Legislator Case Law & Legislation
1775/2017 AI generated

1775/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1775/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1775/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 22-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

Keywords

AI generated
unemployment due to technical progress employment policy employment status qualification cessation of gainful employment unpaid work fixed-term work
AI generated
677/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
997/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
1678/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/4/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5/2006 οριστική του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/6/2006 αίτησή της και τους από 12/4/2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας ανέγνωσε την από 4/5/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων και την απόρριψη των λοιπών τόσο του κυρίου δικογράφου όσο και αυτού των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
2054/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
990/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1775 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1775/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Κοινοπραξίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζαχαρία Παπαδόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Α. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Βικτωρία Τζαμτζή και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-1-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2963/2013 του ίδιου δικαστηρίου και 4185/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 19-11-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 22-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. Α.Κ. και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 Εισ.Ν. Α.Κ.) προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και ν’ ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξαρτήσεως αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη.

Αντίθετα σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.

Και στη σύμβαση αυτή πάντως υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι’ αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της συμβάσεώς του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν χωρίς άλλο εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια.

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως εξαρτήσεως, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ’ αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεώς του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξαρτήσεως, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη.

Με βάση το κριτήριο αυτό γίνεται φανερό ότι η σύμβαση παροχής επιστημονικών υπηρεσιών από εργαζόμενο επιστήμονα, που επιλέγει ο ίδιος βασικούς όρους της απασχολήσεώς του και δεν ελέγχεται από τον εργοδότη ως προς τον τρόπο και ακόμη και εν μέρει το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του στον καθορισμένο από τη σύμβαση και τη φύση των υπηρεσιών του τόπο, δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (Ολ.

Α.Π. 28/2005). Εξ άλλου ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου που μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση με βάση το περιεχόμενό της που έγινε ανέλεγκτα δεκτό και υπάγει αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης συμβάσεως, χωρίς ν’ ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ο χαρακτηρισμός που έδωσαν σ’ αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη (Ολ.

Α.Π. 19/2007, 18/2006). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 648 Α.Κ., 1 και 3 ν. 2112/1920, 5 ν. 3198/1955, 1, 3 παρ. 1 και 5 του β.δ. της 16-7-1920 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου θεωρείται έγκυρη όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση. Επομένως είναι άκυρη η καταγγελία αν δεν είναι έγγραφη και ο εργοδότης δεν καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό την αποζημίωση απολύσεως (που κατά τα προαναφερθέντα άρθρα 3 παρ. 2 ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 ν. 3198/1955 υπολογίζεται βάσει των τακτικών αποδοχών του απολυομένου κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως) ή αν καταβάλει σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές μειωμένη αποζημίωση.

Η ανωτέρω ακυρότητα της καταγγελίας είναι σχετική υπέρ του εργαζομένου, ο οποίος έχει την ευχέρεια είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει την καταβολή των αποδοχών του από τον υπερήμερο πλέον εργοδότη, προσφέροντας σ’ αυτόν προσηκόντως τις υπηρεσίες του είτε, παραιτούμενος ρητώς ή σιωπηρώς από το δικαίωμά του προσβολής του κύρους της καταγγελίας, να θεωρήσει αυτήν έγκυρη και να απαιτήσει τη νόμιμη αποζημίωση.

Συνεπώς οι ανωτέρω ελλείψεις κατά την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας δεν καθιστούν αυτήν ανυπόστατη αλλά αποτελούν λόγους ακυρότητας της καταγγελίας, η επίκληση της οποίας (ακυρότητας) πρέπει να γίνει από τον εργαζόμενο με αγωγή. Ειδικότερα στην περίπτωση που ο μισθωτός θεωρήσει άκυρη την καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως και εμμείνει στη σύμβαση αυτή, η αξίωσή του για μισθούς υπερημερίας λόγω της αρνήσεως του εργοδότη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του δεν στηρίζεται στην ακυρότητα της καταγγελίας αλλά στη σύμβαση εργασίας, η οποία αποτελεί και τη βάση της σχετικής αγωγής (Α.Π. 277/2016, 55/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Η πρώτη εναγομένη [ήδη πρώτη αναιρεσείουσα] είναι ανώνυμη τεχνική - κατασκευαστική εργοληπτική εταιρεία, η οποία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την ανάληψη και κατασκευή διαφόρων δημοσίων και ιδιωτικών τεχνικών έργων είτε ως αποκλειστική ανάδοχος είτε σε σύμπραξη και με άλλους κατασκευαστές, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, υπό τη μορφή κοινοπραξίας.

Ο ενάγων [ήδη αναιρεσίβλητος] είναι τεχνολόγος πολιτικός μηχανικός, απόφοιτος του Τμήματος Δομικών Έργων του Τ.Ε.Ι. Αθηνών και εγγεγραμμένος στα ....) Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ με αύξοντα αριθμό μητρώου .... Με προφορική σύμβαση που καταρτίστηκε κατά το τέλος του έτους 1998 μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης εταιρείας, νόμιμα εκπροσωπούμενης, η τελευταία προσέλαβε τον πρώτο από 1-1-1999 προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του για αόριστο χρόνο στις εργασίες της άνω επιχειρηματικής της δραστηριότητας με την προαναφερομένη ιδιότητά του, του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού.

Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής ο ενάγων πράγματι προσέφερε τις υπηρεσίες του στην πρώτη εναγομένη, απασχολούμενος, καθ’ υπόδειξη των αρμοδίων προϊσταμένων του, που τελούσαν στην υπηρεσία αυτής και ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες των εργασιών της είτε στους τόπους κατασκευής των έργων που είχε αναλάβει η πρώτη εναγομένη ως μόνη ανάδοχος ή ως μέλος κοινοπραξίας και στα εργοτάξια των έργων αυτών είτε στα γραφεία που διατηρούσε αυτή στην έδρα της στην Αθήνα.

Ειδικότερα το αντικείμενο εργασίας που προσέφερε ο ενάγων με την ανωτέρω ειδικότητά του συνίστατο στην επίβλεψη και εποπτεία της πορείας των εργασιών της κατασκευής των έργων με την επιτόπια παρουσία και εργασία του στα σημεία κατασκευής αυτών, στην παρακολούθηση της λειτουργίας του κάθε εργοταξίου και δη κυρίως στο συντονισμό των συνεργείων, στην αγορά των υλικών, στη μέριμνα τήρησης των χρονοδιαγραμμάτων, στις πιστοποιήσεις υπεργολάβων, στη σύνταξη λογαριασμών για την πληρωμή των εκτελεσθεισών εργασιών και σε συσκέψεις με τα λοιπά αρμόδια στελέχη του αναληφθέντος έργου.

Έτσι ο ενάγων, κατ’ εντολήν των αρμοδίων προϊσταμένων του της πρώτης εναγομένης, που ήταν ο Δ. Μ. και Ε. Σ., προσέφερε τις ανωτέρω υπηρεσίες του στην κατασκευή των ακόλουθων έργων που είχε αναλάβει η τελευταία είτε ως αποκλειστική ανάδοχος είτε ως μέλος κοινοπραξίας και ειδικότερα εργάστηκε στο έργο Μονάδας Καθαρισμού ... (κατά τα έτη 1999-2000), στο έργο της Τράπεζας της Ελλάδος Λαμίας (κατά τα έτη 2000-2003), στο έργο του Μουσείου Κ. (κατά τα έτη 2004-2005), στο έργο του ΟΣΕ Λαμίας (κατά τα έτη 2006-2007), στο έργο του Βιολογικού Καθαρισμού ... (κατά τα έτη 2005-2009), στο έργο κατασκευής της νέας διπλής σιδηροδρομικής γραμμής στο τμήμα ...

και του σιδηροδρομικού σταθμού … (κατά το έτος 2006), στο έργο "..." (κατά το έτος 2007) και στο έργο "..." (κατά τα έτη 2007-2009). Επίσης κατά τις ημέρες που δεν απασχολείτο με την επιτόπια επίβλεψη της πορείας των εργασιών της κατασκευής των έργων και της λειτουργίας των αντίστοιχων εργοταξίων, ο ενάγων εργαζόταν ανελλιπώς στα γραφεία της πρώτης εναγομένης στην Αθήνα όπου απασχολείτο με τη διευθέτηση και διεκπεραίωση τρεχουσών υποθέσεων και συναλλαγών της εταιρείας με τις τράπεζες, με τις δημόσιες υπηρεσίες και με τους λοιπούς αρμόδιους φορείς αναφορικά με τα αναληφθέντα έργα, με συμμετοχή σε συσκέψεις και ομάδες εργασίας της εταιρείας, καθώς και με τη συλλογή και μελέτη προκηρύξεων διαγωνισμών δημοσίων έργων, την προετοιμασία των σχετικών φακέλων, τη διαμόρφωση της προσφοράς και την υποβολή τους στα αρμόδια τμήματα της πρώτης εναγομένης προς έγκριση.

Ο ενάγων προσέφερε τις ανωτέρω υπηρεσίες του στην πρώτη εναγομένη απασχολούμενος από την κατά τα άνω πρόσληψή του (1-1-1999) συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι τις 17-11-2010, οπότε η πρώτη εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβασή του αυτή, όπως θα αναφερθεί ειδικότερα κατωτέρω. Ο ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης ότι ο ενάγων προσλήφθηκε από αυτή από τα μέσα του έτους 1999 δεν αποδείχθηκε βάσιμος...

αλλά αντίθετα... πλήρως προκύπτει ότι ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του στην πρώτη εναγομένη από 1-1-1999. Όλο αυτό το χρονικό διάστημα ο ενάγων εργαζόταν με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και δη από Δευτέρα έως και Παρασκευή και με ημερήσιο οκτάωρο ωράριο εργασίας από 07.30 έως 15.30, ενώ κατά τα χρονικά διαστήματα που προσέφερε τις υπηρεσίες του στους τόπους εκτελέσεως των έργων και στα εργοτάξια, το ωράριο του διαμορφωνόταν ανάλογα με τις ανάγκες της εργασίας του σ’ αυτά και τις ώρες λειτουργίας αυτών, χωρίς όμως να υπολείπεται των ανωτέρω συνολικών ωρών.

Η αμοιβή του ενάγοντος συμφωνήθηκε κατά την πρόσληψή του στο ποσό των 375.000 δραχμών μηνιαίως και μετά από σταδιακές αναπροσαρμογές ανερχόταν κατά τον επίδικο χρόνο στο ποσό των 3.125 ευρώ μηνιαίως. Ειδικότερα η πρώτη εναγομένη κατέβαλλε στον ενάγοντα το συμφωνημένο μισθό του σε τακτά και σταθερά χρονικά διαστήματα και συγκεκριμένα κάθε μήνα, ενώ επιπλέον του κατέβαλλε τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας.

Επίσης η πρώτη εναγομένη του κατάβαλλε όλες τις δαπάνες μετακίνησης και διαμονής του όταν προσέφερε τις υπηρεσίες του στα εκτός Αττικής εκτελούμενα έργα. Ακόμη η πρώτη εναγομένη του χορηγούσε άδεια αναπαύσεως μετά από σχετικό αίτημά του προς τους αρμοδίους προϊσταμένους του. Για την εκτέλεση των ανωτέρω καθηκόντων του στην πρώτη εναγομένη ο ενάγων χρησιμοποιούσε την υλικοτεχνική υποδομή και το λοιπό εξοπλισμό που του παρείχε η τελευταία, ενώ στα γραφεία της έδρας της του είχε παραχωρήσει δικό του γραφείο όπου εργαζόταν όταν δεν βρισκόταν στον τόπο εκτέλεσης ή στα εργοτάξια των ανωτέρω έργων.

Για τις ανωτέρω αποδοχές του ο ενάγων εξέδιδε σχετικές αποδείξεις παροχής υπηρεσιών όχι μηνιαίως αλλά κατά διάφορα χρονικά διαστήματα, κατά τις υποδείξεις της πρώτης εναγομένης, είτε προς αυτή είτε προς την εκάστοτε κοινοπραξία που η τελευταία συμμετείχε. Ειδικότερα ο ενάγων εξέδωσε τις.. ...07-1999, ...-07-1999, ...-08-1999, ...-09-1999, ...-10-1999, ...-10-1999, ...-10-1999, ...-11-1999, ...12-1999, ...-02-2000, ...-04-2000, ...-11-2000, ...-12-2000, ...-02-2001, ...-05-2001, ...06-2001, …08-2001, ...-12-2001, ...-02-2002, ...-04-2002, ...-06-2002, ...08-2002, ...-12-2002, ...-06-2003, ...-09-2003, ...-12-2003, ...-06-2004, ...-09-2004, ...-12-2004, ...-03-2005, ...-03-2005, ...-06-2005, ...-09-2005, ...11-2005, ...-12-2005, ...-12-2005, ...-03-2006, ...-06-2006, ...-09-2006, ...-09-2006, ...-12-2006, ...-10-2007, ...12-2007, ...-12-2007, ...-12-2007, ...-05-2008, ...-10-2008, ...-12-2008 και ...-12-2008 διπλότυπες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, που αφορούν την εργασία του στα προαναφερόμενα τεχνικά έργα.

Καθ’ όλο το χρονικό διάστημα διάρκειας της ανωτέρω συμβάσεως μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης ο ενάγων δεν επέλεγε ο ίδιος τους όρους της απασχόλησής του αλλά κατά την εκτέλεση των προαναφερομένων καθηκόντων του διατελούσε σε νομική και προσωπική εξάρτηση από την πρώτη εναγομένη, υποκείμενος στο διευθυντικό της δικαίωμα και έχοντας υποχρέωση να ακολουθεί και να συμμορφώνεται προς τις δεσμευτικές εντολές και οδηγίες της ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας του, ενώ η πρώτη εναγομένη ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές.

Ειδικότερα ο ενάγων προσέφερε την εργασία του προσερχόμενος καθημερινά στον καθορισμένο από την πρώτη εναγομένη τόπο εργασίας του, που ήταν, όπως προαναφέρθηκε, ανάλογα με τις ανάγκες της είτε ο τόπος κατασκευής των έργων που είχε αναλάβει η πρώτη εναγομένη ως μόνη ανάδοχος ή ως μέλος κοινοπραξίας και τα εργοτάξια των έργων αυτών είτε στα γραφεία που διατηρούσε αυτή στην έδρα της στην Αθήνα, τηρώντας το ανωτέρω καθορισμένο ωράριο εργασίας του.

Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ο ενάγων υποχρεούτο σε ενημέρωση των αρμοδίων προϊσταμένων του για την πορεία του ανωτέρω αντικειμένου της εργασίας του είτε με επικοινωνία από τον τόπο εργασίας του όταν βρισκόταν εκτός των γραφείων της πρώτης εναγομένης είτε αυτοπροσώπως όταν βρισκόταν στα γραφεία της τελευταίας, από τους προϊσταμένους του δε αυτούς ελάμβανε εντολές και οδηγίες κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και από αυτούς ελεγχόταν ως προς την καλή εκτέλεση των ανατεθειμένων σ’ αυτόν καθηκόντων και την αποτελεσματικότητα της εργασίας του.

Η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της πρώτης εναγομένης και η εποπτεία και ο έλεγχος ως προς τη συμμόρφωση του ενάγοντος ήταν συνεχής καθ’ όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, ενώ η εξάρτησή του ήταν χαλαρότερη μόνο ως προς τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων του, όπου ο ενάγων μπορούσε να αναπτύσσει πρωτοβουλίες λόγω των ειδικών επιστημονικών του γνώσεων ως τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού στο αντικείμενο της εργασίας για το οποίο είχε προσληφθεί αλλά πάντοτε εντός των γενικότερων οδηγιών και εντολών των αρμοδίων προϊσταμένων του της πρώτης εναγομένης που αφορούσαν τις αρμοδιότητές του.

Η απασχόληση του ενάγοντος στην πρώτη εναγομένη καθ’ όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα ήταν αποκλειστική, συνεχής και αδιάλειπτη, καθόσον δεν είχε προσληφθεί για την εκτέλεση ορισμένου ή ορισμένων έργων και υπηρεσιών, μετά την αποπεράτωση των οποίων σταματούσε την εργασία του αλλά διατελούσε ως μόνιμος υπάλληλός της με την ανωτέρω ειδικότητα.

Έτσι ο ενάγων είχε ενταχθεί στο οργανωμένο σύνολο της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης και ειδικότερα στο μόνιμο επιστημονικό-τεχνολογικό προσωπικό της, για την κάλυψη των συναφών με την άνω ειδικότητα του ενάγοντος αναγκών της, για την εξυπηρέτηση, προώθηση και επίτευξη του επιχειρηματικού της σκοπού.

Επίσης ο ενάγων καθ’ όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα που απασχολούνταν στην πρώτη εναγομένη δεν ανέλαβε άλλη συναφή με το αντικείμενό του δραστηριότητα γιατί παρείχε αποκλειστικά την εργασία του σ’ αυτή, υπό τις προαναφερόμενες και καθοριζόμενες από τα αρμόδια όργανα της πρώτης εναγομένης συνθήκες ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του (πλην των ειδικών επιστημονικών-τεχνολογικών του γνώσεων).

Εξάλλου επιβεβαιωτικό στοιχείο της μόνιμης και αποκλειστικής εργασίας του ενάγοντος στην πρώτη εναγομένη κατά το άνω χρονικό διάστημα αποτελούν και οι προαναφερόμενες διπλότυπες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, που αφορούν την επίδικη αυτή χρονική περίοδο και τα συγκεκριμένα προαναφερόμενα τεχνικά έργα και οι οποίες φέρουν συνεχή αρίθμηση, έχοντας όλες εκδοθεί από τον ενάγοντα είτε προς την πρώτη εναγομένη, είτε προς την εκάστοτε κοινοπραξία που η τελευταία συμμετείχε και προς κανένα άλλο τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο.

Επίσης ο ενάγων καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν διατηρούσε δική του επαγγελματική εγκατάσταση αλλά η αναγραφόμενη στις άνω διπλότυπες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών διεύθυνση (...Αθήνα) αποτελούσε τη διεύθυνση όπου βρισκόταν η πατρική του οικία, στην οποία διέμενε η αδελφή του Κ. Α. και η οποία εντελώς τυπικά αναφερόταν ως επαγγελματική του έδρα στις ως άνω διπλότυπες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, χωρίς ωστόσο ο ενάγων να ασκεί πραγματική ατομική επαγγελματική δραστηριότητα από το χώρο αυτό.

Στις 20-6-2007 ο ενάγων υπέγραψε με την πρώτη εναγομένη σύμβαση παροχής υπηρεσιών στο έργο "...", διάρκειας έως 31-7-2009, όπου αναφερόταν ως ετήσια αμοιβή του το ποσό των 40.600 ευρώ, καταβαλλόμενο τμηματικά ανάλογα με τις εκτελούμενες εργασίες, ενώ ακολούθως στις 7-10-2009 ο ενάγων υπέγραψε με την πρώτη εναγομένη σύμβαση παροχής υπηρεσιών αόριστης διάρκειας, όπου αναφερόταν ως ετήσια αμοιβή του το ποσό των 43.750 ευρώ, καταβαλλόμενο σε έξι (6) δόσεις με την έκδοση αντίστοιχου δελτίου παροχής υπηρεσιών.

Οι ανωτέρω όμως δύο έγγραφες συμβάσεις που σύναψε ο ενάγων κατ’ απαίτηση της πρώτης εναγομένης και στις οποίες συναίνεσε για να μην απωλέσει τη θέση εργασίας του στην επιχείρησή της, έγιναν προκειμένου να στελεχώσει ο ενάγων ως τεχνολόγος πολιτικός μηχανικός εγγεγραμμένος στα ....) την πρώτη εναγομένη για την εγγραφή της στο ...), όπως κατά τη σχετική νομοθεσία απαιτείτο και δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματική φύση του συμβατικού δεσμού των εν λόγω διαδίκων, καθόσον ο ενάγων συνέχισε και μετά την υπογραφή των συμβάσεων αυτών να παρέχει την εργασία του στην πρώτη εναγομένη υπό τις ίδιες προαναφερόμενες νομικές και πραγματικές συνθήκες και ειδικότερα συνέχισε να μην επιλέγει ο ίδιος τους όρους της απασχόλησής του αλλά να διατελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από την πρώτη εναγομένη, υποκείμενος στο διευθυντικό της δικαίωμα και έχοντας υποχρέωση να ακολουθεί και να συμμορφώνεται προς τις δεσμευτικές εντολές και οδηγίες της που ελάμβανε μέσω των άνω προϊσταμένων του ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας του, ενώ η πρώτη εναγομένη ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές, επίσης ο ενάγων συνέχισε να εργάζεται καθημερινά και με το άνω σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, καθώς και με το ανωτέρω ημερήσιο ωράριο εργασίας, ενώ ακόμη συνέχισε να λαμβάνει το συμφωνημένο μισθό του κάθε μήνα, καθώς και να του καταβάλλονται τα άνω επιδόματα εορτών και αδείας και γενικότερα συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην πρώτη εναγομένη αποκλειστικά και συνεχώς και αδιαλείπτως, όπως ακριβώς προαναφέρθηκε ότι τις προσέφερε και πριν την υπογραφή των ως άνω έγγραφων συμβάσεων, η έγγραφη κατάρτιση των οποίων σκοπό είχε κατά τα προαναφερόμενα τη στελέχωση της πρώτης εναγομένης για την εγγραφή της στο ....

και όχι την τροποποίηση των όρων και συνθηκών παροχής της εργασίας του ενάγοντος ούτε την αλλαγή του έως τότε εργασιακού του καθεστώτος. Με τα δεδομένα αυτά η ένδικη σύμβαση του ενάγοντος κατά την άνω επίμαχη χρονική περίοδο ήταν ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η πρώτη εναγομένη, ούτε ήταν και διαδοχικές συμβάσεις έργου.

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου σε σχέση με το χαρακτήρα της ένδικης συμβάσεως συνάγεται από την ορθή εκτίμηση όλων των πιο πάνω όρων και όλων των εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας του ενάγοντος σε σχέση με το είδος της εργασίας του, τη δέσμευση και εξάρτησή του από την πρώτη εναγομένη και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις που καταρτίστηκε και λειτούργησε η εν λόγω σύμβαση.

Ειδικότερα... συντρέχει στην προκειμένη ένδικη περίπτωση το αναγκαίο για το χαρακτηρισμό της επίμαχης συμβάσεως ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, ποιοτικό στοιχείο της υποβολής του ενάγοντος σε νομική και ουσιαστική εργασιακή εξάρτηση και δέσμευση από την πρώτη εναγομένη (δια των αρμοδίων οργάνων της).

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου δεν αναιρείται από τα επικαλούμενα από την πρώτη εναγομένη περιστατικά της ασφάλισης του ενάγοντος στο ΤΕΒΕ και στο ΤΣΜΕΔΕ και από την έκδοση από αυτόν για την αμοιβή του αποδείξεων παροχής υπηρεσιών, καθόσον τα περιστατικά αυτά από μόνα τους δεν είναι ικανά να προσδώσουν στη σχέση των διαδίκων το χαρακτήρα της συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

Κατά συνέπεια και σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, ότι ο χαρακτήρας της συμβατικής σχέσης του ενάγοντος με την πρώτη εναγομένη, ήταν αυτός της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 21-10-2010 ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε στην πρώτη εναγομένη για τη μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του από τον Οκτώβριο του 2009, οπότε η τελευταία απέκρουσε τις προσφερόμενες υπηρεσίες του, χωρίς όμως να καταγγείλει κατά τρόπο σαφή και αναμφίβολο τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, γεγονός που οδήγησε τον ενάγοντα να της κοινοποιήσει στις 10-11-2010 την από 8-11-2010 έγγραφη εξώδικη δήλωσή του-επιφύλαξη δικαιωμάτων, με την οποία της δήλωσε ότι συνεχίζει να προσφέρει προσηκόντως τις υπηρεσίες του και την κάλεσε όπως, εντός τριών (3) ημερών από τη λήψη της, δεχθεί τις υπηρεσίες του αυτές, τοποθετώντας τον στα καθήκοντα που του είχε αναθέσει, πλην όμως η πρώτη εναγομένη αγνόησε τη δήλωσή του αυτή, οπότε ο ενάγων της κοινοποίησε στις 16-11-2010 τη νεότερη με ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωσή του, με την οποία της δήλωσε ότι αφού παρήλθε άπρακτη η ανωτέρω προθεσμία που της είχε θέσει για να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του, η απόκρουση αυτών επέχει θέση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του και καθίσταται πλέον υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του.

Και στη δεύτερη αυτή εξώδικη δήλωση του ενάγοντος η πρώτη εναγομένη δεν ανταποκρίθηκε, οπότε από την επομένη και δη στις 17-11-2010 κατέστησε πλέον κατά τρόπο σαφή και αναμφίβολο τη βούλησή της να καταγγείλει τη μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Η εν λόγω όμως από 17-11-2010 καταγγελία της επίμαχης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος από την πρώτη εναγομένη έγινε χωρίς...

την τήρηση του έγγραφου τύπου και την καταβολή της νόμιμης οφειλόμενης αποζημιώσεως απολύσεως και συνεπώς είναι άκυρη... Εφόσον η ένδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη, η πρώτη εναγομένη, μη αποδεχόμενη τις υπηρεσίες του, έγινε υπερήμερη και οφείλει... στον ενάγοντα τους μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 17-11-2010 έως και 15-3-2013, στους οποίους περιλαμβάνεται...

ό,τι θα ελάμβανε ως μισθολογικές αποδοχές ο ενάγων, εάν η εναγομένη- εργοδότρια του δεχόταν την εργασία του. Ειδικότερα η πρώτη εναγομένη οφείλει για την αιτία αυτή στον ενάγοντα το ποσό των 103.125 ευρώ (ήτοι 3.125 ευρώ Χ 28 μήνες + επιδ. Χριστουγέννων 2010 + επιδ. Πάσχα 2011 + επιδ. αδείας 2011 + επιδ. Χριστουγέννων 2011 + επιδ.

Πάσχα 2012 + επιδ. αδείας 2012 + επιδ. Χριστουγέννων 2012)... Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο ενάγων είχε διακόψει αυτοβούλως... τη συνεργασία του με την πρώτη εναγομένη αλλά και με τη δεύτερη εναγομένη [ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα] κοινοπραξία από τον Ιανουάριο του έτους 2010, δηλαδή είχε καταγγείλει σιωπηρά ο ίδιος τη σύμβασή του και είχε αποχωρήσει οικειοθελώς, δεν αποδείχθηκε βάσιμος από κανένα αποδεικτικό στοιχείο αλλά αντίθετα πλήρως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ενέμενε συνεχώς στη σύμβαση εργασίας του και προσέφερε προσηκόντως τις υπηρεσίες του μέχρι την ως [άνω] καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του από την πρώτη εναγομένη, γεγονός άλλωστε που προσεπιβεβαιώνεται και από τις ανωτέρω από 8-11-2010 και 16-11-2010 έγγραφες εξώδικες δηλώσεις του προς αυτή, στις οποίες η τελευταία δεν ανταπάντησε και έτσι ουδόλως τις αντέκρουσε...

Ήδη η πρώτη εναγομένη με τις από 19-5-2015 νόμιμα κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της ως εφεσίβλητης ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου ισχυρίζεται ότι ο ενάγων καταχρηστικά ασκεί την αξίωσή του για λήψη μισθών υπερημερίας καθόσον παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα, δόλια και κακόβουλα την επιδίωξη άλλης εργασίας την οποία μπορεί να εξασφαλίσει λόγω της ειδικότητάς του στα δομικά έργα είτε απασχολούμενος με την άσκηση του ελευθερίου επαγγέλματός του, και δεν επιχειρεί να εργαστεί κακόβουλα παρά το γεγονός ότι ισχυρίζεται [ότι] έχει μεγάλη οικονομική ανάγκη.

Η ένσταση αυτή της πρώτης εναγομένης, αν και δεν είχε προταθεί πρωτοδίκως, παραδεκτά μεν προτείνεται ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατ’ άρθρο 527 περ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με τις άνω από 19-5-2015 έγγραφες προτάσεις αυτής ως εφεσίβλητης, προς υπεράσπισή της κατά της εφέσεως του ενάγοντος, πλην όμως είναι αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον γίνεται μεν επίκληση της συγκεκριμένης συμπεριφοράς του ενάγοντος από την οποία προκύπτει η κακοβουλία αυτού να επιδιώξει την απασχόλησή του, καθώς και επίκληση της συγκεκριμένης εργασίας την οποία θα μπορούσε να εκτελέσει ο ενάγων, πλην όμως δεν αναφέρεται καθόλου σ’ αυτή, όπως απαιτείται...

η ωφέλεια την οποία θα αποκόμιζε ο ενάγων, δηλαδή τα ποσά που θα κέρδιζε από την εργασία αυτή είτε ως έμμισθος είτε ως ελεύθερος επαγγελματίας... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής καταρτίστηκε το από 25-1-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους και διακανονισμού του, μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης, σε εκτέλεση του οποίου η τελευταία προέβη σε καταβολές με αυτό συμφωνημένων χρηματικών ποσών στον πρώτο, πλην όμως η πρώτη εναγομένη εξακολουθεί να οφείλει στον ενάγοντα, ευθυνόμενη εις ολόκληρον με τη δεύτερη εναγομένη κοινοπραξία στην οποία συμμετείχε, το ποσό των 444,56 ευρώ για υπόλοιπο μηνιαίου μισθού μηνός Ιουλίου του έτους 2010 και για τους μήνες Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του έτους 2010 ποσό 3.125 ευρώ μηνιαίως και συνολικά το ποσό των 9.819,56 ευρώ...

Η ένσταση εξοφλήσεως που προτείνουν οι εναγόμενες είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της, καθόσον δεν αναφέρεται η αιτία για την οποία καταβλήθηκε κάθε επιμέρους ποσό στον ενάγοντα, ενώ η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί από τις αποδείξεις... Οι εναγόμενες πρότειναν παραδεκτά ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής του ενάγοντος, η οποία πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον δεν αποδείχθηκε συμπεριφορά του ενάγοντος-δικαιούχου τέτοια που να μπορεί να καταστήσει μη ανεκτή την άσκηση των αγωγικών του δικαιωμάτων, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί βασίμως ότι η άσκηση αυτή αποβαίνει καταχρηστική κατά την...

έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε αδράνεια του ενάγοντος στην άσκηση των αγωγικών του δικαιωμάτων, καθόσον η πρώτη εναγομένη-εργοδότριά του κατά το χρονικό διάστημα διάρκειας της επίμαχης συμβάσεώς του ήταν συνεπής στις εργοδοτικές της υποχρεώσεις και ως εκ τούτου δεν υπήρχε αιτία ασκήσεως από τον ενάγοντα των εργασιακών του δικαιωμάτων, τα οποία άλλωστε δεν αμφισβητούσε η πρώτη εναγομένη, όταν δε η τελευταία άρχισε από τον Οκτώβριο του έτους 2009 να μην καταβάλλει τις αποδοχές του, αυτός αρχικά ζητούσε την καταβολή τους λαμβάνοντας διαβεβαιώσεις προς τούτο, οι οποίες όμως δεν επραγματοποιούντο, οπότε αυτός διαμαρτυρήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, αρχικά προφορικά στις 21-10-2010 και στη συνέχεια εγγράφως, αποστέλλοντας τις παραπάνω από 8-11-2010 και 16-11-2010 εξώδικες δηλώσεις του, όταν δε ακολούθως στις 17-11-2010 καταγγέλθηκε η επίμαχη σύμβαση εργασίας του, αυτός άσκησε εμπρόθεσμα την ένδικη αγωγή του και κατά συνέπεια δεν υφίσταται αδράνεια από την πλευρά του ενάγοντος, ούτε και συμπεριφορά του τέτοια που να δημιουργεί την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει τις εργασιακές του αξιώσεις.

Εξάλλου η σύναψη των ως άνω από 20-6-2007 και 7-10-2009 εγγράφων συμβάσεων σκοπό είχε, κατά τα προαναφερόμενα, τη στελέχωση της πρώτης εναγομένης για την εγγραφή της στο .... και αυτές δεν τροποποίησαν τους όρους και συνθήκες παροχής της εργασίας του ενάγοντος ούτε άλλαξαν το έως τότε εργασιακό του καθεστώς και επομένως ούτε η υπογραφή αυτών δημιούργησε την πεποίθηση στην πρώτη εναγομένη ότι δεν πρόκειται ο ενάγων να ασκήσει τα εργασιακά του δικαιώματα.

Έτσι δεν υπήρχε λόγος διαμαρτυρίας του ενάγοντος ως προς τη μορφή της έννομης σχέσης που τον συνέδεε με την πρώτη εναγομένη, αφού αυτή ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας γινόταν αποδεκτή και από τα δύο διάδικα μέρη. Επίσης το άνω από 25-1-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους και διακανονισμού του, μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης, δεν περιέχει εξώδικη ομολογία αυτού ότι η επίμαχη σύμβασή του είχε χαρακτήρα παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενες.

Ούτε η ασφαλιστική και φορολογική μεταχείριση του ενάγοντος κατά τη διάρκεια της επίμαχης συμβάσεώς του εδραίωσαν την πεποίθηση στην πρώτη εναγομένη περί μη ασκήσεως των δικαιωμάτων του αυτών. Περαιτέρω, όσον αφορά τα περιστατικά ότι η ευδοκίμηση της αγωγής του ενάγοντος θα έχει αλλεπάλληλες αρνητικές συνέπειες στην οικονομική κατάσταση και στη ρευστότητα της πρώτης εναγομένης, η εν λόγω ένσταση προβάλλεται με τρόπο αόριστο, αφού δεν αναφέρεται ποια συγκεκριμένα είναι η περιουσιακή της κατάσταση, τα κεφάλαια της και ο κύκλος των εργασιών της, πόσοι και ποιοι είναι οι εργαζόμενοι στην επιχείρησή της και ποιο είναι το ύψος των αξιώσεων αυτών σε βάρος της".

Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο: Α) Δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση των εναγομένων κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, είχε αναγνωρισθεί ότι η συνδέουσα τον ενάγοντα και την πρώτη εναγομένη έννομη σχέση ήταν αυτή της συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είχε αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως αυτής εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, είχε υποχρεωθεί αυτή να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος με απειλή χρηματικής ποινής και να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 87.500 ευρώ για μισθούς υπερημερίας, επί πλέον δε είχαν υποχρεωθεί και οι δύο εναγόμενες να καταβάλουν εις ολόκληρον στον ενάγοντα το ποσό των 9.819,56 ευρώ για οφειλόμενες αποδοχές νομιμοτόκως κατά τα αναφερόμενα σ’ αυτήν.

Β) Δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση του ενάγοντος και τους πρόσθετους λόγους αυτής, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιό της που αφορούσε την επιδίκαση στον ενάγοντα μισθών υπερημερίας, αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή κατά το κεφάλαιό της αυτό, υποχρέωσε την πρώτη εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 103.125 ευρώ για μισθούς υπερημερίας, νομιμοτόκως κατά τα αναφερόμενα σ’ αυτήν.

Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 652, 656 Α.Κ., 6 ν. 767/1943, 5 παρ.1 και 3 ν. 3198/1955, Υ.Α. 19040/1981 α.ν. 539/1945 ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του είδους της έννομης σχέσεως που συνέδεε τους διαδίκους ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Δεν συνιστά δε παραβίαση των προπαρατεθεισών διατάξεων ή έλλειψη των αιτιολογιών της προσβαλλομένης: α) η αναγραφή σ’ αυτές ότι ο ενάγων είχε ενταχθεί "στο οργανωμένο σύνολο της επιχείρησης" της πρώτης εναγομένης και όχι "στο οργανωτικό πλαίσιο της εκμετάλλευσης" αυτής, β) η μη αναφορά σ’ αυτές ότι υπήρχε συγκεκριμένη ιεραρχική δομή στην πρώτη εναγομένη στο πλαίσιο της οποίας ασκείτο το διευθυντικό δικαίωμα στη δράση του ενάγοντος, ποια ήταν τα πρόσωπα που στελέχωναν την ιεραρχική αυτή δομή (αν και ως εκ περισσού αναφέρονται τα πρόσωπα αυτά), αν τα πρόσωπα αυτά ήταν επιφορτισμένα να επεμβαίνουν στις ενεργούμενες από τον ενάγοντα πράξεις, να παρακολουθούν τη λειτουργία κάθε εργοταξίου, να ελέγχουν και να παραλαμβάνουν επιμετρήσεις και πιστοποιήσεις για την πληρωμή εκτελεσμένων εργασιών ή ότι έπρεπε να καθοδηγούν τον ενάγοντα, ενώ αυτός ήταν τεχνολόγος μηχανικός και δεν υστερούσε σε γνώσεις και εμπειρία και τέλος σε τι συνίσταντο οι οδηγίες των προσώπων αυτών προς τον ενάγοντα.

Ούτε συνιστούν αντίφαση των αιτιολογιών της προσβαλλομένης οι παραδοχές αφενός ότι ο ενάγων προσελήφθη προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του είτε στα γραφεία της πρώτης εναγομένης είτε στον τόπο εκτελέσεως των έργων και αφετέρου ότι είχε συγκεκριμένο ωράριο και έδρα τα γραφεία της εταιρείας από όπου μπορούσε να απουσιάσει μόνο για υπηρεσιακούς λόγους.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα και αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 262 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν. Διαφορετικά είναι αόριστη, η αοριστία δε αυτή εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης. Η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε έγγραφα ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 416 Α.Κ., κατά την οποία η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, προκύπτει ότι στοιχεία της ενστάσεως εξοφλήσεως είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής. Επομένως, για να είναι ορισμένη ειδικότερα η υποβαλλομένη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση εξοφλήσεως των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από τη σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικής έγγραφης αποδείξεως του μισθωτού περί πληρωμής όλων των απαιτήσεών του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στο μισθωτό για την παρεχομένη εργασία του, εκτός αν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, διότι έτσι μόνο προστατεύεται ο εργαζόμενος από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελαχίστων ορίων αποδοχών (άρθρα 3, 174, 679 Α.Κ., 8 ν. 2112/1920, 8 παρ. 4 ν.δ. 4020/1959).

Για το λόγο άλλωστε αυτό με το άρθρο 18 παρ. 1 ν. 1082/1980 επιβάλλεται στον εργοδότη η υποχρέωση να χορηγεί κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού του εκκαθαριστικό σημείωμα ή, σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος, ανάλυση μισθοδοσίας που θ’ απεικονίζουν αναλυτικά τις πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού και τις επ’ αυτών κρατήσεις (Α.Π. 447/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με σημείωμά τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι αναιρεσείουσες προέβαλαν, μεταξύ άλλων, τον εξής κατά λέξη ισχυρισμό: "Ένσταση (ολικής) εξόφλησης οφειλόμενου ανταλλάγματος πραγματικά παρασχεθεισών υπηρεσιών (βάσει σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών)".

Στη συνέχεια με τις από 15-3-2013 έγγραφες προτάσεις τους ανέπτυξαν τον ανωτέρω ισχυρισμό κατά λέξη ως εξής: "Ένσταση (ολικής) εξόφλησης πραγματικά παρασχεθεισών υπηρεσιών. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα παραστατικά κατάθεσης στον λογαριασμό του ενάγοντος και τα αντίγραφα των εκδοθεισών στο όνομά του επιταγών ο ενάγων παραλείπει να αναφέρει ότι το διάστημα από τον Οκτώβριο του έχει λάβει τα ακόλουθα ποσά:

Από την ... 1-12-2009 46,00 ευρώ, ...-2010 46,00 ευρώ, ...-2010 72,00 ευρώ, ...-2010 55,46 ευρώ, ...-2010 74,07 ευρώ, ...-2010 129,53 ευρώ, ...2010 710,59 ευρώ, ...-2010 665,16 ευρώ, ...-2010 716,54 ευρώ, ...-2010 929,38 ευρώ. Από την Κοινοπραξία: ...-2009 624,40 ευρώ, ...-2009 615,16 ευρώ, ...-2009 4.000,00 ευρώ, ...-2010 2.500,00 ευρώ, ...-2011 9.000,00 ευρώ, ...-2011 5.000,00 ευρώ, ...-2011 5.000,00 ευρώ, ...-2011 5.000,00 ευρώ, ...-2011 5.000,00 ευρώ, ...2011 5.000,00 ευρώ, ...-4-2011 5.000,00 ευρώ, ...-5-2011 5.000,00 ευρώ, ...-5-2011 5.000,00 ευρώ, ...-6-2011 5.000,00 ευρώ.

Συνολικά, δηλαδή, για το ως άνω διάστημα ο ενάγων εισέπραξε το ποσό των 65.184,69 ευρώ και όχι μόνο έχει εξοφληθεί πλήρως για τις εκδοθείσες …, αλλά οφείλει παραστατικά ύψους: α) προς την ...., 3.266,06 ευρώ και β) προς την Κοινοπραξία, 35.083,88 ευρώ". Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος παραδεκτά επαναφέρθηκε στο εφετείο, ήταν απορριπτέος ως αόριστος αφού, παρά το ότι ο ενάγων με την αγωγή του ζητούσε την επιδίκαση σ’ αυτόν περισσοτέρων επί μέρους ποσών (από μισθούς υπερημερίας και δεδουλευμένες αποδοχές), οι εναγόμενες για τη θεμελίωσή του ανωτέρω ισχυρισμού τους επικαλέσθηκαν τις ημερομηνίες και τα ποσά των επί μέρους καταβολών, όχι όμως και την αιτία κάθε επί μέρους καταβολής.

Τούτο δε πέραν του ότι τα αναφερόμενα ποσά φέρονται ότι καταβλήθηκαν όχι σε εξόφληση των επίδικων (από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου) αξιώσεων του ενάγοντος αλλά σε εξόφληση των κατά τις ενάγουσες οφειλομένων αμοιβών του από τη μεταξύ τους σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Με βάση τα ανωτέρω το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ως αόριστο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 416 και 653 Α.Κ.

ούτε κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο.

Συνεπώς ο δεύτερος κατά τα πρώτο και δεύτερο σκέλη του λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα και αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και 14 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ.

Α.Π. 3/1997, 44/1990). Στην προκειμένη περίπτωση ο δεύτερος κατά το τρίτο σκέλος του λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο, κατά την απόρριψη της κατά τα προεκτεθέντα προβληθείσης από αυτές ενστάσεως εξοφλήσεως, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού, όπως ήδη έχει εκτεθεί, για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.

απαιτείται ουσιαστική έρευνα της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως, προϋπόθεση που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση κατά την οποία η ένσταση απορρίφθηκε ως αόριστη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, χωρίς να παρεμποδίζεται η γέννηση ή να επέρχεται απόσβεση αυτού, υπάρχει και όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η άσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.

Α.Π. 33/2005, 17/1995). Η ανωτέρω διάταξη έχει έντονο το χαρακτήρα δημόσιας τάξεως και κατά συνέπεια εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες επίσης δημόσιας τάξεως διατάξεις (Ολ. Α.Π. 33/2005), όπως εκείνες των άρθρων 3, 174, 180, 679 Α.Κ., 5 παρ. 1 ν. 539/1945, 8 παρ. 4 ν.δ. 4020/1959, 8 ν. 2112/1920, 14 ν. 551/1915, από τις οποίες συνάγεται ο κανόνας της απαγορεύσεως της παραιτήσεως του εργαζομένου από τις μισθολογικές αξιώσεις αυτού (με την επιφύλαξη της συνδρομής σοβαρής αμφιβολίας και έριδας ως προς τις πραγματικές και νομικές προϋποθέσεις των εν λόγω αξιώσεων ή ως προς την έκτασή τους, οπότε είναι επιτρεπτή η μέσω αμοιβαίων υποχωρήσεων λύση της διαφωνίας στο πλαίσιο συμβιβασμού κατά το άρθρο 871 Α.Κ.).

Ειδικότερα καταχρηστική κατά το άρθρο 281 Α.Κ. άσκηση του δικαιώματος του μισθωτού από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας συντρέχει και στην περίπτωση αντιφατικής συμπεριφοράς του τελευταίου, ιδίως όταν αυτή συνιστά προσχεδιασμένο τέχνασμα για την επίτευξη πρόσθετου οικονομικού οφέλους (Α.Π. 1179/2017, 610/2017).

Εξ άλλου, όταν η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνολικώς εκτιμώμενα προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., ενώ η ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης ως προς ένα από τά πιο πάνω περιστατικά, αν τα υπόλοιπα δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση και ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως.

Περαιτέρω αν ο εναγόμενος εργοδότης για τη θεμελίωση της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος εργαζομένου επικαλεσθεί ότι η ικανοποίηση των αξιώσεων του ενάγοντος θα προκαλέσει σημαντική οικονομική ζημία στην επιχείρησή του, θα πρέπει να αναφέρει ποια είναι η οικονομική του κατάσταση, τα κεφάλαιά του και τον κύκλο των εργασιών του, πόσοι και ποιοι είναι οι εργαζόμενοι στην επιχείρησή του, αν έχουν ανάλογες αξιώσεις με τον ενάγοντα, το ύψος και την αιτία των τυχόν αξιώσεων αυτών και το λόγο για τον οποίο θα προκληθεί δυσβάστακτο οικονομικό βάρος στην επιχείρησή του αν ικανοποιηθούν οι αξιώσεις του και οι τυχόν αξιώσεις των άλλων εργαζομένων στην επιχείρησή του (Α.Π. 429/2010).

Τέλος το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 Α.Κ. λόγω άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτού.

Τέτοια υπέρβαση υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει από αυτόν χωρίς να εργάζεται τους μισθούς υπερημερίας.

Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχολήσεώς του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Για να είναι όμως ορισμένη η σχετική ένσταση του εργοδότη πρέπει αυτός να αναφέρει την εργασία την οποία ο εργαζόμενος μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται συγκεκριμένη επιχείρηση, και τους λόγους για τους οποίους είναι κακόβουλη η μη απασχόλησή του αλλού, καθώς και την ωφέλεια που θα αποκόμιζε (Α.Π. 470/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση: Α) Με δήλωσή τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι αναιρεσείουσες προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος είναι καταχρηστική, τον ισχυρισμό δε αυτό ανέπτυξαν στις από 15-3-2013 έγγραφες προτάσεις τους, που είχαν στο σχετικό σημείο τους, μετά την παράθεση των οικείων νομικών σκέψεων, κατά λέξη ως εξής: "Στη συγκεκριμένη περίπτωση:

α) Ο αντίδικος, με την υπό κρίση αγωγή του, επικαλείται 12 ολόκληρα χρόνια μετά την πρώτη συνεργασία μας σχέση εξαρτημένης εργασίας, ενώ μέχρι την επίδοση της από 8-11-2010 εξώδικης επιστολής του δεν είχε καθόλου διαμαρτυρηθεί για την δήθεν επιβληθείσα από την "...." μορφή της μεταξύ μας έννομης σχέσης, την οποία προεχόντως ο ίδιος είχε επιλέξει και αποδεχθεί, δημιουργώντας, με την μακροχρόνια αδράνειά του, στην εταιρεία μας την πεποίθηση ότι είναι ικανοποιημένος από τη μορφή της συνεργασίας μας και ότι δεν έχει κανένα παράπονο από αυτή.

β) Με βάση τις ανειλημμένες συμβατικές υποχρεώσεις, αναρωτιέται κανείς: - Οι συμβάσεις που υπέγραψε είναι κουρελόχαρτα; - Ο ίδιος δεν είχε το μορφωτικό επίπεδο για να αξιολογήσει το περιεχόμενο των δεσμεύσεων που αναλάμβανε; - Ο χαρακτηρισμός της σύμβασης είναι άσχετος από το δικαιοπρακτικό θεμέλιο υπογραφής της σύμβασης και την ίδια τη δικαιοπρακτική δέσμευση;

γ) Επί πολλά έτη οι συμβατικές αυτές δεσμεύσεις υποβάλλονταν σε συγκεκριμένη φορολογική και ασφαλιστική μεταχείριση. δ) Προαπαιτούμενος για την ευδοκίμηση της αγωγής, χαρακτηρισμός της σύμβασης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας: - Οι εναγόμενες είμαστε υπόλογες στον ασφαλιστικό φορέα ΙΚΑ, μετά των αντιστοιχουσών προσαυξήσεων δεκαετίας (!), ενώ ο ίδιος ο εργαζόμενος έχει πλήρως κατοχυρωθεί με την ασφάλισή του στο ΤΣΜΕΔΕ (και όμως ομολογεί παράλληλη ασφάλιση στον ΟΑΕΕ) - Ο εργαζόμενος θα εισπράξει μισθούς υπερημερίας για χρόνο που δεν απασχολήθηκε και δεν προσέφερε καθόλου υπηρεσίες - Την ίδια στιγμή το Δημόσιο θα έχει εισπράξει ΦΠΑ, τον οποίο έχουμε επιβαρυνθεί οι εναγόμενες (τον οποίο μάλιστα δεν συμψηφίζουμε) και ο οποίος δεν μπορεί να αναζητηθεί με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, ούτε από την εταιρεία, ούτε από τον ίδιο τον εργαζόμενο. - Στο "καλάθι των αχρήστων" επίσης η φορολογική ωφέλεια που είχε ο ενάγων από εκπιπτόμενες (μετά ΦΠΑ) δαπάνες.

ε) Γιατί όλα αυτά; Επειδή τώρα ξαφνικά θυμήθηκε ότι η σύμβασή του ήταν δήθεν προσχηματική και ότι ο εργοδότης του δήθεν του επέβαλε συμβατικούς όρους και γιατί πρέπει τώρα να αναγνωριστεί η υποχρέωση της "...." να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας; Πράγματι υπάρχουν ενάμισι εκατομμύριο (1.500.000) άνεργοι και ο ενάγων συμπεριλαμβάνει (ίσως αυθαίρετα) τον εαυτό του στον αριθμό αυτό.

Είναι άραγε διαφορετική η τύχη του από την τύχη της "....", η οποία σήμερα έχει σχεδόν μηδενική ρευστότητα, και από την τύχη χιλιάδων μηχανικών που δεν έχουν σήμερα εργασία επειδή δεν υπάρχει καθόλου οικοδομική και τεχνική δραστηριότητα; στ) Ο ενάγων υπονοεί καταναγκασμό του για την υπογραφή συμβάσεων και την έκδοση ...

Τέτοιου είδους καταναγκασμός δεν υπάρχει. Αποτελεί, μήπως, καταναγκασμό το γεγονός ότι το λογιστήριο τον ειδοποιούσε για την έκδοση ..., μετά από τις επαγγελματικές του εισπράξεις; Αποτελεί καταναγκασμό το ότι ο ενάγων τηρούσε λογιστικά βιβλία και εξέπιπτε τον ΦΠΑ των δαπανών του, τον οποίο βάσει της σύμβασης και της φορολογικής νομοθεσίας επιβαρυνόταν η "....";

Ας σημειωθεί ότι, ο ενάγων ουδόλως αναφέρει ποια θα ήταν η φορολογική του επιβάρυνση σε περίπτωση που είχε υπαχθεί σε καθεστώς μισθωτής εργασίας, ούτε αναφέρει ποιες ήταν οι εκπιπτόμενες ανά έτος δαπάνες και σε τι φορολογητέο εισόδημα οδηγούσαν οι δαπάνες αυτές. ζ) Το μόνο βέβαιο είναι ότι από τον επιδιωκόμενο όψιμο χαρακτηρισμό της σχέσης του ενάγοντος ως σχέση εξαρτημένης εργασίας, οι εναγόμενες πληττόμεθα με τέτοιο τρόπο, ώστε εκμηδενίζονται οι πιθανότητες αποκατάστασης της τρέχουσας ρευστότητάς μας και εξυγίανσής μας, διότι όταν προκύπτει αδικαιολόγητο κόστος εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ για υπηρεσίες που δεν προσφέρθηκαν δεν θα καταφέρουμε να ανακάμψουμε και η πιθανή αιτία δεν θα είναι μόνο η κατάσταση της αγοράς αλλά και η εμμονή θεσμικών παραγόντων σε πρακτικές που οδήγησαν τη χώρα σε άλυτα διαρθρωτικά προβλήματα που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι:

α) η αδικαιολόγητη προστασία των τεχνικών επαγγελμάτων μέσω της νομοθεσίας των δημοσίων έργων, β) η διάκριση μεταχείρισης δημοσίου και ιδιωτικού τομέα σε ό,τι αφορά το χαρακτηρισμό έννομων σχέσεων απασχόλησης ως συμβάσεων εργασίας. η) Η αντιφατική (μακροχρόνια) αυτή συμπεριφορά του έχει διπλό επίμεμπτο κίνητρο, α) την επιδίωξη και εξασφάλιση πρόσθετου αθέμιτου οικονομικού οφέλους από την μεταξύ μας σχέση, δηλαδή ο ενάγων επιδιώκει να πληρώνεται "από τον καναπέ του" χωρίς να προσφέρει καμμία εργασία, β) επιδιώκει τον εξοπλισμό της (όποιας) απαίτησής του με το υπερ-προνόμιο των εργατικών απαιτήσεων (άρθρο 973 ΚΠολΔ) και την είσπραξη μισθών υπερημερίας.

Οι επιδιώξεις του αυτές είναι αντίθετες στην καλή πίστη (άρθρο 288 ΑΚ) και στρέφονται όχι μόνο εναντίον της "...." αλλά και των εκατοντάδων εργατών και υπαλλήλων της επιχείρησης οι οποίοι δικαιούνται πραγματικά το προνόμιο που αυτός, όψιμα τώρα, διεκδικεί. Σκοπός του νομοθέτη που θέσπισε το εν λόγω προνόμιο ήταν η προστασία των αδύναμων απασχολούμενων στις ιδιωτικές ιδίως επιχειρήσεις και όχι αυτών που κατά τη διάρκεια του επαγγελματικού τους βίου είχαν και έχουν πολλές εναλλακτικές επιλογές και πηγές εισοδήματος όπως ο ενάγων.

θ) Και αυτό μεθοδεύεται ενώ δεν βρίσκεται σε διαδικασία εκτέλεσης κανένα έργο στο οποίο ο ενάγων έστω απασχολήθηκε στο παρελθόν ή για το οποίο να του ανατέθηκαν εργασίες, ενώ την περίοδο απασχόλησής του στην "...." έχει εισπράξει πολύ σημαντικά ποσά... ι) Επιπροσθέτως ο ενάγων επιχειρεί να ασκήσει τα δικαιώματα που απορρέουν από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, υπό τις περιστάσεις που αναλυτικά αναφέρω στις παραγράφους των εδώ προτάσεών μου.

Αντίθετα, τυχόν ευδοκίμηση της αγωγής του, θα έχει αλλεπάλληλες αρνητικές συνέπειες στην ρευστότητά μας, αφού μπορεί να έχει ως συνέπεια την αδυναμία πληρωμής φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων... [Οι εναγόμενες δίνουμε καθημερινή μάχη και η πρώτη, ως συνευθυνόμενη σε τεχνικές κοινοπραξίες με δεκάδες εταιρείες που έχουν χρεοκοπήσει, κατορθώνει μέχρι σήμερα να έχει φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα...

Και για τους λόγους αυτούς ζητούμε την απόρριψη της υπό κρίση αγωγής στο σύνολό της, λόγω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, κατά τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ". Β) Με τις από 19-5-2015 έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του εφετείου η πρώτη εναγομένη παραδεκτά προέβαλε για πρώτη φορά, προς αντίκρουση της εφέσεως του ενάγοντος (άρθρο 527 περ. 1 Κ.Πολ.Δ.) τον ισχυρισμό ότι η άσκηση του δικαιώματος του εναγομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας είναι καταχρηστική για το λόγο ότι παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα είτε την επιδίωξη άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να εξασφαλίσει λόγω της ειδικότητάς του στα δομικά έργα είτε την απασχόλησή του στην άσκηση του επαγγέλματός του, παρά το ότι ισχυρίζεται ότι έχει μεγάλη οικονομική ανάγκη.

Με αυτό το περιεχόμενο: Α) Ο προταθείς πρωτοδίκως και επαναφερθείς ενώπιον του εφετείου ισχυρισμός των εναγομένων για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος ήταν απορριπτέος προεχόντως ως μη νόμιμος διότι τα περιστατικά που οι εναγόμενες επικαλέσθηκαν για τη θεμελίωσή του, αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούσαν την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος καταχρηστική.

Συγκεκριμένα, πέραν της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος, η οποία μόνο δεν αρκεί για τη θεμελίωση της καταχρηστικότητας, τα λοιπά επικαλούμενα περιστατικά και ειδικότερα τα αναφερόμενα υπό τα στοιχεία α, β, ε, στ και εν μέρει ζ, συνιστούν κυρίως άρνηση της αγωγής, ήτοι αμφισβήτηση του είδους της έννομης σχέσεως που συνέδεε τους διαδίκους, καθώς και αιτιάσεις για τη βραδεία επίκληση της αληθούς μορφής της έννομης αυτής σχέσεως, ενώ τα λοιπά, ήτοι τα αναφερόμενα υπό τα στοιχεία γ, δ, εν μέρει ζ, η, θ και ι, αποτελούν τις συνήθεις δυσμενείς για τον εργοδότη συνέπειες από την εκ μέρους του καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του εργαζομένου χωρίς καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως και την εν συνεχεία υποχρέωσή του να καταβάλει αναδρομικά τους μισθούς υπερημερίας.

Ειδικότερα όμως όσον αφορά τις επικαλούμενες δυσμενείς οικονομικές συνέπειες για τις εναγόμενες από την τυχόν παραδοχή της αγωγής, ο ανωτέρω ισχυρισμός ήταν απορριπτέος ως αόριστος αφού οι αναιρεσείουσες δεν ανέφεραν την οικονομική τους κατάσταση, τα κεφάλαιά τους και τον κύκλο των εργασιών τους, πόσοι και ποιοι είναι οι εργαζόμενοι στην επιχείρησή τους, αν έχουν ανάλογες αξιώσεις με τον ενάγοντα, το ύψος και την αιτία των τυχόν αξιώσεων αυτών και το λόγο για τον οποίο θα προκληθεί δυσβάστακτο οικονομικό βάρος στην επιχείρησή τους αν ικανοποιηθούν οι αξιώσεις του ενάγοντος και οι τυχόν αξιώσεις των άλλων εργαζομένων στην επιχείρησή τους.

Β) Ο προταθείς για πρώτη φορά κατ’ έφεση ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος να αξιώσει τους μισθούς υπερημερίας, ήταν επίσης απορριπτέος ως αόριστος διότι για τη θεμελίωσή του η πρώτη εναγομένη δεν επικαλέσθηκε την ωφέλεια που θα αποκόμιζε ο ενάγων από την εργασία του ως εργαζόμενος ή ως ελεύθερος επαγγελματίας, το στοιχείο δε αυτό κατά τα προεκτεθέντα ήταν απαραίτητο για το ορισμένο της σχετικής ενστάσεως.

Συνεπώς το εφετείο, το οποίο απέρριψε τους ανωτέρω ισχυρισμούς τον μεν πρώτο εν μέρει ως αόριστο και εν μέρει ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο, και το δεύτερο ως αόριστο, ορθώς κατά το αποτέλεσμα έκρινε. Γι’ αυτό πρέπει να αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης με τις πιο πάνω (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.) και να απορριφθεί ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες αιτιώνται την προσβαλλομένη ότι κατά την απόρριψη των ισχυρισμών αυτών υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α, 8 περ. α και β, 14 και 19 Κ.Πολ.Δ. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-11-2015 αίτηση για αναίρεση της 4185/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, 3 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ