1775/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1775/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4). Τέλος, πρέπει η τελευταία να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτης (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).
Full text
Απόφαση 1775 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1775/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΟΧΗΜΑΤΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτιο Χατζηδανιήλ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "JET ENGINEERING ΒΙΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΕΙΔΙΚΩΝ ΟΧΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ Α.Ε.Ε", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Απόστολο Καραγκουνίδη και Στυλιανό Σταματόπουλο.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε ν' αναβληθεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβαν το λόγο, δεν συναίνεσαν στο αίτημα αναβολής.
Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με την παρουσία και της γραμματέως και απέρριψε το αίτημα της αναβολής.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 23 Νοεμβρίου 2004 και 15 Οκτωβρίου 2004 ανακοπές της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7400/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 173/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 933/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου (173/2008) και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό δικαστήριο. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 857/2012 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την 6 Ιουνίου 2012 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 598/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση έρχεται σήμερα για νέα συζήτηση, με την από 10 Ιουνίου 2013 κλήση της ήδη αναιρεσιβλήτου.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 4 Φεβρουαρίου 2013 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικολάου Λεοντή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 127/7-6-2012 αιτήσεως, για αναίρεση της 857/27-4-2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 857/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (ΚΠολΔ 561 § 2), έχει ως εξής: Με τις από 23-11-2004 και 15-10-2004 ανακοπές η ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε την ακύρωση των υπ' αριθμ. 28477/2004 και 22949/2004 διαταγών πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αντίστοιχα, οι οποίες εκδόθηκαν κατά παραδοχή της κατ' αυτής απευθυνόμενης αιτήσεως της ήδη αναιρεσίβλητης για οφειλόμενη στην τελευταία εργολαβική της αμοιβή, απορρέουσα από τις καταρτισθείσες μεταξύ των διαδίκων υπ' αριθμ. 122/18-3-1996 και 214/27-8-1996 συμβάσεις έργου, με αντικείμενο την κατασκευή υπερκατασκευών (βυτίων) οχημάτων μεταφοράς καυσίμων.
Επί την εν λόγω ανακοπών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η απορριπτική αυτών υπ' αριθμ. 7400/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με παράλληλη επικύρωση των ανακοπτομένων διαταγών πληρωμής και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 1650/19-4-2006 έφεσης της αναιρεσείουσας, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης με αυτήν πρωτοβάθμιας απόφασης, εξέταση κατ' ουσίαν της υπόθεσης, παραδοχή των ανακοπών κατά τον πρώτο κατά σειρά λόγο τους, με τον οποίο υποστηρίχθηκε ότι δεν συνέτρεχε η κατά την έννοια του άρθρου 623 ΚΠολΔ προϋπόθεση της έγγραφης απόδειξης της απαίτησης, και ακύρωση των πληττόμενων με αυτές διαταγών πληρωμής, η υπ' αριθμ. 173/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Η εν λόγω απόφαση αναιρέθηκε κατ' αποδοχή αίτησης αναίρεσης της ήδη αναιρεσίβλητης με την υπ' αριθμ. 933/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο. Επακολούθησε η έκδοση της υπ' αριθμ. 857/2012 απόφασης, με την οποία επικυρώθηκε η υπ' αριθμ. 7400/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και η οποία πλήττεται με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
Kατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 465/1988).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 260 ΑΚ, με την οποία προβλέπεται ως λόγος διακοπής της παραγραφής η με οποιοδήποτε τρόπο αναγνώριση της αξίωσης από τον υπόχρεο, αρκεί για το αποτέλεσμα αυτό οποιαδήποτε ενέργεια και συμπεριφορά του οφειλέτη απέναντι στο δανειστή, από την οποία να προκύπτει ότι ο πρώτος, ευρισκόμενος σε πλήρη επίγνωση της αξίωσης του τελευταίου, θεωρεί αυτήν υπάρχουσα, έτσι ώστε να μην είναι αναγκαία η άσκηση της σχετικής αγωγής.
Με την έννοια αυτή δεν εξετάζεται αν η ενέργεια και συμπεριφορά του οφειλέτη έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, ούτε αν συνιστά συμβατική ή μονομερή αναγνώριση της αξίωσης ή σύμβαση αναγνώριση χρέους, κατά την έννοια του άρθρου 873 ΑΚ. Η με τα στοιχεία αυτή συμπεριφορά πρέπει να αποδεικνύεται ότι έλαβε χώρα πριν από τη συμπλήρωση της παραγραφής έναντι του δανειστή και όχι έναντι τρίτου προσώπου.
Τέλος, ο ισχυρισμός για διακοπή της παραγραφής αποτελεί αντένσταση και προτείνεται από το δικαιούχο της αξίωσης. Ειδικά, όταν πρόκειται για ανώνυμη εταιρεία και προκειμένου για αναγνώριση της αξίωσης ως λόγο διακοπής της παραγραφής, αρκεί ότι το όργανο που προέβη στη σχετική ενέργεια ήταν νόμιμος εκπρόσωπός της ή εφόσον δεν είναι καταστατικό όργανό της, ότι ενήργησε καθοιονδήποτε τρόπο ως αντιπρόσωπος αυτής.
Εξάλλου, μετά την κατάργηση με τους Ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής απόφασης και της εισαγωγής της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας, δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, στον οποίο το δικαστήριο, επιβάλλει, με την απόφασή του, την ευθύνη προσκόμισης του αποδεικτικού υλικού.
Αντίθετα, το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, υπό την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ένστασης πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί και σ' αυτό περιορίζεται πλέον ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το Δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να γίνεται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα των διαδίκων.
Έτσι, ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση -προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων (ΑΠ 128/2013).
Με το δεύτερο λόγο της υπ' αριθμ. 39884/2004 ανακοπής, η αναιρεσείουσα προέβαλε την ένσταση παραγραφής για την υπ' αριθμ. 122/18-3-1996 σύμβαση, για την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 28477/2004 διαταγή πληρωμής, υποστηρίζοντας ότι από το χρόνο γέννησης της εν λόγω απαίτησης και της δυνατότητας της δικαστικής της επιδίωξης (19-11-1997) μέχρι το χρόνο επίδοσης της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής (22-11-2004, ΚΠολΔ 634 § 1 ) παρήλθε η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 250 περ. 1 ΑΚ πενταετής παραγραφή, ο χρόνος της οποίας συμπληρώθηκε στις 31-12-2002 (ΑΚ 251, 253).
Για την απόκρουση της εν λόγω ένστασης η αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε κατ' αντένσταση ότι η αναιρεσείουσα με το υπ' αριθμ. πρωτ. 3791/15-1-2002 έγγραφό της που απευθυνόταν προς εκείνη, αναγνώρισε την αξίωσή της. Η ένσταση παραγραφής επαναδιατυπώθηκε με την έφεση που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της πρωτόδικης απόφασης, οποία αρνήθηκε αιτιολογημένα τον θεμελιωτικό της αντένστασης της αναιρεσίβλητης ισχυρισμό, υποστηρίζοντας ότι το προαναφερόμενο έγγραφό της αφορά υπόλοιπα των υπ' αριθμ. 214/1999 και 231/2000 συμβάσεων και όχι της υπ' αριθμ. 122/18-3-1996 σύμβασης, για την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 28477/2004 διαταγή πληρωμής.
Προς ανταπόδειξη δε του ισχυρισμού της αυτού επικαλέστηκε και προσεκόμισε την από 25-10-2002 συγκεντρωτική κατάσταση τιμολογίων της αναιρεσίβλητης, στην οποία στις 7-12-2001, ήτοι επτά (7) ημέρες μετά το υπ' αριθμ. πρωτ. 3791/15-1-2002 έγγραφο, αναφέρει ότι το υπόλοιπο των λογαριασμών αυτών ανέρχεται σε 822.582.799 δραχμές Κατά τις ενδιαφέρουσες στην προκειμένη περίπτωση αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της πληττόμενης απόφασης "Το εν λόγω ποσό αναγνώρισε η ανακόπτουσα, ως τμήμα του οφειλομένου από αυτήν μεγαλύτερου ποσού και από άλλες συμβάσεις έργου μεταξύ των διαδίκων, με το με αριθμ.
Α/Π 3791/15-1-2002 έγγραφό της, το οποίο απευθύνεται στην καθής, καλώντας αυτήν να απαντήσει αν συμφωνεί με το ποσό οφειλής της ύψους παραγραφή της 881.194.414 δραχμών ή διαφωνεί με αυτό. Επομένως, η ανακόπτουσα, με την ενέργεια της αυτή, διέκοψε την παραγραφή της αξίωσης της καθής, όσον αφορά, την με αριθμ. 28477/2004 διαταγή πληρωμής, η οποία άρχισε από 1-1-1999 (ως προς τον χρόνο αυτό δεν αντιλέγει η ανακόπτουσα), απορριπτόμενου ως αβάσιμου κατ' ουσία του δεύτερου λόγου της από 23-11-2004 ανακοπής περί παραγραφής της παραπάνω αξίωσης της καθής, αφού γίνει δεκτός, ως βάσιμος κατ' ουσία, ο ισχυρισμός αυτής (καθής), περί διακοπής της παραγραφής, ο οποίος είναι νόμιμος, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 260 του ΑΚ.
Σχετικά με το εν λόγω έγγραφο πρέπει να λεχθεί ότι αυτό υπογράφεται από τον οικονομικό διευθυντή της ανακόπτουσας (Δ. Μ.), με χρήση της επίσημης σφραγίδας της (ανακόπτουσας) και όχι από "υπάλληλο του λογιστηρίου της", όπως αυτή αβάσιμα ισχυρίζεται, υποστηρίζοντας ότι, το έγγραφο αυτό, εκδόθηκε από αναρμόδιο όργανο και
όχι από εκπρόσωπό της, απορριπτόμενου του σχετικού ισχυρισμού της, ο οποίος επαναφέρεται με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της, καθόσον, προκειμένου περί ανώνυμης εταιρίας, η κατά τα αναφερόμενα στην παραπάνω νομική σκέψη πραγματική ενέργεια και συμπεριφορά του οφειλέτη προς τον δανειστή γιά διακοπή της παραγραφής, μπορεί να προέρχεται είτε από τον νόμιμο εκπρόσωπο αυτής ή τους καθ' οιονδήποτε τρόπο ενεργήσαντες ως αντιπρόσωποι της ίδιας, όπως στην περίπτωση που πρόκειται, αφού ο οικονομικός διευθυντής της εταιρίας είναι αρμόδιος για κάθε ζήτημα που συνδέεται με τις οικονομικές εκκρεμότητες αυτής".
Οι σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης ότι την επίμαχη αξίωση της αναιρεσίβλητης ανεγνώρισε η αναιρεσείουσα με το ΑΠ 3791/15-1-2002 και προς την αναιρεσίβλητη απευθυνόμενο έγγραφο του ενεργούντος ως αντιπροσώπου αυτής οικονομικού διευθυντή της, κατ' ακολουθίαν της οποίας απέρριψε τον αιτιολογημένο αρνητικό της ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι το εν λόγω έγγραφο αφορά τις 241/1999 και 231/2000 συμβάσεις, είναι επαρκείς και δικαιολογούσε την κατ' ουσίαν παραδοχή της αντένστασης της αναιρεσίβλητης περί διακοπής της παραγραφής με αναγνώριση από την αναιρεσείουσα της κατ' αυτής χρηματικής απαίτησής της, για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.
Επομένως στην κρίση της αυτής δεν κατέληξε λόγω αδυναμίας της αναιρεσείουσας να βεβαιώσει ανταποδεικτικά τον εν λόγω αιτιολογημένο αρνητικό της ισχυρισμό. Τέλος, η βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι στο αποδεικτικό αυτής πόρισμα κατέληξε αφού συνεκτίμησε και τα έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αξιολογούμενη με τις λοιπές αιτιολογίες της και ιδιαίτερα εκείνη στην οποία διαλαμβάνει ότι με το επίμαχο ΑΠ 3791/15-1-2002 έγγραφο αναγνώρισε η αναιρεσείουσα το ποσό των 479.861,74 ευρώ, ως τμήμα του οφειλομένου από εκείνη μείζονος ποσού και από άλλες μεταξύ των διαδίκων συνομολογηθείσες συμβάσεις έργου, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και την από 25-10-2002 συγκεντρωτική κατάσταση τιμολογίων της αναιρεσίβλητης.
Κατόπιν τούτων οι λόγοι αναίρεσης ότι α) διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες (πρώτος και δεύτερος λόγοι), β) με την παραδοχή της αντένστασης της αναιρεσίβλητης και την απόρριψη του σχετικού αρνητικού ισχυρισμού αυτής της αναιρεσείουσας ανέστρεψε το βάρος απόδειξης (τρίτος λόγος) και γ) η πληττόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τη συγκεκριμένη συγκεντρωτική κατάσταση τιμολογίων (τέταρτος λόγος), κρίνονται ως αβάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681, 694, 688 έως 691, 685 εδ. β' 374 και 699 ΑΚ συνάγονται τα εξής: 1) Με τη σύμβαση έργου, ο μεν εργολάβος υποχρεούται να εκτελέσει το έργο, ο δε εργοδότης να καταβάλει την συμφωνημένη αμοιβή, η οποία, δυνάμενη να συμφωνηθεί κατ' αποκοπή ή κατά μονάδα εργασίας, είναι καταβλητέα κατά την παράδοση του έργου, εκτός αν έχει συμφωνηθεί να καταβληθεί τμηματικά, οπότε καταβάλλεται μόλις γίνει η παράδοση κάθε τμήματος (ΑΚ 694). 2) Ο εργολάβος που ενάγει τον εργοδότη προς καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής, ενόψει του ότι είναι υποχρεωμένος σε προεκπλήρωση, αρκεί να επικαλεσθεί και, στην περίπτωση αμφισβητήσεως, αποδείξει την σύναψη της εργολαβικής συμβάσεως, το συμφωνημένο έργο, την συμφωνημένη αμοιβή, την εκτέλεση του έργου, καθώς και την παράδοσή του ή τουλάχιστον, την πραγματική προσφορά του προς τον εργοδότη.
Στην περίπτωση ελλείψεων του έργου, στις οποίες περιλαμβάνονται τόσο τα ουσιώδη και επουσιώδη αυτού ελαττώματα, όσο και η έλλειψη συνομολογηθεισών ιδιοτήτων, ο εργοδότης, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία το εκτελεσθέν και παραδοθέν έργο είναι άχρηστο, έχει κατά του εργολάβου που ζητεί την καταβολή της συμφωνημένης εργολαβικής αμοιβής του, υπό προϋποθέσεις, ορισμένα δικαιώματα, όπως εκείνο της αναστροφής της συμβάσεως ή της μειώσεως της αμοιβής ή εκείνο της αποζημιώσεως (άρθρα 688 έως 690 ΑΚ), ενώ δεν έχει τις κατά τις γενικές διατάξεις (άρθρα 374 επ ΑΚ), ενστάσεις της μη εκπληρώσεως ή της μη προσήκουσας εκπληρώσεως της συμβάσεως και γενικότερα δεν μπορεί να αποποιηθεί το προσφερόμενο από τον εργολάβο έργο, ώστε να τον καταστήσει υπερήμερο οφειλέτη σχετικά με την παράδοση του έργου, ή, αν έχει επέλθει τέτοια υπερημερία του, να παρεμποδίσει την, με την προσφορά του έργου, άρση της υπερημερίας του και να καταστήσει ανενεργό τη δική του υποχρέωση προς καταβολή της αμοιβής κατά το άρθρο 694 ΑΚ, εκτός αν εξαιτίας της ελλείψεως ιδιοτήτων ή των ελαττωμάτων το έργου που παραδόθηκε ή προσφέρθηκε είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε ως εκτελεστέο ή έχει συμφωνηθεί μεταξύ κυρίου του έργου και εργολάβου αντίθετη της πιο πάνω, ρύθμιση και τούτο διότι οι διατάξεις για την έλλειψη ιδιοτήτων ή ελαττωμάτων του έργου και οι σχετικές από αυτές ρυθμίσεις έχουν χαρακτήρα διατάξεων ενδοτικού δικαίου.
Με τις ανακοπές της η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι λόγω της εκπρόθεσμης και εκτός του συνομολογηθέντος χρονοδιαγράμματος εκτέλεση του αναληφθέντος από την αναιρεσίβλητη με τις υπ' αριθμ. 122/18-3-1996 και 214/27-8-1996 συμβάσεις έργου επιβλήθηκαν σ' αυτήν από τον τελικό παραλήπτη των οχημάτων Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, με βάση σχετικούς συμβατικούς όρους, ποινικές ρήτρες ποσού 162.796.651,85 δρχ. (477.759,80 €), ζημία, την οποία κατά το άρθρο 14 παρ.
ζ' των ανωτέρω συμβάσεων υποχρεούται να αποκαταστήσει η αναιρεσίβλητη, δικαιούμενη επιπρόσθετα, κατά το άρθρο 14 παρ. α' και στ' των αυτών συμβάσεων, ως ποινική ρήτρα, το ποσό των 221.0004965 δρχ. (648.583,90 €) και εντεύθεν συνολικά εκείνο του 1.126.343,70 Ευρώ, το οποίο και πρότεινε προς συμψηφισμό με τις κατ' αυτής χρηματικές αξιώσεις της αναιρεσίβλητης, για τις οποίες εκδόθηκαν οι ανακοπτόμενες διαταγές πληρωμής.
Με τον τελευταίο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην πληττόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αριθμ. 11 γ', 20 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση α) κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος δεν έλαβε υπόψη το από 16-7-2001 πιστοποιητικό των Lloyd's Register, σύμφωνα με το οποίο "η μελέτη, κατασκευή και πιστοποίηση των διαφόρων βυτίων γίνεται με βάση τον Αμερικανικό Κανονισμό Μεταφοράς Φορτίων MC 306 και λοιπές αμερικάνικες προδιαγραφές και όχι τον A.D.R" (πρώτο σκέλος του συγκεκριμένου αναιρετικού λόγου), β) παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου με το καταληκτικό της αποδεικτικό πόρισμα ότι κατά την εκτέλεση του έργου αυτού τηρήθηκε το σύνολο των συμβατικών προδιαγραφών και ιδίως του Διεθνή κανονισμού Σύμβασης ΟΗΕ A.D.R (δεύτερο σκέλος) και γ) ενώ δέχθηκε ότι μόνο ο ηλεκτρικός εξοπλισμός όλων των βυτιοφόρων οχημάτων βρέθηκε να συμμορφώνεται με τη συμβατική προδιαγραφή της Διεθνούς Σύμβασης A.D.R και οι συγκολλήσεις έγιναν με την προδιαγραφή MIL-STD-372, παράλληλα, κατά τρόπο αντιφατικό, δέχθηκε ότι το σύνολο των υπερκατασκευών βρέθηκε να συμμορφώθηκε με τη συμβατική προδιαγραφή της Διεθνούς Σύμβασης A.D.R (πρώτο σκέλος).
Όσον αφορά τον παρόντα αναιρετικό λόγο με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "... Έτσι, καταρτίστηκε, στη ..., μεταξύ των διαδίκων, η με αριθμ. 122/18-3-1996 έγγραφη σύμβαση έργου, με την οποία συμφωνήθηκε να κατασκευάσει η καθής, η οποία αναφέρεται στη σύμβαση ως προμηθευτής και να παραδώσει στην ανακόπτουσα, πενήντα υπερκατασκευές κηροζινοφόρων και βενζινοφόρων οχημάτων, σε πλαίσια STEYR ...
Κατά τις προδιαγραφές δε αυτές η κατασκευή έπρεπε να γίνει σύμφωνα με τους κανονισμούς NFPA 70/NEC, NFPA 407, NFPA 385/MC306, τους αμερικάνικους και διεθνείς κανονισμούς την ελληνική νομοθεσία που ισχύει και έχει εφαρμογή καθώς και με την διεθνώς εφαρμοζόμενη πρακτική σε τέτοιου είδους κατασκευές ... Ως οργανισμός ορίστηκε ο Lloyd's Register, ο οποίος το χρονικό διάστημα από 8-8-1997 έως 4-9-1997 διενήργησε επιθεώρηση των παραπάνω οχημάτων και εξέδωσε το με αριθμ.
PIR 9707081/1Α1/31-10-1997 πιστοποιητικό ποιότητας ..., σύμφωνα με το οποίο και τα πενήντα οχήματα, αφού ελέγχθηκαν εσωτερικά και εξωτερικά με τα δομικά συγκροτήματα στήριξης, κατασκευάστηκαν σύμφωνα με τις προδιαγραφές της σύμβασης και κρίθηκαν ασφαλή για τη χρήση για την οποία προορίζονται ειδικότερα δε ο ηλεκτρικός εξοπλισμός όλων των βυτιοφόρων οχημάτων βρέθηκε να συμμορφούται με την παραπάνω συμφωνία A.D.R., ...
ενώ οι συγκολλήσεις έγιναν σύμφωνα με την MIL-STD-372, με ικανοποιητικά αποτελέσματα ... η ανακόπτουσα κινήθηκε με βραδείς ρυθμούς για την ολοκλήρωση της διαδικασίας ελέγχου τήρησης ή μη των παραπάνω προδιαγραφών, με τελικό πόρισμα την τήρηση αυτών. Δεν μπορεί δε να γίνει δεκτό ότι η τελευταία, προκειμένου να απεμπλακεί η υπόθεση παραλαβής των επίδικων υπερκατασκευών, αναγκάστηκε να υποχωρήσει τροποποιώντας τους σχετικούς όρους της επίδικης σύμβασης και δέχθηκε το συμφωνηθέν έργο κατασκευασμένο μεν αλλά με λιγότερους κανόνες ασφαλείας από ότι επιβάλλουν οι προαναφερόμενοι διεθνείς συμβάσεις και κανονισμοί, μεταξύ των οποίων και η Διεθνή Σύμβαση ΟΗΕ A.D.R., όπως αβάσιμα, με τον τρίτο λόγο της έφεσης της ισχυρίζεται η ανακόπτουσα ...".
Ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος και ως προς τα τρία σκέλη του αλυσιτελώς προβάλλεται και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τούτο δε διότι συνδέεται με έλλειψη συνομολογηθεισών ιδιοτήτων, περίπτωση για την οποία παρέχεται δικαίωμα αναστροφής της σύμβασης, μείωσης της αμοιβής ή αποζημίωσης, αξιώσεις που είναι εντελώς διαφορετικές από εκείνες της αποζημίωσης ή ποινικής ρήτρας, για τις οποίες προτάθηκε η ένσταση συμψηφισμού, που οφείλονται από την εκπρόθεσμη κατά τους όρους της σύμβασης παράδοση του έργου, ανεξάρτητα αν τούτο δεν διαθέτει τις συνομολογηθείσες ιδιότητες ή και ακόμη είναι εντελώς άχρηστο.
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4). Τέλος, πρέπει η τελευταία να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτης (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 8 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ