Legislator Case Law & Legislation
1776/2008 AI generated

Supreme Court allows appeal against traffic accident verdict due to insufficient reasoning on driver liability and negligence.

Case Number 1776/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding a traffic accident, remanding the case for retrial. The appellant argued that the lower court failed to provide sufficient reasoning on the drivers' liability and specific negligence under the Road Traffic Code. The Court agreed, finding the original judgment's reasoning on these critical issues unclear and inadequate for appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 72, 559, 576, 580 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible when the lower court's reasoning on liability and negligence is insufficient, requiring remittal for retrial.

Keywords

AI generated
traffic accident liability insufficient reasoning appellate review road traffic code remittal for retrial driver negligence civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 72 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 17 of the Road Traffic Code (Law 2696/1999)
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1776 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1776/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δουβαρά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Εν Αθήναις εδρευούσης ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρείας υπό την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ", νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίλαο Αθανασόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/11/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 445/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 571/2004 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/8/2007 αίτησή του και τους από 23/7/2008 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 9/9/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.

Ο πληρεξούσιος της δεύτερης αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από την ..... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Ηρακλείου ..... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αναιρεσείοντα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ1. Επίσης, από την ..... έκθεση επίδοσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή προκύπτει ότι στον ίδιο αναιρεσίβλητο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων. Ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και, επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ "οι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτη τους εφόσον εκείνος δεν τα ασκεί, εκτός αν συνδέονται στενά με το πρόσωπό του". Εξάλλου ο παθών τρίτος σε αυτοκινητικό τροχαίο ατύχημα, όταν η ευθεία αξίωσή του κατά του ασφαλιστή από την ασφαλιστική σύμβαση (άρθρο 10 παρ. 1 ν. 489/1976), που είχε συνάψει ο υπόχρεος σε αποζημίωση, έχει υποπέσει στη διετή παραγραφή (άρθρο 10 παρ. 2 του ίδιου νόμου), μπορεί να ασκήσει κατ' αυτού πλαγιαστικά την αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση ασφάλισης, καθόσον η αξίωση αυτή υπόκειται σε μεγαλύτερη παραγραφή (άρθρα 195 ΕμπΝ και 10 νόμου 2496/1997 από 17-11-1997).

Μάλιστα ούτε από την ΚΠολΔ 72, ούτε από άλλη διάταξη του ίδιου Κώδικα αποκλείεται η δυνατότητα σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο τόσο της ευθείας αξίωσης του ζημιωθέντος τρίτου κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση, όσο και της πλαγιαστικής αγωγής κατά του ασφαλιστή. Στην τελευταία αυτή περίπτωση έχει έννομη σημασία το χρονικό σημείο επίδοσης της αγωγής στον υπόχρεο ασφαλισμένο.

Αρκεί η επίδοση του δικογράφου της αγωγής στον ασφαλισμένο να έχει γίνει κατά το χρόνο εκδίκασης των αγωγών στο δικαστήριο και κατά τον ίδιο κρίσιμο χρόνο της πρώτης συζήτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο να υφίσταται η αδράνεια του ασφαλισμένου. Δεν αποκλείεται ο παθών τρίτος μερικές φορές να ασκεί κατά του ασφαλιστή κύρια την ευθεία αξίωσή του και επικουρικά την πλαγιαστική αγωγή για την περίπτωση που ο εναγόμενος ασφαλιστής προτείνει και αποδείξει στην ουσία την ένσταση της παραγραφής του άρθρου 10 παρ. 2 του νόμου 489/1976.

Ο ενάγων (παθών τρίτος) δανειστής, ζητώντας πλαγιαστικά έννομη προστασία νομιμοποιείται ως μη δικαιούχος διάδικος. Αίτημα της πλαγιαστικής αγωγής είναι η καταδίκη του εναγομένου (ασφαλιστή) να καταβάλει στο δικαιούχο ασφαλισμένο (οφειλέτη του ενάγοντος και δανειστή του εναγομένου). Η δυνατότητα ικανοποίησης του δανειστή από το δικαίωμα του οφειλέτη, όπως και η αδράνεια του οφειλέτη προς ενάσκηση του δικαιώματός του αποτελούν στοιχεία για τη δικαιολόγηση εννόμου συμφέροντος στην άσκηση της σχετικής πλαγιαστικής αγωγής, που βέβαια πρέπει πάντοτε να έχει την απαιτούμενη πληρότητα του περιεχομένου της για να μην απορρίπτεται ως αόριστη.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση (571/2004 Εφετείου Κρήτης) την αιτίαση, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ για το λόγο ότι απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεσή του κατά της πρωτόδικης (445/2002 Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου) απόφασης, η οποία είχε απορρίψει ως απαράδεκτη την ένδικη από 5-11-2001 αγωγή του κατά το τμήμα που περιέχει πλαγιαστική άσκηση των δικαιωμάτων του υπαιτίου του ατυχήματος οδηγού και κυρίου του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ασφαλισμένου στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, με την αιτιολογία ότι "σωστά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε με την εκκαλούμενη απόφαση τη σωρευθείσα στο ίδιο δικόγραφο πλαγιαστική αγωγή του ενάγοντος κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία ζήτησε, αν κριθεί παραγεγραμμένη η ευθεία αγωγή του κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, να υποχρεωθεί η τελευταία πλαγιαστικώς να καταβάλει στον ασφαλισμένο, πρώτο εναγόμενο, το ποσό των 178.913.970 δραχμών, ως πρόωρα ασκηθείσα, αφού δεν είχε δημιουργηθεί η αξίωση του πρώτου εναγομένου ασφαλισμένου κατά της ασφαλιστικής εταιρείας δια της επιδόσεως αγωγής ή σχετικής όχλησης και συνεπώς δεν είχε επακολουθήσει αδράνεια αυτού".

Από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, η οποία ασκήθηκε από τους γονείς του ενάγοντος, επειδή αυτός ήταν ανήλικος, (κατάθεση στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου στις 12-11-2001), πράγματι προκύπτει ότι ισχυρίστηκε πως τραυματίστηκε σε τροχαίο ατύχημα που συνέβη στις 24-9-1999, για το οποίο υπαίτιος είναι ο πρώτος αναιρεσίβλητος - εναγόμενος οδηγός και κύριος του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας .....

ΙΧΕ αυτοκινήτου, που ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους προξενούμενες ζημίες στη δεύτερη αναιρεσίβλητη- εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία. Στην αγωγή ιστορείται επίσης ότι κατά το χρόνο της σύνταξής της είχε παρέλθει ο χρόνος παραγραφής της ευθείας αξίωσής του κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, γίνεται επίκληση λόγων διακοπής της παραγραφής και επικουρικά για την περίπτωση που θα κρινόταν ότι η κυρία (ευθεία) αξίωσή τους κατά του ασφαλιστή έχει πράγματι παραγραφεί, ο αναιρεσείων ασκεί πλαγιαστικά το δικαίωμα του πρώτου εναγομένου, υπαιτίου οδηγού και κυρίου του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ασφαλισμένου στη δεύτερη εναγόμενη και ζητεί την προς αυτόν καταβολή του ποσού που θα επιδικασθεί εις βάρος του μέχρι το ύψος του ασφαλίσματος.

Η αγωγή επιδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο Ψ1 στις 16-11-2001 (..... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Ηρακλείου .....) και στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία στις 15-11-2001 (..... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών .....), η επίδοση δηλαδή είχε γίνει πριν από το χρόνο συζήτησης της αγωγής κατά τη δικάσιμο της 19-2-2002, κατά την οποία εμφανίστηκαν και οι δύο εναγόμενοι και αμύνθηκαν κατά της αγωγής.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον η κύρια αγωγή κατά του φερόμενου ως υπαιτίου του ατυχήματος-ασφαλισμένου και της ασφαλιστικής εταιρίας, στην οποία είχε σωρευθεί και η πλαγιαστική αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρίας είχε επιδοθεί στον υπαίτιο-ασφαλισμένο πριν από το χρόνο εκδίκασης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (19-2-2002), συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 72 ΚΠολΔ και η ένδικη αγωγή αποζημιώσεως κατά την επικουρική της βάση από την τελευταία αυτή διάταξη ήταν παραδεκτή, ενόψει και του ότι, σύμφωνα με όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν άσκησε ποτέ τα δικαιώματά του από την ασφαλιστική σύμβαση κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας.

Το Εφετείο, επομένως, με το να απορρίψει την επικουρικώς ασκηθείσα πλαγιαστική αγωγή ως προώρως ασκηθείσα, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος, καθώς και ο συναφής με αυτόν δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, ο οποίος αληθώς περιέχει αιτίαση για πλημμέλεια μόνο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

ΙΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση όλου του αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Στις 24-9-1999 περί ώρα 16.45' ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθμ ..... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, που ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγομένη για τις προς τρίτους ζημιές κατά τη λειτουργία του, έβαινε επί της οδού .....

στην κατοικημένη περιοχή ..... . Η πιο πάνω οδός στο συγκεκριμένο σημείο έχει οδόστρωμα πλάτους δέκα μέτρων με ελαφρά κλίση προς τα αριστερά που δεν περιορίζει όμως την ορατότητα, είναι διπλής κατεύθυνσης, οι αντίθετες λωρίδες κυκλοφορίας διαχωρίζονται με δύο συνεχείς κατά μήκος του άξονα της οδού και συμβάλλεται από δεξιά με ανώνυμη δημοτική οδό η οποία οδηγεί στις αποθήκες του συνεταιρισμού.

Δεξιά του εναγομένου εκινείτο πολύ σιγά στο άκρο δεξιό της οδού ΙΧΦ αυτοκίνητο (κλούβα) αγνώστων στοιχείων. Την ίδια ώρα επί της ιδίας οδού εκινείτο με την ίδια κατεύθυνση ο ηλικίας τότε 15 ετών Χ, ήδη εκκαλών, οδηγώντας δίκυκλη μοτοσικλέτα, η οποία δεν έφερε πινακίδα αριθμού κυκλοφορίας, χωρίς να έχει την απαιτούμενη άδεια ικανότητας οδήγησης και προστατευτικό κράνος, η δε μοτοσικλέτα δεν είχε καθρέπτες για να ελέγχει ο οδηγός την κίνηση των οχημάτων που κινιόταν πίσω απ' αυτόν.

Ο πρώτος εναγόμενος επιχείρησε προσπέραση της κλούβας που κινιόταν με μικρή ταχύτητα στο άκρο δεξιό της οδού. Όταν έφτασε παράλληλα με την κλούβα, ο παθών Χ που κινιόταν με την μοτοσικλέτα μπροστά από την κλούβα και δεν ήταν ορατός από τον πρώτο εναγόμενο, εξήλθε ξαφνικά από την κλούβα και επιχείρησε να διασχίσει σχεδόν κάθετα το υπόλοιπο οδόστρωμα της ίδιας λωρίδας κυκλοφορίας και της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας για να φθάσει στο εκεί κατάστημα ειδών υγιεινής της μητέρας του, χωρίς να ελέγξει την κίνηση των λοιπών οχημάτων που κινιόταν πίσω απ' αυτόν.

Ο πρώτος εναγόμενος, που αιφνιδιάστηκε από την ξαφνική εμφάνιση της δίκυκλης μοτοσικλέτας, επιχείρησε με αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά να αποφύγει τη σύγκρουση, αλλά δεν το πέτυχε, γιατί κτύπησε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου στο οπίσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας με αποτέλεσμα να εκτιναχθεί ο οδηγός της μοτοσικλέτας στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου και να υποστεί σοβαρές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, ενώ απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου, το οποίο παρέσυρε τη μοτοσικλέτα σε απόσταση περίπου 30 μέτρα μέχρι το δεξιό έρεισμα της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας, όπου ακινητοποιήθηκε μετά από τροχοπέδηση 8,90 μέτρα.

Το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων τοποθετείται στο ρεύμα κυκλοφορίας του πρώτου εναγομένου σε απόσταση 1,10 μέτρα από τη διπλή διαχωριστική γραμμή, όπου εντοπίσθηκαν από την τροχαία τα πρώτα θραύσματα των γυαλιών. Αντίθετα αποδεικτικά μέσα δεν προσκομίζονται. Με τα περιστατικά αυτά το Δικαστήριο άγεται στην κρίση, ότι η πρόκληση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και ο τραυματισμός του παθόντος οφείλονται σε αμέλεια και των δύο οδηγών, οι οποίοι κατά την οδήγηση των πιο πάνω οχημάτων δεν κατέβαλαν την επιμέλεια που θα κατέβαλε ο μέσος συνετός οδηγός.

Ειδικότερα, η αμέλεια του πρώτου εναγομένου συνίσταται στο ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο σε κατοικημένη περιοχή χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να μπορεί να ακινητοποιήσει το όχημά του ανά πάσα στιγμή προ οιουδήποτε κινδύνου. Αντίθετα αυτός, όταν η δίκυκλη μοτοσικλέτα εισήλθε ξαφνικά στην πορεία του από δεξιά, επιχείρησε ανεπιτυχή αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά χωρίς να τροχοπεδήσει παράλληλα το αυτοκίνητο, πλην όμως έτσι δεν μπόρεσε να αποφύγει το ατύχημα, αλλά επέπεσε στο πίσω μέρος της μοτοσικλέτας.

Η αμέλεια του παθόντος Χ συνίσταται στο ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή τη δίκυκλη μοτοσικλέτα, αλλά προτιθέμενος να πραγματοποιήσει ελιγμό προς τα αριστερά και να διασχίσει το υπόλοιπο της λωρίδας κυκλοφορίας του και την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας για να φθάσει στο εκεί κατάστημα ειδών υγιεινής της μητέρας του, δεν ήλεγξε προηγουμένως την κίνηση των όπισθεν αυτού κινουμένων οχημάτων για να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει χωρίς κίνδυνο, αλλά, χωρίς να γνωστοποιήσει έγκαιρα την πρόθεσή του αυτή, εξήλθε ξαφνικά μπροστά από την κλούβα και επιχείρησε τον πιο πάνω ελιγμό παρά την ύπαρξη διπλής διαχωριστικής γραμμής κατά μήκος του άξονα της οδού που δεν το επέτρεπε, με συνέπεια να βρεθεί ξαφνικά στην πορεία του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου που εκείνη τη στιγμή πραγματοποιούσε προσπέραση της κλούβας.

Στην αμέλειά του συνέτεινε η απειρία του περί την οδήγηση λόγω της ηλικίας του εξαιτίας της οποίας δεν κατείχε την προβλεπόμενη άδεια οδήγησης, ενώ δεν έφερε προστατευτικό κράνος, το οποίο μπορούσε να αποτρέψει ή να περιορίσει τον τραυματισμό του. Ενόψει τούτων το ποσοστό υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου στην επέλευση του τροχαίου ατυχήματος και στον τραυματισμό του παθόντος προσδιορίζεται σε 20% και του παθόντος σε 80%".

Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε το λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος με τον οποίο παραπονιόταν για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και το ζήτημα της υπαιτιότητάς του. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη ουσιαστικών διατάξεων.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικά με την οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, εκτός από την παραδοχή ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο σε κατοικημένη περιοχή χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να μπορεί να ακινητοποιήσει το όχημά του ανά πάσα στιγμή προ οιουδήποτε κινδύνου, δεν προσδιορίζει αν κατά τη διαδικασία προσπεράσματος τήρησε τις υποχρεώσεις που θέτει το άρθρο 17 του ΚΟΚ (Ν 2696/1999) και συγκεκριμένα ότι προειδοποίησε έγκαιρα για την πρόθεσή του να πραγματοποιήσει προσπέρασμα και αν βεβαιώθηκε ότι μπορούσε να το κάνει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας.

Επίσης δεν προσδιορίζει σε πόση απόσταση από το προπορευόμενο αυτοκίνητο (κλούβα) βρισκόταν το μοτοποδήλατο, όταν φέρεται ότι επιχείρησε τη σχεδόν κάθετη στον άξονα της οδού πορεία και εντεύθεν σε πόση απόσταση βρισκόταν από το αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσίβλητου, όταν έγινε ορατό από τον οδηγό του ιδιωτικής χρήσης αυτοκινήτου, ούτε διευκρινίζει, αν, εφόσον ο πρώτος αναιρεσίβλητος είχε επιχειρήσει αμέσως πέδηση, αυτή σε συνδυασμό με τον διενεργηθέντα ελιγμό προς τα αριστερά μπορούσε να αποτρέψει το ατύχημα.

Περαιτέρω, δεν εξηγεί γιατί, ενώ δέχεται "σχεδόν κάθετη" στο οδόστρωμα πορεία του μοτοποδηλάτου η πρόσκρουση του αυτοκινήτου σ' αυτό έχει γίνει στο οπίσθιο μέρος αυτού. Επίσης, δεν προσδιορίζει σε ποιο ποσοστό στην έκταση της σωματικής βλάβης και εντεύθεν στην ζημία του από το γενόμενο συνολικό ποσοστό υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος παθόντος στην πρόκληση του ατυχήματος στον τραυματισμό του από 80% αναλογεί η έλλειψη της χρήσης κράνους από αυτόν.

Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος αληθώς περιέχει αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώθηκε με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων είναι βάσιμος.

IV. Μετά τα παραπάνω πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο ως προς όλες τις διατάξεις της, όσον αφορά δε τη δεύτερη αναιρεσίβλητη μόνο ως προς τη διάταξή της, με την οποία απορρίφθηκε η κατ' αυτής πλαγιαστική αγωγή του αναιρεσείοντος, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 571/2004 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, όπως στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Κρήτης, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ