Legislator Case Law & Legislation
1776/2017 AI generated

1776/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1776/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1776/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προς εκείνη του άρθρου 281 Α.Κ. προκύπτει ότι το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας λόγω άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1776 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1776/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Ασφαλιστική Α.Ε." που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Α. συζύγου Ι. Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Γαβαλά και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22-12-2006, 16-12-2007 και 16-12-2008 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1459/2010 του ίδιου δικαστηρίου και 7166/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-4-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 19-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 656 Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 61 ν. 4139/2013 και σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ. 1 του ίδιου νόμου εφαρμόζεται επί των εκκρεμών κατά την έναρξη της ισχύος του υποθέσεων: "Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε.

Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία. Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού".

Εξ άλλου από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προς εκείνη του άρθρου 281 Α.Κ. προκύπτει ότι το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας λόγω άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Τέτοια υπέρβαση υπάρχει όταν ο εργαζόμενος κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, προκειμένου να εισπράττει από τον εργοδότη τους μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζεται (Α.Π. 470/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη είχε προσληφθεί στις 13-1-1985 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου από την εταιρεία με την επωνυμία "...", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, ότι η εναγομένη στις 29-5-2000 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας και ότι με την 4511/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, που έλαβε χώρα υπό τις εκτιθέμενες στην πιο πάνω τελεσίδικη απόφαση και επαναλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση συνθήκες, ήταν άκυρη.

Στη συνέχεια με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά και τα εξής ουσιώδη που ενδιαφέρουν τον αναιρετικό έλεγχο: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από 1-1-2001 έως 31-5-2009, ήτοι το χρονικό διάστημα για το οποίο ζητούνται μισθοί υπερημερίας με τις ένδικες αγωγές, η εναγομένη συνέχιζε να είναι υπερήμερη ως προς την αποδοχή των προσηκόντως προσφερομένων υπηρεσιών της ενάγουσας, τις οποίες εξακολουθούσε να μην αποδέχεται.

Με την προαναφερόμενη... 4511/2012 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, που αναγνώρισε ότι είναι άκυρη η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας, κρίθηκε τελεσίδικα ότι οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές της ενάγουσας κατά τον τελευταίο προ της απολύσεώς της μήνα ανέρχονταν στο ποσό των 1.325,94 ευρώ...

Συνεπώς η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα: α) για το χρονικό διάστημα από 1-3-2001 έως 31-12-2001 για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 13.259,40 ευρώ (1.325,94 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 10 μήνες), πλέον επιδόματος εορτών Πάσχα 2001 ποσού 662,97 ευρώ, επιδόματος αδείας 2001 ποσού 662,97 ευρώ και επιδόματος Χριστουγέννων 2001 ποσού 1.325,94 ευρώ, δηλαδή συνολικά το ποσό των 15.911,28 ευρώ...

β) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2002 για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 13.259,40 ευρώ (1.325,94 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 12 μήνες), πλέον επιδόματος εορτών Πάσχα 2002 ποσού 662,97 ευρώ, επιδόματος αδείας 2002 ποσού 662,97 ευρώ και επιδόματος Χριστουγέννων 2002 ποσού 1.325,94 ευρώ, δηλαδή συνολικά το ποσό των 15.911,28 ευρώ...

γ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 31-12-2003 για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 13.259,40 ευρώ (1.325,94 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 12 μήνες), πλέον επιδόματος εορτών Πάσχα 2003 ποσού 662,97 ευρώ, επιδόματος αδείας 2003 ποσού 662,97 ευρώ και επιδόματος Χριστουγέννων 2003 ποσού 1.325,94 ευρώ, δηλαδή συνολικά το ποσό των 15.911,28 ευρώ...

δ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-12-2004 για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 13.259,40 ευρώ (1.325,94 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 12 μήνες), πλέον επιδόματος εορτών Πάσχα 2004 ποσού 662,97 ευρώ, επιδόματος αδείας 2004 ποσού 662,97 ευρώ και επιδόματος Χριστουγέννων 2004 ποσού 1.325,94 ευρώ, δηλαδή συνολικά το ποσό των 15.911,28 ευρώ...

ε) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-12-2005 για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 13.259,40 ευρώ (1.325,94 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 12 μήνες), πλέον επιδόματος εορτών Πάσχα 2005 ποσού 662,97 ευρώ, επιδόματος αδείας 2005 ποσού 662,97 ευρώ και επιδόματος Χριστουγέννων 2005 ποσού 1.325,94 ευρώ, δηλαδή συνολικά το ποσό των 15.911,28 ευρώ...

στ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-12-2006 για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 13.259,40 ευρώ (1.325,94 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 12 μήνες), πλέον επιδόματος εορτών Πάσχα 2006 ποσού 662,97 ευρώ, επιδόματος αδείας 2006 ποσού 662,97 ευρώ και επιδόματος Χριστουγέννων 2006 ποσού 1.325,94 ευρώ, δηλαδή συνολικά το ποσό των 15.911,28 ευρώ...

ζ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 31-12-2007 για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 13.259,40 ευρώ (1.325,94 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 12 μήνες), πλέον επιδόματος εορτών Πάσχα 2007 ποσού 662,97 ευρώ, επιδόματος αδείας 2007 ποσού 662,97 ευρώ και επιδόματος Χριστουγέννων 2007 ποσού 1.325,94 ευρώ, δηλαδή συνολικά το ποσό των 15.911,28 ευρώ...

η) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 31-12-2008 για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 13.259,40 ευρώ (1.325,94 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 12 μήνες), πλέον επιδόματος εορτών Πάσχα 2008 ποσού 662,97 ευρώ, επιδόματος αδείας 2008 ποσού 662,97 ευρώ και επιδόματος Χριστουγέννων 2008 ποσού 1.325,94 ευρώ, δηλαδή συνολικά το ποσό των 15.911,28 ευρώ...

και θ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 31-5-2009 για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 6.629,70 ευρώ (1.325,94 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 5 μήνες), πλέον επιδόματος εορτών Πάσχα 2009 ποσού 662,97 ευρώ, δηλαδή συνολικά το ποσό των 7.292,67 ευρώ... Περαιτέρω εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου αποδείχθηκε ότι κατά την επίδικη χρονική περίοδο (1-3-2001 έως 31-5-2009), κατά την οποία η εναγομένη ήταν υπερήμερη, η ενάγουσα απασχολήθηκε ως πωλήτρια και ταμίας στο κατάστημα πωλήσεως νωπών κοτόπουλων με την επωνυμία "..." που διατηρεί ο σύζυγός της Ι.

Κ. στο ... και από την εργασία της αυτή αποκόμισε ως αλλαχού ωφέλεια το έτος 2001 το ποσό των 5.464,84 ευρώ, το έτος 2002 των 7.614,53 ευρώ, το έτος 2003 των 8.006,04 ευρώ, το έτος 2004 των 8.432,47 ευρώ, το έτος 2005 το ποσό των 9.592,55 ευρώ, το έτος 2006 το ποσό των 10.202,92 ευρώ, το έτος 2007 το ποσό των 10.627,70 ευρώ, το έτος 2008 το ποσό των 12.370,26 ευρώ και από 1-1-2009 έως 31-5-2009 το ποσό των 5.840,57 ευρώ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη και η ένσταση της τελευταίας περί έκπτωσης των αλλαχού κερδηθέντων είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.

Επίσης εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατά το διάστημα της υπερημερίας της εναγομένης παρέμεινε θεληματικά άνεργη και απέφυγε αδικαιολόγητα και κακόβουλα την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορούσε να εξεύρει και να παράσχει ευχερώς, και ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας για λήψη των αιτούμενων μισθών υπερημερίας από 1-3-2001 έως 31-5-2009 είναι καταχρηστική, διότι η τελευταία ηθελημένα παρέμεινε άνεργη προκειμένου να εισπράξει τους αιτούμενους μισθούς υπερημερίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος".

Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο [που προηγουμένως είχε δεχθεί την έφεση της εναγομένης κατά της ερήμην αυτής εκδοθείσης απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία είχαν γίνει δεκτές στο σύνολό τους οι τρεις συνεκδικασθείσες αγωγές της εφεσίβλητης), είχε εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση και είχε κρατήσει την υπόθεση] δέχθηκε εν μέρει τις αγωγές, αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα τα ποσά των 15.911,28, 15.911,28 και 102.760,85 ευρώ αντίστοιχα, υποχρέωσε δε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα μέρος του πρώτου από τα ποσά αυτά, ήτοι 12.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες σ' αυτήν διακρίσεις.

Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε σ' αυτήν συνοπτικές μεν αλλά επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της υπερημερίας της εναγομένης ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας και της αβασιμότητας των ενστάσεων της εναγομένης για αφαίρεση των αλλαχού κερδηθέντων (άρθρο 656 εδ.

δ Α.Κ.) και για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας να αξιώσει μισθούς υπερημερίας (άρθρο 281 Α.Κ.). Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης να περιέχονται σ' αυτές: α) χωριστές σκέψεις για την απόρριψη της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας για κάθε επί μέρους χρονική περίοδο που αφορά η κάθε μία από τις τρεις συνεκδικαζόμενες αγωγές, β) σκέψεις για τη γενικότερη κατάσταση της οικονομίας και για το επίπεδο ανεργίας της χώρας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα το οποίο αφορούν οι τρεις συνεκδικαζόμενες αγωγές ή γ) ειδική αναφορά σχετικά με το εργασιακό αντικείμενο της ενάγουσας.

Ούτε είναι αντιφατικές οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης για το λόγο ότι το εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα παρέμεινε θεληματικά άνεργη, ενώ στην αμέσως προηγούμενη σκέψη της είχε δεχθεί ότι δεν απασχολήθηκε στο κατάστημα πώλησης νωπών κοτόπουλων που διατηρεί ο σύζυγός της.

Συνεπώς ο μόνος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του με το οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Ολ.

Α.Π. 10/2005). Περαιτέρω για τη θεμελίωση του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει η παραβίαση να αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν, ενώ ο ως άνω λόγος δεν θεμελιώνεται όταν η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση αποδείξεων (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Α.Π. 115/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με το μόνο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και την πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια, για τη θεμελίωση δε αυτού εκθέτει τα εξής: "Επειδή... η αναιρεσιβαλλόμενη άγεται στην περί μη καταχρηστικότητας κρίση της χωρίς να λαμβάνει υπόψη το επίσης όλως προφανές περιστατικό ότι τόσο πριν από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης (29-5-2000) όσο και μετά αυτήν βρισκόταν σε εξέλιξη μια μακροχρόνια διατάραξη των σχέσεων συνεργασίας με αυτήν, που προέκυψε αφενός λόγω των πορισμάτων των ορκωτών ελεγκτών και των ειδικών επιτροπών διερεύνησης οικονομικών ατασθαλιών που είχαν προκύψει στην Οικονομική Διεύθυνση της εταιρείας μας και αφετέρου λόγω της επακολουθήσασας της καταγγελίας σφοδρής ποινικής και αστικής αντιδικίας μεταξύ αυτής και της εταιρείας μας...".

Αφού δε παραθέτει συνοπτική εξιστόρηση των μεταξύ των διαδίκων ποινικών και πολιτικών δικών, συνεχίζει ως εξής: "Επειδή, ειδικότερα, η πρώτη από τις υπό κρίση πρώτη αγωγή ασκήθηκε από την αναιρεσίβλητη την 22-12-2006, δηλαδή μετά έξη και πλέον έτη από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας (29-5-2000) και την έναρξη της προαναφερθείσας αστικής και ποινικής αντιδικίας και ενώ, όπως ήδη εξετέθη, οι σχέσεις της εταιρείας μας με την αναιρεσίβλητη ήταν ήδη σε ακραία όξυνση λόγω των προαναφερθεισών αντιδικιών, που εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε εξέλιξη, πράγμα που σημαίνει ότι δεν υφίστατο κατά το χρόνο άσκησης της πρώτης από τις εξεταζόμενες αγωγές και πολύ περισσότερο κατά το χρόνο άσκησης των μεταγενέστερων αγωγών το ελάχιστο περιθώριο να αναβιώσει και να λειτουργήσει η σφοδρώς διαρρηχθείσα σχέση συνεργασίας και εμπιστοσύνης μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της εταιρείας μας.

Επειδή τα παραπάνω δεδομένα υφίσταντο κατ' αντικειμενικό τρόπο και ανεξάρτητα της έκβασης των αρχικών αστικών και ποινικών αντιδικιών, είναι δε προφανές ότι προκύπτουν από την κοινή λογική και τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεδομένου ότι η σχέση εργασίας από την ίδια της τη φύση δεν είναι δυνατόν να λειτουργεί όταν ελλείπει η αναγκαία συνεργασία και εμπιστοσύνη μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, πράγμα που δεν είναι δυνατόν να υπάρχει όταν υφίστανται μακροχρόνιες δικαστικές διενέξεις στις οποίες, μάλιστα, διαρκώς συσσωρεύονται νεότερες δικαστικές διαφορές".

Καταλήγει δε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "δεν χρησιμοποίησε τα διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να υπαγάγει στον κανόνα του άρθρου 281 Α.Κ. τα πραγματικά περιστατικά της ένδικης διαφοράς και να κρίνει επί της ένστασής μας περί κατάχρησης του εκ του 656 ΑΚ δικαιώματος της αναιρεσίβλητης". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως διότι οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις δεν συνιστούν παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας με την προεκτεθείσα έννοια.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης σύμφωνα με τo σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-4-2015 αίτηση για αναίρεση της 7166/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, 30 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ