Supreme Court allows bank employee promotion appeal but rejects request for case restoration due to late filing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the lower court's decision regarding a bank employee's promotion but rejected the appellant's request to restore the case to its pre-execution state. While the court found the promotion criteria were met based on the employee's superior performance compared to the competitor, it ruled that the request for restoration was inadmissible because it was filed on the day of the hearing rather than before. Consequently, the case was remitted to the Athens Court of Appeal for retrial with a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 33 et seq., 100, 102-107 of the Organization of the Agricultural Bank of Greece; Article 579 para. 2 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may order the restoration of the case to the state prior to execution upon proof of voluntary or forced execution, but such a request must be submitted via proposals before the hearing concludes, not on the day of the hearing itself.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1776 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1776/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Α. Κ. του Μ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Λάμπρου Μακρυγιάννη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/9/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1165/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5274/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/12/2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 11/2/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 33 επ., 100 παρ. 1, εδ. α-γ, 102, 103, 104 παρ. 1 εδ. α', 106 παρ. 3 εδ. α και 107 του Οργανισμού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α' 270/1973, κυρώθηκε με το ν.δ. 213 /1973 και έχει ισχύ νόμου, προκύπτει ότι οι προαγωγές από το βαθμό του Υποδιευθυντή στο βαθμό του Διευθυντή, γίνονται κατ' απόλυτη εκλογή, από το διοικητικό συμβούλιο της τράπεζας, ύστερα από πρόταση του Διοικητή της, μεταξύ των Υποδιευθυντών που έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον ένα χρόνο στο βαθμό.
Το συμβούλιο αποφαίνεται, με ελεύθερη κρίση, αφού λάβει υπόψη τα στοιχεία που ειδικότερα αναφέρονται στα άρθρα 101-104 του Οργανισμού ΑΤΕ και είναι, τα στοιχεία του ατομικού φακέλου των κρινόμενων, τα οποία αφορούν το ήθος, τα τυπικά επιστημονικά και επαγγελματικά προσόντα τους, τις ηθικές αμοιβές, τις εκθέσεις των προϊσταμένων τους στα σχετικά φύλλα ποιότητας, την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, την προσωπική γνώση ή ασφαλείς πληροφορίες των μελών του διοικητικού συμβουλίου, ρητώς διατυπούμενες στο σχετικό πρακτικό και κάθε, κατά την κρίση του συμβουλίου, χρήσιμο για την αξιολόγηση των κρινόμενων στοιχείο.
Ως προακτέοι κατ' απόλυτη εκλογή χαρακτηρίζονται οι υπάλληλοι εκείνοι που διακρίνονται μεταξύ των συναδέλφων τους για το ήθος και το χαρακτήρα τους και επέδειξαν, σε υψηλό βαθμό, διοικητική και υπηρεσιακή ικανότητα, έκτακτη δραστηριότητα και αφοσίωση στο καθήκον, προσόντα συνεκτιμώμενα πάντως με την αρχαιότητα τόσο τη γενική (χρόνος προσλήψεως) όσο και την ειδική (στον κατεχόμενο βαθμό), τις εκθέσεις και τη βαθμολογία τους όπως αυτή απεικονίζεται στα φύλλα ποιότητας.
Η κρίση δε του διοικητικού συμβουλίου ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια μόνο κατά τους όρους του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή αν κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, παρέλειψε να προαγάγει υπάλληλο που καταφανώς υπερτερεί ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, συνολικώς εκτιμώμενα, έναντι, έστω και ενός προαχθέντος συναδέλφου του.
Έτσι, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση που υποβάλλεται στη δικαστική κρίση αποδειχθεί ότι το ΔΣ της ΑΤΕ παρέλειψε να προαγάγει υπάλληλό της ο οποίος καταφανώς υπερείχε άλλου συναδέλφου του πού κατά τις ίδιες κρίσεις προήχθη και έπρεπε, σύμφωνα με τις παραπάνω προϋποθέσεις, να προαχθεί, υπερβαίνοντας έτσι προφανώς τα όρια πού το άρθρο 281 ΑΚ επιβάλλει στην άσκηση όλων των δικαιωμάτων, η απόφασή του είναι αντίθετη με το νόμο (άρθρ. 281 ΑΚ), θεωρείται άκυρη (άρθρ. 174, 180 ΑΚ) και θα αναγνωριστεί δικαστικώς ότι ο υπάλληλος έπρεπε να προαχθεί.
Εξάλλου, από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η παραβίαση δε αυτή εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών.
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή προβαίνει το δικαστήριο ανέλεγκτα, κατά το άρθρ. 561§1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα την 24-9-1982 με τον βαθμό του Αρχιλογιστή, του Κλάδου Χημικών και προήχθη κατ' απόλυτη εκλογή στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 24-9-1987 και βάσει της 1886/2005 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών στον βαθμό του Υποδιευθυντή από 20-11-1996.
Είναι κάτοχος πτυχίου Χημείας της Φυσικομαθηματικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, έχει διδακτορικό δίπλωμα της Φυσικομαθηματικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών στον Κλάδο της Χημείας όπως και δίπλωμα Μεταπτυχιακών Σπουδών (D.Ε.Α.) του Πανεπιστημίου Παρισίων Πιέρ και Μαρί Κιουρί. Στα φύλλα ποιότητος των Υπηρεσιακών Μονάδων από το 1990 έως και το 1997 χαρακτηρίζεται ως άριστος με ιδιαίτερα ευμενείς παρατηρήσεις των κριτών του όπως ότι πρόκειται για διακεκριμένο στέλεχος της Τράπεζας με μεγάλη πείρα στη διοίκηση επιχειρήσεων, ότι ανταποκρίνεται στη γρήγορη και ορθή λήψη αποφάσεων, ότι μπορεί να αξιοποιηθεί με επιτυχία σε πολλούς τομείς και διαθέτει αυξημένα διοικητικά προσόντα.
Γνωρίζει άριστα τη γαλλική γλώσσα και καλά την αγγλική, λαμβάνων και το σχετικό επίδομα ξένης γλώσσας. Υπηρέτησε ως ειδικός επιστήμονας στη Διεύθυνση Γεωργικών Βιομηχανιών από 8-12-1982 έως 22-1-1986. Από 16-10-1983 έως 31-12-1985 ήταν αποσπασμένος στην ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ, από 23-1-1986 έως 31-8-1988 ήταν αποσπασμένος στην Αγροτική Τεχνική ΑΕ, από 5-9-1988 έως 16-4-1995 ήταν αποσπασμένος στη ΣΥΝΕΡΓΑΛ ΕΠΕ, από17-4-1995 έως 17-4-1996 ήταν αποσπασμένος στον Οργανισμό Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων ως εκκαθαριστής, ενώ από 18-4-1996 έως 4-2-2001 διετέλεσε προϊστάμενος του Τμήματος Συντονισμού και Υποστήριξης λοιπών θυγατρικών εταιρειών της Υποδιεύθυνσης θυγατρικών εταιρειών, από 5-2-2001 έως 23-9-2001 προϊστάμενος του Τμήματος Υποστήριξης Επενδυτικών Εργασιών της Υποδιεύθυνσης Χρεογράφων και Θεματοφυλακής, από 24-9-2001 έως 6-1-2002 Προϊστάμενος του Τμήματος Πρωτοκόλλου Διεκπεραίωσης και Αρχείου, από 7-1-2002 έως 7-2-2002 Προϊστάμενος Τμήματος Αλληλογραφίας και από 8-2-2002 Υπεύθυνος Λογαριασμού Υποδιεύθυνσης Μεγάλων Πελατών της Διεύθυνσης Αναδιάρθρωσης Χαρτοφυλακίου Δανείων.
Επιπροσθέτως από 19-4-1996 έως 30-6-1998 διετέλεσε Πρόεδρος της "ΑΤΕ ΚΑΡΤΑ ΑΕ" και από 22-7-1999 έως 30-4-2002 ήταν αποσπασμένος στην Οργανωτική Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων "ΑΘΗΝΑ 2004". Επίσης μετείχε ως Σύμβουλος Διοίκησης στην εταιρεία "ΕΑΣΘ - ΑΓΝΟ" για θέματα εμπορίας και marketing. Με την 64207/12-10-1983 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας μετακινήθηκε με άλλους συναδέλφους του στο Λουξεμβούργο προκειμένου να λάβει μέρος από 22 έως 25-11-1983 στο 4° Ευρωπαϊκό Συνέδριο με θέμα "Την Ανάπτυξη των Κεφαλαιαγορών και την ανάπτυξη της Βιομηχανίας".
Μετείχε επιτροπής για τη σύνταξη σχεδίου Οργανισμού του οργανωτικού διαγράμματος της ΑΤΕ στο Κέντρο και την Περιφέρεια και σχέδιο Κανονισμού Προσωπικού. Περαιτέρω το έτος 1983 μετείχε επιτροπής για τη διερεύνηση των προβλημάτων που συνδέονται με τη διάθεση και αξιοποίηση των χαρουπιών Κρήτης και ιδιαίτερα της παραγωγής του Νομού Ρεθύμνης.
Ακόμη, το έτος 1982 μετείχε ομάδας εργασίας για την εξέταση του θέματος "Προβληματικές Βιομηχανίες στον Γεωργικό Τομέα". Επιπλέον το έτος 1990 μετείχε επιτροπής για την εξέταση των αιτημάτων ιδιωτικών φορέων και την υποβολή εισήγησης για την αγορά της ΣΥΝΕΡΓΑΛ. Κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα ο ενάγων δεν υπηρέτησε σε θέσεις αυστηρά τραπεζικής εργασίας, αλλά είχε μετακινήσεις του σε εταιρείες και επιτροπές διευρυμένων καθηκόντων.
Οι εταιρείες όμως αυτές αποτελούσαν θυγατρικές εταιρείες της εναγομένης μετοχικών της συμφερόντων και όπως επισημαίνεται με το 115824/9-10-1981 έγγραφο της Διευθύνσεως Διοικητικού, οι αποσπασθέντες σ' αυτές υπάλληλοι της εναγομένης βρίσκονται σε θέση πλήρους και απόλυτης ισοτιμίας προς τους λοιπούς συναδέλφους τους που κατέχουν θέσεις προϊσταμένων τμημάτων κλπ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 19-12-2003 για την προαγωγή υπαλλήλων από τον βαθμό του Υποδιευθυντή στον βαθμό του Διευθυντή, το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης, παρέλειψε να προαγάγει τον ενάγοντα, ενώ προήγαγε, από τους αναφερόμενους στην αγωγή συναδέλφους του: Ν. Κ., Κ. Χ.
και Κ. Ρ. Ειδικότερα ο Ν. Κ. διορίστηκε την 16-3-1979 με τον βαθμό του Υπολογιστή μετά από επιτυχία του στον εξωτερικό διαγωνισμό της 16 και 17/9/1978. Προήχθη κατ' απόλυτη εκλογή στους βαθμούς α) του Τμηματάρχη Α' (Οικ.) με αρχαιότητα από 24-7-1992 και πλεονάζοντα χρόνο για προαγωγή μέχρι 24-7-1992 δύο μηνών (0-2-0), β) του Υποδιευθυντή (Οικ.) με αρχαιότητα από 1-11-2001 και πλεονάζοντα χρόνο για προαγωγή μέχρι 1-11-2001 δύο μηνών (0-2-0), γ) του Διευθυντή (Οικ.) με αρχαιότητα από 19-12-2003 και πλεονάζοντα χρόνο για προαγωγή μέχρι 19-12-2003 δύο μηνών (0-2-0) από το άρθρο 102 του Οργανισμού (Δ.Σ. 18/19-12-2003).
Είναι κάτοχος πτυχίου Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης και της Γεωπονικής και Δασολογικής Σχολής του ιδίου Πανεπιστημίου, κατέχει δε πιστοποιητικό Ινστιτούτου Περιφερειακής Ανάπτυξης Μεταπτυχιακών Σπουδών Παντείου, ισότιμο με master. Γνωρίζει άριστα την αγγλική γλώσσα. Παρακολούθησε σεμινάριο του Βρετανικού Συμβουλίου με θέμα "Εξωτερικό Συνάλλαγμα και Εμπορική Αλληλογραφία" διάρκειας 280 ωρών.
Στα πλαίσια ασκήσεως υπεύθυνων καθηκόντων το διάστημα από 8-7-1980 έως 8-1-1984 ήταν αποσπασμένος στην εταιρεία "ΕΥΡΥΤΑΝΙΑ ΑΕ" ως Τεχνικός Διευθυντής. Διετέλεσε αναπληρωτής Προϊσταμένου του Τμήματος Φορέων Γεωργικών Βιομηχανιών της Διεύθυνσης Γεωργικών Βιομηχανιών από 11-6-1991 έως 16-9-1993 και από 22-4-1994 έως 16-5-1994, Προϊστάμενος του ιδίου Τμήματος της Διεύθυνσης Γεωργικών Βιομηχανιών από 17-9-1993 έως 21-4-1994 και από 17-5-1994 έως 16-11-1995, (Με την 2/1994 Διαπιστωτική Πράξη της Διοίκησης σύμφωνα με το άρθρο 28 του Ν. 2190/1994 επανήλθε αυτοδίκαια στη θέση του Αναπληρωτή Προϊσταμένου του ως άνω Τμήματος Φορέων Γεωργικών Βιομηχανιών την 22-4-1994), Προϊστάμενος του Τμήματος Πολιτικής και Σχεδιασμού της Υποδιεύθυνσης Θυγατρικών Εταιρειών από 17-11-1995 έως 20-6-1996, Αναπληρωτής Προϊσταμένου της Υποδιεύθυνσης Θυγατρικών Εταιρειών από 21-6-1996 έως 12-11-1998, Προϊστάμενος της ίδιας Υποδιεύθυνσης Θυγατρικών Εταιρειών με ανάθεση καθηκόντων βαθμού Υποδιευθυντή από 13-11-1998 έως 31-10-2001 και οριστικά με τον βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-11-2001 έως 22-12-2002 και Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Στρατηγικής και Ομίλου με ανάθεση καθηκόντων βαθμού Διευθυντή από 23-12-2002 έως 18-12-2003.
Στα φύλλα ποιότητος της Υπηρεσιακής του Μονάδας των ετών 1992 έως και 1996 χαρακτηρίζεται άριστος (μον. 400) και επισημαίνεται ότι είναι ευσυνείδητος, εργατικός, ικανότατος, μεθοδικός, δυνάμενος να χειρισθεί με επιτυχία πολύπλοκα θέματα και να αξιοποιηθεί από την Τράπεζα σε ανώτατες θέσεις. Από τη σύγκριση των υπηρεσιακών προσόντων του ενάγοντος και του εν λόγω συγκρινόμενου μέχρι τον κρίσιμο χρόνο (19-12-2003) υφίσταται καταφανής υπεροχή του ενάγοντος έναντι του ως άνω συγκρινόμενου συναδέλφου του Ν.
Κ. στη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, δεδομένου ότι ο ενάγων διορίσθηκε με τον βαθμό του Αρχιλογιστή, ενώ ο Ν. Κ. με το βαθμό του Υπολογιστή (λαμβανομένου υπόψη ότι οι βαθμοί διαρθρώνονται από τον εισαγωγικό βαθμό έως εκείνον του Αρχιλογιστή σε Υπολογιστές-βοηθούς, Λογιστές Γ, Β, Α και Αρχιλογιστές, ο ενάγων προσλήφθηκε σε βαθμό κατά τέσσερις βαθμούς ανώτερο του Ν.
Κ.), στην αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό, τους τίτλους σπουδών και τη γνώση ξένων γλωσσών. Η μη πραγματική υπηρεσία ενός έτους από τον ενάγοντα στο βαθμό του Υποδιευθυντή δεν ασκεί έννομη επιρροή γιατί με την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση αναγνωρίσθηκε καταχρηστική η παράλειψή του και κρίθηκε ότι έπρεπε να προαχθεί από 20-11-1996 και επομένως συνέτρεχε και το τυπικό στοιχείο της ενός έτους υπηρεσίας στο βαθμό του υποδιευθυντή μέχρι τις ένδικες προαγωγικές κρίσεις ανεξάρτητα από το ότι δεν προσέφερε πραγματική υπηρεσία λόγω αδυναμίας του να ασκήσει τα καθήκοντα αυτά από υπαιτιότητα της εναγομένης.
Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος υπερτερεί καταδήλως έναντι του ανωτέρω προαχθέντος συναδέλφου του Ν. Κ. και ότι η μη προαγωγή αυτού στο βαθμό του Διευθυντή από 19-12-2003, που προήχθη εκείνος, είναι καταχρηστική γιατί υπερβαίνει προφανώς τα αντικειμενικά όρια που τίθενται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Με τις κρίσεις του αυτές, το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Οργανισμού της Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος και τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού από τη σύγκριση των παραπάνω κρίσιμων υπηρεσιακών στοιχείων του συγκρινόμενου συναδέλφου του και του αναιρεσίβλητου, δεν υπάρχει καταφανής υπεροχή του τελευταίου, με συνέπεια η παράλειψη του, κατά τις προαγωγικές κρίσεις και η προαγωγή του συναδέλφου του Ν.
Κ. να μη μπορεί να θεμελιώσει κατάφωρα άδικη κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας και συνακόλουθα υπέρβαση των ορίων και αρχών του άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα ο αναιρεσίβλητος έχει σχετική υπεροχή στους τίτλους σπουδών έναντι του συγκρινόμενου υπαλλήλου (Κ.), ενώ στη γνώση ξένης γλώσσας και οι δύο είναι περίπου ισότιμοι.
Ο αναιρεσίβλητος έχει μεγάλη πείρα στη διοίκηση επιχειρήσεων, υστερεί όμως του συγκρινομένου υπαλλήλου ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό και κυρίως στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων στην Τράπεζα. Συγκεκριμένα ο αναιρεσίβλητος δεν υπηρέτησε για μεγάλο διάστημα σε θέσεις αυστηρά τραπεζικής εργασίας και άσκησε καθήκοντα υποδεέστερα του Ν.
Κ., επί πλέον δε δεν παρέμεινε επί ένα έτος στον προηγούμενο (κατεχόμενο) βαθμό του υποδιευθυντή μέχρι τις ένδικες προαγωγικές κρίσεις (19-12-2003), μη αρκούσης της με την 1886/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναγνώρισης ότι από 20-11-1996 έπρεπε να προαχθεί στον κατεχόμενο βαθμό του υποδιευθυντή, αφού η κατά πλάσμα του νόμου (άρθρ. 12 Ν. 1082/1980) αναγνώριση της υπηρεσίας του υπαλλήλου στον κατεχόμενο βαθμό από χρόνου που δέχεται η τελεσίδικη δικαστική απόφαση δεν είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη για προαγωγικές κρίσεις που διενεργήθηκαν πριν από τη δημοσίευση της σχετικής τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, ως εν προκειμένω, αλλά μόνο για τις μεταγενέστερες (Ολ.
ΑΠ 11/2010). Αντίθετα ο συγκρινόμενος προς τον αναιρεσίβλητο υπάλληλος παρέμεινε στον προηγούμενο βαθμό του υποδιευθυντή επί δύο και πλέον έτη, χαρακτηρίζεται δε στα φύλλα ποιότητας των ετών 1992 έως και 1996 άριστος (όπως και ο αναιρεσίβλητος για τα έτη 1990-1997) με την επισήμανση, όμως ότι αυτός (Ν. Κ.) μπορεί να χειριστεί με επιτυχία πολύπλοκα θέματα και να αξιοποιηθεί από την Τράπεζα σε ανώτατες θέσεις.
Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι, οι από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων. Ακολούθως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε αυτήν, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παραδεκτά υποβάλλεται με τις προτάσεις που κατατίθενται μέχρι την παραμονή της συζητήσεως το αίτημα για την εν λόγω επαναφορά, το οποίο έτσι δεν περιλαμβάνεται στις περιοριστικώς προβλεπόμενες περιπτώσεις του άρθρου 570 παρ. 1 ΚΠολΔ κατά τις οποίες οι προτάσεις πρέπει να κατατίθενται είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν τη δικάσιμο, όχι όμως και μετά τη συζήτηση (Ολ. ΑΠ 13/2004). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της που κατατέθηκαν την 9-4-2013, δηλαδή την ημέρα συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως αυτό προκύπτει από την επ' αυτών βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέως, υποβάλλει το αίτημα για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Το αίτημα όμως αυτό απαραδέκτως υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατατέθηκαν την ημέρα της συζητήσεως και όχι μέχρι την παραμονή της συζητήσεως και ως εκ τούτου πρέπει ν' απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5274/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ