστική στο σύνολό της.

Σε κάθε περίπτωση, ο χαρακτήρας της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης στον αρμόδιο γραμματέα, που εν προκειμένω έλαβε χώρα την 6.7.2020, με συνέπεια να μη τίθεται σε καμία περίπτωση ζήτημα τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο.

Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 553 εδ. β και 577 παρ. 2 του ΚΠολΔ και αυτεπαγγέλτως, να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση ως απαράδεκτη, μη συντρεχούσης ως εκ τούτου περίπτωσης αναβολής της συζήτησης, λόγω του ότι, κατά τον αναιρεσείοντα, α) εκκρεμεί η έκδοση απόφασης επί της από 14.5.2021 συναφούς αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος, που συζητήθηκε την 31.10.2022, κατά της υπ' αριθ. 6124/2020 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ενόψει και του ότι ήδη εκδόθηκε επ' αυτής η υπ' αριθ. 655/2023 απορριπτική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, και β) εκκρεμεί η άνω αίτηση ανάκλησης της υπ' αριθ. 5185/2021 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και η κατ' αυτής ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα, για παν ενδεχόμενο κατά τον ίδιο, από 17.6.2022 αίτησης αναίρεσης (μη προσδιορισθείσης ακόμη), ενώ παρέλκει η έρευνα της ασκηθείσης από το Ελληνικό Δημόσιο από 10.9.2021 πρόσθετης υπέρ της δεύτερης αναιρεσίβλητης παρέμβασης. Τα δικαστικά έξοδα της κάθε αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκαν με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6 Ιουλίου 2020 αίτηση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΟΤΑ) με την επωνυμία "Δ. Β. - Β. - Β.", για αναίρεση της υπ' αριθ. 4099/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600,00) ευρώ για την κάθε μία εξ αυτών. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ