Legislator Case Law & Legislation
1776/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination, ruling appeal based on wrong legal grounds.

Case Number 1776/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Athens, which had rejected the employee's claim for invalid contract termination and unpaid wages. The appellant argued the termination was retaliatory, but the court found it was based on objective economic reasons and valid under the employment contract. Consequently, the appeal was rejected because it relied on an incorrect legal premise rather than the actual grounds for termination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 2, 1, paragraph 1 and 2β' of Law 1429/1984; The termination of an indefinite-term employment contract based on objective economic reasons is valid, and an appeal challenging it on grounds of retaliation fails if the court correctly identifies the objective basis.

Keywords

AI generated
employment contract termination retaliatory dismissal objective economic reasons labor dispute appeal invalid contract clause unpaid wages claim Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Article 1, paragraph 1 and 2β' of Law 1429/1984
Article 281 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1776 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1776/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 24η Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Λ. του Ι., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Περπατάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΡΑΛΟΤ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΤΥΧΕΡΩΝ ΠΑΙΧΝΙΔΙΩΝ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσηίδα Πουλάκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, .../2020 μη οριστική και .../2023 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από ...-2023 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από ... 2023 και με αριθμό κατάθεσης ...-2023, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό ...-2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών- διαφορών, επί α) της, από ...-2019 και με αριθμό κατάθεσης ...-2019, έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και β) της, από ...-2019 και με αριθμό κατάθεσης ...-2019, έφεσης της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της με αριθμό .../2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια ειδική διαδικασία.

Με την άνω εκκαλουμένη απόφαση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είχε δεχθεί εν μέρει κατ'ουσία την από ...-2017 (αριθ.καταθ. .../2017) αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος ως προς τα κύρια αιτήματά της και ειδικότερα είχε α) αναγνωρίσει την ακυρότητα της από 2-10-2017 καταγγελίας, εκ μέρους της εναγομένης εργοδότριάς του και ήδη αναιρεσίβλητης, της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και β) επιδικάσει σε αυτόν, το μεν καταψηφιστικά το δε αναγνωριστικά, μισθούς υπερημερίας, του διαστήματος από 3-10-2017 έως 20-2-2018, ποσού 37.440 ευρώ, οφειλόμενη αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων και επιδόματος αδείας του έτους 2017, ποσού 6.060,82 ευρώ, και ποσό 3.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του εκ της καταγγελίας, δηλαδή συνολικά 46.500,82 ευρώ, νομιμοτόκως.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση- η οποία εκδόθηκε μετά την με αριθμό .../2020 μη οριστική απόφασή του που διέταξε τα εν αυτή- αφού συνεκδίκασε και δέχθηκε τυπικά τις άνω αντίθετες εφέσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή τους, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά το μέρος που είχε δεχθεί την αγωγή, και δικάζοντας επ'αυτής κατά τούτο, αλλά και κατά το επικουρικό της αίτημα (της επιδίκασης οφειλόμενης διαφοράς νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης), την έκρινε βάσιμη και τη δέχθηκε εν μέρει κατ'ουσία μόνο ως προς την αιτούμενη και οφειλόμενη αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων και αδείας του έτους 2017, και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα για την αιτία αυτή το, μεγαλύτερο από το πρωτοδίκως επιδικασθέν, ποσό των 6.235,56 ευρώ, νομιμοτόκως.

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε, στις ...-2023, πριν την πάροδο της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από την δημοσίευση της προσβαλλόμενης, που έγινε στις 15-2-2023 (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1και 144 του ΚΠολΔ.

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ,Δ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης (ΑΠ 839/2023, ΑΠ 1402/2021, ΑΠ 275/2017, ΑΠ 766/2017, ΑΠ 7/2017).

Ειδικότερα ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 1/2016, ΑΠ 839/2023, ΑΠ 1346/2023, ΑΠ 19/2020).

Περαιτέρω, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος ιδρύεται όταν δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του, ενώ δεν προτάθηκαν, ή εκείνα που δεν έλαβε υπόψη του, ενώ είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν, αν τα πράγματα ήταν ουσιώδη και να μνημονεύεται το σφάλμα από τη μη λήψη τους υπόψη (ΑΠ 16/2023, ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 1638/2022).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο από αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα, χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά.

Ο όρος "πράγματα" έχει το ίδιο εννοιολογικό περιεχόμενο με εκείνο, που αναφέρεται πιο πάνω, της διάταξης του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 650/2023, ΑΠ 146/2022, ΑΠ 8/2019). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιο "πράγμα", υπό την προαναφερθείσα έννοια, λήφθηκε υπόψη χωρίς απόδειξη και ποια η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό (ΑΠ 650/2023, ΑΠ 138/2020).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος πρέπει στο δικόγραφο της αναίρεσης να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης καθώς και οι (ουσιαστικές) παραδοχές της, με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της, δηλ.

ποια στοιχεία, αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών, λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 325/2022, ΑΠ 1559/2022, ΑΠ 420/2022, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 1096/2021). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης χωρίς επίκληση αρίθμησης, ισχυρίζεται, ότι εν προκειμένω ιδρύονται οι από τους αριθμούς 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, εκ των οποίων ο πρώτος (από τον αριθμό 8) ιδρύεται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ο δεύτερος (από τον αριθμό 10) ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι'αυτά, και ότι κατόπιν τούτων, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, καθό μέρος απέρριψε κατ'ουσία τα κύρια αιτήματα και τη βάση της αγωγής του, που θεμελιωνόνταν στην ακυρότητα, ως καταχρηστικής, κατ'άρθρον 281 ΑΚ, της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εργοδότριάς του, κατ'εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και κατ'εσφαλμένη εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.

Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ίδιο ως άνω μέρος της, τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση (υπό τον αριθμό 12) ότι το Εφετείο εσφαλμένως έκρινε, ότι η ένδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που τον συνέδεε με την αναιρεσίβλητη, υπαγόταν στο Νιγηριανό, και όχι στο Ελληνικό, δίκαιο.

Οι αναφερόμενοι, χωρίς αρίθμηση, στην αίτηση, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους επιχειρείται να αποδοθούν στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, [και ανεξάρτητα από το ότι λόγοι αναίρεσης δεν ιδρύονται με την επικαλούμενη εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων], με το ανωτέρω περιεχόμενο είναι απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, όπως βάσιμα επισημαίνει με τις κατατεθείσες προτάσεις της και η αναιρεσίβλητη.

Και τούτο διότι στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζονται τα αναγκαία για την πληρότητα και τη θεμελίωση ενός εκάστου των λόγων τούτων στοιχεία, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν. Ειδικότερα, ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αόριστος διότι στο αναιρετήριο ουδόλως αναφέρεται ο ισχυρισμός, με τα πραγματικά περιστατικά που τον συγκροτούν, που το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρά το νόμο έλαβε υπόψη του, ενώ δεν προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη, ή ο ισχυρισμός, με τα πραγματικά περιστατικά που τον συγκροτούν, που δεν έλαβε υπόψη του, ενώ είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν, αν ο ισχυρισμός αυτός ήταν ουσιώδης για την έκβαση της δίκης, ούτε μνημονεύεται το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης από τη λήψη ή μη λήψη υπόψη, αντίστοιχα, τέτοιου ισχυρισμού.

Περαιτέρω, ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης είναι αόριστος διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ποιος ισχυρισμός, "πράγμα", υπό την προαναφερθείσα έννοια, του αναιρεσείοντος ή της αναιρεσίβλητης λήφθηκε υπόψη χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Αντί των ανωτέρω ελλειπόντων και αναγκαίων για την πληρότητα των προβαλλόμενων λόγων αναίρεσης στο αναιρετήριο αναφέρονται μόνο το κείμενο των σχετικών διατάξεων των αριθμ. 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που τους προβλέπει, και οι απόψεις του αναιρεσείοντος για την καταχρηστικότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους της αντιδίκου του, με βάση τα ιστορούμενα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν, κατά την κρίση του ιδίου, από τις αποδείξεις.

Τέλος, και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έχοντας το ανωτέρω περιεχόμενο, είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αποδίδεται συγκεκριμένο νομικό σφάλμα στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δεδομένου ότι δεν γίνεται επίκληση εσφαλμένης, ευθέως ή εκ πλαγίου, αντίστοιχα, ερμηνείας και εφαρμογής του νιγηριανού, αντί του ελληνικού, δικαίου, από το Εφετείο, αλλά μόνο εσφαλμένης κρίσης του για το δίκαιο που διέπει την ένδικη σύμβαση εργασίας, χωρίς η κρίση αυτή να συνδέεται με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ'εσφαλμένη εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, και τέλος δεν καθορίζονται ενάριθμα συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού νόμου, που φέρονται να παραβιάστηκαν από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ευθέως και εκ πλαγίου, αντίστοιχα, όπως απαιτείται για την ίδρυση των ανωτέρω λόγων αναίρεσης, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη σκέψη που προηγήθηκε.

Σε κάθε περίπτωση ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο- ανεξάρτητα από την προηγηθείσα κρίση του στην με αριθμ. .../2020 μη οριστική απόφασή του με την οποία διατάχθηκε η προσκόμιση διατάξεων του δικαίου της Νιγηρίας, ως διέποντος την ένδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, με την προσβαλλόμενη οριστική απόφασή του εφάρμοσε το ελληνικό, και όχι το νιγηριανό, δίκαιο, όπως άλλωστε και ο ίδιος ο αναιρεσείων εκθέτει στην αίτηση αναίρεσης, κατά την παράθεση των παραδοχών της.

Με το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020).

Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 56/2022, ΑΠ 399/2021, ΑΠ 598/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την ανωτέρω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους -αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016).

Το κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006).

Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1310/2022, 485/2019, Α.Π. 837/2019, ΑΠ 1611/2008).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, όπως κατά περιεχόμενο εκτιμάται, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κρίνοντας ότι η από 2-10-2017 ένδικη καταγγελία της σύμβασης αυτής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εργοδότριάς του, δεν είναι άκυρη ως καταχρηστική, κατ'άρθρο 281 ΑΚ, αλλά έγκυρη, οφειλόμενη σε οικονομικοτεχνικούς, αντικειμενικούς, λόγους και σε δικαιολογημένο συμφέρον της, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ευθέως, και εκ πλαγίου, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση για το εάν συνέτρεχαν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, εάν δε το Εφετείο ορθά ερμήνευε και εφάρμοζε τη διάταξη αυτή, θα έκρινε άκυρη, ως καταχρηστική, γενόμενη από λόγους εκδίκησής του, την ανωτέρω καταγγελία της αντιδίκου του και βάσιμα κατ'ουσίαν τα, θεμελιούμενα στην καταχρηστικότητά της, κύρια αιτήματα της αγωγής του, που είχαν γίνει εν μέρει δεκτά κατ'ουσία πρωτοδίκως, και θα απέρριπτε κατ'ουσία, την συνεκδικαζόμενη με τη δική του, έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "...η επικαλούμενη από τον ενάγοντα αναγνώριση της ακυρότητας της από 2-10-2017 καταγγελίας από την εναγομένη ελληνικών συμφερόντων εταιρεία της σύμβασης εργασίας του με την οποία συμφωνήθηκε να παρέχει κατόπιν μόνιμης εγκατάστασής του στη χώρα της Αφρικής Νιγηρία, τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες του ως Διευθυντής Επιχειρηματικής Ανάπτυξης με χώρα αρμοδιότητας την Αφρική, στερείται νομίμου ερείσματος.....

αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι τηρήθηκαν οι διατυπώσεις του ειδικού νομοθετικού καθεστώτος που ισχύει για τη νόμιμη ανάληψη εργασίας Έλληνα υπηκόου σε χώρα της Αφρικής σύμφωνα με το ν.1429/1984 ...., και δη εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι η επικαλούμενη από τον ενάγοντα σύμβαση εργασίας ή η τυχόν άλλη σχετική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σε έγγραφη μορφή στα ελληνικά και στη γλώσσα της χώρας απασχόλησης και στη συνέχεια κατατέθηκε εντός τριών ημερών από τη σύναψή της και οπωσδήποτε πριν την αποχώρηση του ενάγοντος εργαζομένου στη Νιγηρία, στις αρμόδιες περιφερειακές υπηρεσίες του Υπουργείου Εργασίας του ΟΑΕΔ και του ασφαλιστικού φορέα, γεγονός που συνομολογείται και από την εναγομένη εταιρεία, η επικαλούμενη στην αγωγή σύμβαση εργασίας παροχής μόνιμης εργασίας του ενάγοντος στη Νιγηρία ακόμη και αν ήθελε κριθεί ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, είναι άκυρη.

Επομένως, λόγω της ακυρότητάς της η εναγομένη εργοδότρια, καταγγέλλοντας τη σύμβαση αυτή και μη αποδεχόμενη τις υπηρεσίες του ενάγοντος, δεν κατέστη υπερήμερη και δεν υποχρεούται στην καταβολή αποδοχών υπερημερίας, ούτε στη συνέχιση της σχέσης εργασίας, αφού αυτή (σύμβαση εργασίας), μη αναγνωριζόμενη από το νόμο, δεν μπορεί να εξακολουθήσει χωρίς τη θέλησή της.

Για τον λόγο αυτό, τα κύρια αγωγικά αιτήματα, περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της ένδικης εργασιακής σύμβασης, επαναπασχόλησης του ενάγοντος και επιδίκασης μισθών υπερημερίας, κρίνονται αβάσιμα κατ'ουσία και απορριπτέα...Συνακόλουθα, από την καταγγελία, δεν προσβλήθηκε από παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων της εναγομένης η προσωπικότητα του ενάγοντος και δεν υπέστη ηθική βλάβη, αιτιωδώς συνδεομένη με την καταγγελία της άκυρης σύμβασής του συνισταμένη στην ταλαιπωρία στην οποία αυτός, όπως ισχυρίζεται υποβλήθηκε από την καταγγελία και δεν δικαιούται να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκρινε άκυρη την ένδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε μεταξύ της εδρεύουσας στην Ελλάδα αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας και του αναιρεσείοντος Έλληνα υπηκόου, για παροχή μόνιμης εργασίας του σε χώρα της Αφρικής (Νιγηρία), λόγω μη τήρησης των, αναγκαίων για το κύρος της, διατυπώσεων του άρθρου 2 παρ.1 και 2β του ν. 1429/1984, με συνέπεια, λόγω της ακυρότητάς της, η αναιρεσίβλητη να μη καθίσταται υπερήμερη, και να μην υποχρεούται, ως εκ τούτου, στην καταβολή μισθών υπερημερίας, ούτε στην συνέχιση της σχέσης εργασίας χωρίς τη θέλησή της, συνακόλουθα, έκρινε για το λόγο αυτό (το Εφετείο) ουσιαστικά αβάσιμα τα κύρια αγωγικά αιτήματα, που είχαν γίνει δεκτά κατ'ουσία με την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου α) της αναγνώρισης της ακυρότητας της από 2-10-2017 καταγγελίας της εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και β) της επιδίκασης, για το μεταγενέστερο αυτής χρονικό διάστημα, από 3-10-2017 έως 20-2-2018, το μεν αναγνωριστικά, το δε καταψηφιστικά, μισθών υπερημερίας, ποσού 37.440 ευρώ και χρηματικής ικανοποίησης ηθικής βλάβης, ποσού 3.000 ευρώ.

Ακολούθως το Εφετείο, μετά από συνεκδίκαση των αντίθετων εφέσεων των διαδίκων, και κρίνοντας περαιτέρω ότι ο ενάγων-αναιρεσείων δικαιούται μόνο την επίδικη, οφειλόμενη εκ του νόμου, αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων και επιδόματος αδείας, του έτους 2017, την οποία προσδιόρισε σε μεγαλύτερα από τα επιδικαθέντα πρωτοδίκως ποσά, και δη 2.398,80 και 3.836,76 ευρώ, αντίστοιχα, δέχθηκε κατ'ουσία και τις δύο εφέσεις, και μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, δικάζοντας επί της αγωγής, την απέρριψε κατ'ουσία ως προς τα ανωτέρω κύρια αιτήματά της που έκρινε αβάσιμα, και τη δέχθηκε κατά τα λοιπά εν μέρει, κατ'ουσία επιδικάζοντας στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, την αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων και αδείας του έτους 2017, συνολικού ποσού 6.235,56 ευρώ, νομιμοτόκως.

Επομένως το Εφετείο, έκρινε αβάσιμα και απέρριψε κατ'ουσία τα προαναφερόμενα κύρια αγωγικά αιτήματα, στα οποία αφορά ο προκείμενος αναιρετικός έλεγχος, λόγω της ακυρότητας, κατ'εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1,2 παρ.1 και 2β'του ν.1429/1984, της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, της οποίας το κύρος προϋποθέτουν, και όχι λόγω της έλλειψης καταχρηστικότητας, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, της καταγγελίας της, εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, ως μη γενόμενης από λόγους εκδίκησης του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, αλλά από οικονομικοτεχνικούς, αντικειμενικούς και για δικαιολογημένο συμφέρον της, λόγους, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.

Συνεπώς, επειδή με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έγιναν δεκτά όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων στον κρινόμενο λόγο αναίρεσης, ο λόγος αυτός ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι αβάσιμος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (αρθ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από ...-2023 και με αριθ. καταθ. ...-2023 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό ...-2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών-διαφορών).

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ