Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding evidence submission deadlines and non-cited documents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a dispute involving a clergyman. The appellant argued that the lower court improperly considered uncited letters and information from confession records, violating evidence rules. The court ruled that the appeal was inadmissible because the legal case was governed by the procedural law in effect at the time of the first instance, which did not require thirty days' notice for document submissions.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1, 19, 8, 11 C.P.D.; The appeal is inadmissible when the contested decision was rendered under a procedural regime that did not impose the thirty-day notice requirement for document submissions applicable to new laws.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1777 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1777/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : ....., κατά κόσμον ......, εγκαταβιούντος εις το ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Θεοδωρόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου : ....., κατά κόσμον ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Φιλιππόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 183/2000 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 789/2002 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 24-10-2002 αίτησή του και τους από 25-7-2003 πρόσθετους λόγους αυτής, επί της οποίας εκδόθηκε η 986/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την αναιρέθηκε η παραπάνω εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Το Εφετείο Πατρών εξέδωσε την 249/2005 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16 Μαΐου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Ρήγας ανέγνωσε την από 10 Ιουλίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, κατά το αυτό άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εν προκειμένω, το Εφετείο εδέχθη με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Ο ενάγων είναι κληρικός, μέλος της θρησκευτικής κοινότητας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών (Παλαιοημερολογιτών) και εγκαταβιοί στο ..... στη συνοικία ....., του οποίου είναι Καθηγούμενος. Αυτός έχει χειροτονηθεί την 9.4.1994 από τον επίσκοπο ....., ο οποίος με την 6/1971 απόφαση του Εκκλησιαστικού Συνοδικού Δικαστηρίου είχε καθαιρεθεί και απέβαλε την ιδιότητα του κληρικού.
Η απόφαση αυτή είχε κοινοποιηθεί και προς τον εναγόμενο Μητροπολίτη ..... με το από 28.2.1990 έγγραφο της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, στο οποίο εκείνος χαρακτηρίζεται ως ψευδεπίσκοπος, μερίδος της παρασυναγωγής των Παλαιοημερολογιτών. Έτσι ο ενάγων δεν απέκτησε την ιδιότητα του θρησκευτικού λειτουργού της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος, αφού η χειροτονία του έγινε από λαϊκό μέλος αυτής.
Το Ησυχαστήριο με τον Ομώνυμο Ιερό Ναό, όπου εγκαταβιοί ο ενάγων, αναγέρθηκαν από τον ..... σε οικοπεδική του έκταση, ο οποίος, ενώ είχε υποσχεθεί στον Μητροπολίτη ..... το έτος 1976 να τα παραχωρήσει στην Μητρόπολη, αθέτησε την υπόσχεση του και τα παραχώρησε στη θρησκευτική Κοινότητα των Παλαιοημερολογιτών, της οποίας ήταν μέλος.
Στο ..... προσέρχονται πιστοί για να προσκυνήσουν και να τελέσουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, μεταξύ των οποίων άτομα με ψυχοπνευματικές διαταραχές και νέοι με ψυχολογικά προβλήματα, τα οποία, σύμφωνα με αναφορές ιερέων της Μητροπόλεως προς τον εναγόμενο Μητροπολίτη, δέχονταν από τον ενάγοντα διάφορους εξορκισμούς και με διαφόρους μεθόδους αυτός επιχειρούσε να προσηλυτίσει στη θρησκευτική Κοινότητα των Παλαιοημερολογιτών.
Το έτος 1996 ο ενάγων με το πρόσχημα της κατασκευής αποθήκης στο χώρο του Ησυχαστηρίου ζήτησε και πέτυχε την έκδοση οικοδομικής αδείας, ενώ στην πραγματικότητα επεδίωκε την επέκταση του Ησυχαστηρίου και εναντίον του ασκήθηκε ποινική δίωξη για αυθαίρετη κατασκευή. Με αφορμή την άσκηση της ποινικής αυτής δίωξης την 26.11.1996 δημοσιογράφος του τηλεοπτικού σταθμού του Πύργου "ΗΛΕΙΑ TV" ζήτησε τον σχολιασμό της από τον εναγόμενο Μητροπολίτη και αυτός έκανε την ακόλουθη δήλωση, η οποία μεταδόθηκε από τα δελτία ειδήσεων "Με αυτές τις παράνομες και ανήθικες μεθόδους μπορεί να είναι δάσκαλοι ή να έχουν σχέση με το Θεό αυτοί οι άνθρωποι;
Μπορούν να στηρίξουν την κοινωνία όταν αρχίζουν με τέτοιες απάτες; Οι άνθρωποι έχουνε θέματα ψυχολογικά και πάνε στον Άγιο Κυπριανό να τους σταυρώσει και να τους ευλογεί ο ψευτόπαπας. Και έχουμε νεαρά παιδιά και νεαρά κορίτσια που πάνε εκεί απλώς για να ικανοποιούν τα σεξουαλικά τους γεγονότα και πράγματα".
Ο εφεσίβλητος - εναγόμενος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προέβαλε την από το άρθρο 367 ΠΚ ένσταση και ειδικότερα, ότι οι δηλώσεις του έγιναν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον προς ενημέρωση και προστασία του πνευματικού του ποιμνίου, ώστε να αποφύγει τυχόν παραπλανήσεις και να το συγκρατήσει στους κόλπους της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά και προς ενημέρωση των γονέων και δασκάλων για την προστασία της νεολαίας από τον κίνδυνο της ακολασίας.
Ειδικότερα: 1) Την επέκταση του Ησυχαστηρίου καθ' υπέρβαση της οικοδομικής άδειας θεώρησε ως παράνομη και ανήθικη πράξη με βάση τα γενικώς αποδεκτά στην κοινωνική ζωή κριτήρια και όχι με τη νομική της έννοια της απάτης, συνδέοντας αυτή με την προηγούμενη συμπεριφορά του ....., ο οποίος παρεχώρησε τον Ιερό Ναό στην κοινότητα των Παλαιοημερολογιτών. 2) Ο χαρακτηρισμός του ενάγοντος ως ψευτόπαπα έγινε, επειδή πίστευε ότι η χειροτονία του από τον επίσκοπο .....
ήταν ανυπόστατη, αφού εκείνος είχε καθαιρεθεί. 3) Οι φράσεις "για να ικανοποιούν τα σεξουαλικά τους γεγονότα και πράγματα" δεν αναφέρονται στον ενάγοντα, αλλά σε ψυχικώς πάσχοντα πρόσωπα που επισκέπτονταν προσχηματικά το Ησυχαστήριο για να προσκυνήσουν, ενώ στην πραγματικότητα επεδίωκαν τη σεξουαλική τους συνεύρεση όχι στο χώρο αυτό, ούτε εν γνώσει του ενάγοντος, όπως είχε πληροφορηθεί από τις αναφορές των ιερέων της Μητροπόλεώς του.
Από τα αποδεικτικά αυτά μέσα και τους ισχυρισμούς του εναγομένου, κατά την κρίση του δικαστηρίου, οι επίμαχες φράσεις των δηλώσεων του έγιναν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και στη συγκεκριμένη περίπτωση αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των εξυβριστικών και δυσφημιστικών του δηλώσεων. Ειδικότερα, ως Μητροπολίτης είχε το δικαίωμα, αλλά και υποχρέωση να καθοδηγεί το ποίμνιό του και να πληροφορεί αυτό για όσα θέματα ο ίδιος και η Εκκλησία θεωρεί σπουδαία.
Ένα τέτοιο θέμα θεώρησε ότιαποτελεί και η δράση των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών (Παλαιοημερολογιτών) και οι δυσμενείς κρίσεις που διατύπωσε για τον ενάγοντα στην τηλεοπτική εκπομπή έγιναν για την ενημέρωση και προστασία του πνευματικού του ποιμνίου και δεν υπήρχε σκοπός εξύβρισης του ενάγοντος. Επίσης, τα παραπάνω γεγονότα που ισχυρίσθηκε ο εναγόμενος, δεν συνιστούν την πράξη της συκοφαντικής δυσφημίσεως αφού α) οι δύο πρώτες από τις επίμαχες δηλώσεις ανταποκρίνονται στην αλήθεια, β) αναφορικά με την τρίτη δήλωση ότι "έχουμε νεαρά παιδιά και νεαρά κορίτσια που πάνε εκεί απλώς για να ικανοποιούν τα σεξουαλικά τους γεγονότα και πράγματα", ο εναγόμενος δεν γνώριζε την αλήθεια ή μη των συμβάντων αυτών, αντιθέτως δε πίστευε αυτά ως αληθινά, αφού περιήλθαν σε γνώση του από επιστολές Ιερέων της Μητροπόλεώς του και πληροφορίες πιστών κατά το μυστήριο της εξομολογήσεως, όπου κατά τεκμήριο οι πιστοί λέγουν την αλήθεια και γ) οι εν λόγω δηλώσεις του εναγομένου περιείχαν μεν αυστηρή λεκτική διατύπωση, όμως αυτός δεν είχε πρόθεση να μειώσει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος.
Σημειώνεται, ότι για τις παραπάνω δηλώσεις, μετά από έγκληση του ενάγοντος κατά του εναγομένου ασκήθηκε ποινική δίωξη και αυτός με το 157/1998 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών παραπέμφθηκε να δικασθεί για εξύβριση και συκοφαντική δυσφήμηση και κηρύχθηκε αθώος με την 59-60/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση που απέρριψε την αγωγή, κατ' εφαρμογή της από το άρθρο 367 ΠΚ ενστάσεως, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις τεθείσες υπό την κρίση του αποδείξεις, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με όλους τους λόγους της εφέσεως κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα".
Συνεπώς, το Εφετείο δεν παρεβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ, 361, 362, 363 367 ΠΚ, 2, 13 του Συντάγματος, και 9 της ΕΣΔΑ και η απόφαση του έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτουμένη αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής. Κατ' ακολουθίαν, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, τέταρτος, πέμπτος και όγδοος λόγοι της αιτήσεως είναι αβάσιμοι.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσίβλητος, όπως προκύπτει εκ της επισκοπήσεως των ενώπιον του Εφετείου υποβληθεισών προτάσεων του, επανέφερε ενώπιον αυτού τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του ότι ενήργησε εκ δικαιολογημένου ενδιαφέροντος. Επομένως, το Δικαστήριο ορθώς με την πληττόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη τον εν λόγω ισχυρισμό και δεν εκήρυξε αυτόν απαράδεκτο. Κατ' ακολουθίαν, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προετάθησαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προετάθησαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται και οι διά λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως ή παραδεκτώς διά των εκκλήτων προτάσεων προτεινόμενοι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσίβλητος, όπως προκύπτει εκ της επισκοπήσεως των ενώπιον του Εφετείου υποβληθεισών προτάσεων του, επανέφερε παραδεκτώς ενώπιον αυτού τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του ότι ενήργησε εκ δικαιολογημένου ενδιαφέροντος. Επομένως, το Δικαστήριο κατά νόμον με την πληττόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη τον εν λόγω ισχυρισμό. Κατ' ακολουθίαν, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, έβδομος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προετάθησαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ενώ δεν αποτελούν πράγματα και συνεπώς δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, διότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη προταθέντα παρ' αυτού πράγματα, ήτοι τους ισχυρισμούς του ότι δεν είναι "ψευτόπαπας" και ότι δεν προέβη σε παράνομες και ανήθικες ενέργειες εν σχέσει με οικοδομικές παραβάσεις, όπως προκύπτει από διάφορα επικαλούμενα γεγονότα και επιχειρήματα. Οι ισχυρισμοί αυτοί όμως δεν είναι αυτοτελείς, αλλ' αποτελούν άρνηση του ανωτέρω ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου και των αρνητικών της αγωγής ισχυρισμών του τελευταίου. Επομένως, ο σχετικός αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσεκομίσθησαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επεκαλέσθησαν και προσεκόμισαν.
Εν προκειμένω, το Εφετείο βεβαιώνει με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη "όλα τα έγγραφα που επικαλούνται νομίμως και προσκομίζουν οι διάδικοι". Επομένως, ελήφθησαν υπόψη και τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα, περιλαμβανόμενα στην ως άνω επιτρεπτή, κατά το είδος των εγγράφων αποδείξεων, αναφορά της αναιρεσιβαλλομένης.
Δεν γεννάται άλλωστε εκ της αιτιολογίας της αποφάσεως αυτής αμφιβολία περί της εκτιμήσεως και των εγγράφων τούτων. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο το σφάλμα της λήψεως υπόψη επιστολών, που δεν επεκαλέσθη και δεν προσήγαγε ο αναιρεσίβλητος, καθώς και παρανόμου αποδεικτικού μέσου, ήτοι των εκ του μυστηρίου της εξομολογήσεως περιελθουσών σ' αυτόν πληροφοριών σχετικώς προς την αλήθεια των διαδοθέντων γεγονότων περί των συμβαινόντων στο Ησυχαστήριο του αναιρεσείοντος.
Εκ της παραδοχής όμως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι δηλαδή "αναφορικά με την τρίτη δήλωση ότι "έχουμε νεαρά παιδιά και νεαρά κορίτσια που πάνε εκεί απλώς για να ικανοποιούν τα σεξουαλικά τους γεγονότα και πράγματα", ο εναγόμενος δεν γνώριζε την αλήθεια ή μη των συμβάντων αυτών, αντιθέτως δε πίστευε αυτά ως αληθινά, αφού περιήλθαν σε γνώση του από επιστολές Ιερέων της Μητροπόλεώς του και πληροφορίες πιστών κατά το μυστήριο της εξομολογήσεως, όπου κατά τεκμήριο οι πιστοί λέγουν την αλήθεια", δεν προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη μη επικληθέντα, ουδέ προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα, ήτοι οι εν λόγω επιστολές, οι οποίες αναφέρονται ιστορικώς, ούτε ότι εξητάσθησαν ως μάρτυρες κληρικοί ως προς περιελθόντα σε γνώση τους κατά το μυστήριο της εξομολογήσεως γεγονότα, οπότε και μόνον θα υπήρχε χρήση απσγορευμένου, κατά το άρθρο 399 ΚΠολΔ, αποδεικτικού μέσου.
Επομένως, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, τρίτος και ένατος λόγοι της αιτήσεως είναι αβάσιμοι. Επειδή, εκ του άρθρου 22 § 1 εδ. α' του ν. 2915/2001, ορίζοντος ότι "οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, των οποίων η πρώτη συζήτηση έχει προσδιορισθεί να γίνει μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου", σαφώς προκύπτει ότι η συζητηθείσα προ της ενάρξεως εφαρμογής του ν. 2915/2001 αγωγή ακολουθεί μέχρι περατώσεως της διαφοράς την προϊσχύσασα διαδικασία.
Εν προκειμένω, η ένδικη διαφορά εισήχθη προς διάγνωση διά της από 10.5.1999 αγωγής του αναιρεσείοντος, συζητηθείσης το 1999 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας και απορριφθείσης διά της υπ' αρ. 183/2000 αποφάσεώς του. Επομένως, κατά τη συζήτηση της εφέσεως του αναιρεσείοντος στις 2.12.2004, μετά την οποία εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Πατρών, δεν εφηρμόζετο το τροποποιηθέν με το άρθρο 7 § 1 του ν. 2915/2002 άρθρο 237 § 1 ΚΠολΔ, προβλέπον την κατάθεση των εγγράφων προτάσεων των διαδίκων τριάντα τουλάχιστον ημέρες προ της δικασίμου. Δεν ήταν άλλωστε τούτο εφαρμοστέο, κατά το άρθρο 524 § 1 ΚΠολΔ, στην έκκλητη δίκη, αφού δεν είχε ερημοδικασθεί πρωτοδίκως ο εκκαλών. Κατά συνέπειαν, ορθώς το Εφετείο έλαβε υπόψη του τις κατατεθείσες κατά τη δικάσιμο ημέρα προτάσεις του αναιρεσιβλήτου και, σύμφωνα με το νόμο, δεν εκήρυξε άκυρες τις προτάσεις αυτές και έλαβε υπόψη του τα περιλαμβανόμενα σ' αυτές "πράγματα", τυγχάνοντος αβασίμου του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, έκτου λόγου της αιτήσεως. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 16-5-2005 αίτηση του ..... περί αναιρέσεως της 249/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 8 Νοεμβρίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ