Legislator Case Law & Legislation
1776/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against termination of indefinite partnership without serious cause.

Case Number 1776/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision rejecting the termination of an indefinite partnership. The appellant argued the termination lacked a serious cause and was untimely, but the court found the facts sufficient to establish a breach of contract. Consequently, the court upheld the lower court's ruling that the termination was valid and without serious cause.

Legislator headnote

AI generated

Articles 47-50 of the Commercial Code; Article 767 of the Civil Code: In an indefinite partnership lacking legal personality, any partner may terminate the partnership at any time without a serious cause; if done without such cause, the terminating partner is liable for damages caused to other partners.

Keywords

AI generated
indefinite partnership termination without cause serious cause requirement commercial code provisions civil code application liability for damages partnership dissolution

Cited Legislation

AI generated
Articles 47-50 of the Commercial Code
Article 767 of the Civil Code
Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 885/2001
Case 76/2001
Case 10377/1997
Case 6472/2002
Case 8481/2003
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1776 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1776/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θωμά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου : ....., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Βαρλάμη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-2-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 10377/1997 μη οριστική, 6472/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8481/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2 Ιουνίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 28 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή ως βασίμων και των δύο λόγων του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 47-50 του Εμπ.Ν προκύπτει ότι στην αφανή εταιρία, η οποία δεν έχει νομική προσωπικότητα, εφαρμόζονται οι περί εταιριών διατάξεις του Αστικού Κώδικα, δηλαδή τα άρθρα 741 επ. αυτού, στο μέτρο που δεν αντίκεινται στον ιδιάζοντα χαρακτήρα της (ΑΠ 885/2001). Ετσι από τις διατάξεις του άρθρου 767 ΑΚ που αναφέρονται στη λύση με καταγγελία της εταιρίας που έχει αόριστη τη διάρκεια συνάγονται τα εξής:

Εταιρία που έχει αόριστη διάρκεια λύνεται οποτεδήποτε με καταγγελία οποιουδήποτε εταίρου ανεξάρτητα συνδρομής ή μη σπουδαίου λόγου. Αν όμως κάποιος εταίρος κατήγγειλε την εταιρία άκαιρα και χωρίς σπουδαίο λόγο, που να δικαιολογεί την άκαιρη καταγγελία, ενέχεται για τη ζημία που προκάλεσε η λύση της εταιρίας στους άλλους εταίρους (ΑΠ 76/2001 ΕλΔνη 42,707).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε για τη νομική θεμελίωση της επίδικης απαιτήσεως του αναιρεσίβλητου λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί προς τούτο ο νόμος. Ειδικότερα δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε αφανής εταιρία και ότι αυτός (αναιρεσείων) ως εμφανής εταίρος κατάγγειλε την αορίστου χρονικής διάρκειας αφανή εταιρεία χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, χωρίς όμως το Εφετείο να ερευνήσει και το άκαιρο της καταγγελίας, και κατόπιν αυτού απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου για απώλεια διαφυγόντων κερδών.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία ρητώς θεμελιώνει την αγωγή στο άρθρο 767 ΑΚ, κατ' ορθότερη, όπως αναφέρει, νομική θεμελίωση, δέχθηκε αυτή ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Οι διάδικοι που είναι συγγενείς και φίλοι από πολλά χρόνια, το έτος 1987 με το από 14-10-1987 ιδιωτικό συμφωνητικό, νομίμως δημοσιευθέν, συνέστησαν ομόρρυθμη εταιρεία, με έδρα, την κοινότητα......

και σκοπό την ίδρυση επιχειρήσεως εκμεταλλεύσεως ηλεκτρονικών παιχνιδιών. Το επόμενο έτος 1998 συναποφάσισαν την επέκταση των δραστηριοτήτων τους και συνέστησαν ατύπως αφανή εταιρεία με σκοπό την συνεκμετάλλευση, με συμμετοχή στα κέρδη και τις ζημίες, κατά ποσοστό εκάτερος 50% επιχειρήσεως αναψυκτηρίου - ηλεκτρονικών παιχνιδιών σε μίσθιο κατάστημα στην παραλία του Καλάμου.

Η επιχείρηση θα λειτουργούσε κατά τους θερινούς κυρίως μήνες και συγκεκριμένα την περίοδο από τα μέσα του μηνός Απριλίου μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου κάθε έτους. Εμφανής εταίρος ορίσθηκε ο εναγόμενος ο οποίος εκμίσθωσε στο όνομά του το κατάστημα (βλ. το από 1-4-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό) υπέβαλε στην αρμόδια ΔΟΥ .....

την υπ' αριθμ. 9888/7-4-1998 δήλωση ενάρξεως δραστηριότητας και μετά από αίτησή του εκδόθηκε στο όνομά του η υπ' αριθμ. 3975/23-6-1998 διοικητική άδεια λειτουργίας-κατατάξεως της επιχειρήσεως. Ουσιαστικώς όμως, τη διεύθυνση της επιχειρήσεως καθ' όλη τη διάρκεια των ετών από του έτους 1988 μέχρι και του τέλους της χρήσεως του έτους 1994 κατά την οποία διήρκεσε η λειτουργία της εταιρείας είχε ο ενάγων.

Ειδικότερα ο ενάγων κάθε διαχειριστική χρήση επεμελείτο για την έναρξη λειτουργίας του καταστήματος, ερχόταν σε επαφή και παράγγελνε στους προμηθευτές τα προϊόντα τα οποία κατανάλωναν οι πελάτες του καταστήματος, έκανε τις πληρωμές, είχε τα κλειδιά του καταστήματος και επόπτευε την ως υπάλληλο προσφληφθείσα ..... (συγγενής και των δύο διαδίκων).

Ο εναγόμενος ουσιαστική συμμετοχή στις εργασίες της επιχειρήσεως δεν είχε, προφανώς, εκ του ότι δεν διέθετε επαρκή χρόνο, αφού ήταν συνεταίρος και εργαζόταν παράλληλα σε επιχείρηση εστιατορίου (ψαροταβέρνα) που λειτουργούσε πλησίον του μισθίου καταστήματος της εταιρείας. Η υπό την προεκτεθείσα αφανή εταιρική μορφή συνεργασία των διαδίκων υπήρξε απρόσκοπτη και αποδοτική μέχρι και του έτους 1994.

Όμως από του μηνός Μαρτίου 1995 διαταράχθηκαν οι σχέσεις των διαδίκων. Αιτία και αφορμή απετέλεσε το γεγονός ότι ο ενάγων εξεδήλωσε την επιθυμία να λειτουργήσει, σε παραπλεύρως του καταστήματος της εταιρείας κείμενο κατάστημα, επιχείρηση "πιτσαρία" και μίσθωσε προς τούτο το κατάστημα αυτό (βλ. το από 8-5-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό).

Όταν, λοιπόν περί τα μέσα του μηνός Απριλίου 1995, όπως όλα τα προηγούμενα έτη, ο ενάγων, βοηθούμενος από την υπάλληλο ..., άρχισε τις προαπαρασκευαστικές εργασίες λειτουργίας του καταστήματος, έδωσε την πρώτη παραγγελία για την αγορά παγωτών και αναψυκτικών, που έφθασαν περί τα μέσα του ιδίου μηνός Απριλίου και μίσθωσε από την εταιρεία ....

και για τη νέα περίοδο τα ηλεκτρονικά μηχανήματα, ο εναγόμενος, προφανώς χολωθείς από την επικείμενη λειτουργία της νέας επιχειρήσεως του ενάγοντος, εμφανίστηκε στο εταιρικό κατάστημα καθ'ον χρόνο ήταν εκεί μόνο η υπάλληλος και απουσίαζε ο ενάγων και αφού της δήλωσε ότι το κατάστημα δεν πρόκειται να λειτουργήσει εφόσον ο ενάγων επιμένει να θέλει να δραστηριοποιηθεί σε νέα επιχείρηση, την έβγαλε από το κατάστημα, της αφήρεσε τα κλειδιά που της είχε δώσει ο ενάγων, κλείδωσε το κατάστημα και απήλθε, αρνούμενος έκτοτε να επιτρέψει τη λειτουργία της επιχειρήσεως.

Η συμπεριφορά αυτή του εναγομένου περί της οποίας με σαφήνεια και βεβαιότητα καταθέτουν οι μάρτυρες του ενάγοντος, εμμέσως δε πλην σαφώς τη βεβαιώνει στην κατάθεσή του και ο μόνος από τον εναγόμενο εξετασθείς μάρτυρας, συνιστά σιωπηρά καταγγελία της αορίστου χρονικής διάρκειας αφανούς μεταξύ των διαδίκων εταιρείας, έγινε δε από τον εναγόμενο χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου.

Δεν συνιστά σπουδαίο λόγο η παράλληλη επιχειρηματική δράση του ενάγοντος, εφόσον ο εναγόμενος δεν προβάλλει, σε κάθε δε περίπτωση δεν αποδεικνύεται ότι είχε κατά τη σύσταση της εταιρείας συμφωνηθεί ο αποκλεισμός του δικαιώματος αυτού του ενάγοντος αλλά ούτε και αυτού του εναγομένου ο οποίος κατά τα προεκτεθέντα ήταν συνεταίρος και εργαζόταν σε επιχείρηση εστιατορίου".

Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο δεν παραβίασε τον κανόνα που καθιερώνει η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 767 παρ.2 ΑΚ, αφού σ' αυτές αναφέρονται τόσο ότι η καταγγελία της αορίστου διάρκειας αφανούς εταιρείας έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο, όσο και ότι αυτή έγινε άκαιρα, δηλ. σε εποχή που είχαν γίνει οι προετοιμασίες για τη θερινή λειτουργία της επιχείρησης και ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Τέτοια παρά το νόμο κήρυξε απαραδέκτου υφίσταται και όταν το δικαστήριο δεν απορρίπτει ως αόριστη την ποσοτικώς και ποιοτικώς αόριστη αγωγή, ήτοι τη μη εξειδικεύουσα με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου. Με τον δεύτερο εκ του άρθρου 559 αριθμ.14, ΚΠολΔ λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι παρά το νόμο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν κήρυξε απαράδεκτο συνεπεία της αοριστίας της αγωγής ως προς τη νομική της θεμελίωση, αοριστία την οποία και είχε προβάλλει με τις πρωτόδικες προτάσεις του και με το πρώτο λόγο της εφέσεώς του, και ειδικότερα ότι στην αγωγή δεν εκτίθεται ότι η καταγγελία της αορίστου διάρκειας αφανούς εταιρείας, έγινε άκαιρα και χωρίς σπουδαίο λόγο. Από την επισκόπηση της αγωγής, όπως εκτιμάται, το περιεχόμενο αυτής (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτή είναι ορισμένη, διότι περιέχει τα στοιχεία αυτά, και, επομένως, ο ως άνω αντίθετος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-6-2004 αίτηση για αναίρεση της 8481/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήκοντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ