1776/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου-Εισηγήτρια, Βασιλική Ηλιοπούλου και Βασιλική Μπαζάκη-Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1776/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η δήλωση δε αυτή, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να έχει και όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό (ΑΠ 1728/2016).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1776 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1776/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου-Εισηγήτρια, Βασιλική Ηλιοπούλου και Βασιλική Μπαζάκη-Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 12 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλική Θεοδώρου, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε.-Η. Ι. του Δ., κατοίκου .., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταραντζή, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4969/217 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Μ.Ι. του Δ., κάτοικο …, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου αλλά και με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσούγκο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25-1-2017 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1484/2017.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, τον πολιτικώς ενάγοντα ο οποίος παραστάθηκε αυτοπρόσωπος με την ιδιότητα του δικηγόρου , τον πληρεξούσιο δικηγόρο του πολιτικώς ενάγοντα που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠΔ, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου επέρχεται ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη. Η ακυρότητα, όμως, αυτή που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' του ΚΠοινΔ, επέρχεται μόνον όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 του ιδίου Κώδικα ως προς τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής και όχι άλλες πλημμέλειες ή ελλείψεις ως προς την παράσταση ή εκπροσώπηση αυτού που παρέστη ως πολιτικώς ενάγων.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 ΚΠΔ, εκείνος, που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να υποβάλει την απαίτηση του στο Ποινικό δικαστήριο, μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνον ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί.
Η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ, να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, δηλαδή αν πρόκειται για υλική ζημία η χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Για το νομότυπο της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο.
Η δήλωση δε αυτή, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να έχει και όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό (ΑΠ 1728/2016).
Προσέτι η δήλωση του μηνυτού "θέλω παραστεί ως πολιτικώς ενάγων αξιών την καταβολή αποζημιώσεως λόγω ηθικής βλάβης είναι νομότυπη (ΑΠ 1691/1988).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των πρακτικών του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών το οποίο εξέδωσε την εκκαλουμένη 29636/16 απόφαση και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτουν τα εξής:
Στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ο εγκαλών Μ.Ι. του Δ. στην αρχή της συζητήσεως της υποθέσεως "δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων κατά των κατηγορουμένων Ε.-Η. Ι. του Δ. (αναιρεσείοντα) και Κ.-Θ. Ι. του Κ. και ζήτησε να υποχρεωθούν να του καταβάλουν είκοσι ευρώ με επιφύλαξη εις ολόκληρο ως χρηματική του ικανοποίηση για ηθική βλάβη που έχει υποστεί λόγω του αδικήματος.
Ταυτόχρονα κατέθεσε τα παράβολα Δημοσίου ... Κατά της παραστάσεως αυτής δεν προβλήθηκε αντίρρηση"... Μετά την πρόταση του Εισαγγελέως περί ενοχής. " Ο Πληρεξούσιος δικηγόρος του πολιτικώς ενάγοντος ζήτησε ... την επιδίκαση υπέρ του παθόντος ... ανάλογης αποζημιώσεως λόγω ηθικής βλάβης (σελ. 19) και μετά την πρόταση του Εισαγγελέα για το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, "ο πληρεξούσιος δικηγόρος του πολιτικώς ενάγοντος ζήτησε την επιδίκαση ...
ανάλογης αποζημιώσεως λόγω ηθικής βλάβης (σελ. 23) και το Δικαστήριο με διάταξη του κατά λέξη "Δέχεται εξ ολοκλήρου την περί αποζημιώσεως λόγω ηθικής βλάβης αίτηση του πολιτικώς ενάγοντος.. Υποχρεώνει τον κατηγορούμενο να πληρώσει στον πολιτικώς ενάγοντα είκοσι (20) ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη που έχει υποστεί από το αδίκημα ..."
Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την έναρξη της διαδικασίας μετά την εμφάνιση του κατηγορουμένου "εμφανίστηκε ο Μ.Ι. του Δ., και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορουμένου (Ε.-Η. Ι. του Δ., αναιρεσείοντος) και ζητά από αυτόν χρηματική ικανοποίηση είκοσι (20 €) ευρώ με επιφύλαξη, λόγω ηθικής βλάβης που του προκάλεσε η κρινόμενη πράξη ... .
Ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ανέπτυξε προφορικά και παρέδωσε εγγράφως αντιρρήσεις κατά της παράστασης πολιτικής αγωγής και ζήτησε την αποβολή της πολιτικής αγωγής από την ποινική διαδικασία, και είναι τα εξής: Ζητώ την αποβολή της πολιτικής αγωγής για τους κάτωθι λόγους. 1) Κατά το αρ. 171 § 2 του Κώδικα Ποινικής δικονομίας απόλυτο ακυρότητα επιφέρει "Η παρά τον νόμον παράστασις του πολιτικώς ενάγοντα εν τη επ' ακροατηρίω διαδικασία.
Ο εγκαλών παρέστη στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών {Συνεδρίαση 4-10-2016} με δήλωση ως πολιτικώς ενάγων, η οποία πάσχει απόλυτη ακυρότητα. Όπως η δήλωση του είναι καταχωρημένη στα πρακτικά σελίδα 23 δεν είναι νομότυπος. "Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του πολιτικώς ενάγοντος ζήτησε την επιδίκαση υπέρ του πελάτη του ανάλογης αποζημιώσεως λόγω ηθικής βλάβης".
Η εξέταση της πολιτικής αγωγής υπό του εφετείου περιορίζεται εντός της πρωτοδίκως γενομένης δηλώσεως υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως. Α. Πάγος 148/1981 Ποιν. Χρ. ΛΑ 540, εφόσον ζήτησε "ανάλογη αποζημίωση" έπρεπε επί ποινή απαραδέκτου να είχε κοινοποιήσει στον κατηγορούμενο εντός προθεσμίας 5 ημερών προ της δικάσιμου δικόγραφο αγωγής.
Η ακυρότητα αυτή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως απ' το δικαστήριο κατά πάσα στάσιν της διαδικασίας και ενώπιον του Αρ. Πάγου. Κατά το αρ. 502, 4 εάν στην πρωτόδικη απόφαση υπάρχουν ακυρότητες (170, 171) το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την ακυρώνει και δικάζει την υπόθεση στην ουσία και ανέκκλητα. 2) Δεν είναι νομότυπος η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής στην οποία δεν διευκρινίζεται αν η αξίωση αφορά αποζημίωση η χρηματική ικανοποίηση (Α.
Πάγος 1307/1980 σε Συμβ, Π.Χρ. ΛΑ/271, Α. Πάγος: 1501/1981 Π.Χρ. ΛΒ/665 Α. Πάγος 662/1976) και ότι δεν καθορίζεται συγκεκριμένα το ποσόν της αιτούμενης χρηματικής ικανοποιήσεως (Α. Πάγος: 282/1982 Π. Χρ. Λ.Β/878). Το Δικαστήριο επί της ανωτέρω εντάσεως με το σκεπτικό που αναφέρεται κατά λέξη δέχεται τα εξής:
"Από τα πρακτικά της εκκαλούμενης 29636/4-10-2016 απόφασης (σελ. 1 και 2 αυτών) προκύπτει ότι, κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας εμφανίστηκε ο μηνυτής Μ.Ι. και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων κατά των εκεί κατηγορουμένων (δηλαδή του ήδη εκκαλούντος και της 2ης κατηγορουμένης, η οποία, σημειωτέον, με την άνω απόφαση κηρύχθηκε αθώα ' για την αποδιδόμενη σ' αυτήν αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα) και ζήτησε να υποχρεωθούν να του καταβάλουν το ποσό των 20 ευρώ, με επιφύλαξη, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί λόγω του αδικήματος, κατέθεσε δε τα αναγκαία παράβολα και δήλωσε ότι παρίσταται ο ίδιος, λόγω της ιδιότητας του ως δικηγόρος, και συμπαρίσταται ο Τ.Δ., δικηγόρος Αθηνών.
Επομένως νόμιμα, κατ' άρθρα 63, 64, 68 παρ. 2 και 82 επ. του ΚΠοινΔ δηλώθηκε από τον μηνυτή η παράσταση πολιτικής αγωγής προφορικά στο ακροατήριο χωρίς προδικασία εφόσον ζήτησε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Κατά της ως άνω δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής δεν προβλήθηκαν αντιρρήσεις από τον κατηγορούμενο - εκκαλούντα, η δε αίτηση έγινε δεκτή με την εκκαλουμένη απόφαση και υποχρεώθηκε ο τελευταίος να πληρώσει στον πολιτικώς ενάγοντα το ποσό των 20 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη που έχει υποστεί από το αδίκημα (σ. 25), το γεγονός δε ότι στη σελίδα 23 των άνω πρακτικών αναφέρεται ότι "Αφού άκουσε ...
τον πληρεξούσιο δικηγόρο του πολιτικώς ενάγοντος που ζήτησε την επιδίκαση υπέρ του πελάτη του ανάλογης αποζημιώσεως λόγω ηθικής βλάβης ...", δεν ασκεί επιρροή, διότι η λέξη "αποζημιώσεως" είναι προδιατυπωμένη στο κείμενο των πρακτικών, ενώ, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, με την γενόμενη κατά την έναρξη της συζήτησης δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής σαφώς διευκρινίστηκε ότι ο πολιτικών ενάγων ζήτησε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Επομένως, νόμιμα αυτός κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο παρόν δικαστήριο και προτού αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορουμένου, και ζητά από αυτόν χρηματική ικανοποίηση (20 €) ευρώ με επιφύλαξη, λόγω ηθικής βλάβης, που του προκάλεσε η κρινόμενη πράξη.
Με βάση τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθούν οι υποβληθείσες από τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο αντιρρήσεις για την παράσταση της πολιτικής αγωγής".
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, οι ως άνω, δηλώσεις παραστάσεως πολιτικής αγωγής του παθόντος είναι παραδεκτές, ορισμένες και σύννομες κατά τα, άνω αναπτυχθέντα, αφού στον πρώτο βαθμό ο παθών ζήτησε "χρηματική ικανοποίηση" είκοσι (20) ευρώ με επιφύλαξη λόγω ηθικής βλάβης που του προκάλεσε η παράνομη πράξη" και στον δεύτερο βαθμό "δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων και ζητά από αυτόν "χρηματική ικανοποίηση" είκοσι (20) ευρώ με επιφύλαξη, λόγω ηθικής βλάβης που του προκάλεσε η κρινόμενη πράξη". Ως εκ τούτου οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσεσείοντος κατηγορουμένου και ο εξ αυτών συναφής πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ, κατά την οποία, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του για την πράξη ή την παράβαση αυτή, τιμωρείται με τη διαλαμβανόμενη στη συγκεκριμένη διάταξη στερητική της ελευθερίας ποινή, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της ειδικής υπόστασης του τυποποιούμενου με τη συγκεκριμένη διάταξη εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, απαιτείται όπως η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα είναι αξιόποινη ή πειθαρχικά κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να απέβλεπε με την ενέργειά του αυτή στο να κινηθεί ποινική η πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή.
Το έγκλημα είναι τελειωμένο μόλις περιέλθει η μήνυση ή η έγκληση στην αρχή ή γίνει ανακοίνωση σ' αυτήν, ανεξάρτητα αν στη συνέχεια ασκήθηκε ή όχι ποινική δίωξη κατά του μηνυομένου (εγκαλουμένου) (ΑΠ 28/2017). Δεν μπορεί να ευσταθήσει κατηγορία για ψευδή καταμήνυση, μόνο αν από το περιεχόμενο αυτών που εκτίθενται στην μήνυση ή την έγκληση και κατά τρόπον ώστε να μη παρίσταται ανάγκη να διαπιστωθεί με οποιαδήποτε ανακριτική έρευνα, ούτε και με την, κατά το άρθρο 43 παρ. 2 ΚΠΔ, προκαταρκτική εξέταση, προκύπτει το ακαταδίωκτο της καταμαρτυρούμενης πράξης για οποιοδήποτε λόγο {ΑΠ 43/2010}.
Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Για την ύπαρξη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού προς το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαιρούνται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.
Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ' επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 187 ΚΠΔ {ΑΠ 786/2015}. Ως προς τη συνδρομή του στοιχείου του δόλου δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συνθέτουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, καταφάσκεται αποδεικτικά από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με το δόλο αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής όμοια, πλην, όμως, ο δόλος χρήζει ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όταν για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως εν προκειμένω αυτό της ψευδούς καταμήνυσης, αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία και συγκεκριμένα η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης υπόστασης).
Υπάρχει, όμως, αιτιολογία του δόλου όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών {ΑΠ 5/2017) Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην διάταξη που εφαρμόστηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλομένη, ως άνω, απόφαση του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος, προέκυψαν κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα εξής:
''Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα στις 30-8-2010, με την φέρουσα την ίδια ημερομηνία μήνυση του, την οποία υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, καταμήνυσε ψευδώς τον εγκαλούντα Μ.Ι. ότι τέλεσε σε βάρος του την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, αν και γνώριζε ότι τα καταγγελλόμενα ήσαν ψευδή, στην πράξη του δε αυτή προέβη με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του εγκαλούντος για την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη.
Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος ανέφερε στην εν λόγω μήνυσή του ότι, ο ήδη εγκαλών (Μ.Ι.) στις 8-10-2009 υπέβαλλε σε βάρος του, ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/των Αθηνών, εν γνώσει του ψευδή μήνυση, με την οποία (ψευδώς) ισχυρίστηκε ότι αυτός (ήδη κατηγορούμενος) στις 28-9-2009 έξωθεν του κτιρίου 4 της πρώην σχολής Ευελπίδων, όπου συνεδρίαζε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το εξύβρισε και συγκεκριμένα του απηύθυνε τους χαρακτηρισμούς "ελεεινέ, τέρας κάθαρμα, χούντα, στρατοδίκη, φασίστα, παλιάνθρωπε και κλέφτη", προσβάλλοντας έτσι την υπόληψή του.
Όμως τα ανωτέρω από τον κατηγορούμενο καταγγελθέντα σε βάρος του ήδη εγκαλούντος ήσαν εν γνώσει του ψευδή, η αλήθεια την οποία αυτός γνώριζε ήταν ότι, πράγματι, κατά τον προαναφερόμενο χρόνο και τόπο αυτός απηύθυνε προς τον τελευταίο (ήδη εγκαλούντα) τους ανωτέρω χαρακτηρισμούς, αποδεικνύεται δε τούτο από όλη την αποδεικτική διαδικασία και κυρίως από τις κρινόμενες ως αξιόπιστες καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων Χ.Β.
και Χ.Λ., οι οποίοι κατά τον παραπάνω χρόνο είχαν συνοδεύσει τον (ήδη) εγκαλούντα στο δικαστήριο, όπου επρόκειτο να εκδικαστεί αστική διαφορά μεταξύ αυτού και κατηγορουμένου αδελφού του, και δη ο πρώτος ως πληρεξούσιος δικηγόρος του και ο δεύτερος για να εξετασθεί ως μάρτυρας από την πλευρά του. Αντίθετα, οι εξετασθέντες στο ακροατήριο ως μάρτυρες υπεράσπισης Π.Α.
και Λ.Π. δεν ήταν παρόντες κατά τη διάρκεια του επεισοδίου, αφού, όπως οι ίδιοι κατέθεσαν, άργησαν να βγούν από την αίθουσα του δικαστηρίου. Η μήνυση, δηλαδή, για εξύβριση που υπέβαλε σε βάρος του ήδη κατηγορουμένου ο ήδη εγκαλών ήταν αληθής και όχι ψευδής, όπως ο ίδιος (ο ήδη κατηγορούμενος) ψευδώς ισχυρίστηκε με την από 30-8-2010 μήνυσή του, στην ανωτέρω δε ενέργειά του (την υποβολή της προαναφερθείσας ψευδούς μήνυσης) προέβη ο κατηγορούμενος με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του εγκαλούντος για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, σκοπό τον οποίο πέτυχε, καθόσον ασκήθηκε πράγματι ποινική δίωξη κατά του εγκαλούντος για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη.
Συνεπώς, σύμφωνα με όσα ανωτέρω πλήρως αποδείχθηκαν, ο κατηγορούμενος τέλεσε από πρόθεση την ανωτέρω αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης που του αποδίδεται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος.
Ακολούθως κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο του ότι: "Στην …, στις 30/8/2018, πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση, του πλημμελήματος της ψευδούς καταμηνύσεως ήτοι εν γνώσει του καταμήνυσε, άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι, τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν.
Συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνο, ο κατηγορούμενος υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, την από 30/8/2010 έγκλησή του κατά εδώ εγκαλούντος Μ.Ι. του Δ., με την οποία ισχυρίστηκε γνωρίζοντας ότι είναι ψευδές, ότι ο ως άνω εγκαλών στις 8/10/2009, υπέβαλε σε βάρος του ψευδή μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, τελώντας έτσι το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης.
Ειδικότερα ο κατηγορούμενος, ισχυρίσθηκε ότι ο ως άνω εγκαλών εν γνώσει του ψεύδους του, δια της ως άνω μηνύσεώς του ζήτησε τη δίωξη του για το ότι στις 28/9/2009, εντός του χώρου των Δικαστηρίων της Πρώην Σχολής Ευελπίδων, του απηύθυνε τους χαρακτηρισμούς "ελεεινέ, τέρας, κάθαρμα, χούντα, στρατοδίκη, φασίστα, παλιάνθρωπε και κλέφτη", προσβάλλοντας έτσι τιμή και την υπόληψή του, ήτοι για το αδίκημα της εξύβρισης.
Ο κατηγορούμενος όμως γνώριζε ότι όσα ανέφερε στην από 30/8/2010 έγκλησή του ήταν ψευδή, αφού η από 8/10/2009 μήνυσή του εδώ εγκαλούντος ήταν αληθής, καθώς ήταν αληθές ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε το αδίκημα της εξύβρισης σε βάρος του εδώ εγκαλούντα. Στην υποβολή της ως άνω έγκλησης, ο κατηγορούμενος προέβη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του Μ.Ι.
αν και γνώριζε ότι τα καταγγελόμενα απ' αυτόν ήταν ψευδή και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, ανασταλείσα επί τριετία.
Με αυτές τις, κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, παραδοχές, το Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 51, 53, 57, 61, 63, 79 και 229 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Ειδικότερα, εκτίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, ενώ παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, χωρίς όρκο κατάθεση πολιτικώς ενάγοντα, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμηση τους, αφού εκ τούτου δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα.
Οι περί του αντίθετου αιτιάσεις του αναιρεσείοντα είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν. Και αυτό, διότι το Δικαστήριο, με εκτενή παράθεση των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και την προσήκουσα κατά τούτο αιτιολογική θεμελίωση, έκρινε ότι ο κατηγορούμενος - αναίρεσείων, στις 30-8-2010, εν γνώσει του καταμήνυσε τον πολιτικώς ενάγοντα ψευδώς ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, με σκοπό να προκαλέσει την ποινική του δίωξη, ουδεμία δε ασάφεια ή αντίφαση έχει παρεισφρήσει στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης ως προς την αναλήθεια των πραγματικών περιστατικών που εν γνώσει του διέλαβε στην επιλήψιμη μήνυση - έγκλησή του ο αναιρεσείων, ενώ με ιδιαίτερες σκέψεις τεκμηριώνεται η δόλια προαίρεση αυτού, ο οποίος γνώριζε την αναλήθεια των όσων περιέλαβε στην επίμαχη, ως άνω, έγκληση του, αφού οι συναπτόμενοι με το ψευδές γεγονός ισχυρισμοί του ερείδονται σε προσωπική του αντίληψη.
Κατά συνέπεια όσων προεκτέθηκαν, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης από την απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και της εφαρμογής ουσιαστικής-ποινικής διατάξεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Συνακόλουθα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναίρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ) καθώς και στα έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-10-2017 αίτηση του Ε.-Η. Ι. του Δ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4969/2017 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και σε εκείνα του πολικώς ενάγοντος που ανέρχονται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ