1777/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1777/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντιθέτως, το εναγόμενο Δημόσιο, στο πλαίσιο του καθιερούμενου, με το άρθρο 4§1 του ν. 3127/2003, διακωλυτικού της κτήσεως κυριότητας κανόνα, φέρει το βάρος επικλήσεως (και αποδείξεως) της κακής πίστεως του ενάγοντος ή και των δικαιοπαρόχων του, ότι δηλαδή αυτοί γνώριζαν ή υπαιτίως (από βαριά αμέλεια) αγνοούσαν ότι δεν είχαν γίνει κύριοι του ακινήτου κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής του.
Full text
Απόφαση 1777 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1777/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Μιχαήλ Αλεξανδρίδη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Μ.-Ρ. συζ. Κ. Μ., το γένος Β. Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γεωργόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3868/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 586/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-11-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 27-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
???????
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 4 του ν. 3127/2003 ορίζει στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής: "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ... ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον α) ... ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. ...".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η κτήση δικαιώματος κυριότητας επί ενός τέτοιου ακινήτου έναντι του Δημοσίου προϋποθέτει, πλην άλλων, τη συμπλήρωση τριακονταετούς επ' αυτού νομής έως τις 19-3-2003 που άρχισε να ισχύει ο ν. 3127/2003. Για τη διαδικαστική έτσι πληρότητα του δικογράφου της σχετικής αγωγής αρκεί, σύμφωνα και με το άρθρο 216§1α'ΚΠολΔ, να αναφέρεται σ' αυτό, ότι ο ενάγων ή και οι δικαιοπάροχοί του ενέμοντο, με συγκεκριμένες εμφανείς υλικές πράξεις, το ακίνητο επί τριάντα έτη συνεχώς μέχρι τις 19-3-2003, χωρίς να απαιτείται και η επίκληση συνδρομής στο πρόσωπο αυτών καλής πίστεως, δηλαδή πεποιθήσεώς τους ότι είχαν αποκτήσει την κυριότητα.
Αντιθέτως, το εναγόμενο Δημόσιο, στο πλαίσιο του καθιερούμενου, με το άρθρο 4§1 του ν. 3127/2003, διακωλυτικού της κτήσεως κυριότητας κανόνα, φέρει το βάρος επικλήσεως (και αποδείξεως) της κακής πίστεως του ενάγοντος ή και των δικαιοπαρόχων του, ότι δηλαδή αυτοί γνώριζαν ή υπαιτίως (από βαριά αμέλεια) αγνοούσαν ότι δεν είχαν γίνει κύριοι του ακινήτου κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής του.
Και είναι αλήθεια ότι τα καταφάσκοντα την ύπαρξη κακής πίστεως περιστατικά συγκροτούν καταχρηστική ένσταση, την οποία το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως, εφόσον τα εν λόγω περιστατικά έχουν αναφερθεί από οποιονδήποτε διάδικο (έστω και τον ενάγοντα) ή προκύπτουν γενικότερα από τη δικογραφία, ακόμη και αν το εναγόμενο Δημόσιο δεν τα επικαλέσθηκε. Το γεγονός όμως αυτό δεν δημιουργεί για τον ενάγοντα βάρος επικλήσεως της καλής του πίστεως, αφού, όπως προαναφέρεται, το άρθρο 4§1 του ν. 3127/2003 καθιερώνει κανόνα διακωλυτικό της γεννήσεως δικαιώματος κυριότητας του νομέως και όχι νόμιμο τεκμήριο καλής του πίστεως. Το βάρος της επίκλησης του οποίου θα είχε ενδεχομένως αυτός, όχι όμως και της απόδειξής του.
Εν προκειμένω, με την από 15-10-2007 αγωγή της, η αναιρεσίβλητη, ισχυριζόμενη ότι το αναφερόμενο σ' αυτή και ευρισκόμενο εντός του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Νίκαιας Αττικής οικόπεδο το ενέμετο, καλοπίστως και με συγκεκριμένες υλικές πράξεις, η μητέρα της από το έτος 1952 που το αγόρασε ατύπως (χωρίς συμβόλαιο μεταγεγραμμένο) έως την κατά το έτος 1975 μεταβίβασή του, λόγω άτυπης δωρεάς (χωρίς συμβόλαιο μεταγεγραμμένο), στην ίδια (αναιρεσίβλητη), η οποία έκτοτε συνέχισε να το νέμεται, καλοπίστως και με συγκεκριμένες υλικές πράξεις, έως και μετά την έναρξη ισχύος (19-3-2003) του ν. 3127/2003, καταστάσα έτσι κυρία αυτού (οικοπέδου), ως έχουσα συμπληρώσει, με τον συνυπολογισμό και του χρόνου νομής της δικαιοπαρόχου μητέρας της, περισσότερα από τριάντα (30) χρόνια συνεχούς νομής στο εν λόγω ακίνητο, καθώς και ότι με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Δημοσίου (εναγομένου), το οποίο αμφισβητούσε την κυριότητα της αναιρεσίβλητης, το επίδικο ακίνητο καταχωρίσθηκε ανακριβώς ως ιδιοκτησία αυτού (Δημοσίου) στα βιβλία του οικείου κτηματολογικού γραφείου, ζητούσε την αναγνώριση της κυριότητάς της και τη διόρθωση της σχετικής εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία.
Το περιεχόμενο αυτό της αγωγής αρκεί για το ορισμένο της ιστορικής βάσεώς της, χωρίς να υπήρχε προς τούτο ανάγκη επικλήσεως περιστατικών που να δικαιολογούν την καλή πίστη της αναιρεσίβλητης και της μητέρας της κατά την κτήση της νομής τους. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ απορρέων, πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι παρανόμως δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη και εντεύθεν ως απαράδεκτη, είναι αβάσιμος.
Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον, επικαλούμενο το άρθρο 559 αρ.11γ' ΚΠολΔ, καταλογίζει στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως περί τριακονταετούς καλόπιστης νομής της αναιρεσίβλητης και της μητέρας της στο επίδικο ακίνητο, παρέλειψε να λάβει υπόψη τη με το εφετήριό του προταθείσα και στο αγωγικό δικόγραφο διαλαμβανόμενη δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας), περί του ότι τόσο η ίδια όσο και η μητέρα της τελούσαν σε κακή πίστη κατά τον χρόνο αποκτήσεως της νομής του επιδίκου και ειδικότερα περί του ότι γνώριζαν η μεν τελευταία από το έτος 1952 πως δεν της είχε μεταβιβασθεί η κυριότητα, η δε πρώτη από το έτος 1975 πως είχε αποκτήσει από μη κυρία, η συνδρομή δε κακής πίστεως προκύπτει από τις περιεχόμενες στην αγωγή αναφορές, ότι αμφότερες (η αναιρεσίβλητη και η μητέρα της) κατέχουν το επίδικο ακίνητο από το 1952 και μέχρι σήμερα "χωρίς νόμιμο (τυπικό) τίτλο", δηλαδή χωρίς να υπάρχει πωλητήριο συμβόλαιο.
Όμως, στην αγωγή, όπως προκύπτει από το παρατεθέν ως άνω, κατά τη διερεύνηση του πρώτου λόγου, περιεχόμενό της, που δεν αναιρείται από τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο περικοπές του κειμένου της, δεν υπάρχει ομολογία περί κακής πίστεως της αναιρεσίβλητης και της μητέρας της, και ειδικότερα περί συνδρομής περιστατικών που να θεμελιώνουν τυχόν αντίστοιχη καταχρηστική ένσταση του εναγόμενου Δημοσίου, αλλά, αντιθέτως, εμπεριέχεται ισχυρισμός περί του ότι αμφότερες, τουλάχιστον από το έτος 1972 και εφεξής μέχρι τις 19-3-2003 (χρόνος ενάρξεως της ισχύος του ν. 3127/2003), ήτοι επί χρονικό διάστημα μείζον της τριακονταετίας, ενέμοντο το επίδικο καλοπίστως και δη η μεν μητέρα της αναιρεσίβλητης από το έτος 1972, που συμπλήρωσε εικοσαετή νομή και έτσι έγινε κυρία με έκτακτη χρησικτησία έναντι των πρώτων κυρίων (πωλητών με άτυπη πώληση), γεγονός που καταφάσκει την ύπαρξη πεποιθήσεώς της για κτήση κυριότητας και έναντι του Δημοσίου, η δε αναιρεσίβλητη από το έτος 1975, που συνέχισε να νέμεται το επίδικο και να τελεί έναντι του Δημοσίου σε καλή πίστη, ως αποκτήσασα το ακίνητο από την, έχουσα ήδη καταστεί κυρία με έκτακτη χρησικτησία έναντι των πρώτων κυρίων, μητέρα της.
Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην ανακριβή προϋπόθεση περί υπάρξεως της φερόμενης ως αγνοηθείσας δικαστικής ομολογίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9.11.2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 586/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιά. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία καθορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ