Legislator Case Law & Legislation
1776/2014 AI generated

1776/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1776/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1776/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Ο ΑΚ δεν ορίζει την έννοια της βαριάς αμέλειας ούτε παρέχει κριτήρια για τον προσδιορισμό της. Γενικώς, βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια, όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης και ιδιαίτερα μεγάλη, που φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα, εις βάρος τρίτων αποτελέσματά της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1776 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1776/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που έχει έδρα την Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσής του, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σταυρούλα Μπανάκου, Πάρεδρο του Νομικού συμβουλίου του Κράτους.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. χας Γ. Γ., το γένος Β. Κ., 2. Π. Γ. του Γ. και 3. Κ. Γ. του Γ., ως μόνων και αποκλειστικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιάσαντος και αρχικώς ενάγοντος Γ. Γ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο δικαστήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Δεκεμβρίου 2001 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος Γ. Γ. που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3148/2007 μη οριστική, 4041/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3044/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19 Φεβρουαρίου 2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 6 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 9245 Β', 9246 Β' και 9247 Β'/29-5-2013 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., που προσκομίζει το επισπεύδον τη συζήτηση αναιρεσείον, επιδόθηκαν στους αναιρεσίβλητους, νομότυπα και εμπρόθεσμα, αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης και των οικείων εκθέσεων κατάθεσής της, καθώς και της κλήσης για εμφάνισή τους κατά την ορισθείσα δικάσιμο, της 18-11-2013, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Επομένως, αφού δεν εμφανίσθηκαν αυτοί στο παρόν δικαστήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά την παρούσα δικάσιμο, πρέπει η συζήτηση να χωρίσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (ΚΠολΔ 226 § 4 εδ. γ' και δ', 575 εδ. β' και 576 § 2).

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 3033/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 12-11-2009 έφεσης κατά της υπ' αριθμ. 4041/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 21-12-2001 αγωγή του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Γ. Γ. του Δ..

Στο άρθρο 3 του Ν. 4768/1930 "Περί προσθήκης διατάξεων τινών εις τον Οργανισμόν του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων" ορίζεται ότι: "η διάταξις του άρθρου 3 του Νομοθετικού Διατάγματος της 17 Ιουλίου -13 Αυγούστου 1923 "περί ειδικών διατάξεων επί Ανωνύμων Εταιρειών" εφαρμόζεται και επί του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων εις τας εξοφλήσεις των παρ' αυτού εκδιδομένων γραμματίων παρακαταθηκών ή αποδείξεων καταθέσεως χρημάτων, τίτλων ή άλλων αντικειμένων επιδεκτικών παρακαταθέσεως", ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος, η οποία ως ειδική υπερισχύει των διατάξεων των άρθρων 823 επ.

του ΑΚ, "η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρείας, η πληρώσασα αυτήν εξοφλημένην δια της επ' αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται, και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει εν δόλω ή εν μεγάλη αμελεία". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 330 ΑΚ, "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Ο ΑΚ δεν ορίζει την έννοια της βαριάς αμέλειας ούτε παρέχει κριτήρια για τον προσδιορισμό της. Γενικώς, βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια, όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης και ιδιαίτερα μεγάλη, που φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα, εις βάρος τρίτων αποτελέσματά της.

Η έννοια της βαριάς αμέλειας είναι αόριστη νομική και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι βαριάς αμέλειας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ως προς το εάν τα περιστατικά, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια αυτή.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο αρχικώς ενάγων Γ. Γ. δυνάμει της υπ' αριθμ. 246/1996 διατάξεως του 25ου Τακτικού Ανακριτή Αθηνών, κατέθεσε στο εναγόμενο το ποσό των 4.000.000 δραχμών, ως χρηματική εγγύηση.

Για τη σύσταση της παρακαταθήκης το εναγόμενο εξέδωκε το υπ' αριθμ. 326340/24-06-1996 γραμμάτιο. Στη συνέχεια, ενόψει ότι ο ενάγων με τις υπ' αριθμ. 4324/13-12-1999 και 4371/16-12-1999 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών αθωώθηκε των αποδιδόμενων σ' αυτόν αξιόποινων πράξεων, διατάχθηκε η απόδοση σ' αυτόν της κατατεθείσης στο εναγόμενο χρηματικής εγγυήσεως.

Στη συνέχεια, δοθέντος ότι οι ως άνω αποφάσεις κατέστησαν αμετάκλητες (βλ. τα υπ' αριθμ. 120/07.03.2000 και 763/21.03.2000 πιστοποιητικά των αρμοδίων γραμματέων του Εφετείου Αθηνών και του Αρείου Πάγου) ο ενάγων ζήτησε από το εναγόμενο, σύμφωνα με το διατακτικό των ανωτέρω αποφάσεων, την απόδοση σ' αυτόν του ποσού των 4.000.000 δραχμών.

Το εναγόμενο δια των προστηθέντων υπ' αυτού υπαλλήλων :του αρνήθηκε να αποδώσει στον ενάγοντα το παραπάνω ποσό με την αιτιολογία ότι αυτό είχε εισπραχθεί από τον ίδιο εκδοθέντων του υπ' αριθμ. 158310 Α/12.02.1999 χρηματικού εντάλματος πληρωμής και της υπ' αριθμ. Τ 877156/10.02.1999 επιταγής της Τραπέζης της Ελλάδος. Όμως το παραπάνω ποσό δεν είχε εισπραχθεί από τον αρχικώς ενάγοντα αλλά από τρίτο πρόσωπο το οποίο με πλαστή ταυτότητα του ενάγοντος και πλαστογραφώντας την υπογραφή του στην πίσω σελίδα του Γραμματίου Συστάσεως Παρακαταθήκης στη θέση "ΕΞΟΦΛΗΘΗΚΕ" και στο χρηματικό ένταλμα πληρωμής κάτω από τη λέξη "Ο ΛΑΒΩΝ" όπως και στη θέση "Ο ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΣ" επί της ως άνω επιταγής στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, πέτυχε να εξαπατήσει τους αρμοδίους υπαλλήλους του εναγομένου και να εισπράξει το ανωτέρω ποσό, εκμεταλλευόμενο και την αμέλεια αυτών οι οποίοι από αδιαφορία δεν προέβησαν σε διαπίστωση της ταυτοπροσωπίας ασκώντας στοιχειώδη έλεγχο ακόμη και με απλή σύγκριση των τεθέντων υπό του πλαστογράφου τριών ως άνω υπογραφών οι οποίες είναι εμφανώς διάφορες μεταξύ τους.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω το εναγόμενο αποδίδοντας το ποσό των 4.000.000 δραχμών σε τρίτο πρόσωπο που δεν το εδικαιούτο, ήταν υποχρεωμένο να αποδώσει αυτό στον αρχικώς ενάγοντα με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση παρακαταθήκης. Έτσι, μετά τον θάνατο του αρχικώς ενάγοντος την 12.09.2008 στην Κηφισιά Αττικής, το εναγόμενο οφείλει το ποσό των 4.000.000 δραχμών και ήδη 11.738,80 ευρώ στους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του και ήδη ενάγοντες, στη μεν πρώτη σύζυγο του κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου και στους λοιπούς τέκνα του κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου στον καθένα ...".

Ακολούθως, το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις απέρριψε την έφεση. Με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.

Ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται στην πληττόμενη απόφαση περιστατικά συγκροτούντα την βαριά αμέλεια που επέδειξαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι του αναιρεσείοντος, οι οποίοι, κατά τις παραδοχές της, όπως προαναφέρθηκαν, ούτε προέβησαν σε έλεγχο της ταυτοπροσωπίας του ατόμου που εμφανίστηκε ενώπιόν τους ούτε και άσκησαν τον απαιτούμενο στοιχειώδη έλεγχο με την απλή σύγκριση των υπογραφών που έθεσε στα πιο πάνω έγγραφα και οι οποίες είναι εμφανώς διάφορες μεταξύ τους, δεν ήταν δε αναγκαία η πανηγυρική αναφορά των λέξεων "βαριά αμέλεια".

Κατόπιν τούτων ο στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος του αναιρετηρίου απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση.

Δεν είναι "πράγματα", όμως με την πιο πάνω έννοια, η άρνηση της αγωγής ή ένστασης, αιτιολογημένη ή όχι, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Το αναιρεσείον, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ., κατ' εκτίμηση, 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες πρωτοδίκως ισχυρισμούς του, τους οποίους επανέφερε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το δεύτερο λόγο της έφεσής του και οι οποίοι κατέτειναν στην απόδειξη της ανυπαίτιας εκ μέρους των υπαλλήλων του εξόφλησης του επίμαχου γραμματίου σύστασης παρακαταθήκης, οι οποίοι κατέβαλαν την απαιτούμενη επιμέλεια και δεν επέδειξαν αδιαφορία ή αμέλεια, δεδομένου ότι η παράνομη είσπραξη του ποσού του γραμματίου από τρίτο πρόσωπο, το οποίο το αφαίρεσε από το Τμήμα Εγγυοδοσιών του Πρωτοδικείου Αθηνών, επιτεύχθηκε α) λόγω της μη έγκαιρης ειδοποίησής του από το Πρωτοδικείο Αθηνών για την κλοπή αυτή και η οποία του γνωστοποιήθηκε τελικά μετά την εξόφληση του ποσού του γραμματίου και β) με την επίδειξη από το τρίτο αυτό πρόσωπο όλων των απαιτουμένων δικαιολογητικών εγγράφων, ήτοι του από 8-2-1999 εγγράφου του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, του από 8-2-1999 εγγράφου του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και της υπ' αριθμ. 2783/1998 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και του πρωτοτύπου του γραμματίου σύστασης παρακαταθήκης.

Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί δεν θεμελιώνουν ενστάσεις κατά του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος, αλλά αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής της βάσης και επομένως, ο σχετικός ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Στο άρθρο 22 § 1 Ν. 3693/1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 § 12 του Ν. 1738/1987, ορίζεται ότι "επί δικών μετά του Δημοσίου η περιλαμβανομένη εις τας αποδοτέας προς τον νικώντα διάδικον δαπάνας αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του μειούται μέχρι του ημίσεος του ελαχίστου ορίου της διατιμήσεως εκάστης ενεργείας, μη δυναμένη πάντως να υπερβή δι' όλας τας καθ' έκαστον βαθμόν δικαιοδοσίας πράξεις τας δώδεκα χιλιάδας χαρτίνας δραχμάς".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 § 1 Ν. 2214/1994 "το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων έχει όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες, τα δικαστικά, διοικητικά, οικονομικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο". Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο δεν επέβαλε εις βάρος του αναιρεσείοντος μειωμένη δικαστική δαπάνη, ενόψει του ότι απολαμβάνει των προνομίων του Δημοσίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο επέβαλε εις βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία καθόρισε στο ποσό των 500 ευρώ, χωρίς να μειώσει αυτήν, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν. Κατά συνέπεια ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3033/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατ' αποδοχή του τρίτου λόγου αναίρεσης, όσον αφορά τη διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης. Ακολούθως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση, ενόψει του, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση (ΚΠολΔ 580 § 3 εδ. α') και να καθοριστεί αυτή στο ποσό των 300 ευρώ. Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία θα επιβληθούν μειωμένα (άρθρο 22 § 1 Ν. 3693/1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 § 12 του Ν. 1738/1987), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει ερήμην των αναιρεσιβλήτων.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3033/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όσον αφορά την περί δικαστικής δαπάνης διάταξή της.

Κρατεί την υπόθεση και καθορίζει τη δικαστική δαπάνη του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 8 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ