Supreme Court dismisses appeal against lower court's correction of land ownership shares in inheritance case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court decision correcting land ownership shares in an inheritance dispute. The lower court ruled that the appellant's wife was the sole owner of 6.25% of the property, having previously been listed as an unknown owner, based on her acceptance of her husband's estate. The Court found the appeal inadmissible because it challenged the substantive fact-finding of the lower court regarding the property's status and ownership history.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure; Article 83 paragraphs 2 and 3 of Law 4790/2021: An appeal against a judgment is inadmissible if it exclusively challenges the court's assessment of factual circumstances, and the appeal must be rejected if no other grounds for review exist.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1776 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1776/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 2α Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. χήρας Λ. Κ., το γένος Ι. Δ., κατοίκου ... Αττικής, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-9-2013 αίτηση της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 19-1-2014 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 226ΕΜ/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 26/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-2-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔικ. προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωρεί η συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, με το άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του Ν. 4790/2021 (ΦΕΚ 48Α/31.3.2021) τον με τίτλο "Διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων και τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως" επιβλήθηκε, μεταξύ άλλων, και πάλι το μέτρο της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, για λόγους δημόσιας υγείας, και ορίστηκε ότι με την επιφύλαξη των άρθρων 237 και 238 ΚΠολΔ, σε περίπτωση που η συζήτηση της υποθέσεως οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας ή με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, στη συντομότερη δυνατή δικάσιμο, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ή το έκθεμα γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη με επίκληση, από το επισπεύδον τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείον, 3473/13.1.2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Μ. - Π. Γ. Π., προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 7ης-4-2021 επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη νομότυπα και εμπρόθεσμα.
Κατά την ως άνω δικάσιμο η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και με πράξη της προέδρου του Γ' τμήματος του Αρείου Πάγου, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Ασπασίας Μαγιάκου, με βάση τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 83 παρ. 2 και 3 του Ν. 4790/2021, σε συνδυασμό με το άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ορίστηκε αυτεπαγγέλτως δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως.
Μετά την ως άνω ματαίωση της συζήτησης της υποθέσεως και τον αυτεπάγγελτο ορισμό της δικασίμου της 2.2.2022 για την εκδίκασή της από το γραμματέα του δικαστηρίου έγινε εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά την ημέρα που ορίσθηκε. Νέα κλήτευση των διαδίκων για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν απαιτείται, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε, κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε δήλωση κατ'άρθρο 242 & 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 576 & 1 και 2 Κ.Πολ.Δικ. η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της.
Η υπό κρίση από 1.2.2019 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 26/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου που συνεκδίκασε, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, την από 27.9.2013 αίτηση της αιτούσας και ήδη αναιρεσίβλητης και την από 19.1.2014 κυρία παρέμβαση του κυρίως παρεμβαίνοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με τις οποίες αμφότεροι οι διάδικοι ζήτησαν να αναγνωρισθεί η κυριότητά τους (συγκυριότητα) επί των αναφερομένων στα δικόγραφά τους ακινήτων και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής των κτηματολογικών βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου Σύρου, ώστε στα οικεία κτηματολογικά φύλλα από την εσφαλμένη αναγραφή "αγνώστου ιδιοκτήτη" να καταχωριστεί κατά μεν την αίτηση η αιτούσα, κατά δε την κυρία παρέμβαση το κυρίως παρεμβαίνον, ακολούθως δε δέχθηκε εν μέρει ως κατ'ουσίαν βάσιμη την αίτηση, ενώ απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την κυρία παρέμβαση, επικυρώνοντας την εκκληθείσα 226ΕΜ/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου που είχε δεχθεί τα ίδια.
Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.) Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου παρ. 1, 2 του Ν.2664/1998, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 παρ. 1 εδάφιο τρίτο του Ν. 4164/2013 (ΦΕΚ Α' 156/9.7.2013, σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής μπορεί να ζητηθεί με αγωγή ενώπιον του αρμοδίου καθ' ύλη και κατά τόπο Πρωτοδικείου η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση ολικά ή μερικά της πρώτης εγγραφής.
Η αγωγή (αναγνωριστική ή διεκδικητική) ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πέντε (5) ετών εκτός αν πρόκειται για το Ελληνικό Δημόσιο και για μόνιμους κατοίκους εξωτερικού ή εργαζόμενους μόνιμα στο εξωτερικό κατά τη λήξη της πενταετούς προθεσμίας, για τους οποίους η προθεσμία άσκησης της αγωγής είναι επτά (7) έτη.
Για τα πρόσωπα των δύο τελευταίων κατηγοριών που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα κατά την τελευταία διετία της πενταετούς κατά τα άνω προθεσμίας, η προθεσμία για την άσκηση της αγωγής δεν συμπληρώνεται πριν από την πάροδο διετίας από την οριστική εγκατάστασή τους στην Ελλάδα. Για τις περιοχές που κηρύχθηκαν υπό κτηματογράφηση πριν τη δημοσίευση και έναρξη ισχύος του Ν. 3481/2006 (Α' 162), η αποκλειστική προθεσμία της περίπτωσης α' της παραγράφου αυτής είναι δώδεκα (12) ετών, εκτός εάν πρόκειται για το Ελληνικό Δημόσιο και για μόνιμους κατοίκους εξωτερικού ή μόνιμα εργαζόμενους στο εξωτερικό κατά τη λήξη της δωδεκαετούς αυτής προθεσμίας, για τους οποίους η προθεσμία άσκησης της αγωγής είναι δεκατέσσερα (14) έτη.
Για τα πρόσωπα των δύο τελευταίων κατηγοριών που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα κατά την τελευταία διετία της πενταετούς κατά τα άνω προθεσμίας, η προθεσμία για την άσκηση της αγωγής δεν συμπληρώνεται πριν από την πάροδο διετίας από την οριστική εγκατάστασή τους στην Ελλάδα. Η δε ημερομηνία έναρξης του Κτηματολογίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 2664/1998, όπως ισχύει ορίζεται για κάθε μία από τις κτηματογραφούμενες περιοχές με απόφαση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, αμέσως μετά την ολοκλήρωση των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία και την τήρηση των προβλεπομένων στη διάταξη αυτή διατυπώσεων.
Επί πλέον, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3 περ. α' Ν. 2664/1998, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 Ν. 4164/2013 , στην περίπτωση των αρχικών εγγραφών με την ένδειξη "άγνωστου ιδιοκτήτη" κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 9 , αντί της προβλεπόμενης στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου αγωγής, η διόρθωση μπορεί να ζητηθεί με αίτηση εκείνου που ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα, η οποία υποβάλλεται ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου και μέχρις ότου ορισθεί αυτός στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την κατάθεσή της και επί ποινή απαραδέκτου, η αίτηση αυτή κοινοποιείται από τον αιτούντα στο Ελληνικό Δημόσιο και εγγράφεται στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση της κύριας παρέμβασης. Εφόσον η αίτηση γίνει τελεσιδίκως δεκτή, διορθώνεται η εγγραφή.
Εάν η αίτηση απορριφθεί ως νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμη ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού. Η κατάθεση και κοινοποίηση, σύμφωνα με τα παραπάνω, της αίτησης για τη διόρθωση της εγγραφής διακόπτει την προθεσμία για την έγερση της αγωγής της παραγράφου 2.
Με την αίτηση της περίπτωσης α' μπορεί να ζητηθεί η διόρθωση της εγγραφής και στην περίπτωση που ο αιτών επικαλείται ως τίτλο κτήσης πράξη μεταγραπτέα κατά το άρθρο 1192 αρ. 1-4 ΑΚ , η οποία δεν έχει μεταγραφεί στο Υποθηκοφυλακείο. Στην περίπτωση αυτή, με την αίτηση ζητείται η διόρθωση της πρώτης εγγραφής και η καταχώρηση του δικαιώματος στο φερόμενο στο μη μεταγεγραμμένο τίτλο ως αποκτώντα, εφόσον συντρέχουν όλες οι κατά το ουσιαστικό δίκαιο προϋποθέσεις για την κτήση του δικαιώματος".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, όταν με αυτή φέρεται τούτο ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" επικαλούμενος ότι είναι κύριος αυτού ή δικαιούχος οποιουδήποτε άλλου εγγραπτέου στο Κτηματολόγιο δικαιώματος, θα επιτύχει τη διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής, με την άσκηση της σχετικής αιτήσεως ενώπιον του Κτηματολογικού δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου και μέχρι να ορισθεί, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου της περιφέρειας του ακινήτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Αντικείμενο της συγκεκριμένης δίκης είναι η διαπίστωση της υπάρξεως του εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος κατά την καταχώρηση της πρώτης εγγραφής και η διόρθωση της τελευταίας, σύμφωνα με αυτή τη διαπίστωση, χωρίς τη διάγνωση οποιουδήποτε αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "αγνώστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση αλλά έλλειψη διαπιστώσεως του υπάρχοντος δικαιώματος.
Συνεπώς, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας ζητείται μόνο η διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής και όχι η αναγνώριση της κυριότητας του αιτούντος, ανεξαρτήτως του ότι ερευνάται από το Δικαστήριο ως προϋπόθεση η ύπαρξη του επικαλούμενου δικαιώματος της κυριότητας για την αιτούμενη διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου.
Η ως άνω αίτηση δεν στρέφεται κατά ουδενός, το δε Ελληνικό Δημόσιο, όπως ο ΟΚΧΕ και οι Προϊστάμενοι των Κτηματολογικών Γραφείων στα πλαίσια των δικών της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν καθίστανται διάδικοι. Η διαδικασία διόρθωσης των ανακριβών πρώτων εγγραφών με την ένδειξη "αγνώστου ιδιοκτήτη" με αίτηση εκείνου που ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο δικαίωμα ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή και κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας με παράλληλη υποχρέωση κοινοποίησης της αίτησης στο Ελληνικό Δημόσιο προβλέφθηκε για πρώτη φορά με τον Ν. 3481/2006, λόγω της μεταβολής της αξιολογικής νομοθετικής αντίληψης ως προς τη φύση των ως άνω διαφορών, που δεν περιέχουν κατά κανόνα αμφισβήτηση, διότι από την εγγραφή υπέρ "αγνώστου ιδιοκτήτη" και μόνο, δεν δημιουργείται πραγματική ιδιωτική διαφορά μεταξύ συγκεκριμένων προσώπων και πάντως όχι μεταξύ του ενάγοντος και του ΟΚΧΕ, καθώς το αιτούμενο είναι η διαπίστωση του εγγραπτέου δικαιώματος του δικαιούχου.
Κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη εμπράγματου δικαιώματος, που προσβάλλεται με τις ανακριβείς πρώτες εγγραφές είναι αυτός της έναρξης του Εθνικού Κτηματολογίου σε μία περιοχή όπως καθορίζεται με σχετική απόφαση του ΟΚΧΕ και όχι αυτός της έγερσης της αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2. 1199 του ΑΚ και 12 παρ. 1 ζ' του Ν. 2664/1998 και επομένως κατά το χρονικό σημείο έναρξης του κτηματολογίου στη συγκεκριμένη περιοχή , το ανακριβώς ή μη καταχωρηθέν στις πρώτες εγγραφές εμπράγματο δικαίωμα, έχει ήδη περιέλθει στους κληρονόμους.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), οι γαίες στο Οθωμανικό Κράτος διαιρούνταν σε πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής κυριότητας (εραζίτ μεμλουκέ, "μούκλια", οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες) των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, δηλαδή γαίες εξουσιαζόμενες λόγω κυριότητας, β) τις δημόσιες γαίες (εραζίτ μιριγέ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (εραζίτ μεβκουφέ), δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (εραζίτ μετρουκέ, οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (εραζίτ μεβάτ, τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.
Στο οθωμανικό κράτος ολόκληρη η γη ήταν δημόσια εκτός από τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας που καθορίζονται στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου της 7ης Ραμαζάν και που παραχωρούνταν κατά κυριότητα σε ιδιώτες με αυτοκρατορικά (σουλτανικά) φιρμάνια (διατάγματα), ενώ δεν χωρούσε κατάλυση του χαρακτήρα της δημόσιας γης με κτητική παραγραφή (άρθρο 1248 ΟΘΝπΓαιών).
Μετά την απελευθέρωση με τις διατάξεις των πρωτοκόλλων της 3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστατίδων δυνάμεων από 4.6.1830, 19.6.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, καθώς και της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως διάδοχος στα δικαιώματα του Οθωμανικού Δημοσίου επί της γης. 'Ετσι οι δημόσιες γαίες και όσες άλλες ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο κατά τον ως άνω οθωμανικό νόμο περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς όμως από την διαδοχή αυτή να θιγούν τα αποκτηθέντα έως τότε εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα αποκτηθέντα κατά τον ίδιο οθωμανικό νόμο δικαιώματα εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί των δημοσίων γαιών.
Το ελληνικό Δημόσιο με τις παραπάνω ρυθμίσεις απέκτησε δυνάμει δικαιώματος πολέμου με αμάχητο τεκμήριο μόνον την κυριότητα εκείνων των ιδιοκτήτων γαιών, οι οποίες κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του έτους 1821 έως την 3.2.1830 είτε εγκαταλείφθηκαν από τους απελθόντες στο εξωτερικό οθωμανούς κυρίους τους και καταλήφθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, είτε δημεύθηκαν από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις.
Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με τη ρητή αναφορά στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22.3.1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμεναι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος του Κράτους" 'Ομως οι διατάξεις των ως άνω πρωτοκόλλων της 3-22/1.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 1/7 (19-8) 1830, της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, δια των οποίων περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, δικαιώματι πολέμου, οι αναφερόμενες σε αυτά γαίες, δεν έθιξαν τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας ("μούλκια") και τα δικαιώματα εξουσίασης ("τεσσαρούφ") τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο.
Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες. Και τούτο διότι τα νησιά αυτά, υπαχθέντα υπό την Οθωμανική κυριαρχία ειρηνικά κατόπιν συνθηκών συναφθεισών μεταξύ των μέχρι τότε Γενουατών ή Ενετών κατακτητών τους αφενός και του Σουλτάνου αφετέρου, δεν θεωρήθηκαν περιελθόντα στον Σουλτάνο, αλλά οι γαίες των νησιών αυτών, χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαρής ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.
Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο ουδέ κατεχόμενα από οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης (Α.Π, 200/1934, Α.Π. 466/1957, Α.Π. 1810/2009).
Τούτο , όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, για εκτάσεις που αφορούσαν στα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.
Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού.
Κράτους δια των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίσθηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το Ελληνικό Κράτος, χωρίς καμιά αποζημίωση. Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα "Βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (Ολ ΑΠ 1/2013, ΑΠ241/2021, ΑΠ 1228/2020, ΑΠ 749/2019, ΑΠ 27/2019):
Επίσης, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του ΒΔ της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από εκείνες οι οποίες πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας κατέχονταν νόμιμα από ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί οθωμανικοί τίτλοι "εξουσιάσεως" θα αναγνωρίζονταν από την Γραμματεία και Οικονομικών, κατόπιν υποβολής τους μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος που είχε ισχύ νόμου.
Από τις διατάξεις αυτές του ΒΔ της 17/29-11-1836 συνάγεται ότι , για τα δάση που δεν αναγνωρίσθηκαν, κατά την διαγραφόμενη ειδικότερα στο άρθρο 3 του ίδιου β.δ/τος διαδικασία, ως ιδιωτικά, δημιουργείται νόμιμο τεκμήριο ότι ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο. Προϋπόθεση όμως εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος (ΑΠ 303/2015, ΑΠ 975/2008).
Κατά δε το άρθρο 1 του Β.Δ. της 15-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λιβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την ελληνική επικράτεια και επομένως και σε αυτές που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχαν καταληφθεί από το Ελληνικό Δημόσιο στις Κυκλάδες, δεν καθιστά όμως ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά.
Σύμφωνα δε με τις έχουσες εφαρμογή, κατ' άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως ισχύος του Α.Κ. χρόνο, διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), διατάξεις του βυζαντινοραωμαϊκού δικαίου περί κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του ν.
της 21-6/3-7-1837, "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/18-5-1926 περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της ...", του άρθρου 60 του ν. ΣΟΖ'/1855 και του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. ΔΝΖ'/1912 προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί λιβαδιών του Δημοσίου από ιδιώτες, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής, πάνω στο ακίνητο με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτων, επί τριακονταετία μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915.
Επομένως η ανωτέρω διάταξη του β.δ/τος εισήγαγε μαχητό τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου για τα λιβάδια, ως προς το οποίο ισχύουν αναλογικά αυτά που ισχύουν για το αντίστοιχο τεκμήριο που αφορά στα δάση (ΟλΑΠ 75/1987, ΑΠ 987/2017, ΑΠ 1921/2014, ΑΠ 266/2010, ΑΠ 471/2008). Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013).
Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 148/2020 ΑΠ 50/2020, ΑΠ 571/2017, ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1103/2011).
Λόγοι αναίρεσης ιδρύονται επίσης: α) από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, β) από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μεταξύ άλλων, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως.
Επιπροσθέτως, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπου ισχύει το ανακριτικό σύστημα που καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει στην ειδική αυτή διαδικασία λόγω της απλότητας και της συντομίας από την οποία κυριαρχείται, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος και ότι το δικαστήριο ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάσσει αυτεπαγγέλτως κάθε τι που κατά τη κρίση του είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων.
Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανωτέρω ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης έρευνας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Το ανακριτικό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για τη λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού αυτό μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης.
Συνεπώς κατά την εκούσια διαδικασία δεν ιδρύονται οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 8, 11 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 976/2020, ΑΠ 528/2017, ΑΠ 560/2016, ΑΠ 769/2015, ΑΠ 1392/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης 26/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και των διαδικαστικών εγγράφως προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 27.9.2013 αίτησή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου, την οποία κοινοποίησε προς το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, εξέθετε, ότι είχε καταστεί με παράγωγο τρόπο κυρία (συγκυρία) κατά τα αντίστοιχα ποσοστά 6,25% και 12,50% εξ αδιαιρέτου των περιγραφομένων σε αυτήν ακινήτων που βρίσκονται στη ..., το ένα στη θέση "..." ή "..." και το άλλο στη θέση "..." ή "..." και συγκεκριμένα με κληρονομική διαδοχή, αποδεχόμενη με την ...
δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Πειραιώς, Θεοφανώς Σχοινοχωρίτου, την καταληφθείσα σ'αυτήν κληρονομιά με την νομίμως δημοσιευθείσα ... δημόσια διαθήκη του αποβιώσαντος την 9.12.1993 συζύγου της και επικουρικά με πρωτότυπο τρόπο με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία, ως νεμόμενη αυτά κατά τα αντίστοιχα εξ αδιαιρέτου ποσοστά και διάνοια συγκυρίας και καλή πίστη, συνεχώς και αδιαταράκτως, από της επαγωγής σε αυτήν της κληρονομιάς, οπότε παρέλαβε τη νομή τους, μέχρι και το χρόνο άσκησης της αίτησης, ασκώντας τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους, όπως προηγουμένως και οι αναφερόμενοι δικαιοπάροχοι της (άμεσος, απώτεροι και απώτατοι), οι οποίοι τα νέμονταν και τα κατείχαν από το έτος 1891.
Επικαλούμενη δε ότι, κατά τη κτηματογράφηση της περιοχής και κατά τον κρίσιμο χρόνο των πρώτων εγγραφών για τα ακίνητα, που βρίσκονται στη νήσο Σύρο, τα εν λόγω ακίνητα καταχωρήθηκαν στα οικεία Κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ... ως αυτοτελή γεωτεμάχια, με αντίστοιχους αριθμούς ..., εκτάσεως 3.101 τ.μ.
και ... εκτάσεως 2.341 τ.μ., και ενώ οι υπόλοιποι συγκύριοι υπέβαλαν σχετικές δηλώσεις ιδιοκτησίας, η ίδια, από παραδρομή δεν υπέβαλε τέτοιες δηλώσεις με συνέπεια τα αντίστοιχα εξ αδιαιρέτου ποσοστά της 6,25% και 12,50% επί των ως άνω ακινήτων να έχουν καταχωρηθεί εσφαλμένα στα εν λόγω κτηματολογικά φύλλα ως "ιδιοκτησία αγνώστου", ζήτησε να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά της επί των ως άνω ακινήτων και να διαταχθεί, η διόρθωση της εν λόγω ανακριβούς πρώτης εγγραφής ώστε στο οικείο κτηματολογικό φύλλο από το εσφαλμένο "αγνώστου ιδιοκτήτη" να αναγραφεί το ορθό δηλαδή το σχετικό δικαίωμα συγκυριότητάς της επί των συγκεκριμένων ακινήτων, με αιτία κτήσης κληρονομιά και τίτλο κτήσης την ως άνω 14.696/28.9.2012 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Πειραιώς, Θεοφανώς Σχοινοχωρίτου.
Στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε με την παραπάνω αίτηση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 19.1.2014 κύρια παρέμβασή του, την οποία απηύθυνε κατά της αιτούσας , ισχυριζόμενο ότι τα ανωτέρω ακίνητα αποτελούσαν διαχρονικά χορτολιβαδικής μορφή έκταση που περιήλθε στην κυριότητα και κατοχή του ως ανήκουσα στην κατηγορία των δημοσίων γαιών κατά τον Οθωμανικό νόμο και ως τέτοια περιήλθε στην κυριότητά του κατά διαδοχή της οθωμανικής αυτοκρατορίας, δυνάμει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου δικαιώματι πολέμου άλλως βάσει του άρθρου 1 του Β.Δ/τος της 3/15.12.1833, ως λιβάδι, ή βοσκότοπος, για την επικαρπία του οποίου δεν έχει εκδοθεί επί Τουρκοκρατίας έγγραφο (ταπί) και εξ αυτού του λόγου το ίδιο έχει δικαίωμα κυριότητας, άλλως ότι η επίδικη έκταση κατελήφθη από της συστάσεως το ελληνικού κράτους από αυτό ως αδέσποτη και τέλος με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία από της συστάσεως του ελληνικού κράτους και μετέπειτα, καθόσον από τότε επιλήφθηκε της νομής του βάσει των συνθηκών και πρωτοκόλλων αναγνωρίσεως του ελληνικού κράτους και εξακολούθησε να την ασκεί μέχρι τη συμπλήρωση του νόμιμου χρόνου, ζήτησε να αναγνωρισθεί αυτό αποκλειστικός κύριος των επίδικων ακινήτων με ...
και ... εκτάσεως να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο οικείο κτηματολογικό φύλλο και διάγραμμα ώστε αντί της ανακριβούς εγγραφής "άγνωστος ιδιοκτήτης" να καταχωριστεί το ίδιο κύριος τούτου. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου δικάζοντας κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας επί της αιτήσεως και της κυρίας παρεμβάσεως, με την 226ΕΜ/2014 απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμα τα αιτήματα τούτων περί αναγνώρισης κυριότητας της αιτούσας και του Ελληνικού Δημοσίου επί του επίδικου ακινήτου, με την αιτιολογία ότι το αίτημα αυτό προϋποθέτει αμφισβήτηση του σχετικού δικαιώματος της κυριότητας από τρίτο, ενώ στην προκειμένη διαδικασία (εκούσια) δεν νοείται τέτοια αμφισβήτηση.
Επίσης απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα της κύριας παρέμβασης, για διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής "άγνωστος ιδιοκτήτης" του ακινήτου με ΚΑΕΚ ... στο οικείο κτηματολογικό φύλλο και διάγραμμα ώστε να καταχωριστεί το ίδιο κύριος αυτού, με την αιτιολογία ότι με αυτή ζητείται η επιδίκαση πλέον του αντικειμένου της από 27.9.2013 αίτησης.
Στη συνέχεια, ως προς το παρεπόμενο αίτημα για διόρθωση της αρχικής εγγραφής των κτηματολογικών βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου ..., δέχθηκε εν μέρει την αίτηση ως κατ'ουσία βάσιμη και διέταξε τη διόρθωση αυτή ώστε αντί της εσφαλμένης καταχώρισης "άγνωστος ιδιοκτήτης" να καταχωριστεί η αιτούσα ως συγκυρία αυτών κατά τα αναφερόμενα ως άνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας, ενώ απέρριψε την κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση από το Ελληνικό Δημόσιο, μόνο ως προς την ουσιαστική παραδοχή της άνω αίτησης της αιτούσας και την απόρριψη της κυρίας παρεμβάσεώς του, αναφορικά με το επίδικο ακίνητο με ..., που βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." του Δημοτικού Διαμερίσματος ... του Δήμου .... Επί της εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 28/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου με την οποία έγιναν δεκτά ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Το επίδικο με ...
ακίνητο είναι ένα γεωτεμάχιο, εμβαδού 3.101 τμ που βρίσκεται στη θέση ..." ή "..." του Δημοτικού Διαμερίσματος ..., του Δήμου ... και κατά το κτηματολογικό του διάγραμμα συνορεύει με τα ... ακίνητα και με τα ΚΑΕΚ ... δημόσια κτήματα. Εξάλλου, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο κτηματολογικό φύλλο του εν λόγω ακινήτου στην εν λόγω περιοχή δεν έχει συνταχθεί πράξη οριοθέτησης αιγιαλού και παραλίας, το σύνολο του ως άνω ακινήτου διεκδικείται από το Ελληνικό Δημόσιο (Διεύθυνση Δασών Ν.
Κυκλάδων), κατά δε τις αρχικές και μεταγενέστερες διορθωτικές εγγραφές, ως συγκύριοι αυτού έχουν καταχωρισθεί τα ακόλουθα πρόσωπα: 1) Η Α. Δ. του Ι. κατά ποσοστό 3,75% εξ αδιαιρέτου με τίτλο κτήσης την κληρονομιά, δυνάμει των νόμιμα μεταγραφέντων ... και ... συμβολαίων αποδοχής κληρονομιάς ..., 2) η Φ. Δ. του Ι. κατά ποσοστό 3,75% εξ αδιαιρέτου, με τίτλο κτήσης την κληρονομιά, δυνάμει των νόμιμα μεταγραφέντων ...
και ... συμβολαίων αποδοχής κληρονομιάς ..., 3) η Μ. χήρα Σ. Γ., το γένος Α. Κ., κατά ποσοστό 10,94% εξ αδιαιρέτου, με τίτλο κτήσης την κληρονομιά δυνάμει των νόμιμα μεταγραφέντων ... και ... και ... συμβολαίων αποδοχής κληρονομιάς... 4) η Α. Α. Σ. ... κατά ποσοστό 66,15% εξ αδιαιρέτου, δυνάμει των νόμιμα μεταγραφέντων ... και ...
και ... συμβολαίων δωρεάς και γονικής παροχής και αποδοχής κληρονομιάς αντίστοιχα... 5) η Θ. - Μ. Σ. .. κατά ποσοστό 1,15% εξ αδιαιρέτου με τίτλο κτήσης την κληρονομιά, δυνάμει του ... συμβολαίου αποδοχής κληρονομιάς... 6) ο Π. - Θ. Σ.... κατά ποσοστό 1,14% εξ αδιαιρέτου με τίτλο κτήσης την κληρονομιά, δυνάμει του 13.413/ 21-12-2011 συμβολαίου αποδοχής κληρονομιάς... 7) η Α.
Λ. Κ.... κατά ποσοστό 3,44 εξ αδιαιρέτου, με τίτλο κτήσης την κληρονομιά, δυνάμει του 13.413/ 21-12-2011 συμβολαίου αποδοχής κληρονομιάς...8) η Λ. συζ. Ι. Δ.... κατά ποσοστό 1,71% εξ αδιαιρέτου δυνάμει του ... συμβολαίου αποδοχής κληρονομιάς ... και 9) η Ά. συζ. Γ. Α. ... κατά ποσοστό 1,72% εξ αδιαιρέτου, με τίτλο κτήσης την κληρονομιά δυνάμει του 13.415/21-12-2011 συμβολαίου αποδοχής κληρονομιάς ...
Κατά το υπόλοιπο ποσοστό 6,25% εξ αδιαιρέτου το ως άνω ακίνητο έχει καταχωρισθεί ως "αγνώστου ιδιοκτήτη". Ωστόσο, βάσει των προσκομιζομένων τίτλων κτήσης συγκυρία του ακινήτου αυτού κατά το παραπάνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό, φέρεται ότι είναι η αιτούσα. Ειδικότερα: Στις 9-12-1993 απεβίωσε, στον Πειραιά, όπου και κατοικούσε όσο ζούσε, ο σύζυγος της αιτούσας, Λ.
Κ. του Α. και της Α. (γεννηθείς στη ... το έτος 1913), ο οποίος με την ... δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε από τη συμβολαιογράφο... και δημοσιεύτηκε νόμιμα με το... 2/7-1-1994 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, εγκατέστησε ως μοναδική κληρονόμο του την αιτούσα σύζυγο του. Στην κληρονομιαία περιουσία του περιλαμβάνονταν και το 1/16 (6,25%) εξ αδιαιρέτου του επιδίκου με ...
ακινήτου, το οποίο είχε περιέλθει σ'αυτόν από κληρονομιά του αποβιώσαντος στις31-1-1985, χωρίς διαθήκη, αδελφού του Ιωάννη Α. Κ. (στον οποίο ανήκε ποσοστό 1/2 ή 8/16 εξ αδιαιρέτου εκ του ακινήτου αυτού) υπό την ιδιότητα του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου αυτού. Τίτλος κτήσης του άνω κληρονομούμενου Ι. Κ., ήταν το υπ'αριθμόν ...
συμβόλαιο διανομής, του συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα, στις 17-10-1980..., με το οποίο, μετά από διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος, χωρίς διαθήκη, στη ..., όπου και κατοικούσε, στις 18-11-1965, πατέρα του Α. Κ. του Λ. (την οποία κληρονομιά αυτός αποδέχθηκε, κατά το ιδανικό του μερίδιο 3/36 εξ αδιαιρέτου με την... 11.483/10-10-1980 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ...
που μεταγράφηκε νόμιμα, στις 17-10-1980 ..., ενώ οι λοιποί συγκληρονόμοι με τη νόμιμα μεταγραφείσα, στις 21-8-1967... δήλωση αποδοχής κληρονομίας ... σε συνδυασμό με τη, νόμιμα μεταγραφείσα υπ'αριθμ ... διορθωτική δήλωση αποδοχής κληρονομίας... περιήλθε σε αυτόν το 1/2 εξ αδιαιρέτου (το υπόλοιπο 1/2 περιήλθε στην Ε. συζ.
Κ. Σ., το γένος Α. Κ.), του εν λόγω ακινήτου, περιγραφομένου ως: "μια σκληρή, κειμένη στη θέση "..." του χωρίου Βάρη της Σύρου, εκτάσεως ενός και ημίσεος (1 και 1/2) στρέμματος, συνορευόμενη με το ανωτέρω υπ'αριθμόν (2) κτήμα της ίδιας κληρονομιάς, ήτοι με μία σκληρή - σκληροχώραφο (διαιρούμενη δια δύο αμαξιτών οδών σε τρία τεμάχια, συνολικής έκτασης 13 στρεμμάτων) και με κτήματα, Μ.
Ι. Κ., Λ. Λ. Κ. και με θάλασσα" (σε σχέση με τα ως άνω όρια πρέπει να αναφερθεί ότι και σήμερα το επίδικο συνορεύει με ακίνητο κληρονόμων Κ. - το ΚΑΕΚ ... - με ακίνητο Ε. Ρ., Γ. Κ. και Λ. Κ. - το ΚΑΕΚ ... ακίνητο - και με αιγιαλό). Τίτλος κτήσης του ως άνω κληρονομούμενου Α. Κ. του Λ. ως προς το παραπάνω ακίνητο, είναι το ......
αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ... που μεταγράφηκε νόμιμα, στις 4-5-1942... με το οποίο ο Μ. Κ.ς του Ι. πώλησε και μεταβίβασε σ'αυτόν (Α. Λ. Κ.) το εν λόγω ακίνητο, που περιγράφεται στο συμβόλαιο αυτό ως "μία σκληρή, κειμένη στη θέση "..." της ..., της περιφέρειας Κοινότητας ... της Σύρου, εκτάσεως ενός και ημίσεος (1 και 1/2 στρέμματος, συνορευόμενη γύρωθεν με κτήματα, του ιδίου Μ.
Ι. Κ., Α. Λ. Κ., Λ. Λ. Κ. και θάλασσα" (πρόκειται για τα ίδια όρια με το άνω συμβόλαιο διανομής). Τίτλος κτήσης του ως άνω πωλητή Μ. Ι. Κ. είναι το... ... προικοσύμφωνο... που μεταγράφηκε νόμμα, στις 5-7-1930, ... με το οποίο ο πατέρας του, Ι. Λ. Κ.ς, μεταβίασε σ'αυτόν λόγω προίκας το εν λόγω ακίνητο, που περιγράφεται ως: "ένα χωράφι, κείμενο στη θέση "...", μετά σκληρής εκτάσεως του χωραφιού τριών στρεμμάτων, της δε σκληρής οιασδήποτε εκτάσεως είναι, πλησιάζοντα με κτήματα, Α.
Λ. Κ., Λ. Λ.Κ. και Ιωάννη Λ. Κ.". Τίτλος του άνω προκοδότη Ιωάννη Λ. Κ., είναι το... ... συμβόλαιο διανομής..., που μεταγράφηκε νόμιμα, στις 28-7-1899...., με το οποίο το ακίνητο που, μεταξύ άλλων, έλαβε από τη διανομή, περιγράφεται ως: "το μέσα μέρος του επάνω χωραφιού, κείμενο στη θέση "...", εκτάσεως μιας και ημίσειας ημέρας ζευγαριάς πλησίον Λ.
Κ., Ι. Μ. Ρ. και παραθαλάσσιον". Στο ίδιο συμβόλαιο αναφέρεται ότι οι "εμφανισθέντες Γ. Λ. Κ.ς, Λ. Λ. Κ.ς, Ν. Λ. Κ.ς, Μ. Λ. Κ.ς, Ι. Λ. Κ.ς και Μ. Λ. Κ., άπαντες κάτοικοι του χωρίου ... της Σύρου.... ητήσαντο τη σύνταξη του παρόντος δι' ου εξέθεσαν τα εξής: Ότι ο αδιαθέτως αποβιώσας πατήρ των, Λ. Κ.ς, εγκατέλειπεν διάφορα ακίνητα κτήματα, κείμενα κατά την περιφέρεια του χωρίου ...
της Σύρου, λεπτομερώς και ακριβώς κατωτέρω περιγραφόμενα, και των οποίων κτημάτων είναι τούτοι κύριοι και κάτοχοι κατά το 1/6 εξ αδιαιρέτου επί του ημίσεως αυτών, κατά δε το έτερον ήμισυ, κατά το εν Άνω Σύρω επικρατούν παλαιό και αδιάκοπο περί κοινοκτημοσύνης έθιμον, είναι κυρία η μήτηρ αυτών, Φ. Λ. Κ., ήτις όμως μήτηρ των εδωρήσαντο αυτοίς το εν λόγω ήμισυ των κτημάτων τούτων, δια δωρεάς εν ζωή και αμετακλήτου, διά του ... 1011 σημερινής χρονολογίας δωρητηρίου εγγράφου, ενώπιον μου συνταχθέντος, καταστάντων ούτω των ειρημένων συμβαλλομένων κυρίων των ανωτέρω κτημάτων έκαστος κατά το 1/6 επί του όλου αυτών ...".
Επίσης αναφέρεται, ως προς τα διανεμηθέντα κτήματα στην εν λόγω θέση και ότι: " ...Α) ο Λ. Λ. Κ.ς λαμβάνει την πλήρη κυριότητα του και κατοχή....8) Το χωράφιο εις θέσιν ...... εκτάσεως μιάς ημέρας ζευγαριάς, πλησίον... και παραθαλάσσιον....Β) Ο Μ. Λ. Κ.ς λαμβάνει...6) το χωράφι εις θέσιν ..., εκτάσεως μιας και ημισείας ημέρας ζευγαριάς, πλησίον Λ.
Λ. Κ., Ι. Μ. Ρ. και Λ. Κ....Γ) Ο Γ. Λ. Κ.ς λαμβάνει...6) Τα μέσα χωράφια εις θέσιν ..., το κάτω μέρος εκτάσεως μιας και ημισείας ημέρας ζευγαριάς πλησίον Λ. Λ. Κ. και παραθαλάσσιον... Τέλος, η αιτούσα με την ... ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς ...., που καταχωρίστηκε... στο κτηματολογικό φύλλο του εν λόγω με ΚΑΕΚ ... ακινήτου με αριθμό 1074/16-12-2013, αποδέχθηκε την επαχθείσα σ'αυτή άνω κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 9-12-1993, συζύγου της, Λ.
Κ. του Α., αλλά και για λογαριασμό του τελευταίου την επαχθείσα σ'αυτόν κληρονομιά του προαποβιώσαντος αδελφού του Ι. Κ. του Α.. Στην εν λόγω δε πράξη το ακίνητο αυτό περιγράφεται ως: "ένα αγροτεμάχιο, που βρίσκεται εκτός ορίων οικισμού ... και δεν περιέχει κανένα κτίσμα, στη θέση "..." ή "...", στην περιφέρεια της Δημοτικής Κοινότητας ...
Δημοτικής Ενότητας Ποσειδωνίας, Δήμου ...,... έχει έκταση 3.100 τμ και εμφαίνεται περιμετρικά με..., στο με ημερομηνία 7-4-1992... τοπογραφικό διάγραμμα..., το οποίο προσαρτάται στην με αριθμό ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς...., το οποίο φέρει την υπεύθυνη δήλωση του Ν. 651/1977, σύμφωνα με την οποία το ως άνω ακίνητο βρίσκεται εκτός οικισμού, αλλά εντός της Ζ.Ο.Ε. 5, που περιγράφεται στο ΦΕΚ 339Δ7 2-6-1989 και δεν είναι άρτιο, ούτε οικοδομήσιμο...".
Συνεχίζοντας το Μονομελές Εφετείο Αιγαίου διαλαμβάνει στην 28/2018 προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Από την παραπάνω διαδοχή τίτλων προκύπτει ότι οι άνω δικαιοπάροχοι της αιτούσας (άμεσος και απώτεροι) διατηρούσαν διαχρονικά στην περιοχή, τουλάχιστον από το έτος 1873, την επίδικη ιδιοκτησία, χωρίς ουσιώδεις αποκλίσεις ως προς την περιγραφή της από τίτλο σε τίτλο και με σταθερές αναφορές του κάθε τίτλου στους χρονικά προγενέστερούς του, γεγονός που πιστοποιεί την αδιάτρητη συνέχεια τους.
Από την ακολουθία αυτή των τίτλων προκύπτει ότι δεν υπάρχουν ουσιώδεις διαφοροποιήσεις, ούτε ως προς τους κατονομαζόμενους όμορους ιδιοκτήτες, γεγονός που πιστοποιεί την αδιάβλητη ιστορική συνέχεια της εν λόγω ιδιοκτησίας, όπως αυτή περιγράφεται στους ανωτέρω τίτλους, η οποία μάλιστα περιβάλλεται, σύμφωνα με τους τίτλους από άλλες ιδιοκτησίες ιδιωτών και μόνο νότια-νοτιοανατολικά, με βραχώδη γκρεμό, πέραν του οποίου η θάλασσα.
Ειδικότερα: α) Από τον αρχικό τίτλο που είναι το... ... συμβόλαιο διανομής, προκύπτει ότι ο Λ. Κ.ς διατηρούσε στην εν λόγω θέση μια ευρύτερη ιδιοκτησία, την οποία, με το άνω συμβόλαιο διάνειμαν οι προαναφερόμενοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του... και έτσι εκ της ιδιοκτησίας αυτής περιήλθαν: στον Λ. Λ. Κ. και "το χωράφιο εις θέσιν ......
εκτάσεως μιάς ημέρας ζευγαριάς πλησίον Τ. Β., Λ. Τ. Κ. και παραθαλάσσιον", στον Μ. Λ. Κ. και "το χωράφι εις θέσιν ..., εκτάσεως μιας και ημισείας ζευγαριάς, πλησίον Λ. Λ. Κ., Ι. Μ. Ρ. και Λ. Κ.", στον Γεώργιο Λ. Κ. και "τα μέσα χωράφια εις θέσιν ..., το κάτω μέρος, εκτάσεως μιας και ημισείας ημέρας ζευγαριάς, πλησίον Λ. Λ. Κ.
και παραθαλάσσιον..." και στον απώτατο δικαιοπάροχο της αιτούσας Ιωάννη Λ. Κ. και "το μέσα μέρος του επάνω χωραφιού κείμενο στη θέση "...", εκτάσεως μιας και ημίσειας ημέρας ζευγαριάς πλησίον Λ. Κ., Ι. Μ. Ρ. και παραθαλάσσιον" β) Από τον επόμενο τίτλο, που είναι το ...30.465/28-6-1930 προικοσύμφωνο συμβόλαιο, προκύπτει ότι, ο άνω Ι.
Λ. Κ.ς, μεταβίβασε στο γιό του Μ. Κ. του Ιωάννη, το εν λόγω ακίνητο, περιγραφόμενο ως: "ένα χωράφι κείμενο στη θέση "..." μετά σκληρής, εκτάσεως του χωραφιού τριών στρεμμάτων, ης δε σκληρής οιασδήποτε εκτάσεως είναι πλησιάζοντα με κτήματα Α. Λ. Κ., Λ. Λ. Κ. και Ιωάννη Λ. Κ.". Αναφέρεται επίσης και ότι "άπαντα τα ως άνω ακίνητα κτήματα περιήλθαν στον προικοδότη δυνάμει του... 1012/1899 συμβολαίου εξωδίκου διανομής..." και ότι "συνομολογείται εν τέλει ρητώς μεταξύ των συμβαλλομένων ότι ο προικοδότης ενόσω ζει, θα έχει τη χρήση και κάρπωσι της εν τω δευτέρου των ως άνω κτημάτων, του χωραφιού εις θέσιν "..." κειμένης σκληρής και μόνο μετά το θάνατο του τα δικαιώματα τούτων τα επί της σκληρής θα μεταβιβαστούν στον προικολήπτη".
γ) Από τον επόμενο τίτλο που είναι το... ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, προκύπτει ότι, ο άνω Μ.ς Ι.Κ.ς, πούλησε στον Α. Λ. Κ., εκ του άνω ακινήτου μόνο τη "σκληρή, κείμενη στη θέση "..." της ..., της περιφέρειας της Κοινότητας ... της Σύρου, εκτάσεως ενός και ημίσεος (1 και 1/2 ) στρέμματος, συνορευόμενη γύρωθεν με... και θάλασσα, περιελθούσα αυτώ δυνάμει του... 30465/1930 προικοσυμφώνου".
Έτσι, δυνάμει των άνω τίτλων, περιήλθαν στον εν λόγω Α. Λ. Κ., στην εν λόγω θέση "..." τα ακόλουθα ακίνητα: η επίδικη σκληρή εκτάσεως 1 και στρέμματος (δυνάμει του προαναφερόμενου ...... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου και το όμορο σκληροχώραφο (εκ δωρεάς παρά των γονέων του, με το 4713/5-10-1908 προικοσύμφωνο). Τούτα πιστοποιούνται από τα ακόλουθα:
Ο άνω Α. Λ. Κ.ς, απεβίωσε χωρίς διαθήκη, στις 18-11-1965, και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του και τα τέκνα του κατά 3/36 εξ αδιαιρέτου το καθένα) Α. συζ. Γ. Β., Λ. Α. Κ., Μ. συζ. Σ. Γ., Ε. συζ. Κ. Σ., Ε. συζ. Φ. Ρ., Α.θυγ. Α. Κ., Γ. Α. Κ., Α. θυγ. Α. Κ. και Ι. Α. Κ., οι οποίοι (πλην του τελευταίου) αποδέχθηκαν την κληρονομιά αυτού, με την με αριθμό ...
δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, ..., που μεταγράφηκε... στην οποία τα εν λόγω ακίνητα περιγράφονται ως ακολούθως: "...2) Ενός σκληροχωραφίου, κειμένου εις θέσιν ... της ..., διαιρουμένου δια δύο αμαξιτών οδών εις τρία τεμάχια, εκτάσεως τριών ημερών ζευγαριάς, συνορευομένου με κτήματα κληρονόμων Α. Κ., Α. Μ. Κ., Μ.υ Κ.
και με δημοσίας οδούς... ώντινων ακινήτων κτημάτων ήτο κύριος εξ ολοκλήρου ο άνω αποβιώσας , Α. Λ. Κ.ς εκ δωρεάς εν ζωή παρά των γονέων του, δυνάμει του... 4713/5-10-1908 προικοσυμφώνου συμβολαίου, ...μεταγεγραμμένου ...13) Μιας σκληρής, κειμένης εις θέσιν ... του χωρίου ..., εκτάσεως 1 και 1/2 στρέμματος, πλησιάζοντος με κτήματα Μ.
Ι. Κ., Λ. Κ., με έτερο κτήμα της ίδιας κληρονομιάς και με θάλασσα, περιελθούσης στον άνω θανόντα δικαιοπάροχο, δυνάμει του ... 2325/24-4-1942 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου". Ο δε άνω συγκληρονόμος Ι. Α. Κ.ς, αποδέχθηκε την κληρονομιά αυτή (κατά ποσοστό 3/36 εξ αδιαιρέτου) με την με αριθμό 11.483/10-10-1980 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς....
στην οποία περιγράφεται ως "....2) Μιας σκληρής κείμενης εις θέσιν ... της ... Σύρου, διαιρουμένης δια δύο αμαξιτών οδών εις τρία τεμάχια, εκτάσεως δεκατριών (13 στρεμμάτων, συνορευόμενης με έτερον κτήμα της ίδιας κληρονομιάς και με κτήματα Α. Μ. Κ., Μ.υ Κ. και με δημοσίας οδούς... ώντινων ακινήτων κτημάτων ήτο κύριος εξ ολοκλήρου ο άνω αποβιώσας, Α.
Λ. Κ.ς εκ δωρεάς εν ζωή παρά των γονέων του, δυνάμει του... 4713/5-10-1908 προικοσυμφώνου συμβολαίου, ... μεταγεγραμμένου ...9) Μιας σκληρής, κειμένης εις θέσιν ... του χωρίου ..., εκτάσεως 1 και 1/2 στρέμματος, συνορευόμενης με το ανωτέρω υπ'αριθμόν (2) κτήμα της ίδιας κληρονομιάς, με κτήματα Μ. Ι. Κ., Λ. Λ. Κ., και με παραλία, περιελθούσης στον άνω θανόντα δικαιοπάροχο, δυνάμει του ... 2325/24-4-1942 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου", δ) Τέλος, με το .... ...
συμβόλαιο διανομής, περιήλθε στον άνω Ι. Κ. του Α., το 1/2 εξ αδιαιρέτου (το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου περιήλθε στην Ε. συζ. Κ. Σ. το γένος Α. Κ.) του εν λόγω επίδικου ακινήτου, περιγραφόμενου ως ..." ακολουθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια ως άνω περιγραφή των ακινήτων και επακολουθούν τα εξής: "... Γ) Ο Ι. Α. Κ.ς, δια την αναλογούσα σε αυτόν μερίδα λαμβάνει:
I) Το έτερον ήμισυ (1/2) επί του όλου και εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω υπ'αριθμόν 10 κτήματος (κληρής) στη θέση ..., εκτάσεως ενός και ημίσεος στρέμματος, πλησίον κτημάτων Λ. Λ. Κ., Α. Α. Κ., Ρ. Δ. και με θάλασσα". Με το ίδιο δε συμβόλαιο διανομής το όμορο και αναφερόμενο από τον αριθμό (2) ακίνητο ... Σε σχέση δε με τα ως άνω όρια πρέπει να αναφερθεί ότι και σήμερα, σύμφωνα με το απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος, σε συνδυασμό με το από 7-4-1992 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, Ε.
Φ., το επίδικο ακίνητο συνορεύει με ακίνητο κληρονόμων Λ. Κ. - το ΚΑΕΚ ... - με ακίνητο Ε. Ρ., Γ. Κ. και Λ. Κ. - το ΚΑΕΚ ... - με ακίνητο Α. Δ. - το ΚΑΕΚ ... και .... Επί πλέον πρέπει να επισημανθεί ότι οι άνω τίτλοι δεν συνοδεύονται από τοπογραφικά διαγράμματα, το πρώτο δε συνταχθέν είναι το με ημερομηνία 7-4-1992 τοπογραφικό διάγραμμα, του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού..., το οποίο προσαρτήθηκε αρχικά στην με αριθμό ...
πράξη αποδοχής κληρονομίας... και μετέπειτα σε όλες τις προσκομιζόμενες αποδοχές, σύμφωνα με το οποίο έχει έκταση 3.100 τμ, βρίσκεται εκτός οικισμού, αλλά εντός της ζώνης Ζ.Ο.Ε. 5 που περιγράφεται στο ΦΕΚ 339Δ72-6-1989 και δεν είναι άρτιο, ούτε οικοδομήσιμο, ενώ κατά τις μετρήσεις και καταχωρήσεις του Κτηματολογίου έχει έκταση 3.101 τμ.
Η σταθερή δε διαχρονική παρουσία της επίδικης ιδιοκτησίας στην περιοχή, με την παραπάνω γεωμετρική ταυτότητα και μορφολογία, προκύπτει εναργώς από τη θέση και ταυτοποίησή της έναντι των αναφερομένων σε όλους τους άνω τίτλους κτήσης περιμετρικών των ορίων. Αναφορικά δε με την έκταση και τη μορφή του επιδίκου προκύπτουν τα ακόλουθα:
ο απώτατος δικαιοπάροχος της αιτούσας Λ. Κ.ς διατηρούσε, τουλάχιστον από το έτος 1873, όπως προαναφέρθηκε, στην εν λόγω θέση μια ευρύτερη ιδιοκτησία, αποτελούμενη από σκληροχώραφα, την οποία οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι (τέκνα του) διένειμαν, με το ... ... συμβόλαιο διανομής στο οποίο τα αντίστοιχα τμήματα περιγράφονται ως: "χωράφιο εις θέσιν ......
εκτάσεως μιάς ημέρας ζευγαριάς" (που περιήλθε στον Λ. Λ. Κ.), "χωράφι εις θέσιν ..., εκτάσεως μίας και ημίσεος ημέρας ζευγαριάς" (που περιήλθε στον Μ. Κ.), "τα μέσα χωράφια εις θέσιν ..., το κάτω μέρος, εκτάσεως μιας και ημισείας ημέρας ζευγαριάς" (που περιήλθε στον Γεώργιο Λ. Κ.) και "το μέσα μέρος του επάνω χωραφιού, κείμενο εις θέση "...", εκτάσεως μιας και ημίσειας ημέρας ζευγαριάς" (που περιήλθε στον απώτατο δικαιοπάροχο της αιτούσας Ι.
Κ.). Στον επόμενο τίτλο που είναι το ... 30.465/28-6-1930 προικοσύμφωνο συμβόλαιο (με το οποίο ο ως άνω Ι. Λ. Κ.ς μεταβίβασε στο γιό του, Μ. Κ. του Ιωάννη, το εν λόγω ακίνητο) περιγράφεται ως: "ένα χωράφι κείμενο στη θέση "...", μετά σκληρής, εκτάσεως του χωραφιού τριών στρεμμάτων, της δε σκληρής οιασδήποτε εκτάσεως είναι" και επί πλέον αναφέρεται ότι, "ο προικοδότης, ενόσω ζει θα έχει τη χρήση και κάρπωσι της εν τω δευτέρω των ως άνω κτημάτων, του χωραφιού εις θέσιν "..." κειμένης σκληρής και μόνο μετά το θάνατο του τα δικαιώματα τούτων τα επί της σκληρής θα μεταβιβαστούν στον προικολήπτη".
Στη συνέχεια, με το ... ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ο Μ.ς Ιωάννου Κ.ς, πούλησε στον Α. Λ. Κ., εκ του άνω ακινήτου μόνο τη "σκληρή, κειμένη στη θέση "..." της ..., της περιφέρειας της Κοινότητας ... της Σύρου, εκτάσεως ενός και ημίσεος (1 και 1/2) στρέμματος". Εκ των ανωτέρω τίτλων προκύπτει αφ' ενός η αδιάβλητη μέχρι και σήμερα μορφή του επιδίκου ως "σκληρής" και αφ' ετέρου η έκτασή του, που παρ' ότι δεν αναφέρεται στους αρχικούς τίτλους (η πρώτη αναφορά γίνεται στο ... 2325/15-4-1942 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο" ως εκτάσεως ενός και ημίσεος (1 και 1/2) στρέμματος" πιστοποιείται από τη θέση και ταυτοποίησή του έναντι των αναφερομένων σε όλους τους τίτλους κτήσης ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων και της υπάρχουσας νότια βραχώδους ακτής.
Πρέπει δε να επισημανθεί ότι, κατά την επίσημη επιστημονική άποψη που στηρίζεται σε αυθεντικές πηγές των Κυκλάδων ..., το μέγεθος της ζευγαριάς ως μονάδας μέτρησης της επιφάνειας των χωραφιών της εν λόγω περιοχής αποτελούσε συνάρτηση διαφόρων παραγόντων, όπως της ποιότητας του εδάφους κλπ., (βλ. επίσης, Δ.Δ., Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης...
στη λέξη "ζευγάρι", όπου παρέχεται η έννοια εκτάσεως γης, η οποία μπορεί να καλλιεργηθεί με ένα ζεύγος βοών, κατά το χρόνο της αροτριώσεως) ήτοι η ζευγαριά αποτελούσα μονάδα μέτρησης μόνο των εκτάσεων γης που μπορούσαν να καλλιεργηθούν (που μπορούσε να οργωθεί σε μία ημέρα από ένα ζευγάρι άλογα ή βόδια) και αντιστοιχεί σε 2 έως 4 στρέμματα περίπου, ανάλογα με την ποιότητα του εδάφους.
Με βάση τα ανωτέρω ταυτοποιείται επί του εδάφους το επίδικο ακίνητο και οι όμορες προς αυτό ιδιοκτησίες, όπως οι ιδιοκτησίες αυτές αναφέρονται στους προαναφερόμενους τίτλους κτήσεως των απωτέρων δικαιοπαρόχων της αιτούσας, απεικονίζονται στο συντταχθέν από 7-4-1992 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, Ε.
I. Φ. και έχουν καταχωρηθεί και σήμερα στα διαγράμματα και στα βιβλία του Εθνικού Κτηματολογίου. Επομένως ο ισχυρισμός που προέβαλε πρωτοδίκως το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο και επαναφέρει και στο Δικαστήριο αυτό με την έφεσή του ότι το επίδικο δεν εμπεριέχεται στους επικαλούμενους από την εφεσίβλητη-αιτούσα τίτλους κτήσεως αυτής και των δικαιοπαρόχων της (άμεσου και απωτέρων) είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι όλοι οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι της αιτούσας-εφεσίβλητης, νεμήθηκαν διαδοχικά και το επίδικο ακίνητο (σκληρή), ως συνεχόμενο τμήμα χωραφιού ("σκληροχώραφο") και συγκεκριμένα, προ του 1873 ο Λ. Κ.ς ευρύτερη έκταση και μετά το θάνατο αυτού οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του (τέκνα του), Γ.
Λ. Κ.ς, Λ. Λ. Κ.ς, Ν. Λ. Κ.ς, Μ. Λ. Κ.ς, Ι. Λ. Κ.ς και Μ. Λ. Κ., μέχρι και 27-6-1889, οπότε διένειμαν την κληρονομιά αυτή και περιήλθε τούτο (ως ευρύτερο σκληροχώραφο) στον Ιωάννη Λ. Κ. και αυτός μέχρι 28-6-1930, που το μεταβίβασε στον υιό του, Μ. Κ. του Ιωάννη, παρακρατώντας "... ενόσω ζει, τη χρήση και κάρπωσι της εν τω δευτέρω των ως άνω κτημάτων, του χωραφιού εις θέσιν "..." κειμένης σκληρής και μόνο μετά το θάνατο του τα δικαιώματα τούτων τα επί της σκληρής θα μεταβιβαστούν στον προικολήπτη", ο τελευταίος δε μέχρι 25-4-1942 που το πούλησε, ως "σκληρή", στον Α.
Λ. Κ. και αυτός μέχρι του θανάτου του, στις 18-11-1965 και στη συνέχεια οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του (σύζυγος του Α. ...(κατά 1/4 εξ αδιαιρέτου, η οποία απεβίωσε στις 22-7-1975) και τα τέκνα του (κατά 3/36 εξ αδιαιρέτου στο καθένα) ..., οι οποίοι στις 10-10-1980 διένειμαν την κληρονομιά αυτή και περιήλθε τούτο κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου, στον Ι.
Κ. του Α. (και το υπόλιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου στην Ε. συζ. Κ. Σ.) και αυτός τα ιδανικό του μερίδιο μέχρι του θανάτου του στις 31-1-1985, οπότε περιήλθε αυτό στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του (οκτώ αδέλφια του), μεταξύ των οποίων και ο δικαιοπάροχος της αιτούσας Λ. Κ. του Α. (κατά ποσοστό 1/16 εξ αδιαιρέτου) και αυτός μέχρι του θανάτου του στις 9-12-1993, οπότε το ποσοστό του επ'αυτού περιήλθε στην αιτούσα-σύζυγό του, ως μοναδικής εκ διαθήκης κληρονόμου.
Όλοι δε οι παραπάνω αναφερόμενοι (απώτεροι και άμεσος) δικαιοπάροχοι της αιτούσας νεμήθηκαν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη διαδοχικά και με αδιάσπαστη σειρά το επίδικο ακίνητο (αρχικά ολόκληρο και στη συνέχεια κατά τα αντίστοιχα ιδανικά μερίδια εξ αδιαιρέτου επ'αυτού), ασκώντας, με την πεποίθηση ότι ενεργούν ως κύριοι (και μετέπειτα ως συγκύριοι), με την προσμέτρηση στη νομή επ'αυτού καθενός από αυτούς και της νομής του προηγούμενου και τέλος με την προσμέτρηση της νομής όλων αυτών (δικαιοπαρόχων τους) στη δική τους νομή επ'αυτού, από το έτος τουλάχιστον 1873, όλες τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στη φύση και τη μορφολογία του και με την εδραία πεποίθηση ότι με την άσκηση της νομής τους δεν προσβάλλεται κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητος τρίτων και ιδίως του εκκαλούντος- κυρίως παρεμβαίνοντος με βάση τους τίτλους που προαναφέρθηκαν.
Συγκεκριμένα, επέβλεπαν και διαφύλατταν τα όρια της έκτασης που αποτελούσε μέρος ευρύτερης ιδιοκτησίας τους στην περιοχή και στη συνέχεια τμήμα "σκληροχωραφίου", οριοθέτησαν με ξερολιθιές το ακίνητο, τις οποίες συντηρούσαν ανέκαθεν οι εκάστοτε διαδοχικά ιδιοκτήτες του, βοσκούσαν εντός αυτού τα ζώα τους (καθότι αυτό, βραχώδες μεν, αλλά έφερε σποραδική αυτοφυή βλάστηση), προέβησαν στη σύνταξη των αντίστοιχων συμβολαίων και σε συνακόλουθες δηλώσεις στις αρμόδιες αρχές όπως και στο κτηματολόγιο κλπ, ενώ η αιτούσα από της περιελεύσεως σε αυτή του άνω ιδανικού μεριδίου, στις 9-12-1993 (1/16 ή 6,25% εξ αδιαιρέτου) συνεχίζει, όπως και ο κληρονομούμενος σύζυγος της, την επίβλεψη αυτού, κυρίως δια αντιπροσώπων - συγκυρίων που κατοικούν στην περιοχή, προέβη στην τοπογράφηση το έτος 1994 και σε δηλώσεις στις αρμόδιες αρχές, κατέβαλε στον αναλογούντα φόρο κληρονομιάς κλπ.
Για πρώτη φορά, το εκκαλούν - κυρίως παρεμβαίνον, Ελληνικό Δημόσιο, στα πλαίσια σύνταξης του Κτηματολογίου, όπως προκύπτει και από το με αριθμ. πρωτ. 67949/4163/13/13-1-2014 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Κυκλάδων, προβάλλει δικαιώματα, για ολόκληρο το εν λόγω ακίνητο με ..., με βάση την υπ' αριθμ. πρωτ. 5630οικ/2002 Δήλωση της Διεύθυνσης Δασών υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και την με αριθμ.πρωτ.1149οικ/2003 ένσταση, ισχυριζόμενο ότι η επίδικη έκταση αποτελούσε διαχρονικά δημόσια χορτολιβαδική έκταση, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 6γ του Ν. 998/1979 και του Ν. 3208/2003, όμοια δε ήταν και η μορφή της και κατά το χρόνο της ισχύος του β.δ.
της 3/15.12.1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου, κατά τα έτη 1833-1834". Πράγματι δε, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα αποσπάσματα ορθοφωτοχαρτών των ετών 1945 και 1960, αλλά και από την πρόσφατη δορυφορική αποτύπωση με ημερομηνία 11-4-2012 από το Google earthy η επίδικη έκταση είναι επικλινής, με μεγάλες κλίσεις εδάφους, πετρώδης και άγονη, με αυτοφυή πενιχρή βλάστηση, κυρίως θάμνους (φρύγανα) και θυμάρι και ως εκ τούτου ήταν και είναι ανεπίδεκτη καλλιέργειας και για το λόγο αυτό, άλλωστε, δεν διακρίνονται διαχρονικά ίχνη ανθρώπινης και αγροτικής δραστηριότητας.
Είναι σαφώς οριοθετημένη και περίκλειστη με ξερολιθιά, από τη βόρεια, ανατολική και δυτική πλευρά της, ενώ από τη νότια πλευρά της καταλήγει σε βραχώδη ακτή, όπως τούτα εμφαίνονται και στη δορυφορική εικόνα, ενώ δεν διακρίνεται η ξερολιθιά στα αποσπάσματα ορθοφωτοχαρτών των ετών 1945 και 1960. Αλλά και η ευρύτερη περιοχή, ήτοι οι όμορες εκτάσεις στα ανατολικά και δυτικά είναι χορτολιβαδικής μορφής, ενώ η βόρεια ιδιοκτησία εμφανίζει διαφοροποιήσεις και είναι πιο ήπιας μορφής.
Περί των ανωτέρω η εξετασθείσα πρωτόδικα μάρτυρας του κυρίως παρεμβαίνοντος... δασολόγος - υπάλληλος της Διεύθυνσης Δασών, κατέθεσε και ότι: "το ακίνητο αυτό στα πλαίσια σύνταξης δασικών χαρτών , συμπεριλαμβάνεται σε μια ευρύτερη χορτολιβαδική έκταση. Εγώ έκανα αυτοψία. Βρίσκεται πριν την περιοχή της ....
Καταλήγει σε βραχώδη ακτή. Σήμερα έχει περίφραξη ανατολικά και δυτικά και προς βορρά υπάρχει ξερολιθιά. Δεν διακρίνεται στους χάρτες του 1945. Δεν μπορώ να σας πω αν στις φωτογραφίες του 1945 δεν υπάρχει η ξερολιθιά ή απλώς δεν φαίνεται. Νότια είναι τα βράχια. Στη βόρεια και ανατολική πλευρά του 1960 διακρίνεται τμήμα ξερολιθιάς.
Το έδαφος έχει μεγάλες κλίσεις, γύρω στο 60-70%. Είναι άγονο, βραχώδες με φρύγανα και θυμάρια. Δεν έχει στοιχεία καλλιέργειας. Οι εκτάσεις στα ανατολικά και δυτικά είναι ίδιας μορφής, και έχουν δηλωθεί ως χορτολιβαδικές. Δεν υπάρχει μονοπάτι ή δρόμος που να οδηγεί στο επίδικο. Η βόρεια ιδιοκτησία εμφανίζει διαφορές στις αεροφωτογραφίες.
Η υφή είναι πιο ήπια... Το επίδικο είναι βραχώδες και κατά θέσεις έχει φρύγανα. Δεν έχει γίνει πράξη χαρακτηρισμού γιατί δεν έχει κάνει αίτηση ο ιδιώτης. Δεν έχει εκδοθεί πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής... Έχει θυμάρια και άγρια βλάστηση που καλύπτει το 30-40% και το υπόλοιπο είναι πετρώδες"... Η βραχώδης και άγονη μορφή της επίδικης έκτασης, με χρήση βοσκότοπου πιστοποιείται και από τους προαναφερόμενους τίτλους, με την επισήμανση ότι τούτη πάντα χρησιμοποιούνταν μαζί με τις εκάστοτε όμορες ιδιοκτησίες τους (σκληροχώραφα), όπως προαναφέρθηκε.
Ειδικότερα, και δια των ανωτέρω επιβεβαιώνεται τόσο η ύπαρξη της ιδιοκτησίας αυτής στην εν λόγω περιοχή, με την παραπάνω γεωμετρική ταυτότητα, όσο και η αδιάβλητη μέχρι και σήμερα μορφή της επίδικης έκτασης ως "σκληρής", η οποία, λόγω της ιδιοσυστασίας της (επικλινής πετρώδης, άγονη έκταση, με αυτοφυή πενιχρή βλάστηση, κυρίως θάμνους και θυμάρι), ήταν και είναι ανεπίδεκτη καλλιέργειας και για το λόγο αυτό, δεν διακρίνονται διαχρονικά ίχνη ανθρώπινης και αγροτικής δραστηριότητας, σε όλους δε τους τίτλους περιγράφεται ως "σκληρή" και είχε τη χρήση του βοσκότοπου, πάντα σε συνέχεια και σε συνάρτηση προς τις όμορες και δυνάμενες να καλλιεργηθούν ιδιοκτησίες των απωτέρων δικαιοπαρόχων της αιτούσας.
Η κατάθεση δε της ως άνω μάρτυρος... δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση, αφού και αυτή κατέθεσε μόνο για τη μορφή του επιδίκου από το έτος 1945 και μετά και συγκεκριμένα κατέθεσε απλώς ότι από το 1945 και έκτοτε είχε χορτολιβαδική μορφή και είχε τη χρήση του βοσκότοπου, όπως ισχύει και για την ευρύτερη περιοχή που είναι της ίδιας μορφής.
Το ότι δηλαδή η επίδικη έκταση είναι άγονη και βραχώδης, χωρίς να διακρίνονται ίχνη διαχρονικής αγροτικής εκμετάλλευσης, όπως προέκυψε από τα αποσπάσματα ορθοφωτοχαρτών των ετών 1945 και 1960, και γι' αυτό άλλωστε χαρακτηρίσθηκε ως χορτολιβαδική, δεν σημαίνει ότι αυτή δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους της αιτούσας, καθώς, όπως ήδη αναφέρθηκε σ' αυτούς το όλο ενιαίο ακίνητο χαρακτηρίζεται ως "μία σκληρή μετά συνεχόμενου χωραφιού" και μετέπειτα ως "σκληρή".
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι η αιτούσα κατέστη κυρία του επιδίκου με ... ακινήτου κατά το ιδανικό της μερίδιο του 1/16 ή 6,25% εξ αδιαιρέτου, με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) χωρίς ποτέ το ως άνω δικαίωμά της (αλλά και των δικαιοπαρόχων της) να αμφισβητηθεί από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ή οποιονδήποτε τρίτο ...".
Μετέπειτα, το Εφετείο αναφέρεται και πάλι στις προηγούμενες αναλυτικά εκτιθέμενες παραδοχές του σχετικά με την περιέλευση στην αιτούσα του επίδικου ακινήτου με την 4137/29.1.1987 δημόσια διαθήκη του αποβιώσαντος στις 9.12.1993 συζύγου της, Λ. Κ. του Α., και στους αλλεπάλληλους τίτλους κτήσης του επιδίκου από τους απώτατους και απώτερους δικαιοπαρόχους της αιτούσας, τις κληρονομικές διαδοχές και τις αποδοχές κληρονομίας τούτων αρχής φθάνοντας μέχρι το απώτατο νόμιμα μεταγεγραμμένο ...
συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Ερμούπολης, Σωκράτη Ανδρούτσου, με το οποίο οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος Λ. Κ., διένειμαν την κληρονομιαία περιουσία του, με τη μνεία ότι σε αυτήν περιλαμβάνονταν σε ευρύτερη έκταση και το επίδικο ακίνητο καθώς και ότι την ιδιοκτησία αυτή διατηρούσε ο ως άνω απώτατος δικαιοπάροχος της αιτούσας στην εν λόγω θέση, τουλάχιστον από το έτος 1973.
Οι επόμενες δε παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης έχουν ως εξής: "Η δε κατά τον προαναφερόμενο τρόπο άσκηση νομής επ'αυτού, από τους άνω απώτερους δικαιοπαρόχους της (Λ. Κ. των εξ αδιαθέτου κληρονόμων αυτού και μετά το ... συμβόλαιο διανομής, του Ι. Λ. Κ. μέχρι 28-601930) διήρκεσε επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριακονταετίας, με συνέπεια σε κάθε περίπτωση να συμπληρώνουν υπερτριακονταετή νομή πριν την 11-9-1915, κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, η οποία ισχύει και σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, σε κάθε περίπτωση ακόμη και σε δημόσια χορτολιβαδική έκταση...
Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι το εκκαλούν - κυρίως παρεμβαίνον, Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε ποτέ την κυριότητα του επιδίκου ή εμφανίσθηκε διεκδικώντας κυριότητα επ'αυτού, ούτε άσκησε ποτέ κάποια διακατοχική πράξη. Άλλωστε σε κανένα από τους προσκομιζόμενους τίτλους, δεν εμφανίζεται το Δημόσιο ως κύριος της επίδικης ή της ευρύτερης ή έστω γειτονικής έκτασης (πέραν της βραχώδους ακτής - αιγιαλού, χωρίς βέβαια διοικητικό καθορισμό αυτού), αντίθετα ως κύριοι της επίδικης έκτασης, αλλά και των ευρύτερων γειτονικών εκτάσεων, εμφανίζονται ιδιώτες και δη οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της αιτούσας, ενώ για πρώτη φορά το Δημόσιο αμφισβήτησε τη συγκυριότητα αυτής και των, διαδοχικά, άνω δικαιοπαρόχων της, τα έτη 2002 και 2003, με βάση τις υποβληθείσες αντίστοιχα, κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής ...
ισχυριζόμενο ότι η επίδικη έκταση αποτελούσε διαχρονικά δημόσια χορτολιβαδική έκταση... Οι προβληθέντες στην πρωτοβάθμια δίκη και απορριφθέντες, θεμελιωτικοί των ελεγχόμενων λόγων της κρινόμενης εφέσεως του για εσφαλμένη του νόμου εφαρμογή και πλημμελή των αποδείξεων εκτίμηση, αυτοτελείς ισχυρισμοί του κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου περί της ιδίας αυτού κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, διότι τούτο ως δημόσια χορτολιβαδική έκταση, υπήρξε τμήμα του συσταθέντος Ελληνικού Κράτους και προηγουμένως ιδιοκτησία του Οθωμανικού Κράτους, χωρίς να δεσπόζεται από ιδιώτη ή να έχει επ'αυτού οποιοδήποτε δικαίωμα διατηρηθέν ή μετεξελιχθέν σε εκείνο της κυριότητας, το οποίο καταλήφθηκε και δημεύθηκε κατά τον περί ανεξαρτησίας αγώνα και περιήλθε στην κυριότητά του "δικαιώματι πολέμου", κατά τη διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τα από 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1-7-1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου και την από 9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, άλλως ότι επί του επιδίκου ακινήτου πριν και μετά την ισχύ του άρθρου 16 του νόμου της 21-6/10-7-1837, δεν υπήρχε κανένα εμπράγματο δικαίωμα ιδιώτη, φυσικού ή νομικού προσώπου ή κοινότητας, ούτε υπήρχαν αποδεδειγμένες απαιτήσεις τρίτων και συνεπώς ως αδέσποτο περιήλθε στην κυριότητά του, άλλως ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητά του ως λιβάδι ή βοσκότοπος, σύμφωνα με το άρθρο 1 του β.δ. 3/12-12-1833, για την επικαρπία του οποίου δεν έχει εκδοθεί επί Τουρκοκρατίας έγγραφο (ταπί) και εξ αυτού του λόγου το ίδιο έχει τεκμήριο κυριότητας και τέλος με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία από της συστάσεως του ελληνικού κράτους και μετέπειτα, καθόσον από τότε επιλήφθηκε της νομής του βάσει των συνθηκών και πρωτοκόλλων αναγνωρίσεως του ελληνικού κράτους και εξακολούθησε να την ασκεί μέχρι την συμπλήρωση του νομίμου χρόνου και επομένως ήταν ανεπίδεκτο νομής και μάλιστα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθότι δεν συμπληρώθηκε στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων της αιτούσας 30ετής συνεχής του επιδίκου νομή διανοία κυρίου και με καλή πίστη έως τις 12.9.1915, το βάρος των αποδείξεων των οποίων ισχυρισμών (περί της με τους ως άνω νόμιμους τρόπους κτήσεως της κυριότητάς του σε ακίνητα των νήσων του Αιγαίου) φέρει το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο (άρθρο 62 του Ν. 998/1979), τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι και ειδικότερα:
το κυρίως παρεμβαίνον και ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, αποκρούοντας την επικαλούμενη από την αιτούσα συγκυριότητα κατά το ιδανικό της μερίδιο επί του επιδίκου ακινήτου, έχοντας το ανωτέρω υποκειμενικό βάρος αποδείξεως των ισχυρισμών του, μη προσκομίζοντας κάποιο στοιχείο για την επί του επιδίκου ακινήτου κυριότητα του Οθωμανικού Κράτους και κατ'επέκταση και δική του, χωρίς να εξαντλεί τη δικονομική του υποχρέωση απλά και μόνο με την επίκληση των διατάξεων των άνω Πρωτοκόλλων και Συνθήκης δεν αποδεικνύει την εκ μέρους του επικαλούμενη με τον ως άνω τρόπο περιέλευση της κυριότητας τούτου σ'αυτό, ενόψει μάλιστα και του....
ιδιαίτερου νομικού καθεστώτος των γαιών στις Κυκλάδες κατά την Τουρκοκρατία, οι περισσότερες από τις οποίες είχαν χαρακτηρισθεί ως γαίες καθαρής ιδιοκτησίας, της θέσης του επιδίκου και της ύπαρξης διαδοχικών τίτλων για την επίδικη έκταση που ανάγονται στο έτος 1899, που φανερώνουν διακατοχή του, τουλάχιστον κατά το χρόνο αυτό, αλλά και κατά το προγενέστερο χρονικό διάστημα, τουλάχιστον από το έτος 1873...
Ούτε αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση ήταν αείποτε αδέσποτη ή κατέστη κάποια χρονική στιγμή αδέσποτη, είτε δηλαδή πριν τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους είτε μετά και την ισχύ του Ν. 21-6/10-7-1837.... Ότι δηλαδή πριν την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Τούρκους, οπότε ότι το Οθωμανικό δίκαιο σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου(άρθρο 68 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 "περί γαιών") παρότι δεν συνέτρεξε κάποιος από τους αναφερόμενους λόγους το επίδικο ακίνητο δεν καλλιεργήθηκε από τον κύριό του απευθείας ή με εκμίσθωση επί τρία συνεχή έτη ώστε να καταστεί διαθέσιμο ή ότι μετά την απελευθέρωση από το καθεστώς του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου η επί του επιδίκου ακινήτου νομή εγκαταλείφθηκε από τον κύριό του με το σκοπό της παραιτήσεώς του από το εν λόγω δικαίωμα και χωρίς την πρόθεση της μεταβίβασής του σε τρίτο ή έστω ότι μετά την έναρξη ισχύος (23.2.1946) του Αστικού Κώδικα έλαβε παραίτηση του κυρίου από την επ'αυτού κυριότητα με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή (ΑΚ 972) ή ότι τούτο θεωρήθηκε εγκαταλειμμένο και περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, κατ'άρθρο 34 παρ. 8 του α.ν. 1539/1938 με τη σύνταξη πρωτοκόλλου κατάληψης και την παρέλευση δεκαετίας.
Ούτε αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο θέσεως σε ισχύ του ΒΔ της 3/15-12-1833 αποτελούσε λιβάδι ή βοσκότοπο, το οποίο αυτό κατείχε και δεν ανήκε μέχρι τότε σε ιδιώτες, δεδομένου από τα αποσπάσματα των ορθοφωτοχαρτών των ετών 1945 και 1960, πιστοποιείται η χορτολιβαδική μορφή του επιδίκου, κατά τα έτη αυτά και τα αμέσως προηγούμενα και σε αυτά αναφέρεται και η κατάθεση της ...
μάρτυρα του ... Ελληνικού Δημοσίου. Το γεγονός όμως αυτό, ότι δηλαδή η επίδικη έκταση είναι άγονη και βραχώδης, χωρίς να διακρίνονται στοιχεία διαχρονικής αγροτικής εκμετάλλευσης, ... δεν σημαίνει ότι αυτή δεν περιλαμβάνεται στους προαναφερόμενους τίτλους κτήσης των απώτατων δικαιοπαρόχων της αιτούσας, καθώς, ...
σ'αυτούς το όλο ενιαίο ακίνητο χαρακτηρίζεται ως "μία σκληρή μετά συνεχόμενου χωραφιού" και μετέπειτα ως "σκληρή", δια των οποίων πιστοποιείται η βραχώδης και άγονη μορφή του, με χρήση βοσκότοπου, πάντα σε συνέχεια και σε συνάρτηση προς τις όμορες και δυνάμενες να καλλιεργηθούν ιδιοκτησίες των άνω απώτερων δικαιοπαρόχων της αιτούσας...
Αλλά και με την εκδοχή ακόμη ότι το επίδικο ήταν δημόσια χορτολιβαδική έκταση - βοσκότοπος υπό την ισχύ του άνω Β.Δ/τος, δεν το καθιστά ανεπίδεκτο νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον ... καθόσον ήταν δυνατή και σ'αυτούς η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία κατά το Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, εφόσον ο χρόνος νομής τους (30ετία) έχει συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που το επίδικο νεμόταν, σε ευρύτερη έκταση, τουλάχιστον από το έτος 1873 ο απώτατος δικαιοπάροχος της αιτούσας Λ.
Κ.ς και στη συνέχεια τα τέκνα του, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του οι οποίοι με το νόμιμα μεταγεγραμένο ... 1.012/27-6- 1899 συμβόλαιο διανομής... διένειμαν την κληρονομιαία περιουσία του και κατόπιν ο Ι. Λ. Κ.ς μέχρι 28-6-1930, με τις προαναφερόμενες πράξεις νομής και κατοχής, που δήλωναν βούληση εξουσίασης, χωρίς στην άσκηση αυτών να παρακωλυθούν από τα όργανα του Ελληνικού Δημοσίου, με συνέπεια, σε κάθε περίπτωση να συμπληρώνουν υπερτριακονταετή καλόπιστη νομή πριν την 11-9- 1915, κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, η οποία ισχύει και σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, σε κάθε περίπτωση ακόμη και σε δημόσια χορτολιβαδική έκταση...
Επισημαίνεται δε ότι, κατά το άνω χρονικό διάστημα, ακόμη και μόνο η βόσκηση και εκτροφή εντός αυτού ζώων, από τους απώτερους άνω δικαιοπαρόχους της αιτούσας, θεωρείται διακατοχική πράξη που οδηγεί σε απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, αποδεικνυομένης της καλής πίστης των τελευταίων, καθ' ότι μόνο από το έτος 1938 και μεταγενέστερα ...
η βοσκή και στα λειβάδια και χορτολιβαδικά εδάφη δεν θεωρείται πράξη νομής έναντι του Δημοσίου. Περαιτέρω και σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΒΔ 12-12-1833, που ορίζει ότι "όλα τα λειβάδια, δια την επικαρπίαν των οποίων δεν έχει τις να παρουσιάση έγγραφον (ταπί) εκδοθέν επί τουρκικής εξουσίας, θεωρούνται ως δημόσια και η νομή αυτών μένει ως και μέχρι τούδε εις το Δημόσιον", σαφώς προκύπτει ότι η εφαρμογή της, αναγκαίως προϋποθέτει την κυριότητα του Οθωμανικού Κράτους (επί του επιδίκου ακινήτου) κατά τους χρόνους πριν τον αγώνα της Ανεξαρτησίας, διότι μόνο υπό καθεστώς τέτοιας κυριότητας μπορεί να γίνει λόγος για "ταπί", δηλαδή έγγραφο με το οποίο παρεχόταν στον ιδιώτη δικαίωμα εξουσιάσεως δημοσίων γαιών κατά το άρθρο 3 του οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274...
όμως... τέτοια κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους στις Κυκλάδες δεν υπήρχε ώστε να θεμελιώνεται κυριότητά του επί του επιδίκου ακινήτου και χωρίς το κυρίως παρεμβαίνον να προσκομίζει κάποιο αποδεικτικό στοιχείο περί του αντιθέτου... Ακόμη περαιτέρω δεν αποδεικνύεται και δεδομένου ότι, πλην των άλλων, αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο, σε ευρύτερη έκταση, δέσποζαν διανοία κυρίου από τους απώτερους δικαιοπαρόχους της αιτούσας.
Σημειώνεται ότι... σύμφωνα με τα άρθρα 62 παρ. 1 εδ. α' και β' και 74 του Ν. 998/1979, στις νήσους των Κυκλάδων, που είναι και η Σύρος, δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των δασικών ή των χορτολιβαδικών εκτάσεων. Τέλος και εν όψει των προαναφερομένων αποδεικτικών παραδοχών για την εκ μέρους της αιτούσας και των δικαιοπαρόχων της (άμεσου και απώτερων) συνεχή και αδιακώλυτη νομή του επιδίκου ακινήτου διανοία κυρίου, με καλή πίστη και με βάση τους προαναφερόμενους κατά ατομική περίπτωση νόμιμους τίτλους από το 1899 και συνέχεια μέχρι την άσκηση της ένδικης αιτήσεως ευθέως και εκ των πραγμάτων αποκλείεται οποιουδήποτε επ'αυτού διακατοχική πράξη από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και κατά συνέπεια απόκτησή του από αυτό με τα προσόντα της τακτικής ή της έκτακτης χρησικτησίας.
Πέραν του ότι, το τελευταίο δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό μέσο, προς ουσιαστική θεμελίωση του ισχυρισμού του αυτού. Επισημαίνεται δε και ότι, παρ'ότι, όπως αποδείχθηκε, το επίδικο ακίνητο που έλαβε ..., εμβαδού 3.101 τμ, καταχωρήθηκε στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο, ως συνιδιοκτησία των προαναφερομένων προσώπων, κατά το συνολικό ποσοστό των 93,75% εξ αδιαιρέτου και με την ένδειξη "αγνώστου ιδιοκτήτη", κατά το υπόλοιπο ποσοστό των 6,25% εξ αδιαιρέτου της αιτούσας, η οποία παρέλειψε να υποβάλλει σχετική δήλωση, το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο, παρ' ότι ισχυρίζεται ότι ολόκληρο το ακίνητο αυτό του ανήκει και έχει υποβάλλει σχετική δήλωση, δεν άσκησε αγωγή εκ του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998 κατά των λοιπών αναγραφέντων συγκυρίων εξ αδιαιρέτου επ'αυτού.".
Με τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Αιγαίου δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως και είχε δεχθεί ως και κατ'ουσίαν βάσιμη εν μέρει την αίτηση της αιτούσας και διατάξει την αιτούμενη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σύρου Ερμούπολη, ώστε αντί της εσφαλμένης καταχώρησης ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" να αναγραφεί η ίδια ως συγκυρία κατά το ιδανικό εξ αδιαιρέτου ποσοστό της των 6,25%, επί του αμφισβητηθέντος από το κυρίως παρεμβαίνον, επιδίκου ακινήτου με ΚΑΕΚ ..., απορρίπτοντας την κυρία παρέμβαση ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, το Μονομελές Εφετείο Αιγαίου, δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα (συγκυριότητα) του επίδικου ακινήτου κατά το προαναφερόμενο εξ αδιαιρέτου ποσοστό της επί αυτού, τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, η οποία μάλιστα είχε συμπληρωθεί στα πρόσωπα των δικαιοπαρόχων της ήδη πριν από τις 11.9.2015, απορρίπτοντας τους δικούς του ισχυρισμούς περί αποκτήσεως της κυριότητας του επιδίκου με τους ως άνω τρόπους, ήτοι κατά διαδοχή του Τουρκικού δημοσίου δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος από 3-2, 4/16-6 και 19-6/1.7.1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, είτε ως δάσος, λιβάδι ή βοσκότοπος βάσει των άρθρων 1, 2 και 3 του β.δ. 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" και του άρθρου 1 του από 3/15.12.1833 β.δ., είτε ως αδέσποτο, βάσει των διατάξεων του από 10.7.1837 β.δ. (νόμου) "περί διακρίσεως κτημάτων", είτε με έκτακτη χρησικτησία.
Ειδικότερα το Εφετείο, για να καταλήξει στο ως άνω συμπέρασμα διέλαβε στις παραδοχές του: α) ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στον αρχικό τίτλο κτήσης του, ήτοι στο 1.012/27.6.1899 συμβόλαιο διανομής, με το οποίο οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικού δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, Λ. Κ., διένειμαν την ευρύτερη ιδιοκτησία που αυτός διατηρούσε στην περιοχή τουλάχιστον από το έτος 1873, και στη συνέχεια, με σειρά των προαναφερομένων αλλεπάλληλων νόμιμα μεταγραμμένων συμβολαιογραφικών τίτλων (αποδοχής κληρονομιάς, αιτία κληρονομικής διαδοχής, γονικής παροχής, διανομής, αγοράς από προηγούμενο αληθή κύριο, προκοσυμφώνου) τούτο περιέρχονταν στους απώτερους δικαιοπαρόχους της ίδιας κατά τα προεκτιθέμενα ποσοστά συγκυριότητας τους, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο άμεσος δικαιοπάροχος της ήτοι ο αποβιώσας την 9.12.1993 σύζυγος της Λ.
Κ. του Α. και της Α., που με την 4137/29.1.1987 δημόσια διαθήκη του την εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο του, β) ότι η επίδικη ιδιοκτησία είχε σταθερή διαχρονική παρουσία στην περιοχή, με την προεκτιθέμενη γεωμετρική ταυτότητα και μορφολογία, η αδιάβλητη δε μορφή του ως "σκληρής" με συνεχόμενο τμήμα χωραφιού "σκληροχώραφο" και η έκτασή του, παρότι δεν αναφέρεται στους αρχικούς τίτλους (η πρώτη αναφορά γίνεται στο ...
αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, πιστοποιείται από τη θέση και ταυτοποίησή του ίδια θέση με τα ίδια περιμετρικά όρια, έναντι των αναφερομένων σε όλους τους τίτλους κτήσης ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων και της υπάρχουσας νότια βραχώδους ακτής, γ) ότι όλοι οι αναλυτικά αναφερόμενοι (απώτεροι και άμεσος) δικαιοπάροχοι της αιτούσας νεμήθηκαν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη διαδοχικά και με αδιάσπαστη σειρά το επίδικο ακίνητο "σκληρή" ως συνεχόμενο τμήμα χωραφιού "σκληροχώραφο" (αρχικά ολόκληρο και στη συνέχεια κατά τα αντίστοιχα ιδανικά μερίδια εξ αδιαιρέτου επ'αυτού), ασκώντας, με την πεποίθηση ότι ενεργούν ως κύριοι (και μετέπειτα ως συγκύριοι), με την προσμέτρηση στη νομή επ'αυτού καθενός από αυτούς και της νομής του προηγούμενου και τέλος με την προσμέτρηση της νομής όλων αυτών (δικαιοπαρόχων τους) στη δική τους νομή επ'αυτού, από το έτος τουλάχιστον 1873, όλες τις επίσης αναλυτικά αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στη φύση και τη μορφολογία του και με την εδραία πεποίθηση ότι με την άσκηση της νομής τους δεν προσβάλλεται κατ'ουσία το δικαίωμα κυριότητος τρίτων και ιδίως του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με βάση τους ως άνω τίτλους τους, η ίδια δε η αναιρεσίβλητη, από της περιελεύσεως σε αυτή του άνω ιδανικού μεριδίου (1/16 ή 6,25%) επί του επιδίκου ακινήτου, συνέχισε να ασκεί πράξεις νομής επ'αυτού, όπως και ο κληρονομούμενος σύζυγος της, κυρίως δι' αντιπροσώπων - συγκυρίων τούτου, που κατοικούν στην περιοχή, δ) ότι η κατά τον προαναφερόμενο τρόπο άσκηση νομής επί του επιδίκου ακινήτου από τους άνω απώτερους δικαιοπαρόχους της, Λ.
Κ., των εξ αδιαθέτου κληρονόμων αυτού και μετά το 1.012/27-6- 1899 συμβόλαιο διανομής, του Ιωάννη Λ. Κ. μέχρι 28-601930, διήρκεσε επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριακονταετίας, με συνέπεια σε κάθε περίπτωση να συμπληρώνουν υπερτριακονταετή νομή πριν την 11-9-1915, κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, η οποία ισχύει και σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, σε κάθε περίπτωση ακόμη και σε δημόσια χορτολιβαδική έκταση, ε) ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν αποδείχθηκε ότι απέκτησε ποτέ την κυριότητα του επιδίκου ή εμφανίσθηκε διεκδικώντας κυριότητα επ'αυτού, ούτε άσκησε ποτέ κάποια διακατοχική πράξη, ενώ το ίδιο δεν εμφανίζεται σε κανένα από τους προσκομιζόμενους τίτλους ως κύριοι της επίδικης ή της ευρύτερης ή έστω γειτονικής έκτασης (πέραν της βραχώδους ακτής - αιγιαλού, χωρίς βέβαια διοικητικό καθορισμό αυτού), αντίθετα ως κύριοι της επίδικης έκτασης, αλλά και των ευρύτερων γειτονικών εκτάσεων, εμφανίζονται ιδιώτες και δη οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης, το δε αναιρεσείον αμφισβήτησε για πρώτη φορά τη συγκυριότητα αυτής και των, διαδοχικά, άνω δικαιοπαρόχων της, τα έτη 2002 και 2003, κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης, στ) ότι οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου περί της ιδίας αυτού κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, διότι τούτο ως δημόσια χορτολιβαδική έκταση, υπήρξε τμήμα του συσταθέντος Ελληνικού Κράτους και προηγουμένως ιδιοκτησία του Οθωμανικού Κράτους, χωρίς να δεσπόζεται από ιδιώτη ή να έχει επ'αυτού οποιοδήποτε δικαίωμα διατηρηθέν ή μετεξελιχθέν σε εκείνο της κυριότητας, το οποίο καταλήφθηκε και δημεύθηκε κατά τον περί ανεξαρτησίας αγώνα και περιήλθε στην κυριότητά του "δικαιώματι πολέμου", κατά τη διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τα από 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1-7-1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου και την από 9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, άλλως ότι επί του επιδίκου ακινήτου πριν και μετά την ισχύ του άρθρου 16 του νόμου της 21-6/10-7-1837, δεν υπήρχε κανένα εμπράγματο δικαίωμα ιδιώτη, φυσικού ή νομικού προσώπου ή κοινότητας, ούτε υπήρχαν αποδεδειγμένες απαιτήσεις τρίτων και συνεπώς ως αδέσποτο περιήλθε στην κυριότητά του, άλλως ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητά του ως λιβάδι ή βοσκότοπος, σύμφωνα με το άρθρο 1 του β.δ. 3/12-12-1833, για την επικαρπία του οποίου δεν έχει εκδοθεί επί Τουρκοκρατίας έγγραφο (ταπί) και εξ αυτού του λόγου το ίδιο έχει τεκμήριο κυριότητας και τέλος με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία από της συστάσεως του ελληνικού κράτους και μετέπειτα, καθόσον από τότε επιλήφθηκε της νομής του βάσει των συνθηκών και πρωτοκόλλων αναγνωρίσεως του ελληνικού κράτους και εξακολούθησε να την ασκεί μέχρι την συμπλήρωση του νομίμου χρόνου και επομένως ήταν ανεπίδεκτο νομής και μάλιστα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθότι δεν συμπληρώθηκε στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων της αιτούσας 30ετής συνεχής του επιδίκου νομή διανοία κυρίου και με καλή πίστη έως τις 12.9.1915, δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι, καθώς το αναιρεσείον, ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προσκόμισε για την απόδειξη των ισχυρισμών του, ζ) ότι το συνολικό ακίνητο εκτάσεως 3.101τ.μ., έλαβε ..., και καταχωρήθηκε στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο, ως συνιδιοκτησία των προαναφερομένων προσώπων, κατά το συνολικό ποσοστό των 93,75% εξ αδιαιρέτου και μόνο κατά το υπόλοιπο ποσοστό της αναιρεσίβλητης των 6,25% εξ αδιαιρέτου επί αυτού, έχει καταχωρηθεί με την ένδειξη "αγνώστου ιδιοκτήτη", εξαιτίας της παράλειψης της ίδιας να υποβάλλει σχετική δήλωση.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1710, 1712, 1771, 1846, 1193, 1198, 1199, 1041, 1045, 1051 ΑΚ, για την κτήση της συγκυριότητας της αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου ακινήτου, ως προϋπόθεση της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 3, 7Α' και 12 του Ν. 2664/1998, διόρθωσης στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σύρου της εσφαλμένης καταχώρησης ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" του ποσοστού της επί αυτού των 6,25% εξ αδιαιρέτου, καθώς και τις έχουσες εφαρμογή, κατ' άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως ισχύος του Α.Κ.
χρόνο, διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) περί κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη διατάξεων των άρθρων 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης των πρωτοκόλλων του Λονδίνου της 3.2.1830, 4/16.6.1830, 19-6/1.7.1830, τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του ν.
της 21-6/3-7-1837, "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", 1 του ΒΔ της 3/15.12.1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834, 16 Ν. της 21- 6/10.7.1837, 1, 2 και 3 του ΒΔ της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού του συλλογισμού για την εφαρμογή των διατάξεων περί κτήσης κυριότητας (συγκυριότητας) της αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου ακινήτου και της μη εφαρμογής των διατάξεων που αφορούν στην κτήση κυριότητας επί αυτού εκ μέρους του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, εφόσον κατά τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε ανέκαθεν ιδιωτική γαία, ευρισκόμενη στη νήσο Σύρο των Κυκλάδων, την κυριότητα της οποίας απέκτησαν οι δικαιοπάροχοι της αιτούσας με παράγωγο, αλλά και πρωτότυπο τρόπο, με έκτακτη χρησικτησία που συμπληρώθηκε πριν από την 11.9.1915 και συνεχίσθηκε έκτοτε από τους δικαιοπαρόχους της και από την ίδια, ουδέποτε δε αποτέλεσε δημόσιο κτήμα, μη δεκτικό εξουσίασης από ιδιώτες, ήτοι δάσος, ή λιβάδι ή αδέσποτο, επί αυτού δε ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής το αναιρεσείον, ώστε να καταλυθεί η κυριότητα επί του ιδίου των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης και αυτής.
Επιπλέον, το Εφετείο ορθά έκρινε με αυτά που δέχθηκε, αποφαινόμενο εν τέλει ότι, εφόσον η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία (συγκυρία) κατά ποσοστό 1/16 ή 6,25% εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω ακινήτου, εσφαλμένα καταχωρήθηκε το εν λόγω ποσοστό της, ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ..., δεχόμενο την αιτούμενη διόρθωση ώστε να αναγραφεί σε αυτά η αναιρεσίβλητη ως συγκυρία, κατά το ιδανικό εξ αδιαιρέτου ποσοστό της των 6,25% επί του αμφισβητηθέντος από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επιδίκου ακινήτου με ..., με τίτλο κτήσης την 14.696/28.9.2012 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Πειραιά Θεοφανώς Σχοινοχωρίτου, με την οποία αποδέχθηκε την εκ διαθήκης κληρονομιά του συζύγου της.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα σχετικά με το ότι η επίδικη έκταση αποτελούσε ανέκαθεν ιδιωτική γαία, την κυριότητα της οποίας απέκτησαν οι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης και η ίδια τόσο με παράγωγο, όσο και πρωτότυπο τρόπο, κατά τα προεκτεθέντα.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι ως άνω πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση ελέγχεται για παραβίαση από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επιπλέον, οι ίδιοι ως άνω λόγοι κατά τα λοιπά είναι απαράδεκτοι, επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις ως άνω διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, οι δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους το αναιρεσείον αποδίδει αντίστοιχα στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των αριθμών 13,8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην ως άνω οικεία νομική σκέψη, η ένδικη αίτηση της αναιρεσίβλητης εκδικάσθηκε κατά τις διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, και συνεπώς δεν πλήττεται με τους λόγους αυτούς.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 14.2.2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 26/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Διάταξη περί επιβολής δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί στην παρούσα απόφαση, εις βάρος του ηττηθέντος Ελληνικού Δημοσίου και υπέρ της αναιρεσίβλητης, διότι αυτή δικάσθηκε ερήμην και συνεπώς δεν υποβλήθηκε σε τέτοια έξοδα, ούτε υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.2.2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 26/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ