Legislator Case Law & Legislation
1776/2011 AI generated

1776/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1776/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1776/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): περίπου που συνορεύει γύρω του, με χείμαρρο και κτήμα Α. Χ. (που είναι ο δικαιοπάροχος πατέρας του εναγομένου), απ' όπου περνάει και ο δρόμος που το εξυπηρετεί". Πρόκειται ακριβώς για το επίδικο ακίνητο, το οποίο όπως αναφέρεται στη διαθήκη είχε περιέλθει στη διαθέτιδα με (άτυπη) δωρεά εν ζωή από το σύζυγό της Β.

Keywords

AI generated
rural land ownership known domicile ownerless property right to know one's parentage domicile agent standing of heirs
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1776 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1776/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Χ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσώλη.

Της αναιρεσίβλητης: Χ. συζ. Ν. Τ., το γένος Β. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάβδα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-1-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πάρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2004 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου λόγω αρμοδιότητας, 7ΤΜ/2008 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου και 117/2010 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-8-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 12-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η αποβιώσασα στις 13.1.2000 μητέρα της ενάγουσας Ε. χήρα Β. Μ., με την υπ' αριθμ. .../ 13.10.1999 δημόσια διαθήκη της (συμπληρωματική) που συντάχτηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Πάρου Ιωάννη Γκίκα και δημοσιεύθηκε νόμιμα (μαζί με την αρχική, υπ' αριθμ. .../1969, δημόσια επίσης διαθήκη της ενώπιον του συμβολαιογράφου Πάρου Θεοδώρου Κονταράτου), κατέλειπε μεταξύ άλλων ακινήτων που διέθεσε στα παιδιά της, στην ενάγουσα έναν "αγρό που βρίσκεται στη θέση "Άγιος Ακίνδυνος" εκτάσεως δέκα στρεμ.

περίπου που συνορεύει γύρω του, με χείμαρρο και κτήμα Α. Χ. (που είναι ο δικαιοπάροχος πατέρας του εναγομένου), απ' όπου περνάει και ο δρόμος που το εξυπηρετεί". Πρόκειται ακριβώς για το επίδικο ακίνητο, το οποίο όπως αναφέρεται στη διαθήκη είχε περιέλθει στη διαθέτιδα με (άτυπη) δωρεά εν ζωή από το σύζυγό της Β.

Μ. και το οποίο εμφαίνεται στο από μηνός Ιανουαρίου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα της μηχανικού Ι.Κ. και συνορεύει βόρεια και ανατολικά με ιδιοκτησίες Α. Χ. και ήδη ιδιοκτησίες του εναγομένου, νότια με χείμαρρο και δυτικά με ιδιοκτησία Μ.. Με την υπ' αριθμ. .../2000 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του παραπάνω συμβολαιογράφου Πάρου Ιωάννη Γκίκα που μεταγράφηκε νόμιμα η ενάγουσα αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομιά της μητέρας της και έγινε έτσι παραγώγως κυρία του επιδίκου, το οποίο, σημειωτέον, είναι το μοναδικό ακίνητο που έχει στη συγκεκριμένη περιοχή.

Η δικαιοπάροχος της ενάγουσας είχε αποκτήσει την κυριότητα του επίδικου αγροτικού ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία καθώς το είχε στην αποκλειστική νομή της για διάστημα πολύ μεγαλύτερο της εικοσαετίας. Ειδικότερα, ήδη από το έτος 1965 είχε εκμισθώσει το επίδικο στον πατέρα του εναγομένου Α. Χ., ο οποίος το χρησιμοποιούσε ως βοσκότοπο, μέχρι το χρόνο του θανάτου του το έτος 1983, με μίσθωμα, όπως συμφωνήθηκε, ένα "κεφάλι" τυρί ετησίως.

Μετά το θάνατο του Α. Χ. η μίσθωση συνεχίστηκε με τον εναγόμενο ως μισθωτή ο οποίος συνέχισε να χρησιμοποιεί το επίδικο ως βοσκότοπο και να παραδίδει στην ενάγουσα ένα "κεφάλι" τυρί για κάθε έτος χρήσης. Επειδή η μίσθωση διαρκούσε πολλά χρόνια, για να αποφευχθεί ο κίνδυνος αντιποίησης της νομής της ενάγουσας, ζητήθηκε από τον εναγόμενο, κατά τη δεκαετία του 1990 να υπογράφει απόδειξη για την παράδοση του μισθώματος-τυριού.

Έτσι στις 9-5-1997 υπέγραψε την από ίδια ημερομηνία απόδειξη, σύμφωνα με την οποία παράδωσε στην αδελφή της ενάγουσας Μ. Μ. (για λογαριασμό της ενάγουσας) 5 "κεφάλια" τυρί "ενοίκι" για το ξωμαντράκι στην Αγία Κιντήνη για 5 χρόνια μέχρι 31-12-1997".Το ίδιο συμβαίνει και με την από 10-5-1999 απόδειξη που αφορά την παράδοση δύο τυριών για τα έτη 1998 και 1999 (βλ.

προσκομιζόμενες αποδείξεις "παραλαβής τυριών"). Σημειώνεται εδώ ότι "εξωμάνδρι" ονομάζεται ο βοσκότοπος, δηλαδή το ακίνητο που δεν προσφέρεται για γεωργική εκμετάλλευση, και ότι, στην ευρύτερη περιοχή όπου βρίσκεται το επίδικο συναντώνται οι ειδικότερες τοποθεσίες "Άγιος Ακίνδυνος", "Αφκουλάκι" και "Μεσοβούνι", που είναι γειτονικές και τα όριά τους είναι δυσδιάκριτα.

Ο εναγόμενος-εκκαλών δεν αμφισβήτησε τις υπογραφές του επί των παραπάνω δύο αποδείξεων, ούτε αρνήθηκε την ύπαρξη μισθώσεως μεταξύ αυτού και της μητέρας της ενάγουσας-τουλάχιστον ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου δεν αρνήθηκε ευθέως τη μίσθωση, ενώ, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 37/2003 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου Πάρου στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων αρνήθηκε παντελώς τη μίσθωση-αλλά ισχυρίζεται ότι η μίσθωση αφορούσε άλλο ακίνητο και όχι το επίδικο.

Όμως, η ενάγουσα και η μητέρα της δεν είχαν άλλο ακίνητο στην περιοχή αυτή, ώστε να το εκμισθώσουν στον εναγόμενο, παρά μόνο το επίδικο. Τούτο προκύπτει με σαφήνεια, εκτός από τις καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας, και από τις προαναφερόμενες δύο δημόσιες διαθήκες της μητέρας της Ε. Μ. (υπ' αριθμ. .../1969 και .../1999) στις οποίες διαθήκες η διαθέτης δικαιοπάροχος της ενάγουσας απαριθμεί όλα τα ακίνητά της, που αφήνει στα πέντε παιδιά της, και εκτός από το επίδικο στη θέση "Άγιος Ακίνδυνος" δεν αναφέρει άλλο ακίνητο στις θέσεις "Αφκουλάκι" ή "Μεσοβούνι" ή "Άγιος Ακίνδυνος".

Περαιτέρω, ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι είναι ο ίδιος κύριος του επιδίκου και ότι περιήλθε σ' αυτόν από κληρονομιά του πατέρα του, την οποία αποδέχθηκε νομότυπα μαζί με τα αδέλφια του και την οποία διένειμαν μεταξύ τους δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1986 διανεμητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πάρου Ιωάννη Γκίκα που μεταγράφηκε νόμιμα και τέλος ότι, μεταξύ των ακινήτων (10 ακίνητα) που έλαχαν σ' αυτόν περιλαμβάνεται και το υπ' αριθμ. 26 του διανεμητηρίου συμβολαίου που αφορά "ένα βοσκότοπο στη θέση "Μεσοβούνια" εκτάσεως 2 περίπου στρεμμάτων ή όσης πιο πολύ ή πιο λίγο είναι που συνορεύει γύρω με ιδιοκτησίες Π.

Μ., Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου και με χείμαρρο" και που, κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, είναι το επίδικο ακίνητο. Όμως, όπως καθίσταται φανερό από την περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δεν ταυτίζεται με το επίδικο, ούτε ως προς την έκταση, αφού το επίδικο έχει έκταση δέκα και όχι δύο στρεμμάτων, ούτε ως προς τα όρια, αφού και οι όμορες ιδιοκτησίες είναι διαφορετικές.

Το γεγονός ότι ο εναγόμενος έχει πράγματι ιδιοκτησίες στην περιοχή δυνάμει του παραπάνω διανεμητηρίου συμβολαίου (μεταξύ των οποίων μάλιστα και ακίνητο 50 στρεμμάτων) δεν αποδεικνύει ότι είναι κύριος και του επιδίκου ακινήτου, αφού αυτό δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους του. Σημειώνεται τέλος ότι, με την υπ' αριθμ. 37/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πάρου που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως της ενάγουσας (όταν ο εναγόμενος, μετά τη γενόμενη από την ενάγουσα καταγγελία της μισθώσεως, αρνήθηκε να της αποδώσει το επίδικο, αντιποιούμενος τη νομή της επ' αυτού) η ενάγουσα αναγνωρίστηκε προσωρινά νομέας του επιδίκου και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να της το αποδώσει".

Με βάση, τις παραδοχές του αυτές έκρινε το Εφετείο ότι η ήδη αναιρεσίβλητη ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με τον επικαλούμενο στην αγωγή παράγωγο τρόπο, ήτοι από κληρονομία της προαναφερόμενης μητέρας της που πέθανε τη 13.1.2000 και της είχε αφήσει το επίδικο ακίνητο με τη δημόσια πιο πάνω διαθήκη της, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, την οποία αποδέχθηκε και μετέγραψε την οικείο συμβολαιογραφική πράξη που συντάχτηκε για την αποδοχή, η δε δικαιοπάροχος μητέρα της είχε αποκτήσει το επίδικο ακίνητο με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, ως έχουσα νεμηθεί αυτό για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας (άρθρο 1045 ΑΚ), ακολούθως δε απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Με βάση αυτά που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού ως προς τα ουσιώδη ζητήματα του παράγωγου τρόπου, με τον οποίο η ήδη αναιρεσίβλητη ενάγουσα έγινε κυρία του επίδικου ακινήτου και αποτελούσε τη βάση της αγωγής της, διέλαβε στην απόφαση σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1724, 1846, 193, 1194, 1195, 1198 και 1199, αντίστοιχα, και συνεπώς ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο, υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ.1, 1846, 1193, 1195, 1198 ΑΚ και 216 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν ο παράγωγος τρόπος κτήσης της κυριότητας, που επικαλείται ο ενάγων, είναι η κληρονομική διαδοχή, έχει υποχρέωση αυτός να αναφέρει στην αγωγή, προς θεμελίωσή της, ότι έχει αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και ότι μετέγραψε την αποδοχή της κληρονομίας, γιατί ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομία μόλις γίνει η επαγωγή.

Μόνο δε, αν ο εναγόμενος αρνηθεί ειδικά την κυριότητα του κληρονομουμένου, ο ενάγων έχει υποχρέωση να καθορίσει με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης τον τρόπο, με τον οποίο απέκτησε την κυριότητα στο επίδικο πράγμα ο κληρονομούμενος ή αν χρειασθεί και άλλοι δικαιοπάροχοί του εωσότου φθάσει σε πρωτότυπη κτήση, συμπληρώνοντας έτσι παραδεκτά την αγωγή, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ.

Η αγωγή που δεν περιέχει τα στοιχεία αυτά ή δεν συμπληρωθεί είναι αόριστη και πρέπει ως τέτοια να απορριφθεί. Εξάλλου, κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Πράγματα, υπό την έννοια της άνω διάταξης, είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασής ή αντένστασης. Πράγμα, επομένως, είναι, υπό την έννοια αυτή, και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή την ένδικη διεκδικητική αγωγή της αναιρεσίβλητης, εφόσον δέχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με κληρονομική διαδοχή της μητέρας της η οποία είχε αποκτήσει την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς να λάβει υπόψη το λόγο έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου, που, υπό μορφή παραπόνου κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης, περιείχε τον ισχυρισμό του - τον οποίο είχε προβάλει και πρωτοβαθμίως και αμφισβητούσε την κυριότητα στο επίδικο της δικαιοπάροχης μητέρας της ενάγουσας - ότι τα ανωτέρω περιστατικά για απόκτηση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τη δικαιοπάροχο μητέρα της ενάγουσας με έκτακτη χρησικτησία δεν είχαν προταθεί με την αγωγή ή τις προτάσεις της ενάγουσας κατά την πρώτη συζήτηση στον πρώτο βαθμό. Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), λόγος έφεσης που περιέχει τέτοιο παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης δεν υπάρχει. Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, ο υπό εξέταση λόγος αναίρεσης - από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ - δεν ιδρύθηκε και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των υποβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά, με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και "από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία και πάλιν προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του σχετικά με την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου και ότι αυτό νεμήθηκε η δικαιοπάροχος μητέρα της ενάγουσας, 1)την από 10.1.2003 εξώδικη καταγγελία μίσθωσης αγροτικού ακινήτου της ήδη αναιρεσίβλητης ενάγουσας, 2)την από 27.3.2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της ήδη αναιρεσίβλητης ενάγουσας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πάρου, 3)τα πρακτικά συζήτησης της αγωγής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πάρου, όπου και εκδόθηκε η 85/2004 απόφαση του εν λόγω Ειρηνοδικείου που παρέπεμψε την αγωγή στο καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο, 4)τη .../1996 δήλωση αποδοχής κληρονομίας που συντάχτηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Πάρου Ιωάννη Γκίκα και έχει μεταγραφεί στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Πάρου και 5)το από 23.6.2004 και με αριθμό πρωτ. 7747 έγγραφο του Δήμου Πάρου, στο οποίο περιέχεται απάντηση σε έγγραφο αίτημα της ήδη αναιρεσίβλητης ενάγουσας για διάνοιξη δρόμου στην περιοχή Αγίων Ακινδύνων, από τα οποία μάλιστα τα 85/2004 πρακτικά συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Πάρου και την - από 27.3.2003 - αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης ενάγουσας, επί της οποίας εκδόθηκε η 97/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πάρου, μνημόνευσε ρητά, χωρίς να χρειάζεται ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα υπόλοιπα έγγραφα.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31.8.2010 αίτηση του Γ. Χ. για αναίρεση της 117/2010 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ