1776/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1776/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέτοια γενικά μέτρα ασφαλείας, που πρέπει να τηρούν όλοι οι εργοδότες καθορίζονται με το ν. 1568/85 "Υγιεινή - Ασφάλεια εργαζομένων" οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται, σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες, εκτός των αναφερομένων στο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού εξαιρέσεων, για τις οποίες δεν πρόκειται στην εξεταζομένη περίπτωση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1776 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1776/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Κ. ΟΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Κ. Κ. του Δ. και 3) Χ. Κ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καραμανλή.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τσώκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 111/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 544/2011 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-1-2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 6-11-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επί προκλήσεως σωματικής βλάβης εργάτη ή υπαλλήλου εξ αιτίας εργατικού ατυχήματος, δηλαδή συνεπεία βιαίου συμβάντος που έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση ή εξ αφορμής της παρεχόμενης εργασίας, σε επιχειρήσεις του άρθρου 2 ν. 551/1915, η αξίωση του ίδιου για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που έχει υποστεί ή των μελών της οικογενείας του σε περίπτωση θανάτου αυτού, λόγω ψυχικής οδύνης, κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο (άρθρα 914, 922 και 932 ΑΚ) εις τρόπον ώστε, για τη θεμελίωσή της, απαιτείται πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, το οποίο πταίσμα μπορεί να συνίσταται και σε αμέλεια του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, δηλαδή όταν ο εργοδότης ή οι υπ' αυτού προστηθέντες παρέλειψαν την επιμέλεια που αν κατέβαλαν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου της δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν μπορεί να θεμελιωθεί στην περίπτωση αυτή και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών που επιβάλλουν όρους υγιεινής και ασφαλείας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 662 ΑΚ, είτε η τήρηση των μέτρων αυτών από τον εργοδότη επιβάλλεται από τους παραπάνω νόμους, διατάγματα ή κανονισμούς που προβλέπουν τα μέτρα αυτά.
Τέτοια γενικά μέτρα ασφαλείας, που πρέπει να τηρούν όλοι οι εργοδότες καθορίζονται με το ν. 1568/85 "Υγιεινή - Ασφάλεια εργαζομένων" οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται, σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες, εκτός των αναφερομένων στο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού εξαιρέσεων, για τις οποίες δεν πρόκειται στην εξεταζομένη περίπτωση.
Ειδικότερα με το νόμο αυτό ορίζονται και τα εξής: ο εργοδότης υποχρεούται να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι και οι τρίτοι που παραβρίσκονται στους τόπους εργασίας από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία ή τη σωματική τους ακεραιότητα, καθώς επίσης και να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας (άρθρο 32 αρ. 1 και 3).
Εξάλλου, με το ΠΔ 396/1994 "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρήση από τους εργαζομένους εξοπλισμών ατομικής προστασίας κατά την εργασία σε συμμόρφωση προς την οδηγία του Συμβουλίου 89/656/ΕΟΚ" παρέχονται γενικές οδηγίες ως προς την ασφάλεια των εργαζομένων στους χώρους εργασίας. Τέλος, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, "Αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της".
Εσφαλμένο αιτιολογικό με την έννοια της παραπάνω διατάξεως υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της αποφάσεως. Ως αιτιολογικό, δηλαδή, νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν την μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της αποφάσεως, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (Ολ.ΑΠ 30/1998).
Επομένως, η ευδοκίμηση του λόγου αναιρέσεως που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 27/1998).
Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε το έτος 2004 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από την πρώτη αναιρεσείουσα (της οποίας οι λοιποί δύο είναι ομόρρυθμα μέλη και νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής) η οποία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την επεξεργασία σταφίδας στη ...
και απασχολήθηκε αρχικά ως εργάτης και στη συνέχεια ως οδηγός αυτοκινήτου. Παρά ταύτα όμως οι αναιρεσείοντες εργοδότες υποχρέωναν τον αναιρεσίβλητο να εκτελεί εργασία εργάτη, εργαζόμενος στη φορτοεκφόρτωση των προϊόντων, παραγώγων και υπολειμμάτων από την επεξεργασία της σταφίδας. Έτσι την 17-12-2007 και μετά την 16:00 μεσημβρινή ώρα ο αναιρεσίβλητος βρισκόταν επί της καρότσας του υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... ανατρεπόμενου φορτηγού αυτοκινήτου και κρατώντας φτυάρι επιμελείτο της φόρτωσης και της διάστρωσης ποσοτήτων υπολειμμάτων από την επεξεργασία της σταφίδας στον αύλειο χώρο της επιχείρησης, που μετέφερε ο εργαζόμενος στην ίδια επιχείρηση και προστηθείς από αυτή στο χειρισμό του μηχανοκίνητου περιστρεφόμενου κλαρκ (περονοφόρου οχήματος), Κ.
Γ. μέσα σε μεγάλα μπαλετοκιβώτια, βάρους άνω των πεντακοσίων κιλών που ανύψωνε με τις περόνες του κλαρκ σε ύψος πάνω από τα προστατευτικά πλαίσια στα πλάγια του φορτηγού αυτοκινήτου, εισήγαγε το υπερυψωμένο φορτίο σε όλη του την επιφάνεια που καταλάμβανε εύρος 1,50 μέτρο περίπου εντός της καρότσας του φορτηγού αυτοκινήτου και αμέσως στη συνέχεια με περιστροφή των περονών το φορτίο ανατρεπόταν και η παλέτα άδειαζε το περιεχόμενό της από υπολείμματα σταφίδας, χύμα στην καρότσα του φορτηγού.
Η διαδικασία της φόρτωσης είχε προχωρήσει και η στάθμη του φορτίου είχε ανέλθει σχεδόν στο ανώτατο όριο που πλησίαζε το ύψος των προστατευτικών τοιχωμάτων της καρότσας του φορτηγού, στο οποίο επίπεδο βρισκόταν εργαζόμενος ο αναιρεσίβλητος διαστρώνοντας με το φτυάρι τις μεταφερόμενες ποσότητες σταφίδας ώστε να πληρωθεί όλη η επιφάνεια της καρότσας ομοιόμορφα.
Ο χειριστής όμως του κλαρκ, ευρισκόμενος σε πολύ χαμηλότερο σημείο, πλησιάζοντας να αδειάσει το φορτίο του, πλέον δεν είχε οπτική επαφή με το ως άνω υψηλό σημείο που είχε φθάσει η στάθμη φόρτωσης, σε απόσταση 2,50 μέτρα από το έδαφος, ώστε όφειλε να προσέξει και να εντοπίσει τον αναιρεσίβλητο εξερχόμενο στα πλάγια της καρότσας και στη συνέχεια να εισάγει το μεταφερόμενο φορτίο της παλέτας εντός της καρότσας και με ανατροπή των περιστρεφόμενων περονών να αδειάσει το περιεχόμενο επί της καρότσας, για να αποφύγει κατά την τροχιά αυτή να προσκρούσει και τραυματίσει αυτόν.
Κατά τη μεταφορά όμως ενός των τελευταίων φορτίων ο ως άνω χειριστής του περονοφόρου οχήματος από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και υπό ανάλογες περιστάσεις θα κατέβαλε ο μέσος συνετός χειριστής του συγκεκριμένου οχήματος και παράλληλα από ανεπιτηδειότητά του, αφού εστερείτο άδεια χειριστού για το συγκεκριμένης κατηγορίας μηχάνημα, ενώ ο αναιρεσίβλητος βρισκόταν στο εσωτερικό της καρότσας διαστρώνοντας τα προηγούμενα φορτία σταφίδας, ώστε αυτός (χειριστής) δεν είχε οπτική επαφή μαζί του και δεν μπορούσε να εντοπίσει την ακριβή θέση, παρά ταύτα, πλησίασε την καρότσα από το πίσω μέρος, ανύψωσε το μεταφερόμενο φορτίο και εισήγαγε αυτό εντός της καρότσας κατά τρόπο που στην τροχιά κινήσεως και μεταφοράς του φορτίου να βρίσκεται ο αναιρεσίβλητος χωρίς να τον βλέπει, και έθεσε σε λειτουργία το σύστημα περιστροφής των περονών για την ανατροπή του φορτίου.
Κατά τη διαδικασία οι περόνες με το βάρος του μεταφερομένου φορτίου προσέκρουσαν στο πίσω μέρος του κεφαλιού του αναιρεσείοντος που εκείνη τη στιγμή, ευρισκόμενος γυρισμένος σε σχέση με το σημείο εισόδου της παλέτας, εργαζόταν στη διάστρωση του φορτίου, ο οποίος κατά την περιστροφή των περονών και την ανατροπή της παλέτας δέχθηκε σοβαρό κτύπημα στον εγκέφαλο και παρασυρόμενος από το κτύπημα και το βάρος του φορτίου που χύθηκε έφυγε από την καρότσα και από το ύψος των 2,50 μέτρων που βρισκόταν προσέκρουσε επί του εδάφους.
Αποτέλεσμα των ως άνω ήταν να υποστεί βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Για το αποτέλεσμα αυτό που οφείλεται σε βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της εργασίας και αποτελεί εργατικό ατύχημα, με βάση τα ανωτέρω υπαίτιος είναι ο ως άνω προστηθείς στο χειρισμό του μηχανήματος κλαρκ Γ. Κ., που για τη ζημιά που προξένησε αυτός στον παθόντα έχει αντικειμενική ευθύνη (άρθρ. 922, 932 Α.Κ.) η αναιρεσείουσα εργοδότης του.
Παράλληλα για το ίδιο ατύχημα υπεύθυνοι είναι οι αναιρεσείοντες ομόρρυθμοι εταίροι της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρείας, για τις πράξεις των οποίων ευθύνεται και η ίδια (άρθρ. 71 Α.Κ.), οι οποίοι από ειδική αμέλειά τους δεν μερίμνησαν για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας σύμφωνα με τις παρακάτω διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας.
Ειδικότερα επέτρεψαν το χειρισμό και λειτουργία του ανυψωτικού μηχανήματος κλαρκ ισχύος μεγαλύτερης των 20 ίππων και συγκεκριμένα 35 ίππων στον ως άνω Γ. Κ. καίτοι γνώριζαν ότι αυτός εστερείτο άδεια μηχανοδηγού και χειριστή του μηχανήματος αυτού (ν.δ. 46/1974 και άρθρ. 1 Α.Ν. 501/1937). Δεν μερίμνησαν ώστε να τίθεται στη διάθεση των εργαζομένων ο αναγκαίος εξοπλισμός ατομικής προστασίας και ειδικότερα στον αναιρεσίβλητο παθόντα κράνος προστασίας κεφαλής, ο οποίος εργαζόταν ως άνω σε ύψος και υπεράνω του διέρχονταν φορτία (άρθρ. 102, 103 π.δ. 1073/1981).
Επέτρεψαν την παραμονή του παθόντος κατά τη φόρτωση της σταφίδας εντός της τροχιάς διακινήσεως του μεταφερόμενου με το κλαρκ υλικού, χωρίς να εξασφαλίζεται σημείο σταθερής έδρασης αυτού και χωρίς να έχουν ληφθεί τα κατάλληλα μέτρα προστασίας του, όπως περιφράγματα, προστατευτικά δίκτυα (άρθρ. 85 παρ. 3, 86 και 87 π.δ. 1073/1981), με αποτέλεσμα ο αναιρεσίβλητος κατά τη στοίβαξη της σταφίδας να βρίσκεται στην καρότσα του φορτηγού, εκτεθειμένος σε ύψος χωρίς μέτρα προστασίας, τα πόδια του να βυθίζονται στο εύπλαστο φορτίο της μεταφερόμενης σταφίδας, ώστε να δυσχεραίνεται στην εργασία του διάστρωσης της σταφίδας και να κτυπήσει αυτόν με το ανυψωτικό μηχάνημα ο ως άνω χειριζόμενος αυτό χωρίς άδεια ικανότητας Κ.
Γ.. Κατόπιν αυτών στο πρόσωπο των υπευθύνων ομορρύθμων εταίρων συντρέχει ειδική αμέλεια στην πρόκληση του ένδικου εργατικού ατυχήματος, αφού παρέλειψαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας, τηρώντας τους προβλεπόμενους όρους και τις ισχύουσες ως άνω διατάξεις περί ασφαλείας των εργαζομένων στην επιχείρησή τους.
Από την πλευρά του παθόντος δεν αποδείχθηκε ότι αυτός κατά το χρόνο του ατυχήματος παρέλειψε με προσωπική ευθύνη του να φέρει τον εξοπλισμό ατομικής προστασίας που του είχε χορηγήσει η αναιρεσείουσα επιχείρηση και οι ως άνω υπεύθυνοι αυτής κατά την εκτέλεση της εργασίας του και συγκεκριμένα προστατευτικό κράνος, ώστε να συμβάλει και αυτός με δική του υπαιτιότητα στον τραυματισμό του στο κεφάλι από την παράλειψή του να φέρει προστατευτικό κράνος, αφού δεν προέκυψε ότι στην αναιρεσείουσα επιχείρηση ελαμβάνοντο τέτοια μέτρα ατομικής προστασίας και ότι είχαν χορηγηθεί στους εργαζόμενους κράνη προστασίας που ο εργαζόμενος κατά το χρόνο του ατυχήματος παθών παρέλειψε να φέρει με προσωπική ευθύνη του.
Εξάλλου και από τα προσκομιζόμενα δελτία ελέγχου από την Επιθεώρηση Εργασίας Ηλείας στην εναγόμενη επιχείρηση (826/25-10-2004, 612/19-9-2005, 838/23-9-2009) προκύπτει ότι είχαν γίνει επανειλημμένες συστάσεις για τη λήψη μέτρων ατομικής προστασίας των εργαζομένων με τη χρήση κατά περίπτωση γαντιών, καλυμμάτων κεφαλής κ.λπ., καθώς και την απασχόληση τεχνικού ασφαλείας που να ενημερώνει τους εργαζομένους για όλα τα θέματα ασφαλείας και υγιεινής της εργασίας και να τηρείται ενημερωμένο βιβλίο περί των υποδείξεων και συμβoυλών του τεχνικού ασφαλείας (π.δ. 396/1994).
Σημειωτέον ότι η επιχείρηση και οι ως άνω υπεύθυνοι αυτής ομόρρυθμοι εταίροι κατά παράβαση του άρθρου 8 παρ. 2α του Π.Δ. 17/1996, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του Π.Δ. 159/1999 παρέλειψαν όπως είχαν υποχρέωση να αναγγείλουν στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας Ηλείας και στις αρμόδιες υπηρεσίες του ασφαλιστικού οργανισμού στον οποίο υπάγεται ο εργαζόμενος παθών το ένδικο εργατικό ατύχημα εντός 24 ωρών από την επέλευσή του και δεδομένου ότι πρόκειται περί σοβαρού τραυματισμού να διατηρήσουν αμετάβλητα όλα τα στοιχεία που μπορούν να χρησιμεύσουν για την εξακρίβωση των αιτίων του ατυχήματος.
Αποτέλεσμα ήταν η αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας Ηλείας να πληροφορηθεί καθυστερημένα το ένδικο εργατικό ατύχημα με το αριθ. πρωτ. 1019/3-5-β/21-12-2007 σήμα του Αστυνομικού Τμήματος Αμαλιάδος, κατόπιν καταγγελίας συγγενών του παθόντος που της απεστάλη με τηλεμοιότυπο στις 24-12-2007, οπότε δεν κατέστη δυνατή η σύνταξη έκθεσης αυτοψίας εργατικού ατυχήματος περί των αιτίων του ατυχήματος, αφού το φορτηγό αυτοκίνητο, το ανυψωτικό μηχάνημα και τα λοιπά στοιχεία είχαν απομακρυνθεί από το χώρο του ατυχήματος (βλ.
αριθ. πρωτ. 768/26-9-2008 έγγραφο Επιθεώρησης Εργασίας Ηλείας).
Συνεπώς η ένσταση των αναιρεσειόντων περί συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου στην επέλευση του τραυματισμού του στο κεφάλι από την παράλειψη να τηρεί τα ατομικά μέτρα προστασίας και να φέρει το προστατευτικό κράνος που του είχε χορηγήσει η εναγόμενη επιχείρηση (άρθρ. 300 ΑΚ) είναι ουσιαστικά αβάσιμη.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι για τον τραυματισμό του αναιρεσιβλήτου υφίσταται αποκλειστική υπαιτιότητα του προστηθέντος από τους αναιρεσείοντες οδηγού του ζημιογόνου φορτηγού αυτοκινήτου, καθώς και των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων ομορρύθμων εταίρων της πρώτης, γιατί παρέλειψαν να λάβουν τα ως άνω αναφερόμενα μέτρα ασφαλείας, απέρριψε δε μετά ταύτα την έφεση που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες κατά της πρωτόδικης απόφασης, ενώ δέχτηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος κατά της ίδιας απόφασης με την οποία είχε κριθεί ότι το ένδικο εργατικό ατύχημα οφείλεται στη συγκλίνουσα συνυπαιτιότητα τόσο του οδηγού του φορτηγού όσο και του αναιρεσιβλήτου ο οποίος παρέλειψε να χρησιμοποιήσει το κράνος που του είχε χορηγήσει η εργοδότρια επιχείρηση, αφού δε εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο ως χρηματική ικανοποίηση μεγαλύτερο ποσό.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι στην κρινόμενη περίπτωση δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του Π.Δ. 1073/1981 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού", καθώς και του Ν.Δ. 46/της 16/19-9-1974 οι οποίες εσφαλμένα εφαρμόστηκαν, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε σε ορθό αποτέλεσμα κατέληξε, σύμφωνα με τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη και ισχύουσες στην κρινόμενη περίπτωση διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν. 551/1915, άρθρα 1 παρ. 1, 32 παρ. 1 και 3, 914, 922, 932 ΑΚ, καθώς και τις ισχύουσες στην κρινόμενη περίπτωση διατάξεις των άρθρων 1 και 4 του ΠΔ 396/1994 "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρήση από τους εργαζομένους εξοπλισμών ατομικής προστασίας κατά την εργασία σε συμμόρφωση προς την Οδηγία του Συμβουλίου 89/656/ΕΟΚ", δεδομένου ότι περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, από τις οποίες είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, τόσο ως προς την ύπαρξη υπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων και του υπ' αυτών προστηθέντος υπαιτίου οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, όσο και περί της ελλείψεως συνυπαιτιότητας του παθόντος αναιρεσιβλήτου.
Επομένως, οι, πρώτος και δεύτερος, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από τους αριθμ. 1 και 19 αντίστοιχα του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επειδή, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο, είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως "πράγματα" οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης εφόσον είχαν προταθεί παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφέρθηκαν νομίμως στο Εφετείο με λόγο έφεσης.
Με βάση τα παραπάνω δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος διαφορετικά περιστατικά από εκείνα που περιέγραφε ο αναιρεσίβλητος στην αγωγή του και συγκεκριμένα αν και ο αναιρεσίβλητος προς θεμελίωση της αγωγής εξέθετε ότι το κλαρκ χτύπησε στο πίσω μέρος της καρότσας του φορτηγού με αποτέλεσμα να γλυστρήσει και το φορτίο του κλαρκ να τον καταπλακώσει, το Εφετείο δέχτηκε ότι ο χειριστής του κλαρκ πλησίασε την καρότσα από το πίσω μέρος του φορτηγού, ανύψωσε το μεταφερόμενο φορτίο και εισήγαγε τούτο εντός της καρότσας, χωρίς να βλέπει τον αναιρεσίβλητο, έθεσε σε λειτουργία το σύστημα περιστροφής των περονών για ανατροπή του φορτίου, με αποτέλεσμα οι περόνες με το βάρος του φορτίου να προσκρούσουν στο πίσω μέρος του κεφαλιού του αναιρεσιβλήτου, που εκείνη τη στιγμή βρισκόταν γυρισμένος σε σχέση με το σημείο εισόδου της παλέτας εργαζόμενος στη διάστρωση του φορτίου και παρασυρόμενος από το κτύπημα και το βάρος του φορτίου που χύθηκε, έφυγε από την καρότσα και από ύψος 2,50 μέτρων.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού τα ως άνω περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις κατά τα αναφερόμενα στη προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ.
Επειδή, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από την ως άνω διάταξη προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό πόρισμα γιατί δεν έλαβε υπόψη την από 3-2-2009 έκθεση αυτοψίας του ηλεκτρολόγου - μηχανολόγου μηχανικού Β. Τ. την οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες προς απόδειξη των συνθηκών τέλεσης του ατυχήματος. Όμως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο για τη θεμελίωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα νομίμως προσκομισθέντα και επικληθέντα από τους διαδίκους έγγραφα και δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκε υπόψη και το παραπάνω. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο ως άνω λόγος αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-1-2012 αίτηση των: 1) "Ο.Ε. Αφοί Κ.", 2) Κ. Κ. και 3) Χ. Κ. για αναίρεση της 544/2011 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ