Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on overtime pay and rest day compensation claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding labor disputes. The appellant argued that the lower court failed to consider an employment inspection report and incorrectly assessed facts about working hours and rest days. The court ruled that the inspection report was inadmissible evidence and that the lower court's factual findings regarding the employer's payment practices were legally sound and not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a), 559(1)(9), 559(8), 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to consider an employment inspection report is inadmissible as the document is not admissible evidence, and appellate courts cannot re-evaluate the lower court's assessment of factual circumstances regarding labor contracts and working hours.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1777 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1777/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Κ. Π. του Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μαυροειδή και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η κλήση: Ομόρρυθμης Εμπορικής Εταιρείας με την επωνυμία " ….", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδημητρίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/7/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης.
Εκδόθηκε η 101/2002 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 78/2004 Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 7/6/2004 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 103/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 78/2004 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 217/2006 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 28/11/2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 87/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 5/3/2012 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Αλειφεροπούλου ανέγνωσε την από 11/2/2009 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χρήστου Αλεξόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδάφ. α' και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύονται, ο εν πρώτος (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή ή εσφαλμένη μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο δε δεύτερος (έλλειψη νόμιμης βάσης), όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα, που είναι αναγκαία, για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή, αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι, όμως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Τέλος, κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικός λόγος ιδρύεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.-Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κρίνοντας σε δεύτερο βαθμό επί αγωγής (περί εργατικής διαφοράς) του ήδη αναιρεσείοντος, εργαζομένου, κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, πρώην εργοδοτρίας του, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: "Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 2.5.1993, ως οδηγός τουριστικού λεωφορείου και εργάσθηκε μέχρι τις 13.12.1994, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του από την εναγομένη.
Στη συνέχεια επαναπροσλήφθηκε με νέα σύμβαση την 1.5.1995 και εργάσθηκε μέχρι την 8.4.1999, οπότε και κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ο ίδιος και αποχώρησε. Η απασχόλησή του είχε ως αντικείμενο κυρίως τη μεταφορά εργαζομένων της ΔΕΗ από και προς το χώρο εργασίας τους με διακεκομμένο ωράριο εργασίας που συμφωνήθηκε από 5.00 έως 9.00 και από 14.00 έως 17.00 (βλ.
κατάθεση μάρτυρα Κ. Δ. και Ν. Π. στα οικεία πρακτικά).
Οι όροι αμοιβής και εργασίας όλων των οδηγών τουριστικών λεωφορείων όλης της χώρας ρυθμίζονται από τις οικείες εργασιακές συμβάσεις. Οι αποδοχές του ενάγοντα σύμφωνα με αυτές και το γεγονός ότι ήταν έγγαμος, είχαν ως εξής: Από 1.5.1995 έως 31.3.1996 (ΣΣΕ τις 17.2.1995) 150.360 δραχμές από 1.4.1996 έως 30.4.1996 σε 163.893 δραχμές και από 1.5.1996 έως 30.4.1997 λόγω συμπλήρωσης τριετίας στον ίδιο εργοδότη, σε 180.557 (ΣΣΕ τις 15.3.1996), από 1.4.1997 έως τις 31.3.1998 (ΣΣΕ τις 11.7.1997) σε 190.196 δραχμές από 1.4.1998 έως 31.3.1999 (ΣΣΕ από 12.5.1998) σε 201.890 δραχμές.
Επομένως σύμφωνα με τα παραπάνω οι νόμιμες αποδοχές του για το έτος 1995, κατά το οποίο εργάσθηκε 8 μήνες έπρεπε να ανέλθουν σε 150.360 Χ 8 1.202.880 δραχμές πλέον 150.360 για δώρο Χριστουγέννων, ήτοι συνολικό 1.353.240 δραχμές. Κατά το έτος 1996, 150.360 Χ 4 μήνες = 601.440 δραχμές 163.896 Χ 1 μήνες και 180.557 Χ 8 = 1.444.456 δραχμές. Δικαιούνταν επίσης Δώρο Χριστουγέννων 188.079 δραχμές Δώρο Πάσχα 94.039 δραχμές και επίδομα άδειας 90.278 δραχμές ήτοι συνολικά 2.582.188 δραχμές.
Κατά το έτος 1997, 180557 Χ 4 μήνες = 722.228 δραχμές 193.196 δραχμές Χ 8 μήνες = 1.545.68 δραχμές. Επίσης δικαιούνταν για Δώρο Χριστουγέννων 201.245 δραχμές Δώρο Πάσχα 94.040 δραχμές και επίδομα αδείας 96.598 δραχμές, ήτοι συνολικά 2.659.679 δραχμές. Κατά το έτος 1998, 193.196 Χ 3 μήνες = 579.588 δραχμές, 201.390 Χ 9 μήνες = 1.811.205 δραχμές και για Δώρο Χριστουγέννων 209.629 δραχμές, Δώρο Πάσχα 105.150 δραχμές και επίδομα αδείας 100.945 δραχμές, ήτοι συνολικά 2.806.517 δραχμές.
Και κατά το έτος 1999,201.890 Χ 3 μήνες = 605.670 δραχμές και 8075 Χ 8 = 64.000 δραχμές, για Δώρο Χριστουγέννων 105.150 δραχμές και για επίδομα αδείας 100.945 δραχμές ήτοι συνολικά 876.365 δραχμές. Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω το σύνολο των αποδοχών που έπρεπε να λάβει για όλο το χρονικό διάστημα που εργάσθηκε ο ενάγων είναι 9.538.169 δραχμές.
Όπως όμως αποδείχθηκε ο ενάγων έλαβε το 1995, 1.150.320 δραχμές για το έτος 1996, 1.950.165 δραχμές, για το 1997, 2.762.917 δραχμές για το έτος 1998, 2.806.500 δραχμές για τους μήνες που εργάσθηκε το 1999, 868.267 δραχμές, ήτοι συνολικά 9.538.169 δραχμές (βλ. προσκομιζόμενες με επίκληση από την εναγομένη βεβαιώσεις αποδοχών ή συντάξεων για κάθε έτος χωριστά).
Η εναγομένη με τις προτάσεις της ισχυρίσθηκε ότι ο ενάγων υπήρξε ομόρρυθμο μέλος της εναγόμενης εταιρείας εργάσθηκε πράγματι σ' αυτή ως οδηγός τουριστικού πούλμαν και δεν έχει καμία αξίωση εναντίον της από αποζημίωση άδειας υπερωριακή και υπερεργασιακή εργασία, νόμιμη ή παράνομη, επικαλέσθηκε δε και προσκόμισε το υπ' αριθμ. 20/27-4-1999 δελτίο εργατικής διαφοράς της Επιθεώρησης Εργασίας Ν.
Κοζάνης. Σ' αυτό δήλωσε κατά τους ισχυρισμούς της και προσδιόρισε όλες τις απαιτήσεις του, χωρίς να κάνει κανένα απολύτως λόγο για τυχόν αξιώσεις του από υπερωριακή και υπερεργασιακή απασχόληση και αποζημίωση άδειας και αφού η Επιθεώρηση Εργασίας προσδιόρισε τη διαφορά, προέβη στην εξόφλησή της προς τον ενάγοντα δηλώνοντας συγχρόνως ότι δεν έχει καμία άλλη απαίτηση εναντίον της.
Πράγματι από το προσκομιζόμενο με επίκληση δελτίο εργατικής διαφοράς της Επιθεώρηση Εργασίας Ν. Κοζάνης αποδεικνύεται ότι ο ενάγων προσέφυγε σ' αυτή για τυχόν υπάρχουσες διαφορές του. Η υπηρεσία αυτή μετά από έλεγχο και των όσων δήλωσε ή ο ενάγων σ' αυτή, προσδιόρισε τη διαφορά των διαδίκων στο ποσό των 868.000 δραχμών, και την οποία κατέβαλε η εναγομένη στον ενάγοντα σε τρεις ισόποσες δόσεις των 290.000 δραχμών η κάθε μια την 3-6-1999, 30-6-1999 και 27-9-1999 (βλ.
την πίσω όψη του δελτίου όπου σημειώνονται οι καταβολές υπό μορφήν αποδείξεων). Και μετά την προκύψασα διαφορά και την διαβεβαίωση της εναγομένης ότι θα καταβάλλει το ποσό σ' αυτόν, ο τελευταίος δήλωσε ότι "δεν έχω καμία άλλη απαίτηση". Επομένως σύμφωνα με τα παραπάνω δεν απέμεινε κανένα οφειλόμενο ποσό από τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων καθόλο το χρονικό διάστημα που πρόσφερε τις υπηρεσίες του στην εναγόμενη δεν έχει υπερβεί το ωράριο που είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους και δεν πραγματοποίησε υπερωρίες και υπερεργασίες, ούτε εργασία σε ημέρες αργιών και Κυριακές χωρίς αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης.
Αυτό επιβεβαιώνεται και ενισχύεται ακόμη περισσότερο και από το γεγονός ότι η εναγόμενη απασχολούσε κατά το ίδιο διάστημα και άλλους οδηγούς μεταξύ των οποίων κατανέμονταν οι ώρες εργασίας τους χωρίς να απαιτείται να εργάζεται ο ενάγων τις ώρες που αναφέρει στην αγωγή του (βλ. κατάθεση μάρτυρα Κ. Δ. στα οικεία πρακτικά).
Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι στις 27.4.1999, ήτοι μετά την αποχώρησή του, επισκέφθηκε την αρμόδια Υπηρεσία (Επιθεώρηση Εργασίας), όπου ανέφερε τις απαιτήσεις του και για τις οποίες έγινε λόγος παραπάνω. Συγκεκριμένα. ενώ προέβαλε απαιτήσεις από διαφορές μισθών και επιδόματα εορτών και άδειας δεν έκανε καθόλου λόγο για υπερωρίες, υπερεργασία ή εργασία κατά τις Κυριακές κλπ, πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι εκ των υστέρων ισχυρισμοί του για τα κονδύλια αυτά δεν είναι ειλικρινείς".
Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, μετά του πρόσθετου λόγου αυτής, κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή του ιδίου, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθ. 1, 19 και 8 Κ.Πολ.Δ., μέμφεται, αντίστοιχα, το Εφετείο: 1) ότι εσφαλμένως έκρινε πως η αναιρεσίβλητη τον εξόφλησε, δεχθέν ότι η προμνημονευόμενη δήλωσή του "ότι δεν έχει καμία άλλη απαίτηση" συνιστά σιωπηρή παραίτησή του από τις νόμιμες εργατικές αξιώσεις του υπό τη μορφή της σιωπηράς δηλώσεως αφέσεως χρέους, 2) ότι με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες έκρινε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένσταση της αναιρεσίβλητης περί εξοφλήσεως των οφειλόμενων προς αυτόν ποσών για διαφορές μισθών, υπερεργασίας και υπερωριών, αποδοχών και αποζημιώσεως αδειών, επιδομάτων εορτών και αδειών, καθώς και αμοιβών για την απασχόλησή του κατά τις Κυριακές και αργίες και 3) ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη ουσιώδη πράγματα μη προταθέντα και, συγκεκριμένα, ότι δέχθηκε τον ως άνω περί εξοφλήσεως ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, παρόλο που αυτός ήταν αόριστος.
Ο λόγος αυτός, σε σχέση με όλες τις ανωτέρω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος επί ανακριβούς προϋποθέσεως, διότι το Εφετείο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απέρριψε τα αξιούμενα με την αγωγή του αναιρεσείοντος κονδύλια, ως αβάσιμα, δεχθέν ότι δεν αποδείχθηκε η πραγματοποίηση της άνω επικαλούμενης πρόσθετης εργασίας, αναφορικά δε με τις ζητηθείσες από αυτόν διαφορές δεδουλευμένων μισθών, ότι πλέον του καταβληθέντος στον ίδιο ποσού των 9.538.169 δραχμών δεν του οφείλεται άλλο ποσό, με βάση τις σχετικές Σ.Σ.Ε.
Όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων απασχολείτο ημερησίως από 5.00 έως 9.00 και από 14.00 έως 17.00 ώρας και ότι δεν πραγματοποίησε υπερεργασία και υπερωρίες χωρίς, ωστόσο, η παραδοχές του αυτές να συνδέονται με ύπαρξη συμφωνίας (έγγραφης ή προφορικής) περί μειωμένης απασχολήσεώς του.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 8 Κ.Πολ.Δ. απορρέων, δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου στηρίζεται επί ανακριβούς προϋποθέσεως και είναι, ως εκ τούτου, αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Η υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας, που πηγάζει από τα άρθρα 335, 338, 339 και 340 Κ.Πολ.Δ., να λαμβάνει υπόψη και να συνεκτιμά όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από αυτούς πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν σημαίνει ότι καθιερώνεται και υποχρέωσή του να αναφέρει και καθένα από αυτά, εξειδικεύοντάς το στην απόφασή του ιδιαιτέρως και διεξοδικώς, ενώ η στάθμιση της αποδεικτικής τους βαρύτητας σε σχέση με το θέμα της απόδειξης απόκειται στην ελεύθερη κρίση του.- Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του συμπέρασμα, ότι ο αναιρεσείων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν είχε υπερβεί το συμφωνηθέν μεταξύ των διαδίκων ωράριο και δεν πραγματοποίησε υπερωρίες και υπερεργασία ούτε εργασία σε ημέρες αργιών και Κυριακές χωρίς αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, εκτιμώντας, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ειδικώς αναφέρει και όλα τα έγγραφα, που με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι ενώπιόν του.
Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση και από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεώς του δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, και όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και τους ταχογράφους, που είχαν τοποθετηθεί στο οδηγούμενο από τον ίδιο τουριστικό λεωφορείο, πλην το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά από ό,τι ο αναιρεσείων την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών του.
Επομένως, ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθ. 11 και 19 Κ.Πολ.Δ., ψέγεται το Εφετείο: 1) ότι δεν έλαβε υπόψη νόμιμα επικληθείσα από τον αναιρεσείοντα δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, ενυπάρχουσα στις από 7-12-2001 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης και στις από 5-2-2003 ενώπιον του Εφετείου έγγραφες προτάσεις της, περί απασχολήσεως του αναιρεσείοντος και κατά τα Σαββατοκύριακα, 2) ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες έκρινε ως μη αποδεδειγμένη την εργασία του αναιρεσείοντος σε ημέρες αργιών και Κυριακές, καθόσον ο εξετασθείς μάρτυράς του Κ.
Δ. κατέθεσε την πραγματοποίηση εργασίας κατά τα Σαββατοκύριακα, ενώ, εξάλλου, δεν αναφέρονται στην απόφασή του συγκεκριμένα περιστατικά για τη στήριξη της εν λόγω κρίσεώς του και 3) ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη την κατάθεση του ως άνω μάρτυρα Κ. Δ.. Κατά το πρώτο σκέλος του (αιτίαση από το άρθρ. 559 αριθ. 11 περ.
γ' Κ.Πολ.Δ.) ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των άνω προτάσεων, δεν περιέχεται σ' αυτές η εκτεθείσα ομολογία της αναιρεσίβλητης. Κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα της συνδρομής πλημμέλειας από το άρθρ. 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά το τρίτο σκέλος του (αιτίαση από το άρθρ. 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ.) ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου, που διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων μνημονευόμενων αποδεικτικών μέσων, τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και τη χωρίς όρκο εξέταση του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος), που εξετάσθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς και από το περιεχόμενο της αποφάσεώς του (Εφετείου), όπου ρητώς γίνεται μνεία της ανωτέρω μαρτυρικής καταθέσεως, καθίσταται αναμφίβολο, ότι αυτή λήφθηκε υπόψη για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως.
Όπως προκύπτει από τις εκτεθείσες παραδοχές του Εφετείου, τα αγωγικά κονδύλια για υπερωριακή και υπερεργασιακή απασχόληση, καθώς και για εργασία σε ημέρες αργιών και Κυριακές απορρίφθηκαν με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των σχετικών ουσιαστικών διατάξεων.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου, με το πρώτο σκέλος του οποίου, υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., καταλογίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης αναφορικά με τα εν λόγω κονδύλια, είναι αβάσιμος. Ο λόγος αυτός κατά το δεύτερο σκέλος του, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη νομίμως επικληθείσα από τον αναιρεσείοντα δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης περί πρόσθετης απασχολήσεως τούτου με τη μεταφορά εκδρομέων, μαθητών κλπ (αιτίαση από το άρθρ. 559 αριθ. 11 περ.
γ' Κ.Πολ.Δ.), είναι αβάσιμος, διότι τέτοια ομολογία δεν περιέχεται στις από 7-12-2001 και από 5-2-2003 προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, αντίστοιχα, όπως προκύπτει από την επισκόπησή τους. Ο ίδιος λόγος κατά το τρίτο σκέλος του, ότι το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων Κ.
Δ. και Ν. Π., με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε περιορισμό της απασχολήσεως του αναιρεσείοντος μόνο στη μεταφορά των εργαζομένων στη Δ.Ε.Η. (αιτίαση, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρ. 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.), είναι απαράδεκτος, διότι στην πραγματικότητα πλήττει τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων.
Ο αυτός λόγος κατά το τέταρτο σκέλος του, περί μη λήψεως υπόψη της καταθέσεως του μάρτυρα Κ. Δ. (αιτίαση από το άρθρ. 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ.), ταυτίζεται με την τρίτη αιτίαση του τέταρτου λόγου και, ως εκ τούτου, παρέλκει η εκ νέου εξέτασή του. Με τον έκτο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθ. 11, 19 και 8 Κ.Πολ.Δ., αποδίδονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις: 1) ότι δεν έλαβε υπόψη νόμιμα επικληθείσα από τον αναιρεσείοντα δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, ενυπάρχουσα στις από 7-12-2001 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης και στις από 5-2-2003 ενώπιον του Εφετείου έγγραφες προτάσεις της, περί πραγματοποιήσεως από τον αναιρεσείοντα υπερωριακής και υπερεργασιακής απασχόλησης, 2) ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε τη μη πραγματοποίηση πρόσθετης εργασίας του αναιρεσείοντος, παρά τα όσα περί του αντιθέτου κατέθεσαν οι μάρτυρες Κ.
Δ. και Ν. Π. και 3) ότι δέχθηκε τη χορήγηση στον αναιρεσείοντα αναπληρωματικής ημέρας αναπαύσεως για εργασία αργιών και Κυριακών, παρόλο που τέτοιος ισχυρισμός δεν είχε προταθεί από την αναιρεσίβλητη, άλλως, ότι χωρίς αιτιολογία και πάντως με ανεπαρκή αιτιολογία δέχθηκε τη χορήγηση αναπληρωματικής ημέρας αναπαύσεως.
Ο λόγος αυτός, ως προς την πρώτη αιτίαση (από το άρθρ. 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ.) είναι αβάσιμος, διότι τέτοια ομολογία δεν περιέχεται στις επικαλούμενες προτάσεις της αναιρεσίβλητης, όπως προκύπτει από την επισκόπησή τους. Ως προς τη δεύτερη αιτίαση (που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρ. 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.) είναι απαράδεκτος, διότι πράγματι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο.
Ως προς την τρίτη αιτίαση (από το άρθρ. 559 αριθ. 8 και 19 Κ.Πολ.Δ.) είναι αβάσιμος και κατά τα δύο σκέλη του, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν δέχθηκε τη χορήγηση στον αναιρεσείοντα αναπληρωματικής ημέρας αναπαύσεως.
Ο έβδομος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης σε σχέση με το ωράριο εργασίας του αναιρεσείοντος, ταυτίζεται με το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως και, ως εκ τούτου, παρέλκει η εκ νέου εξέτασή του.
Με τον όγδοο λόγο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., προσάπτει στο Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη το, νομίμως επικληθέν και προσκομισθέν από τον ίδιο, υπ' αριθ. 710/18-4-2002 έγγραφο του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας της Περιφερειακής Δ/νσης Κοινωνικής Επιθεώρησης Δυτ.
Μακεδονίας, κατά το οποίο "Οι εργαζόμενοι μέσω της υπηρεσίας μας μπορούν να διεκδικήσουν αποδοχές που προκύπτουν από απασχόληση με νόμιμο ή συμβατικό ωράριο, καθώς και αποδοχές αδείας και επιδόματος αδείας και επιδόματα εορτών. Σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι διεκδικούν αποδοχές πέραν του νομίμου ή συμβατικού ωραρίου, Κυριακή εργασία, παράνομη υπερωρία, ρεπώ, κλπ, τους συνιστούμε για τη διεκδίκηση των προαναφερομένων να προσφύγουν στα πολιτικά δικαστήρια".
Πλην όμως, με το περιεχόμενο αυτό, το εν λόγω έγγραφο δεν είναι αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. και, συνεπώς, η τυχόν μη λήψη υπόψη τούτου από το Δικαστήριο δεν ιδρύει τον παραπάνω (από το άρθρ. 559 αριθ. 11 εδ. γ' Κ.Πολ.Δ.) λόγο αναιρέσεως. Ως εκ τούτου, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος.
Με τον ένατο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της αποφάσεώς του, σε σχέση με την παραδοχή περί εξοφλήσεως του αναιρεσείοντος. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος επί ανακριβούς προϋποθέσεως, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τέτοια παραδοχή δεν περιέχεται στην εν λόγω απόφαση.
Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-11-2007 αίτηση του Κ. Π., για αναίρεση της 217/2006 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 5 Αυγούστου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ