Supreme Court dismisses appeal in traffic accident damages case, upholding lower court's free evaluation of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding traffic accident damages. The appellant argued that the appellate court erred in its free evaluation of evidence and failed to properly consider criminal court findings. The court rejected these claims, stating that the appellate court correctly exercised its discretion to evaluate evidence under the relevant procedural law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(16), 321, 671(1)(a) of the Code of Civil Procedure; The appellate court is not bound by strict rules of evidence in traffic accident cases and may freely evaluate all evidence, including criminal court decisions, without being required to grant them specific evidentiary weight.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1777 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1777/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Χριστίνας Καρελά και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παρασκευά Τζίφα και κατέθεσε προτάσεις, 2) Της Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "..... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ψ, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παρασκευά Τζίφα και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Τσατσάνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/7/1998 αγωγή της 2ης των ως άνω αναιρεσιβλήτων και την από 22/3/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 264/2000 προδικαστική και 2947/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2645/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/3/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. H Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 9/9/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 16 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εξάλλου, από το άρθρο 321 ΚΠολΔ που ορίζει ότι όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο, συνάγεται ότι υπό το κράτος της ισχύος του ΚΠολΔ οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν παράγουν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη.
Περαιτέρω, το δεδικασμένο από την παραδοχή ή την απόρριψη της πολιτικής αγωγής της ποινικής απόφασης αναφέρεται μόνο στο κύριο ζήτημα, που ήλθε ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου και δεν καταλαμβάνει την έννομη σχέση της αδικοπραξίας, παρότι αυτή ως παρεμπίπτον ζήτημα αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης, διότι το ποινικό δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να αποφασίσει για την αδικοπραξία ως έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου και ως εκ τούτου δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 331 ΚΠολΔ.
Στη προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη το δεδικασμένο που προκύπτει από την 305/3-4-2000 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας και την 647/5-11-2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας, με τις οποίες ο πρώτος αναιρεσίβλητος Ψ1 κρίθηκε ένοχος για σωματική βλάβη εις βάρος του αναιρεσείοντος, που προκλήθηκε στο ένδικο τροχαίο ατύχημα κατά την οδήγηση από αυτόν του υπ' αριθμ κυκλοφορίας .....
ΔΧ τουριστικού λεωφορείου και επιδικάσθηκε υπέρ αυτού χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επίσης ο δεύτερος λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό περί δεδικασμένου από τις προαναφερόμενες ποινικές αποφάσεις, είναι αβάσιμος.
Και τούτο διότι ναι μεν ο ισχυρισμός περί δεδικασμένου αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλην όμως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε.
ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, όχι δε και όταν το δικαστήριο εξετίμησε απλώς το περιεχόμενο του εγγράφου, ακριβώς όπως έχει, ύστερα από ορθή ανάγνωση (ΟλΑΠ 1/1999). Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης εκθέτοντας ότι είχε προσκομίσει ενώπιον του Εφετείου την 305/2000 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας και την 647/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας, από τις οποίες προκύπτει ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για πρόκληση σωματικής βλάβης από αμέλεια εις βάρος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων αφού δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από όσα αναφέρονται σ' αυτές. Η ανωτέρω αιτίαση δεν στοιχειοθετεί παραμόρφωση εγγράφου, αλλά υπό την επίφαση της επίκλησής της πλήττεται η από το εφετείο μη ελεγχόμενη αναιρετικώς αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γι' αυτό ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά, που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να παραβιαστεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Την 29-5-1998 και περί ώρα 13.45' ο Ψ1, οδηγώντας το μ' αριθμό κυκλοφορίας ..... ΔΧ τουριστικό λεωφορείο, ιδιοκτησίας της εταιρίας με την επωνυμία ".....
και Σια ΕΠΕ", το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις από τη λειτουργία του προξενούμενες σε τρίτους ζημιές στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Εθνική ΑΕΕΓΑ", έβαινε με κανονική ταχύτητα στην περιφερειακή οδό ....., με κατεύθυνση από ... προς ... . Κατά την ίδια χρονική στιγμή ο Χ, οδηγώντας το μ' αριθμό κυκλοφορίας .....
ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις από τη λειτουργία του προξενούμενες σε τρίτους ζημιές στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ασπίς Πρόνοια ΑΕΓΑ", έβαινε στην ίδια ως άνω οδό, αλλά με αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή από ... προς ... . Στο 3ο χιλιόμετρο της οδού αυτής το λεωφορείο έχει αριστερή στροφή ως προς την πορεία του, ενώ το ΙΧΦ έχει δεξιά στροφή ως προς την πορεία του.
Στο σημείο αυτό η παραπάνω οδός έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 7 μέτρα, με επικάλυψη ασφάλτου και χωρίζεται σε δύο ρεύματα κυκλοφορίας από την υπάρχουσα συνεχόμενη διπλή διαχωριστική γραμμή. Το οδόστρωμα ήταν υγρό κατά τον πιο πάνω χρόνο, διότι είχε προηγηθεί βροχόπτωση, υπήρχε επαρκής φυσικός φωτισμός (ημέρα) και η κίνηση των οχημάτων ήταν αραιή.
Όταν ο Χ έφτασε στην προαναφερόμενη καμπύλη (στροφή), που είχε στην πορεία του, αντιλήφθηκε το τουριστικό λεωφορείο που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση και πλησίαζε στην αριστερή γι' αυτό στροφή, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, παρεξέκλινε της πορείας του προς τα δεξιά, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κατά 50 εκατοστά περίπου, παραβιάζοντας την συνεχόμενη διπλή διαχωριστική γραμμή, και προσέκρουσε με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος και στην εμπρόσθια πλαϊνή αριστερή πλευρά του λεωφορείου.
Τα αρμόδια αστυνομικά όργανα του τμήματος τροχαίας Άμφισσας, που έφθασαν στον τόπο του ατυχήματος στις 13.50, δηλαδή 5 λεπτά μετά την σύγκρουση, διαπίστωσαν ότι το σημείο σύγκρουσης είναι στο ρεύμα κυκλοφορίας του λεωφορείου, διότι εκεί βρέθηκαν από αυτά τόσο τα εμπλακέντα στο ατύχημα οχήματα, όσο και σπασμένα γυαλιά και πλαστικά.
Από την έκθεση αυτοψίας, που συνέταξαν τα παραπάνω αστυνομικά όργανα και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, προκύπτει επί πλέον ότι δεν διαπιστώθηκε η ταχύτητα του αυτοκινήτου του Χ, ελλείψει ιχνών τροχοπεδήσεων, ενώ από την κάρτα ταχογράφου του τουριστικού λεωφορείου προκύπτει ότι αυτό έβαινε με ταχύτητα 60 χιλιομέτρων την ώρα κατά τη στιγμή του ατυχήματος, η οποία είναι κατώτερη του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου των 70 χιλιομέτρων την ώρα (άρθρο 20 παρ. 2 εδ.
γ' του τότε ισχύοντος ΚΟΚ- Ν 2094/1992). Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει περαιτέρω ότι το λεωφορείο, που οδηγούσε ο Ψ1 εκινείτο κοντά στη διαχωριστική γραμμή, απείχε περίπου 50 εκατοστά απ' αυτή. Δεδομένου δε ότι το λεωφορείο αυτό έχει αποστάσεις αξόνων 2,06 μέτρα , η πρόσοψή του είναι ουσιαστικά 2,20 μέτρα και απ' αυτά προκύπτει ότι αυτό απείχε από το άκρο δεξιό του οδοστρώματος 0,70 εκατοστά (7 μέτρα το οδόστρωμα-0,20 εκατοστά η διπλή διαχωριστική γραμμή = 6,80 μέτρα: 2 = 3,40 η κάθε λωρίδα κυκλοφορίας-2,70 μέτρα, που είναι το πλάτος του λεωφορείου μαζί με την απόσταση από τη διπλή διαχωριστική γραμμή= 0,70 εκατοστά).
Από το γεγονός αυτό συνάγεται ότι ο οδηγός του λεωφορείου, που ήταν πλήρες επιβατών, δεν είχε τη δυνατότητα να κινείται στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του, έτσι ώστε να διατηρεί ικανή απόσταση από τη διπλή διαχωριστική γραμμή της οδού. Εξάλλου, στο δελτίο αδικημάτων-συμβάντων, που συνέταξε το τμήμα τροχαίας Άμφισσας, αναφέρεται ότι το μ' αριθμό κυκλοφορίας .....
ΙΦΧ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Χ, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με το αντιθέτως κινούμενο όχημα, μ' αριθμό κυκλοφορίας ..... ΔΧ λεωφορείο, που οδηγούσε ο Ψ1. Την είσοδο του ΙΧΦ αυτοκινήτου στο ρεύμα κυκλοφορίας του ΔΧ λεωφορείου επιβεβαιώνει και ο Α, ξεναγός στο επάγγελμα, ο οποίος καθόταν δίπλα από τον οδηγό του λεωφορείου κατά τον επίδικο χρόνο και είδε τις συνθήκες του ατυχήματος.
Στις 3-6-1998 κατέθεσε στα αρμόδια προανακριτικά όργανα της τροχαίας και ο Χ, ο οποίος, μεταξύ άλλων, αναφέρει και τα εξής: ".... Φθάνοντας σε μια στροφή πολύ κλειστή είδα ξαφνικά ένα λεωφορείο και ένιωσα ότι έρχεται επάνω μου. Φρενάρισα το αυτοκίνητό μου, γιατί δεν μπορούσα να περάσω, επειδή ήταν στενός ο δρόμος, με αποτέλεσμα να συγκρουσθώ με το αναφερόμενο λεωφορείο.
Από τη σύγκρουση τραυματίστηκα εγώ και μεταφέρθηκα στο ΓΝ Άμφισσας... Το αυτοκίνητό μου υπέστη σοβαρές υλικές ζημιές. Τον οδηγό του λεωφορείου που συγκρούσθηκα δεν τον γνωρίζω και έμαθα ότι ονομάζεται Ψ1. Δεν γνωρίζω ποιος ευθύνεται για το τροχαίο ατύχημα και δεν επιθυμώ την ποινική δίωξη του οδηγού του λεωφορείου".
Στην υπεύθυνη δήλωση ατυχήματος, που υπέβαλε ο Χ στην ασφαλιστική εταιρία, στην οποία είχε ασφαλίσει το αυτοκίνητό του, δηλώνει τα ακόλουθα: "Εγώ εκινούμην από ... προς ... μέσα στον ελαιώνα, στο ίσιωμα, με μικρή ταχύτητα, των 30 χλμ την ώρα, λόγω της βροχής. Πήγαινα κανονικά δεξιά, όταν φθάνοντας στην στροφή μπροστά μου, που είναι δεξιά στροφή ερχόταν αντικανονικά, έχοντας παραβιάσει τις διπλές συνεχόμενες γραμμές το πούλμαν.
Βλέποντας ότι εγώ δεν μπορώ να περάσω, γιατί δεν είχα χώρο λόγω του πούλμαν, φρενάρισα ελαφρά, με αποτέλεσμα το αυτοκίνητό μου να προχωρήσει ευθεία, λόγω της φυγόκεντρου δυνάμεως, και να συγκρουστώ με το πούλμαν, που με παρέσυρε εντελώς αριστερά και βρέθηκα στο δρόμο του πούλμαν". Η δήλωση αυτή φέρει ημερομηνία 29-5-1998 και απ' αυτή συνάγεται η είσοδος του Χ στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, διότι η φυγόκεντρος δύναμη, που επικαλείται αυτός, θα τον πήγαινε αριστερά και όχι δεξιά, εφόσον στην πορεία του είχε δεξιά στροφή.
Ως λήπτης της δήλωσης αυτής εμφανίζεται ο Β, ο οποίος εξετάστηκε ως μάρτυρας ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Στο Δικαστήριο αυτό κατέθεσε αυτός ότι μετέβη στον τόπο του ατυχήματος κατ' εντολή της συζύγου του Χ περί ώρα 18.00 της 29-5-1998 και διαπίστωσε ότι λάδια και σπασμένα κρύσταλλα ήταν μέσα στο ρεύμα κυκλοφορίας του Χ και συγκεκριμένα σε απόσταση 30-40 εκατοστά από τη διπλή διαχωριστική γραμμή.
Στην ίδια κατάθεση ανέφερε ότι ασχολείται επαγγελματικά με πραγματογνωμοσύνες, μεσιτείες και έκδοση φωτοτυπιών και έχει γνώσεις απόφοιτου λυκείου. Η κατάθεση αυτή δεν κρίνεται ειλικρινής, αφού έρχεται σε αντίθεση με τα προαναφερόμενα δημόσια έγγραφα. Αν πράγματι ήταν αληθές ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν στο ρεύμα κυκλοφορίας του Χ και αυτός το πληροφορήθηκε το απόγευμα της ημέρας του ατυχήματος, τότε δεν εξηγείται η κατάθεσή του πέντε (5) ημέρες αργότερα, στις 3-6-1998, στην οποία δηλώνει ότι δεν γνωρίζει ποιος από τους οδηγούς ευθύνεται για το ατύχημα.
Η κατάθεση του μάρτυρα Β και η αλλαγή της στάσης του Α στηρίζεται προφανώς στο γεγονός ότι είχε συνταχθεί λάθος το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της τροχαίας Άμφισσας, το οποίο αργότερα διορθώθηκε και μάλιστα μετά από αίτηση του ίδιου του Χ. Στο αρχικό αυτό σχεδιάγραμμα, που υπάρχει στη δικογραφία, εμφανίζεται το λεωφορείο να έχει τη θέση του ΙΧΦ και το τελευταίο τη θέση του λεωφορείου και η στροφή να είναι δεξιά για το λεωφορείο και αριστερή για το ΙΧΦ, ενώ ήταν το αντίθετο.
Εξάλλου, με την επιμέλεια του Χ εξετάστηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Τρικάλων ο Γ, ο οποίος στην ένορκη βεβαίωση που συντάχθηκε κατέθεσε ότι έφθασε στον τόπο του ατυχήματος λίγα λεπτά μετά την σύγκρουση και διαπίστωσε την ύπαρξη μιας "ροδιάς", χαραγμένης στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του Χ, και τούτο το επισήμανε στα όργανα της τροχαίας.
Ούτε η κατάθεση αυτή κρίνεται ειλικρινής, αφού έρχεται σε αντίθεση με το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό στο οποίο δεν επισημαίνεται τέτοιο γεγονός και δεν αναφέρεται ο μάρτυρας αυτός από τον ενάγοντα-εναγόμενο Χ στην ως άνω προανακριτική του κατάθεση. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι σε βάρος του Ψ1 ασκήθηκε ποινική δίωξη για σωματική βλάβη από αμέλεια εντελώς ελαφρά σε βάρος του Χ και για παράβαση του άρθρου 16 παρ. 5 του Ν 2094/1992, ενώ σε βάρος του Χ ασκήθηκε ποινική δίωξη για παράβαση των άρθρων 5 παρ. 3α, 8α, και 19 παρ. 2 του Ν 2094/1992.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Άμφισσας, στο οποίο παραπέμφθηκαν για να δικαστούν για τις παραπάνω πράξεις κήρυξε αθώο τον Χ για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις και ένοχο τον Ψ1, επιβάλλοντας σ'αυτόν ποινή φυλάκισης 2 μηνών για την πρώτη πράξη και πρόστιμο 30.000 δρχ για τη δεύτερη πράξη. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση από τον Ψ1 και το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άμφισσας, που δίκασε την έφεση αυτή, έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για την πταισματική παράβαση και καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τον Ψ1για την σωματική βλάβη από αμέλεια σε βάρος του Χ.
Σημειώνεται εδώ ότι η ποινική αυτή απόφαση δεν παράγει δεδικασμένο για το παρόν δικαστήριο ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας, αποτελεί όμως γι' αυτό ένα στοιχείο, το οποίο εκτιμάται ελεύθερα μαζί με τις άλλες αποδείξεις (άρθρο 321 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 62 ΚΠοινΔ). Υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που αποδεικνύονται πλήρως, προκύπτει ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και των εξ αυτού δυσμενών συνεπειών είναι ο ενάγων-εναγόμενος Χ, ο οποίος από αμέλειά του, δηλαδή ελλείψει της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός, που βρίσκεται κάτω από ανάλογες συνθήκες, δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα που προήλθε από την πράξη του και ειδικότερα αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, ούτε ασκούσε τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, και έτσι κατέλαβε ένα μέρος του οδοστρώματος, που προορίζετο για την κίνηση προς την αντίθετη κατεύθυνση, αφού προηγουμένως παραβίασε τη διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή της ως άνω οδού, με συνέπεια να παρεμβληθεί στην πορεία του λεωφορείου και να προκαλέσει τη σύγκρουση των προαναφερόμενων οχημάτων.
Δηλαδή η υπαιτιότητα (αμέλεια) του Χ επαρκώς θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 3α, 8α, 12 παρ. 1, 16 παρ. 4, 19 παρ. 1 του Ν 2094/1992". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος-εκκαλούντος. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.
Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ούτε παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις, που σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Έλαβε υπόψη, προκειμένου να οδηγηθεί στο αποδεικτικό πόρισμα για το ότι η επίδικη σύγκρουση οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του ατυχήματος (συνθήκες κυκλοφορίας, είδος οχημάτων, ταχύτητα αυτών, κατάσταση της οδού, θέση των οχημάτων πριν και μετά το ατύχημα, συγκρουσθέντα μέρη των οχημάτων).
Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι, ενώ ως προς τις άλλες αιτιάσεις απαράδεκτοι, διότι πλήττουν την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Εξάλλου, με το πρώτο μέρος του τέταρτου λόγου από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τον κανόνα που καθιερώνεται με το άρθρο 19 παρ. 3 ΚΟΚ, σύμφωνα με τον οποίο οι οδηγοί έχουν υποχρέωση να μειώνουν την ταχύτητα των οχημάτων τους όταν αυτό επιβάλλεται από ιδιαίτερες συνθήκες και ότι έτσι δεν ισχύει για το λεωφορείο το όριο ταχύτητας των 70 χιλιομέτρων ανά ώρα που δέχθηκε ότι δεν το παραβίασε εφόσον η ταχύτητα του οχήματός του ήταν 60 χιλιόμετρα ανά ώρα.
Η αιτίαση αυτή πρωτίστως αλυσιτελώς προτείνεται διότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης γενεσιουργός αιτία του ατυχήματος είναι η είσοδος του αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος στο αντίθετο ρεύμα πορείας, και όχι η ταχύτητα των οχημάτων, ως προς την οποία δεν διατυπώνει κρίση για την ύπαρξη ή μη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
IV. Από το άρθρο 671 παρ. 1 εδ α' ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, και το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία που εφαρμόζεται για τις διαφορές για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), προκύπτει ότι κατά την ειδική αυτή διαδικασία το δικαστήριο δεν υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αλλά τα εκτιμά ελεύθερα κατά το γενικό κανόνα, του άρθρου 340 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ανωτέρω ειδική διαδικασία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από την πιο πάνω πλημμέλεια ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα ότι δεν έδωσε την πρέπουσα αποδεικτική δύναμη στις αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, που ουσιαστικά δεν τις έλαβε υπόψη ότι έλαβε υπόψη το εσφαλμένο σχεδιάγραμμα της τροχαίας και ότι δεν εκτίμησε ορθά τις καταθέσεις των μαρτύρων. Ο λόγος αυτός σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη είναι απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Μαρτίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 2645/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ για κάθε ένα από αυτούς που παραστάθηκε ξεχωριστά, ήτοι για τους δύο πρώτους από αυτούς που παραστάθηκαν μαζί και για την τρίτη, που παραστάθηκε ξεχωριστά.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ