Legislator Case Law & Legislation
1777/2022 AI generated

Supreme Court annuls appealable judgment for violating substantive law on derivative property acquisition via good faith possession.

Case Number 1777/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court of Appeal's decision regarding a property dispute between a private entity and an individual. The appellant argued the lower court erred by ruling the claimant acquired ownership derivatively without verifying the good faith possession of prior owners. The court found the lower court violated substantive laws governing property acquisition and remanded the case for retrial while awarding costs to the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a judgment if the lower court fails to examine essential facts required to establish derivative ownership through good faith possession, thereby violating substantive property laws.

Keywords

AI generated
derivative property acquisition good faith possession substantive law violation annulment of judgment remittal for retrial chain of title verification property registration error

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 28(4) of Law 2779/1998
Article 22(2)(b) and 3 of Law 3693/1957
Article 4(1) of Law 3127/2003
Article 21 of the Law dated 22.4/16.5.1926
Law 425/1912
Article 4 of Presidential Decree 1539/1938
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1777 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1777/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 12η Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέα Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Ευσταθίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ζαπάντη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-2013 αίτηση του ήδη α' αναιρεσιβλήτου και την από 5-11-2013 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4093/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 370/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-6-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του α' αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 28-6-2017 αίτηση αναίρεσης, που στρέφεται κατά του Κ. Γ. και του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 769 ΚΠολΔ), προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με αριθμό 370/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που απέρριψε τις συνεκδικασθείσες εφέσεις του ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον" και του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 4093/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν η από 12- 2-2013 αίτηση του K. Γ. (πρώτου αναιρεσίβλητου) για διόρθωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής ακινήτου στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Πειραιά και οι από 5-11-2013, με το ίδιο αίτημα, κυρίες παρεμβάσεις του αναιρεσείοντος και του Ελληνικού Δημοσίου, έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη η πιο πάνω αίτηση του πρώτου αναιρεσίβλητου και απορρίφθηκαν ως ουσία αβάσιμες οι κύριες παρεμβάσεις. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ,), πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ).

Σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 8 παρ. 8 Κωδ. (7-39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50-4), ν. 2 παρ. 20, πανδ. (41-4), ν. 6 πρ. πανδ. (44-3), ν. 76 παρ. 1, πανδ. (18-1) και 7 παρ. 3 πανδ. (23-3) του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, με τις οποίες κρίνεται η απόκτηση του δικαιώματος κυριότητας πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κατ' άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού, ο οποίος χρησιδέσποζε, να συνυπολογίζει στο χρόνο της νομής του και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν.δ/τος της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", προκύπτει ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που προεκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, όπως θεωρούνται και τα ακίνητα κτήματα των διαλελυμένων I.Μονών που περιήλθαν και ανήκουν στο Παλαιό Εκκλησιαστικό Ταμείο (άρθρο 1 παρ.3 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων"), εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί έως τις 11.9.1915.

Τούτο συνάγεται από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και του άρθ. 21 ν. δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 17 του ΕισΝΚΠολΔ, και ορίζει ότι "τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου, της Αεροπορικής Αμύνης και των Ιερών Μονών, εις ουδεμίαν υπόκεινται εις το μέλλον παραγραφή, η δε αρξαμένη παραγραφή ουδεμίαν νόμιμον συνέπειαν κέκτηται, αν μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος δεν συνεπληρώθη η τριακονταετής παραγραφή κατά τους ισχύοντες νόμους...".

Με βάση τις παραπάνω διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του και, συνεπώς, και η χρησικτησία τρίτων σε αυτά (ΑΠ 849/2021, 184/2018). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του α. ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", η ισχύς της οποίας διατηρήθηκε και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, σύμφωνα με το άρθρο 53 Εισ.Ν.ΑΚ και επεκτάθηκε και υπέρ των Δήμων και Κοινοτήτων ( άρθρο 1 του ν.δ/τος 31/1968), ο ορίζεται ότι "επί των αδέσποτων και των δημοσίων κτημάτων εν γένει νομεύς θεωρείται το Δημόσιον, έστω και αν ουδεμίαν ενήργησεν επ' αυτών πράξιν νομής".

Επίσης, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 3 του παραπάνω νόμου (α.ν. 1539/1938), η οποία είναι ουσιαστικού δικαίου, "η νομή δεν επιδικάζεται εις τον ενάγοντα ιδιώτη, εφόσον το Δημόσιον ήθελε αποδείξει είτε ιδίαν αυτού κυριότητα, είτε ότι η κυριότητα δεν ανήκει στον ενάγοντα", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του ιδίου νόμου "τα επί ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου εις ουδεμίαν υπόκεινται παραγραφήν." Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του α.ν. 1539/1938 προκύπτει ότι το Δημόσιο ή ο Δήμος, σε περίπτωση αυθαίρετης κατάληψης ακινήτου που ανήκει στην κυριότητα του από τρίτο, δεν στερείται τη νομή του (ΟλΑΠ 8/2013).

Εξάλλου, στο άρθρο 4 παρ.1 του ν. 3127/2003 "τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α' 67/19-3-2003)" ορίζεται ότι "Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον:

α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ" και ότι "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ.".

Από τις παρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι θεσπίζεται εξαίρεση του κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, εκτός εάν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915. Έτσι, κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας και επί δημοσίων κτημάτων με τακτική και έκτακτη χρησικτησία με τις στην παράγραφο 1 περ.

α' και β' διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις και εφόσον πρόκειται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ. Η ανωτέρω όμως ρύθμιση, ως ειδική και εξαιρετική, εφαρμόζεται μόνο προκειμένου περί ακινήτων του Δημοσίου, όχι όμως και επί ακινήτων ανηκόντων στην κυριότητα των Ο.Τ.Α. ή άλλων ν.π.δ.δ. (ΑΠ 1824/2014), όπως τούτο προκύπτει από την αδιάστικτη γραμματική διατύπωση των παραπάνω διατάξεων που αναφέρονται μόνο σε ακίνητα του Δημοσίου, κατ' αποκλεισμό άλλων νομικών προσώπων, αλλά και από το γενικότερο δικαιοπολιτικό σκοπό τους.

Διασταλτική ερμηνεία των άνω ουσιαστικών διατάξεων, κατά τρόπο ώστε στο ρυθμιστικό αυτών πεδίο να εμπίπτουν και τα ακίνητα άλλων ν.π.δ.δ. δεν μπορεί να γίνει, διότι οι ρηθείσες διατάξεις, που προβλέπουν την κατάργηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτου με χρησικτησία, πρέπει να ερμηνευθούν στενά και δεν επιτρέπεται η επέκταση της εφαρμογής τους και σε άλλες περιπτώσεις, εκτός από αυτή, η οποία, ρητώς και ειδικώς, μνημονεύεται στο παραπάνω νόμο, δηλαδή στην ακίνητη περιουσία του Δημοσίου, ενώ ως προς τις λοιπές περιπτώσεις (των ακινήτων των ΟΤΑ ή των ν.π.δ.δ.) δεν υφίσταται γνήσιο κενό του νόμου, αλλ' ηθελημένη από το νομοθέτη αρνητική ρύθμιση, με την έννοια ότι επί ακινήτων του Δημοσίου, και μόνο, χωρεί η υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις κτητική παραγραφή (ΑΠ 987/2021, ΑΠ 184/2018).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά ότι μετατίθεται ο' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Εξάλλου κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στη διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή, που στηρίζεται στον παράγωγο τρόπο απόκτησης της κυριότητας, αρκεί κατ' αρχήν η επίκληση από τον ενάγοντα της συμβολαιογραφικής μεταβιβαστικής ανάμεσα σ' αυτόν και τον άμεσο δικαιοπάροχο του συμβάσεως και της νόμιμης μεταγραφής της.

Έτσι ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής. Εάν όμως ο εναγόμενος αμφισβητήσει την κυριότητά του, ο μεν ενάγων οφείλει για τη συμπλήρωση της αγωγής με τις προτάσεις του, η δε καταφάσκουσα το δικαίωμα δικαστική απόφαση πρέπει να αναφέρει και να καθορίσει με σαφήνεια τα γεγονότα που συγκροτούν τον τρόπο κτήσεως του δικαιοπαρόχου αλλά και των απωτέρων, αν απαιτείται ενόψει των αμφισβητήσεων του εναγομένου μέχρι τη συμπλήρωση πρωτότυπου τρόπου κτήσης της κυριότητας αυτών (χρησικτησία) (ΑΠ 1202/2015).

Τέλος, με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 4/2018 και Ο λ.

ΑΠ 6/2017). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1551/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την ένδικη υπόθεση, τα εξής: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου πώλησης οικοπέδου του Συμβ/φου Πειραιά Ιωάννη Δημητρίου Λυμπερόπουλου που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά (στον τόμο 532 με αυξ.αριθμ.458), περιήλθε στον αιτούντα - καθού οι κύριες παρεμβάσεις Κ.

Γ. και την Ά. σύζυγο Γ. Κ., το γένος Ν. Σ., κατά πλήρη κυριότητα κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα, με αγορά από τον Κ. Χ. Μ., ένα ακίνητο (οικόπεδο) που βρίσκεται στο ... στη θέση ..., έκτασης σύμφωνα με τον κατωτέρω αναφερόμενο τίτλο κτήσης 225 τ.μ., συνορευόμενο αρκτικώς με οδό ... επί πλευράς 15 μέτρων, μεσημβρινώς με οδό ...

εφ'όμοιας πλευράς, ανατολικά με οδό ... εφ'όμοιας πλευράς και δυτικά με γήπεδο ... εφ' όμοιας πλευράς, το οποίο είχε περιέλθει στον αρχικό ως άνω δικαιοπάροχο τους με αγορά δυνάμει του υπ'αριθμ. ... συμβολαίου του Συμβ/φου Πειραιά Χρήστου Ιωάννου Χατζηνικολή που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά στον τόμο ...

με αύξοντα αριθμό .... Στη συνέχεια, με το υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο διανομής του Συμβ/φου Πειραιά Χρήστου Ιωάννη Χατζηνικολή που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά (στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό ...) ο αιτών και η ως άνω συγκυρία του εν λόγω ακινήτου διένειμαν τούτο και έτσι ο αιτών έλαβε στην κυριότητά του τμήμα οικοπέδου έκτασης 50/00, συνορευόμενο αρκτικώς με πρώην οδό ...

ήδη ... επί πλευράς μέτρων επτά και 50/00, μεσημβρινώς με γήπεδο ... εφ'όμοιας πλευράς, ανατολικά με πρώην οδό ... ήδη ... επί πλευράς μέτρων δεκαπέντε και δυτικά με το κατωτέρω περιγραφόμενο τμήμα που περιήλθε στην Ά. συζ. Γ. Κ. εφ'όμοιας πλευράς. Η τελευταία δε, έλαβε στην κυριότητά της το υπόλοιπο τμήμα του έκτασης μέτρων τετραγωνικών εκατόν δώδεκα και 50/00, συνορευόμενο αρκτικός με πρώην οδό ...

ήδη ... επί πλευράς μέτρων επτά και 50/00, μεσημβρινώς με γήπεδο ... εφ'όμοιας πλευράς, ανατολικά με το τμήμα που περιήλθε στον αιτούντα επί πλευράς μέτρων δεκαπέντε και δυτικά με γήπεδο ... εφ'όμοιας πλευράς. Στη συνέχεια, ο αιτών δυνάμει της υπ'αριθμ. 4889/3-11-1961 άδειας του Πολεοδομικού Γραφείου Πειραιά-Περιχώρων, ανήγειρε με φροντίδα και δαπάνες του μία ισόγεια οικοδομή (οικία) αποτελούμενη από δύο (2) κύρια δωμάτια, εμβαδού 63 τ.μ., όπως αυτή εμφαίνεται στο από Ιουνίου 1961 διάγραμμα του αρχιτέκτονα- διπλωματούχου Ε.Μ.Π.

Α. Ί. Φ., επί της οποίας στη συνέχεια πρόσθεσε νόμιμα δυνάμει της υπ'αριθμ. ... άδειας του ίδιου ως άνω πολεοδομικού γραφείου, πρώτο (α') όροφο, αποτελούμενο από δύο (2) δωμάτια, εμβαδού 61,25 τ.μ. . Ακολούθως, με την με αριθμό ... πράξη εξόφλησης του Συμβ/φου Χρήστου Ιωάννη Χατζηνικολή εξοφλήθηκε ολοσχερώς το τίμημα της αγοραπωλησίας στην οποία είχε προβεί ο αιτών με το προαναφερόμενο υπ'αριθμ. ...

συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου. Το εν λόγω δε οικόπεδο μετά της επ'αυτού οικίας εμφαίνεται και στο από Ιανουαρίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του διπλωματούχου αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού ..., σύμφωνα με το οποίο το εν λόγω ακίνητο με τα στοιχεία του Ε (ΑΙ, Α2, A3, Α4, ΑΙ), έχει επιφάνεια 138,02 τ.μ.

Εκ των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι ο αιτών από το έτος 1961 και εφεξής ασκεί συνεχώς τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του επιδίκου πράξεις νομής (ανέγερση οικοδομής, χρήση ως κύριας κατοικίας ηλεκτροδοτημένης μέσω της ΔΕΗ, επισκευή και συντήρηση οικοδομής, επίβλεψη κ.λπ.) χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από τρίτους και ειδικότερα από τα κυρίως παρεμβαίνοντα ήτοι από τα όργανα του Παλαιού Εκκλησιαστικού Ταμείου ή του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο μάλιστα εισέπραττε επί δεκαετίες τους φόρους, τα τέλη και τα δικαιώματα που αφορούσαν στο επίδικο ακίνητο και δεν προέβη ποτέ στη σύνταξη πρωτοκόλλου κατάληψης του ως άνω ακίνητου κατά τις διατάξεις περί δημοσίων κτημάτων (άρθρο 34 παρ. 2 του α.ν. 1539/1938), ούτε ενήργησε υλικές πράξεις επ' αυτού.

Οι δε ισχυρισμοί των τελευταίων (κυρίως παρεμβαινόντων) περί κυριότητας του επιδίκου προκλήθηκαν κατά την προδικασία της διαδικασίας των κτηματολογικών εγγραφών και δη επειδή από παράλειψη του αιτούντος δεν καταχωρίστηκαν στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του εν λόγω ακινήτου εγκαίρως οι σχετικοί τίτλοι ιδιοκτησίας αυτού.

Να σημειωθεί δε ότι η ως άνω ιδιοκτήτρια κατά 50% εξ αδιαιρέτου του αρχικού ως άνω όλου οικοπέδου Α. συζ. Γ. Κ., μετά την παραπάνω διανομή πώλησε το οικόπεδο της στον Γ. Λ. του Α. δυνάμει του υπ'αριθμ. ... συμβολαίου της Συμβ/φου Αθηνών, Ανδριανής Τραυλού- Πασχίδη που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά και αυτό (οικόπεδο) έχει ήδη καταχωριστεί κανονικά στο Κτηματολόγιο, έχει λάβει αριθμό ΚΑΕΚ ...

και εμφανίζει ως κύριο τον ως άνω Γ. Λ., ο οποίος δεν έχει δεχθεί μέχρι σήμερα καμία όχληση εκ μέρους των παρεμβαινόντων. Επομένως ο αιτών νέμεται το επίδικο ακίνητο το οποίο βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως του Δήμου ..., με νόμιμο τίτλο, διάνοια κυρίου και καλή πίστη, πιστεύοντας ακράδαντα χωρίς βαριά αμέλεια ότι είχε αγοράσει από αληθινό κύριο και ότι δεν προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας κανενός, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δέκα (10) ετών μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου 3127/2003 (19.3.2003), χωρίς μάλιστα να του έχει γνωστοποιηθεί τυχόν δικαίωμα του Παλαιού Εκκλησιαστικού Ταμείου, του Ελληνικού Δημοσίου ή τρίτου προσώπου επ' αυτού.

Συνεπώς ο τελευταίος (αιτών) έχει αποκτήσει το ανωτέρω εμπράγματο δικαίωμα επί του επιδίκου όχι μόνο με παράγωγο αλλά και με πρωτότυπο τρόπο δυνάμει του άρθρου 4 του ν. 3127/2003. Ωστόσο, ακόμη και αν επί του εν λόγω ακινήτου είχε θεμελιωθεί κυριότητα των κυρίως παρεμβαινόντων με τα προσόντα έκτακτης χρησικτησίας σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχική νομική σκέψη της παρούσας, η κυριότητα αυτή έχει πλέον καταλυθεί, όπως βάσιμο: υποστηρίζει κατ' ένσταση ο αιτών, διότι συντρέχουν στο πρόσωπο του τελευταίου όλες οι προϋποθέσεις της ειδικής χρησικτησίας του άρθρου 4 παρ. 1 Ν 3127/2003. Η ένσταση αυτή, ειδικότερα, παραδεκτώς προβλήθηκε από τον αιτούντα με τις προτάσεις, που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απαντώντας στις κύριες παρεμβάσεις του Ελληνικού Δημοσίου και του Παλαιού Εκκλησιαστικού Ταμείου, και δεν συνιστά μεταβολή της, στηριζόμενης σε παράγωγο τρόπο, αίτησης του, με προσθήκη νέας σε αυτήν (αίτηση) ιστορικής βάσης, η οποία (προσθήκη) θα ήταν ανεπίτρεπτη, κατ' άρθρα 106, 111, 237 παρ. 1 και 741 ΚΠολΔ. Επίσης, ήταν ορισμένη και νόμιμη, καθώς ο αιτών, κατ'ορθή εκτίμηση όσων σχετικώς ισχυρίζεται, επικαλέστηκε για τη θεμελίωση της τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κρίνονται αβάσιμα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει με τον σχετικό λόγο της έφεσης του το εκκαλούν - κυρίως παρεμβαίνον "Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον", ισχυριζόμενο ότι η παραπάνω ένσταση έπρεπε ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι προβλήθηκε κατά παράβαση των θεμελιωδών αρχών της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκη και της τήρησης προδικασίας, συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της αίτησης και, σε κάθε περίπτωση, ήταν αόριστη.

Ο δε προβαλλόμενος από τους κυρίως παρεμβαίνοντες ισχυρισμός περί κακής πίστεως του αιτούντος κατά την κτήση της νομής του ουδόλως αποδείχθηκε. Άλλωστε αυτός (αιτών) δεν θα διακινδύνευε να απευθυνθεί σε δημόσια υπηρεσία για την έκδοση Οικοδομικής άδειας αν γνώριζε ότι αξιώνει επ' αυτού δικαιώματα το Ελληνικό Δημόσιο ή το Παλαιό Εκκλησιαστικό Ταμείο.

Εξάλλου ποτέ δεν συντάχθηκε σε βάρος του αιτούντος ή των δικαιοπαρόχων του πρωτόκολλο αποβολής, ούτε υποβλήθηκε από αυτούς αίτηση εξαγοράς του επιδίκου ακινήτου. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη περιοχή κατά το χρόνο κτήσεως της νομής του επιδίκου από τον αιτούντα και τους δικαιοπαρόχους αυτού (1961) είχε στοιχεία δασικής ή χορτολιβαδικής έκτασης.

Αντιθέτως κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο (1961) η ευρύτερη περιοχή ήταν ήδη οικοδομημένη. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η κτηματική περιοχή στην οποία βρίσκεται το επίδικο ακίνητο κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση στα πλαίσια των εργασιών για τη δημιουργία του Εθνικού Κτηματολογίου σύμφωνα με το νόμο 2308/1995. Επειδή δε ο αιτών παρέλειψε εκ παραδρομής να υποβάλει δήλωση ιδιοκτησίας για το ανωτέρω εμπράγματα δικαίωμά του κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής του Δήμου ..., κατά τις γενόμενες εγγραφές στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς η επίδικη ιδιοκτησία έλαβε μεν ΚΑΕΚ ..., φέρεται όμως ως αγνώστου ιδιοκτήτη και όχι του αιτούντος.

Η ανωτέρω αρχική εγγραφή είναι ανακριβής και προσβάλλει το εμπράγματο δικαίωμα του αιτούντος επί του επιδίκου, διότι τούτο εμφανίζεται στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς ως αγνώστου ιδιοκτήτη με υπό αίρεση δικαιούχο το Ελληνικό Δημόσιο. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει αφενός μεν να απορριφθούν οι κύριες παρεμβάσεις ως ουσιαστικά αβάσιμες, κατά παραδοχή και της σχετικής ενστάσεως ιδίας κυριότητας του καθού οι κύριες παρεμβάσεις- αιτούντα (άρθρο 4 του ν. 3127/2003), αφετέρου δε να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η αίτηση και να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, ώστε στον ΚΑΕΚ ...

που αφορά στην επίδικη ιδιοκτησία, αντί του εσφαλμένου άγνωστος ιδιοκτήτης κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, να αναγραφεί ως δικαιούχος αυτής ο αιτών και συγκεκριμένα ως αποκλειστικός κύριος αυτής κατά ποσοστό 100%. Με βάση τα παραπάνω, εφόσον τα ίδια έκρινε και η εκκαλουμένη, ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου οι σχετικοί λόγοι των εφέσεων των εκκαλούντων που υποστηρίζουν τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Συνακόλουθα η έφεση πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη...". Στη συνέχεια το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, απορρίπτοντας, κατά το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, μέρος, ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του ηττηθέντος πρωτοδίκως, κυρίως παρεμβαίνοντος, Παλαιού Εκκλησιαστικού Ταμείου. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3127/2003, δεχόμενο ότι ο αναιρεσίβλητος, εκτός του παραγώγου τρόπου, απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου και με βάση την ειδική χρησικτησία που προβλέπει η ως άνω διάταξη, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην πιο πάνω νομική σκέψη, η εν λόγω χρησικτησία αντιτάσσεται μόνο έναντι του Δημοσίου και όχι και έναντι των άλλων Ν.Π.Δ.Δ, στα οποία εκτείνεται η προστασία του α.ν 1539/1938, όπως είναι και το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. "Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον".

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, το κυρίως παρεμβαίνον και ήδη αναιρεσείον ρητά αμφισβήτησε την κυριότητα του άμεσου και των απωτέρων δικαιοπαρόχων του αιτούντος- αναιρεσίβλητου επί του επιδίκου ακινήτου, ισχυριζόμενο ότι ουδέποτε αυτοί κατέστησαν κύριοι τούτου, διότι αυτό (επίδικο) ανήκε ανέκαθεν στο ίδιο δυνάμει του Β.Δ της 19-8/25-9-1833, αλλά και διότι είχε αποκτήσει την κυριότητά του με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία, αφού νεμήθηκε αυτό με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, συνεχώς από το 1700 και συνεπώς δεν κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου ο ενάγων παραγώγως, με την επικαλούμενη στην αγωγή μεταβίβαση της κυριότητας αυτού με αιτία την πώληση, που καταρτίσθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νομίμως, αφού ο πωλητής τούτου δεν ήταν κύριος.

Συνεπώς κρίνοντας το Εφετείο ότι ο αιτών-αναιρεσίβλητος, εκτός του πρωτοτύπου, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3127/2003, έγινε κύριος του επιδίκου με παράγωγο τρόπο (αγορά το έτος 1961) και ότι και ο άμεσος δικαιοπάροχος του υπήρξε κύριος τούτου κατά το χρόνο της μεταβίβασης της κυριότητας επίσης με παράγωγο τρόπο (αγορά το ίδιο έτος), χωρίς να αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση τα περιστατικά που στηρίζουν την κτήση του δικαιώματος του άμεσου και των απώτερων δικαιοπαρόχων του αιτούντος μέχρι τη συμπλήρωση στο πρόσωπο τους πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως της κυριότητας αυτού (έκτακτη χρησικτησία συμπληρωθείσα μέχρι 11-9-1915), ενόψει της αμφισβήτησης αυτής από το αναιρεσείον, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 21 του ν. δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", του Ν. ΔΞΗ/1912 και 4 του Α.Ν 1539/1938, αφού αρκέσθηκε σε λιγότερες προϋποθέσεις από αυτές που απαιτούνται για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με παράγωγο τρόπο, μετά την αμφισβήτηση της κυριότητας των δικαιοπαρόχων του αναιρεσίβλητου από το αναιρεσείον.

Επομένως, είναι βάσιμοι ο πρώτος και ο δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραβίασης των ανωτέρω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου. Κατόπιν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγου αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος καταλαμβάνεται από την αναιρετική εμβέλεια των λόγων αναίρεσης που έγιναν δεκτοί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί, όμως, από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο πρώτος αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, μειωμένα, όμως, σύμφωνα με άρθρο 22 ν. 3693/1957, το οποίο απολαμβάνει όλων των προνομίων του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 28 παρ. 4 ν. 2779/1998), η δε νομική του υπηρεσία διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (άρθρο 22§2 στοιχ. β' και 3 ν. 3693/1957), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 370/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσίβλητο, Κ. Γ., στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ