Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to untimely filing and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible because it was filed well beyond the statutory deadline. The appellant, a public health administration, challenged a first-instance judgment that had previously rejected a late notice of default judgment. The court found the appeal untimely since the original default judgment was served in 2019, rendering the 2022 filing procedurally invalid.
Legislator headnote
AI generatedArticles 503, 564, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal filed after the expiration of the statutory period for filing is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1775 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1775/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την .../2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Βάϊα Ζαρχανή, Παρασκευή Γρίβα και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Διοίκηση 6ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πελοποννήσου, Ιονίων Νήσων, Ηπείρου και Δυτικής Ελλάδας", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Μελέτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1)Α. Γ. του Α., κατοίκου ... 2) Α. Ε. του Α., κατοίκου ..., 3) Α. Β. του Χ., κατοίκου ..., 4) Β. Β. του Ν., κατοίκου ..., 5) Β. Κ. του Η., για τον οποίο επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου του και συνέχιση αυτής από τους καθολικούς διαδόχους του: α) Ν. Ν. Β. του Ρ., ατομικά και β)για το ανήλικο τέκνο της Β.
Ν.- Ν. του Κ., κατοίκου ..., γ) Β. Ε. του Κ., δ) Β. Η. του Κ., ..., και ε) Β. Σ.-Μ. του Κ., κάτοικο ..., 6) Β.-Γ. Φ. του Ν., κατοίκου ..., 7) Β. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 8) Β. Χ. του Α. κατοίκου ..., 9) Β. Ι. του Γ., κατοίκου ..., 10) Γ. Φ. του Α., κατοίκου ..., 11) Γ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 12) Γ.-Γ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 13) Γ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 14) Γ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 15) Γ.
Α. του Φ., κατοίκου ..., 16) Γ. Α. του Χ., κατοίκου ..., 17) Γ. Α.-Τ. του Θ., κατοίκου ..., 18) Δ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 19) Ε. Σ. του Β., κατοίκου ..., 20) Ζ. Χ. του Ζ., κατοίκου ..., 21) Ζ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 22) Ζ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 23) Ζ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 24) Ι. Ι. του Ε., κατοίκου ..., 25) Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 26) Κ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 27) Κ.
Β. του Σ., 28) Κ. Γ. του Π., 29) Κ. Α. του Π., 30) Κ. Γ. του Κ., κατοίκων ..., 31) Κ. Μ. του Λ., κατοίκου ..., 32) Κ. Α. του Μ., 33)Κ. Γ. του Δ., 34) Κ. Ν. του Γ., κατοίκων ..., 35) Κ. Χ. του Σ., κατοίκου ..., 36) Λ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., 37) Λ. Σ. του Β., 38) Λ. Α. του Δ., 39) Λ. Β. του Σ., 40) Μ. Σ. του Δ. κατοίκων ..., 41) Μ. Χ. του Π., κατοίκου ..., 42) Μ. Γ. του Κ., 43) Μ. Ν. του Κ., 44) Μ.
Γ. του Σ., 45) Μ. Ι. του Α., για τον οποίο επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου και συνέχιση αυτής από τους καθολικούς διαδόχους του: α) Α. Μ. του Ι., κάτοικο ... και β) Α. Μ. του Ι., κάτοικο ..., 46) Μ. Δ. του Λ., 47) Μ. Χ. του Ι., κατοίκων ..., 48) Μ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 49) Μ.- Α. Α. του Ε., κατοίκου ..., 50) Ν. Κ. Τ. Ι., κατοίκου ..., 51) Ν.
Ε. του Γ., κατοίκου ..., 52) Π. Χ. του Β., 53) Π. Δ. του Α., 54) Π. Γ. του Λ., κατοίκων ..., 55) Π. Δ. του Α., κατοίκου ..., 56) Π. Ι. του Ν., 57) Π. Δ. του Σ., κατοίκων ..., 58) Π. Τ. του Σ., κατοίκου ..., 59) Π. Β. του Κ., κατοίκου ..., 60) Π. Ν. του Γ., κατοίκου ..., 61) Π. Α. του Π., 62) Π. Α. του Ν., 63) Π. Κ. του Γ., 64) Π. Δ. του Σ., κατοίκων ..., 65) Ρ. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., 66) Ρ.
Μ. του Δ., 67) Σ. Α. του Ν., 68) Σ. Π. του Ξ., κατοίκων ..., 69) Σ. Ε. του Ε., κατοίκου ..., 70) Σ.-Δ. Α. του Ε. κατοίκου ..., 71) Σ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 72) Σ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 73) Σ. Β. του Χ., κατοίκου ..., 74) Σ. Κ. Τ. Δ., 75)Σ. Μ. του Ι., 76) Σ. Ν. του Α., κατοίκου ..., 77) Σ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 78) Σ. Β. του Α., κατοίκου ..., 79) Σ. Λ. του Σ., κατοίκου ..., 80) Σ.
Ι. του Δ., κατοίκου ..., 81) Σ. Ι. του Γ., κατοίκου ..., 82) Σ. Α. του Φ., 83) Τ. Γ. του Φ., 84) Τ. Π. του Α., 85) Τ. Μ. του Δ. κατοίκων ..., 86) Τ. Λ. του Β., κατοίκου ..., 87) Φ. Λ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημητρίου-Ελευθερίου Τάγαρη, που κατέθεσε προτάσεις, δήλωσε δε ότι οι 5ος και 45ος των αναιρεσίβλητων απεβίωσαν και στη θέση αυτών υπεισήλθαν οι κληρονόμοι τους οι οποίοι συνεχίζουν τη δίκη, ήτοι στη θέση του πέμπτου, Β.
Κ. του Η., οι: α) Ν. -Ν. Β., β) Σ. -Μ. Β., γ) Ε. Β., δ) Η. Β. και ε) Ν. Ν. Β., ενώ στη θέση του τεσσαρακοστού πέμπτου, Ι. Μ. του Α., οι :α) Α. Μ. του Ι. και β) Α. Μ. του Ι.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η .../2015 μη οριστική και .../2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η .../2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ερήμην του ήδη αναιρεσείοντος που προσέβαλε την ως άνω απόφαση με την από ...-2019 ανακοπή ερημοδικίας, επί της οποίας εκδόθηκε η .../2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-9-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I) Κατά το άρθρο 62 εδ. α' ΚΠολΔ, "όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος". Η ικανότητα αυτή, η οποία ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται, κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ, αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με τον θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠολΔ, η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που απεβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) διατάξεις των άρθρων 286 επ.
ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες διακοπή της δίκης συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο διαδίκου επέρχεται, με τη συνδρομή και των λοιπών νομίμων προϋποθέσεων, μόνον αν η μεταβολή συμβεί έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συνάγεται ότι, εάν ο διάδικος είναι εν ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια (προτού αποπερατωθεί η δίκη αμετακλήτως), αν μεν ο θάνατός του επήλθε μέχρι το πέρας της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, τότε τηρουμένων και των λοιπών νομίμων διατυπώσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου προς τον αντίδικο, επέρχεται διακοπή της δίκης, με συνέπεια όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι της νόμιμη επανάληψη διαδικαστικές πράξεις, εκτός της τυχόν εκδιδόμενης απόφασης, να λογίζονται άκυρες.
Αν, όμως, ο θάνατος έλαβε χώρα μετά το πέρας της συζήτησης εκείνης, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής επ' αυτής απόφασης, τότε, εφόσον δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, τα ένδικα μέσα ασκούνται από τους καθολικούς διαδόχους (κληρονόμους) του αποβιώσαντος ή, αντίστοιχα, απευθύνονται κατά των καθολικών διαδόχων αυτού, όπως για την έφεση και την αναίρεση ειδικότερα ορίζουν τα άρθρα 516 παρ. 1 και 517 και 556 παρ. 1 και 558 ΚΠολΔ, αντίστοιχα.
Ακόμη, αν από παραδρομή ο αποβιώσας μετά την έκδοση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εμφανίστηκε ως διάδικος στη δίκη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η εκδοθείσα απόφαση είναι ανύπαρκτη (ανυπόστατη), ως εκδοθείσα σε δίκη που διεξήχθη κατά ανυπάρκτου προσώπου, σύμφωνα με το άρθρο 313 παρ. 1 περ. δ' ΚΠολΔ (ΑΠ 523/2022, 948/2020, 729/2019, 533/2018, 34/2015).
Κατά συνέπεια, η αίτηση αναίρεσης, είτε ασκείται στο όνομα του αποβιώσαντος είτε απευθύνεται κατ' αυτού, είναι απαράδεκτη, καθόσον στρέφεται κατά ανύπαρκτης απόφασης, η οποία δεν είναι δυνατόν να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης (ΑΠ 523/2022, 729/2019, 533/2018). II) Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 1 και 3 του ίδιου Κώδικα, όπως τούτο τροποποιήθηκε και ισχύει από 22-12-2017, σύμφωνα με τα άρθρα 63 και 80 του Ν. 4509/2017, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ειδικά δε, για τις εργατικές διαφορές, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Τέλος, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, εκ των οποίων εκείνη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ καθιερώνει την αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί, από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση, όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005), προκύπτει ότι, εάν ο αναιρεσίβλητος είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992).
Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολειπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου αναιρεσιβλήτου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 518/2021, ΑΠ 18/2020, ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 1312/2017, ΑΠ 526/2016, ΑΠ 1603/2017, ΑΠ 526/2016).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1691/2022, 794/2022, 566/2022, 1374/2017).
ΙΙΙ) Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά δε το επόμενο άρθρο 554, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι προσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής. Σύμφωνα με την πρώτη των ως άνω διατάξεων, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματός του να ασκήσει ανακοπή. Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση αφότου εκδοθεί η απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. Όσο η δίκη επί της ως άνω ανακοπής εκκρεμεί, δεν μπορεί να γίνει λόγος για έναρξη ή αναστολή της προθεσμίας αναίρεσης κατά της ερήμην εφετειακής απόφασης, έστω και αν στο στάδιο τούτο επιδοθεί η απόφαση αυτή, αφού δεν είναι τότε ακόμη δεκτική αναίρεσης.
Συνεπώς, η επίδοση της ερήμην απόφασης κινεί μόνο την προθεσμία για την ανακοπή και δεν αρκεί για την έναρξη της προθεσμίας της αναίρεσης. Ούτε μόνη η έκδοση της απορριπτικής της ανακοπής απόφασης του εφετείου κινεί την προς αναίρεση προθεσμία. Διότι, κατά την αληθή έννοια των ως άνω διατάξεων, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 564 και 499 του ΚΠολΔ, για την έναρξη της προς αναίρεση προθεσμίας πρέπει και να επιδοθεί η απορρίπτουσα την ανακοπή απόφαση.
Η ανάγκη της επίδοσης συνάγεται και από την ουσιαστική (εσωτερική) συνάφεια των αποφάσεων αυτών, ένεκα της οποίας, αλλά και για λόγους οικονομίας της δίκης, ο νομοθέτης προέβλεψε, με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 554 του ΚΠολΔ, τη σύγχρονη άσκηση και συνεκδίκαση της συγχωρούμενης κατ' αυτών αίτησης αναίρεσης.
Επιπλέον, με την επίδοση αποτρέπεται ο αιφνιδιασμός και η παγίδευση του διαδίκου, ο οποίος διαφορετικά θα έπρεπε να επαγρυπνεί για να πληροφορηθεί πότε εκδόθηκε η ερήμην απόφαση, ώστε να μην απωλέσει την προθεσμία αναίρεσης κατ' αυτής. H ερμηνεία αυτή δεν αποκλείεται από την τελική φράση του άρθρου 554 του ΚΠολΔ "εφόσον δεν πέρασε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής", διότι η προϋπόθεση αυτή αναφέρεται στην περίπτωση που παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής κατά της ερήμην απόφασης και ο διάδικος ασκεί κατ' αυτής εκπροθέσμως ανακοπή (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 861/2023, 1343/2021, 121/2021, 290/2020).
Τέλος, η θεσπιζόμενη με το άρθρο 555 του ΚΠολΔ απαγόρευση άσκησης δεύτερης αναίρεσης κατά της αυτής απόφασης δεν ισχύει στην περίπτωση κατά την οποία η πρώτη αναίρεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, επειδή κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, που είχε εκδοθεί ερήμην του ασκήσαντος την αναίρεση, τότε εφεσιβλήτου, υπήρχε η δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας.
Έτσι, η άσκηση της δεύτερης αναίρεσης μετά την άρση του κωλύματος εκείνου, δεν προσκρούει στην ως άνω απαγορευτική διάταξη (ΟλΑΠ 1138/1974, ΑΠ 861/2023, 692/2021, 1316/2014, 1048/2014, 722/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκε από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους η από ...-2014 (αριθ.
έκθ. κατάθ.../2014) αγωγή, στρεφόμενη κατά των 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Διοίκηση 6ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πελοποννήσου, Ιονίων Νήσων, Ηπείρου και Δυτικής Ελλάδας" και 2) Ελληνικού Δημοσίου. Με την ως άνω αγωγή, οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι δυνάμει συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου παρείχαν τις υπηρεσίες τους, ως ιατροί, αρχικώς στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
και ακολούθως στο πρώτο εναγόμενο ΝΠΔΔ, στο οποίο μεταφέρθηκαν δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 16 και 17 του Ν. 4238/2014. Ζήτησαν δε, επικαλούμενοι τις διατάξεις του ισχύοντος από 18-2-2004 Ν. 3235/2004 και επικουρικά την αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 Συντ.), άλλως τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθούν τα εναγόμενα να καταβάλουν σε έκαστο εξ αυτών το συνολικό ποσό των 20.516,27 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως νοσοκομειακό επίδομα του άρθρου 8 παρ. 5 του Ν. 3205/2003 για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-10-2011.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές, ερήμην του πρώτου εναγομένου ΝΠΔΔ και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, εξέδωσε α) την υπ' αριθ. .../2015 μη οριστική απόφασή του, με την οποία, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου αφενός να συμπληρωθεί η έλλειψη πληρεξουσιότητας του εκπροσωπούντος τους ενάγοντες δικηγόρου, όσον αφορά τους 2ο, 5ο, 12η, 16η, 20ο, 51η, 71ο, 74ο και 86η εξ αυτών, και αφετέρου να προσκομιστούν, με επιμέλεια των εναγόντων, τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της απόφασης έγγραφα και β) την υπ' αριθ. 75/2017 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή, τόσο κατά την κύρια όσο και κατά τις επικουρικές βάσεις της, δεχόμενο ότι οι ένδικες αξιώσεις έχουν υποπέσει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 διετή παραγραφή (όσον αφορά το εναγόμενο Δημόσιο) και στην προβλεπόμενη από το άρθρο 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974 διετή, επίσης, παραγραφή.
Την ως άνω οριστική απόφαση προσέβαλαν οι ενάγοντες με την από 4-7-2017 έφεσή τους, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. .../2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ερήμην του πρώτου εφεσιβλήτου ΝΠΔΔ και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και, αφού δικάστηκε εκ νέου η αγωγή, απορρίφθηκε ως προς δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης αυτού και έγινε εν μέρει δεκτή ως προς το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ, όσον αφορά τις ένδικες αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-2009 έως 31-10-2011, ενώ για εκείνες των ετών 2006, 2007 και 2008 έγινε δεκτό ότι έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 40 παρ. 6 του Α.Ν. 1846/1951, όπως έχει αντικατασταθεί με τα άρθρα 15 παρ. 2 του Ν. 4476/1965 και 7 του Ν. 825/1978, υποχρεώθηκε δε το τελευταίο να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το ποσό των 10.406,27 ευρώ με το νόμιμο τόκο 6% από την επίδοση της αγωγής.
Την ως άνω εφετειακή απόφαση προσέβαλε το ερημοδικασθέν εφεσίβλητο ΝΠΔΔ με την από 10-11-2019 αίτηση αναίρεσης, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. .../2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση ως απαράδεκτη, επειδή αφενός μεν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είχε επιδοθεί στο αναιρεσείον στις 5-11-2019 και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 15-11-2019, ήτοι κατά τη διάρκεια της προθεσμίας ανακοπής ερημοδικίας, η οποία έληγε στις 20-11-2019, αφετέρου δε στις 2-12-2019 είχε ασκηθεί κατ' αυτής και ανακοπή ερημοδικίας.
Επί της εν λόγω από ...-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...-2019) ανακοπής ερημοδικίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. .../2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή ως απαράδεκτη, επειδή ασκήθηκε εκπροθέσμως. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την υπό κρίση αίτησή του. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (1-10-2024), οι αναιρεσίβλητοι παραστάθηκαν ως ακολούθως:
Α) Άπαντες οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη, ο οποίος δήλωσε ότι οι πέμπτος και τεσσαρακοστός πέμπτος εξ αυτών, Κ. Β. του Η. και Ι. Μ. του Α., αντίστοιχα, απεβίωσαν και ειδικότερα, ο 5ος στις 23-3-2023 (βλ. το από 28-3-2023 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου, εκδοθέν από το Ληξιαρχείο Ηγουμενίτσας) και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του, Ν. - Ν.
Β. του Ρ., και τα τέσσερα τέκνα του, 1) Ν. - Ν. Β. του Κ., ο οποίος είναι ανήλικος (ημερομηνία γέννησης ...-2009) και εκπροσωπείται στην παρούσα δίκη από τη μητέρα του Ν. - Ν. Β., 2) Ε. Β. του Κ., 3) Η. Β. του Κ. και 4) Σ. - Μ. Β. του Κ. (βλ. υπ' αριθ. πρωτ. ...-2023 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, εκδοθέν από το Δήμο Ηγουμενίτσας και υπ' αριθ. ...-2023 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας περί μη δημοσίευσης διαθήκης του ως άνω αποβιώσαντος), οι οποίοι υπεισήλθαν στη θέση του και συνεχίζουν τη δίκη, ενώ ο 45ος στις 14-1-2018 (βλ.
το από 16-1-2018 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου, εκδοθέν από το Ληξιαρχείο Πατρέων) και κληρονομήθηκε εκ διαθήκης από τα δύο τέκνα του, 1) Α. Μ. του Ι. και 2) Α. Μ. του Ι., οι οποίοι υπεισήλθαν στη θέση του και συνεχίζουν τη δίκη. Ωστόσο, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή εκδόθηκε επί της από ...-2019 ανακοπής ερημοδικίας του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Διοίκηση 6ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πελοποννήσου, Ιονίων Νήσων, Ηπείρου και Δυτικής Ελλάδας", η οποία συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την 1-9-2020 και, κατ' εκείνη τη συζήτηση, ο ήδη αποβιώσας 45ος των καθ' ων η ανακοπή, Ι.
Μ. του Α., φέρεται ότι εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη, ο οποίος δεν δήλωσε τον θάνατό του και τη συνέχιση της δίκης από τους κληρονόμους του. Κατά συνέπεια, ως προς τον εν λόγω αποβιώσαντα, η δίκη στο Εφετείο διεξήχθη κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου και, ως εκ τούτου, η εκδοθείσα υπ' αριθ. .../2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι ανύπαρκτη ως προς αυτόν, συνακόλουθα δε, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της ως άνω απόφασης, καθ' ο μέρος στρέφεται κατ' αυτού, κατά τα εκτεθέντα στην οικεία νομική σκέψη.
Ζήτημα καταδίκης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ στην πληρωμή δικαστικών εξόδων, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως προς τον 45ο των αναιρεσιβλήτων, κατ' άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ, δεν γεννάται, εφόσον ο "δικαιούχος" αυτών ως άνω 45ος των αναιρεσιβλήτων είναι ανύπαρκτο πρόσωπο (ΑΠ 533/2018). Β) Οι 12η, 58ος και 64ος των αναιρεσιβλήτων, Ε.
Γ. - Γ. του Γ., Τ. Π. του Σ. και Δ. Π. του Σ. αντίστοιχα, εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη, πλην όμως, από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης δεν προκύπτει ότι ο τελευταίος είχε την πληρεξουσιότητα να εκπροσωπήσει τους ως άνω αναιρεσιβλήτους κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, αφού δεν γίνεται επίκληση ούτε αποδεικνύεται η από αυτούς παροχή πληρεξουσιότητας προς αυτόν, με την προσκόμιση σχετικών συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που να φέρουν βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής αυτών από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) ή από άλλη δημόσια ή ιδιωτική αρχή.
Συνεπώς, ο ως άνω δικηγόρος ακύρως εκπροσώπησε τους εν λόγω αναιρεσιβλήτους κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης, εφόσον δε από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης δεν προκύπτει ότι αυτοί επισπεύδουν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ούτε ότι κλητεύθηκαν από το αναιρεσείον ή από τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, προκειμένου να παραστούν στη συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (1-10-2024), θεωρούνται δικονομικώς απόντες και πρέπει, ως προς αυτούς, να χωριστεί η υπόθεση, καθότι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς (παρισταμένους) αναιρεσιβλήτους, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση, ενώ ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, κατά τα εκτεθέντα στην οικεία νομική σκέψη.
Όσον αφορά τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της υπ' αριθ. .../2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε, ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, η από ...-2019 ανακοπή ερημοδικίας, που είχε ασκήσει το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ κατά της ερήμην αυτού εκδοθείσας υπ' αριθ. .../2019 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, την οποία και αφορά ο μοναδικός, εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης. Κατά συνέπεια, ως προς την απορρίψασα την ανακοπή ερημοδικίας υπ' αριθ. .../2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη, εφόσον δεν περιέχει λόγο, ο οποίος να πλήττει την ως άνω απόφαση, περαιτέρω δε, πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), όσον αφορά την υπ' αριθ. .../2019 ερήμην απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η ως άνω ερήμην εφετειακή απόφαση επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 5-11-2019, με την υπ' αριθ. ...-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών Τ. Κ., συνεπώς η δεκαπενθήμερη προθεσμία του άρθρου 503 παρ. 1 ΚΠολΔ προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας έληξε στις 20-11-2019, ενώ η προαναφερθείσα ανακοπή ερημοδικίας ασκήθηκε στις 3-12-2019 με κατάθεση του δικογράφου της στη Γραμματεία του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη ερήμην απόφαση, επομένως ασκήθηκε εκπροθέσμως και, ως εκ τούτου, με την άσκησή της δεν ανεστάλη η τριακονθήμερη προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 1 ΚΠολΔ προς άσκηση αναίρεσης, η οποία είχε ως αφετηρία την 21-11-2019 (επομένη της συμπλήρωσης της προθεσμίας ανακοπής ερημοδικίας) και έληξε στις 20-12-2019.
Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 28-9-2022 με κατάθεση του δικογράφου της στη Γραμματεία του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει ως προς την υπ' αριθ. .../2019 ερήμην απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών να απορριφθεί ως απαράδεκτη, εφόσον ασκήθηκε εκπροθέσμως σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των προσηκόντως παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους 12η, 58ο και 64ο των αναιρεσιβλήτων, Ε. Γ. - Γ. του Γ., Τ. Π. του Σ. και Δ. Π. του Σ. αντίστοιχα.
Κηρύσσει ως προς αυτούς απαράδεκτη τη συζήτηση της από 27-9-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης .../2022) αίτησης αναίρεσης.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την ως άνω αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. .../2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των προσηκόντως παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων (πλην των 45ου, 12ης, 58ου και 64ου τούτων), τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ