Legislator Case Law & Legislation
1775/2011 AI generated

1775/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1775/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1775/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ συνάγεται, ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνομολογήσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Keywords

AI generated
rural land ownership standing of the municipality agricultural succession law previous legal status rural settlement property ownership
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1775 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1775/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Αστικού Οικοδομικού Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΑΣΤΕΓΩΝ ΜΙΚΡΟΑΣΤΩΝ-ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα, και νόμιμα εκπροσωπείται, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Μερίκα.

Του αναιρεσίβλητου: Π. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Σταμάτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-5-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2718/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2149/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-7-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 12-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της - αγωγής -, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.

Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Στην περίπτωση που η διεκδικητική (ή αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου) αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση, ο ενάγων αρκεί να προβάλει όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος, δηλαδή την αναφορά του μεταβιβαστικού τίτλου και της μεταγραφής του, - μη απαιτουμένης και της μνείας του τόμου και των λοιπών στοιχείων του βιβλίου μεταγραφής, των οποίων η απόδειξη μπορεί να γίνει κατά την πρώτη, στον πρώτο βαθμό, συζήτηση της αγωγής με την προσκομιδή των οικείων εγγράφων και πιστοποιητικών, - καθώς και τη μνεία ότι ο δικαιοπάροχός του ήταν κύριος και, αν αμφισβητείται ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχός του είχε το δικαίωμα, οφείλει, επίσης, να επικαλεστεί και να αποδείξει τα γεγονότα που στηρίζουν την κτήση κάποτε του δικαιώματος στο πρόσωπό του, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση - χρησικτησία -.

Η έλλειψη των αμέσως πιο πάνω στοιχείων στη διεκδικητική (ή αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου) αγωγή καθιστά το δικόγραφό της αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης, η αοριστία δε αυτή δεν είναι νομική, ως συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, οπότε η παραβίασή της ελέγχεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αλλά είναι ποσοτική, εφόσον στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημά της - αγωγής -, οπότε η παραβίασή της ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ.8 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη, από 17.5.2004 αγωγή, ο αναιρεσίβλητος ενάγων, όπως παραιτήθηκε μερικώς του δικογράφου της με σχετικό δικόγραφο-δήλωσή του με ημερομηνία 26.1.2005 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης 68/2005, ισχυρίστηκε ότι είναι κύριος με έκτακτη χρησικτησία ενός αγροτεμαχίου, που περιγράφεται κατά θέση, έκταση και όρια, ως νεμόμενος το αγροτεμάχιο αυτό από το έτος 1971 που περιήλθε σ' αυτόν με άτυπη δωρεά του πατέρα του προς αυτόν και έκτοτε συνεχώς επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, με συνυπολογισμό του δικού του χρόνου χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας των αναφερόμενων δικαιοπαρόχων του, και, ότι ο αναιρεσείων εναγόμενος οικοδομικός συνεταιρισμός στις 18.5.1984 τον απέβαλε αυθαίρετα από δέκα (10) τμήματα του εν λόγω αγροτεμαχίου, που, επίσης περιγράφονται κατά θέση, έκταση και όρια, τα οποία έκτοτε κατέχει παράνομα και αρνείται να του τα αποδώσει.

Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί κύριος των επίδικων αυτών τμημάτων και να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων εναγόμενος να του τα αποδώσει. Με το περιεχόμενο αυτό, η ένδικη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη (και νόμιμη, ως ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1094, 974, 976 εδ.α', 1045 και 1051 ΑΚ) και συνεπώς το Εφετείο, το οποίο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την ένσταση αοριστίας του αναιρεσείοντος εναγομένου, ότι τάχα δεν εκτίθενται στην ένδικη αγωγή τα προδιαληφθέντα, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα της αγωγής αυτής λόγω αοριστίας, ούτε έλαβε υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται στην αγωγή, γι' αυτό και ο έκτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ συνάγεται, ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνομολογήσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, για μεν την ίδρυση του από το άρθρο 559 αριθ.1α ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, πρέπει το δικαστήριο να απαιτήσει περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, ή να προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, ενώ για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πρέπει από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, να μην προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του .../16.8.1956 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά Νικόλαου Κορδώση που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας στον τόμο 21, με αριθμό 730, ο πατέρας του ενάγοντος Ν.

Κ. αγόρασε από τον Β. Σ. ένα αγρόκτημα 15 στρεμμάτων πλέον ή έλασσον ή όσης εκτάσεως και αν είναι, όπως τούτο εμφαίνεται στο από 18.7.1952 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Δ.Α., φωτοτυπία του οποίου έχει προσαρτηθεί στο εν λόγω συμβόλαιο, κείμενο στη κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας Παλλήνης (Χαρβατίου), της περιφέρειας τέως Δήμου Κρωπίας, στη Θέση "Άγιος Αθανάσιος" και ειδική "Μαντριά Βλαχογιανναίων", συνορευόμενο ανατολικά με ρέμα διαχωρίζον τούτο από το κτήμα ιδιοκτησίας Ι.

Α. επί πλευράς μήκους 27,20 μέτρων, δυτικά με ρέμα και πέραν τούτου με κτήμα Γέρακα επί ομοίας πλευράς, βόρεια με το με αριθμό 2 του ως άνω διαγράμματος αγροτεμαχίου ιδιοκτησίας κληρονόμων Ν. Σ. επί πλευράς μήκους 570 μέτρων και νότια με το με αριθμό 13 αγροτεμάχιο του ιδίου διαγράμματος ιδιοκτησίας κληρονόμων Ε.

Κ. επί ομοίας πλευράς 570 μέτρων. Το αγρόκτημα αυτό είχε περιέλθει σ' αυτόν σε μεγαλύτερη έκταση 50 στρεμμάτων με αγορά από τον Κ. Σ. ή Μ. δυνάμει του .../ 17.12.1933 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κρωπίας Αναστασίου Σπηλιανάκη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας στον τόμο 16, με αριθμό 913 και ο τελευταίος το είχε αγοράσει δυνάμει του 40/1927 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Λαβίδα, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών Κρωπίας στον τόμο 15, με αριθμό 997, από τον Μ.

Κ.. Το αγροτεμάχιο αυτό, όπως εμφαίνεται υπό τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία ΑΒΓΔΑ στο από Απριλίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ι. Βγέννα προσδιορίζεται στο έδαφος και στη θέση με τα αλφαβητικά στοιχεία ΑΑ'Β'Β ΓΓ' Δ'Δ και συνορεύει γύρωθεν ανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς ΒΓ συνολικού μήκους 28,10 μέτρων με ρέμα, δυτικά επί τεθλασμένης πλευράς ΔΑ συνολικού μήκους 28,10 μέτρων με ρέμα, βόρεια επί πλευράς ΑΑ'Β'Β μήκους 570 μέτρων με ιδιοκτησία του εναγομένου και νότια επί πλευράς ΓΓ'Δ'Δ μήκους 569,8 μέτρων με ιδιοκτησία του ιδίου, ο πατέρας του ενάγοντος, το μεταβίβασε στον ενάγοντα περί το μήνα Ιούνιο του έτους 1971, δυνάμει ατύπου δωρεάς.

Επί του εν λόγω αγροτεμαχίου ο πατέρας του ενάγοντος Ν. Κ. από το έτος 1956 μέχρι το έτος 1994 που απεβίωσε, αλλά και ο ίδιος ο ενάγων από το έτος 1971 και εντεύθεν ασκούσαν τις προσιδιάζουσες σ' αυτό πράξεις νομής. Πιο συγκεκριμένα ο πατέρας του ενάγοντος το επόπτευε και από το έτος 1962 και για μία δεκαετία διατηρούσε επαφές με τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου με σκοπό τον συντονισμό των προσπαθειών για την ένταξη της όλης περιοχής στο σχέδιο, δεδομένου ότι ο εναγόμενος συνεταιρισμός με την επωνυμία "Οικοδομικός Συνεταιρισμός Αστέγων Μικροαστών, ΣΥΝΠΕ ΟΣΑΜ" είχε αγοράσει, κατά το χρονικό διάστημα από 29.3.1959 μέχρι και 3.1.1962 την έκταση, συνολικής επιφάνειας 491.890 τ.μ., που εκτείνεται βόρεια και νότια από την ως άνω εδαφική λωρίδα, όμορη προς αυτήν και είχαν κοινό σκοπό την αξιοποίηση των ακινήτων αυτών, με την ένταξή τους στο σχέδιο πόλεως.

Στα πλαίσια των επαφών αυτών είχε συμφωνηθεί ότι σε περίπτωση ένταξης της όλης περιοχής στο σχέδιο πόλης, ο μεν πατέρας του ενάγοντος θα παραχωρούσε εδαφική λωρίδα από το ως άνω ακίνητό του, κατά μήκος αυτής και περίπου στο μέσον της και μιας πλατείας προς το ανατολικό όριο αυτού, ο δε εναγόμενος θα του παραχωρούσε τμήματα αγροτεμαχίων-οικοπέδων (διπλανά και εφαπτόμενα με τα δικά του οικόπεδα, που θα δημιουργούνταν από τη διάνοιξη των οδών, μετά την αφαίρεση των αναλογουσών εισφορών για κοινόχρηστους χώρους).

Με το από 28.9.1966 διάγραμμα του μηχανικού Κ. καταρτίσθηκε το ιδιωτικό ρυμοτομικό σχέδιο του εναγομένου και ολόκληρη η περιοχή κατατμήθηκε σε οικοδομικά τετράγωνα αποτελούμενα από αγροτεμάχια-οικοδομικές μερίδες. Περί τα έτη 1972-1973 άλλαξε το διοικητικό συμβούλιο του εναγομένου και δημιουργήθηκαν διενέξεις μεταξύ των μελών αυτού και του πατέρα του ενάγοντος, ο οποίος πλέον ενεργούσε για λογαριασμό του ενάγοντος και με την ιδιότητά του αυτή κατέθεσε στις 20.12.1973 αίτηση προς την Κοινότητα Παλλήνης, με την οποία ζητούσε να μην περιληφθεί το ως άνω ακίνητο σε κανένα ρυμοτομικό σχεδιάγραμμα, στις 3.12.1974 υπέβαλε αίτηση προς το ΥΠΕΧΩΔΕ και τους γνώρισε ότι δεν συμφωνεί να συμπεριληφθεί τούτο στο ρυμοτομικό σχέδιο, το οποίο εκπονούσε ο εναγόμενος και προωθούσε προς έγκριση και περί το μήνα Νοέμβριο του ιδίου έτους προέβη στην οριοθέτηση του αγροτεμαχίου με σιδηροπασσάλους και την περίφραξη αυτού με συρματόπλεγμα, ενώ στις 13.12.1974 υπέβαλε αίτηση προς την Υπηρεσία Οικισμού με το ίδιο αίτημα.

Ο πατέρας και δικαιοπάροχος του ενάγοντος επισκεπτόταν συχνά το αγρόκτημα αυτό και από το έτος 1971 και εντεύθεν και ο ενάγων, από κοινού δε το επόπτευαν και οι επισκέψεις τους πύκνωσαν κατά το έτος 1984, που είχε παρατηρηθεί προσπάθεια τρίτων να καταπατήσουν εδαφικά τμήματα της περιοχής. Έτσι ο ενάγων κατέστη κύριος της έκτασης αυτής με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες σ' αυτό, ως άνω, πράξεις νομής επί χρόνο πέραν της εικοσαετίας, προσμετρώντας στο χρόνο νομής του ιδίου το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του.

Στις 18.5.1984, δυνάμει του 26/1984 πρακτικού, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου διέθεσαν σε τρίτους οικόπεδα, τμήματα των οποίων ανήκαν στην ως άνω έκταση ιδιοκτησίας του ενάγοντος, παριστάνοντας ότι έχει καταστεί κύριος και αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Πιο συγκεκριμένα διέθεσε ...".

Στη συνέχεια αναφέρονται τα αγροτεμάχια-οικόπεδα υπό τους αριθμούς 327Α, 328Α, 448Α, 449Α, 349Α, 350Α, 361Α, 362Α, 373Α και 374Α. "Τα εδαφικά αυτά τμήματα είναι τα επίδικα. Κατά το έτος 1991, δυνάμει του 23/16.6.1991 πρακτικού της γενικής συνέλευσης των μελών του εναγομένου αναγνωρίσθηκε ότι η εδαφική λωρίδα στο κέντρο του κτήματος είναι ιδιοκτησίας τρίτων και ότι αυτό αποτελεί πρόβλημα και δυνάμει του 84/21.6.1991 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου ανακλήθηκε η ως άνω απόφαση που είχε ληφθεί με το 26/ 1984 πρακτικό και οι ως άνω φερόμενοι ως δικαιούχοι δυνάμει του τελευταίου τούτου πρακτικού επέστρεψαν τα παραπάνω οικόπεδα στον εναγόμενο, ωστόσο ο εναγόμενος εξακολούθησε να αρνείται την απόδοσή τους στον ενάγοντα.

Κατά το έτος 1994 ο ενάγων υπέβαλε στη διεύθυνση Πολεοδομίας την 27322/3813/1994 αίτηση ενδιαφερόμενος για την έκδοση αδείας, προκειμένου να προβεί στην περίφραξη της ιδιοκτησίας του και στις 16.3.1995 υπέβαλε από κοινού με την αδελφή του Μ.-Β. Κ. έγκληση κατά αγνώστων για την κατάληψη εδαφικών τμημάτων του ως άνω ακινήτου.

Στις 16.6.1997 ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος Ιωάννης Κούτρας απηύθυνε προς τον εναγόμενο την με ίδια ημερομηνία επιστολή για λογαριασμό του ενάγοντος με την πρόταση ανταλλαγής του ως άνω ακινήτου του με οικόπεδα ή συνεταιριστικές μερίδες οικοπέδων του εναγομένου και το εναγόμενο με το 61/2.7.1997 έγγραφο κάλεσε τον ενάγοντα να τον ενημερώσει για τις ενέργειές του (δικαστικές διεκδικήσεις, αποφάσεις δικαστηρίων κλπ), πριν προχωρήσει ο εναγόμενος στην εξέταση κατ' ουσίαν της επιστολής.

Βέβαια ο εναγόμενος, προς απόκρουση της αγωγής είχε προβάλει τον ισχυρισμό ότι κύριος των επιδίκων κατέστη ο ίδιος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, επικαλούμενος για τη θεμελίωση αυτής, ότι ασκεί επ' αυτών τις προσιδιάζουσες σ' αυτά πράξεις νομής για χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας και τον ισχυρισμό του αυτόν επαναφέρει νόμιμα, δεν αποδείχθηκε, ωστόσο, η ουσιαστική βασιμότητα αυτού, εφόσον από τη 18.5.1984 που ο εναγόμενος κατέλαβε τα επίδικα εδαφικά τμήματα και μέχρι την άσκηση της αγωγής, η οποία κοινοποιήθηκε στον εναγόμενο στις 17.5.2004, όπως τούτο προκύπτει από την έκθεση επιδόσεως 232γ/17.5.2004 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., δεν έχει συμπληρωθεί ο χρόνος της εικοσαετίας που προβλέπεται από το άρθρο 1045 του ΑΚ.

Άσκηση διακατοχικών πράξεων επί των επιδίκων από τον εναγόμενο σε χρόνο προγενέστερο της 18.5.1984 δεν αποδείχθηκε, εφόσον δεν προσκομίζονται περί αυτού πειστικές αποδείξεις. Ισχυρίσθηκε, περαιτέρω, ότι έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου ότι κύριος των επιδίκων εδαφικών τμημάτων είναι ο εναγόμενος, δεν αποδείχθηκε, ωστόσο, η ουσιαστική βασιμότητα και του ισχυρισμού αυτού, εφόσον από την 3746/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έχει καταστεί τελεσίδικη, δυνάμει της 8842/2001 απόφαση τους παρόντος Δικαστηρίου προκύπτει ότι δεν υπάρχει ταυτότητα διαφοράς, που αποτελεί αντικειμενική προϋπόθεση για την ενέργεια του δεδικασμένου, δεδομένου ότι αφορά την κυριότητα άλλου εδαφικού τμήματος του ως άνω ακινήτου και συγκεκριμένα την οικοπεδική μερίδα 585Α, που ανήκει στο 67 οικοδομικό τετράγωνο".

Έκρινε, δηλαδή, το Εφετείο, ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα των επίδικων ακινήτων με τον επικαλούμενο στην αγωγή πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας (ΑΚ 1045 και 1051), ακολούθως δε δέχτηκε ως βάσιμη την έφεσή του κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση και, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχθηκε των ένδικη περί διεκδίκησης των επίδικων ακινήτων αγωγή του.

με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1094, 974, 976 εδ.α', 1045 και 1051 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να αξιώσει λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από όσα απαιτούν οι πιο πάνω διατάξεις σε σχέση με την απόκτηση της κυριότητας των επίδικων ακινήτων από τον αναιρεσίβλητο με έκτακτη χρησικτησία.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού ως προς τα ουσιώδη αιτήματα, του τρόπου περιέλευσης, με ειδική διαδοχή, στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα της νομής και κατοχής των επίδικων ακινήτων, της άσκησης επ' αυτών επί μια τουλάχιστον εικοσαετία διανοία κυρίου νομής από τον αναιρεσίβλητο και τους δικαιοπαρόχους του και της απόκτησης από αυτόν της κυριότητας των επίδικων ακινήτων με τον πρωτότυπο τρόπο ως έκτακτης χρησικτησίας, η οποία αποτελούσε και τη βάση της αγωγής του, διέλαβε στην απόφαση, σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ που προαναφέρθηκαν.

Αναφορικά, ειδικότερα με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, δεν υπάρχει αντίφαση από την παραδοχή του Εφετείου, ότι πράξεις νομής ασκούσαν και "... ο πατέρας του ενάγοντος Ν. Κ. από το έτος 1956 μέχρι το έτος 1994 που απεβίωσε ... αλλά και ο ίδιος ο ενάγων από το 1971 και εντεύθεν ..." αφού (το Εφετείο) με σαφήνεια δέχθηκε, ότι πράξεις νομής από το 1971 - οπότε έλαβε χώρα η προεκτιθέμενη μεταβίβαση με άτυπη δωρεά του πατέρα του προς αυτόν - "ο πατέρας του ενεργούσε πλέον για λογαριασμό του - αναιρεσίβλητου -".

Ούτε υπάρχει αντίφαση από την παραδοχή του Εφετείου, ότι "με το από 28.9.1966 διάγραμμα του μηχανικού Κ. καταρτίστηκε το ιδιωτικό ρυμοτομικό σχέδιο του εναγομένου και ολόκληρη η περιοχή (στην οποία βρίσκονται - και - τα επίδικα) κατατμήθηκε σε οικοδομικά τετράγωνα αποτελούμενα από αγροτεμάχια - οικοδομικές μερίδες", αφού (το Εφετείο) με σαφήνεια επίσης, δέχτηκε, ότι τα επίδικα τα νεμόταν τόσο κατά τη σύνταξη του εν λόγω διαγράμματος, όσο και μετά τη σύνταξή του ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος και από το έτος 1971 ο ίδιος ο ενάγων, η σύνταξη δε του διαγράμματος αυτού έγινε ενόψει της προαναφερθείσας συμφωνίας, ότι "σε περίπτωση ένταξης της όλης περιοχής στο σχέδιο πόλης, ο πατέρας του ενάγοντος θα παραχωρούσε εδαφική λωρίδα από το ως άνω ακίνητό του" (των 15 περίπου στρεμμάτων) συμφωνία όμως η οποία όπως δέχθηκε το Εφετείο, δεν υλοποιήθηκε.

Τέλος, ούτε η παραδοχή του Εφετείου, ότι ο ενάγων "στις 16.3.1995 υπέβαλε από κοινού με την αδελφή του Μ.-Β. Κ. έγκληση κατά αγνώστων για την κατάληψη εδαφικών τμημάτων του ως άνω ακινήτου" κλονίζει το πιο πάνω πόρισμα του Εφετείου, αφού έγινε δεκτό ότι στις 18.5.1984, που ο εναγόμενος συναιτερισμός κατέλαβε τα επίδικα, είχε ήδη γίνει κύριος αυτών, ο ενάγων με έκτακτη χρησικτησία και έτσι απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητάς του -εναγομένου- από την ΑΚ 1045, αφού από τις 18.5.1985 και έκτοτε μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 17.5.2004 δεν συμπληρώθηκε η κατά νόμο απαιτούμενη εικοσαετία.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Από τα άρθρα 339 και 352 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι, όχι κάθε ομολογία αποτελεί δικαστική τοιαύτη, αλλά εκείνη που γίνεται από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος προς το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση με σκοπό αποδοχής του και είναι σαφής και ορισμένη.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία του αντιδίκου του ενάγοντος - ήδη αναιρεσιβλήτου, που αποτελεί πλήρη απόδειξη αναφορικά με τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό του περί της εκ μέρους του άσκησης διακατοχικών πράξεων με διάνοια κυρίου από το 1971 και έκτοτε και της εκ τούτου εκ μέρους του κτήσης κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού ο πατέρας του ασκούσε διακατοχικές πράξεις (όχι για λογαριασμό αυτού - ενάγοντος - αλλά) για δικό του λογαριασμό, ως έχοντας συγκεκριμένα προβάλει με την από 29.1.2008 προσθήκη - αντίκρουση που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου μετά τη συζήτηση που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι:

α)"Όμως ο πατέρας (τ)ου έκανε την περίφραξη στα τέλη του 1974 και αυτό το αποδεικνύουν: 1) οι αποδείξεις αγοράς σιδηροπασσάλων και πλέγματος, 2)οι αποδείξεις πληρωμής για τη διενέργεια των εργασιών περίφραξης στα επίδικα, β)"Από το 1962 μέχρι και το 1973 (ο πατέρας του) ασκούσε και πάλι διακατοχικές πράξεις επ' αυτών ...", γ)"Από το έτος 1973 ο πατέρας του διαπίστωσε ότι η διοίκηση Κ.

αδιαφορούσε για την ευρύτερη συνύπαρξη, έκανε αιτήσεις προς την τότε Κοινότητα Παλλήνης, με την οποία ζητούσε να μην συμπεριληφθεί (από κοινού με τον ΟΣΑΜ) το αγροτεμάχιό (τους) στο σχέδιο πόλεως", δ)"το 1974 (για λογαριασμό αυτού και για λογαριασμό του -του ενάγοντος) το περιέφραξε" (ο πατέρας του), ε)"Από το 1974 μέχρι και το 1989, τόσο ο πατέρας (τα)ου, όσο και αυτός -ενάγων-, πήγαιν(αν) στο αγροτεμάχιό (τους) - που συμπεριελάμβανε και τα επίδικα - το επέβλεπ(αν) και πάντοτε συμπεριφέρο(νταν) ως αποκλειστικοί κύριοι, νομείς και κάτοχοι", και στ)"Από το 1989 μέχρι και σήμερα, δηλ.

για τα υπόλοιπα 16 χρόνια τόσο ο πατέρας (τ)ου, όσο και ο (ενάγων) - και ιδιαίτερα ο (ενάγων), αφού αυτός πια βρισκόταν σε προχωρημένη ηλικία - επισκέπτονταν) τα επίδικα. Αυτές οι επισκέψεις πύκνωσαν ιδιαίτερα από τότε που η μητέρα (του) αγόρασε εξοχικό σπίτι στο Σούνιο (το 1989) ...". Όμως, τα ανωτέρω περιστατικά δεν συνιστούν δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου, εφόσον αφορούν σε ουσιώδη ισχυρισμό του ίδιου και όχι του αναιρεσείοντος.

Γι' αυτό και ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

IV. Από το άρθρο 559 παρ.16 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο η αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη", συνάγεται, ότι στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του εάν τα υπ' αυτού γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν τούτο έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που προσέδωσε η απόφαση, όσο και η τοιαύτη (κρίση) περί της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 του ΚΠολΔ προϋποθέσεων τούτου, εφόσον αυτή στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, ως είναι η αγωγή και οι προτάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ.2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο προς διακρίβωση της βασιμότητας ή της προβαλλόμενης αναιρετικής αιτίασης.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, διότι κατά παράβαση του νόμου δεν δέχτηκε το δεδικασμένο από την 3746/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έχει καταστεί τελεσίδικα με την 8842/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσιβλήτου.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχτηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι όπως προκύπτει από τις αμέσως πιο πάνω αποφάσεις, δεν υπάρχει ταυτότητα διαφοράς, ακολούθως δε απέρριψε την ένσταση δεδικασμένου του αναιρεσείοντος - σε σχέση με την κυριότητα με χρησικτησία της οικοπεδικής μερίδας 585Α που ανήκει στο 67 οικοπεδικό τετράγωνο, ήτοι σε άλλο επίδικο τμήμα του περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου των 15 περίπου στρεμμάτων.

Πράγματι από το παραδεκτώς ελεγχόμενο περιεχόμενο των ανωτέρω αποφάσεων και της από 20.2.1998 κύριας παρέμβασης του ήδη αναιρεσίβλητου ενάγοντος στη δίκη που είχε ανοιχτεί με ενάγοντα τον ήδη αναιρεσείοντα εναγόμενο και εναγομένη τη Β. χα Ν. Π.-Κ., - που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη -, επί της οποίας εκδόθηκαν οι ανωτέρω αποφάσεις, προκύπτει ότι η κύρια ως άνω παρέμβαση αφορά στην κυριότητα, ως άνω, της οικοπεδικής μερίδας 585Α, ενώ η ένδικη αγωγή αφορά στην κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία άλλων εδαφικών τμημάτων και συγκεκριμένα των με αριθμούς 327Α, 328Α, 448Α, 449Α, 349Α, 350Α, 361Α, 362Α, 373Α και 374Α του προεκτιθέμενου ακινήτου των 15 περίπου στρεμμάτων.

Επομένως, το Εφετείο, που απέρριψε με την παραπάνω αιτιολογία την ένσταση περί δεδικασμένου του αναιρεσείοντος δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 322, 324 και 330 του ΚΠολΔ και συνεπώς ο εξεταζόμενος λόγος της αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται, ότι το Εφετείο, με το να μην κηρύξει την ένδικη διεκδικητική αγωγή απαράδεκτη, κατά παραδοχή της πιο πάνω ένστασης περί δεδικασμένου, υπέπεσε και στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, πρέπει, για την ταυτότητα του νομικού λόγου να απορριφθεί ως αβάσιμος.

V. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Πρέπει, όμως, την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο α)της από 20.12.1973 αίτησης προς την Κοινότητα Παλλήνης, β)του από 3.1.1975 (αρ. πρωτ. Ε 34462/3481) εγγράφου του ΥΠΕΧΩΔΕ, γ)της από 13.12.1974 αίτησης προς την Υπηρεσία Οικισμού και δ)των από Νοεμβρίου 1974 Δελτίων Λιανικής Πώλησης και Αποδείξεων Πληρωμής, με το να δεχθεί ότι όλα αυτά τα έγγραφα έχουν εκδοθεί για λογαριασμό του αντιδίκου, αν και έχουν εκδοθεί από ή για το Ν.

Κ., πατέρα του και όχι από ή για τον αντίδικο γιο του τελευταίου ή για λογαριασμό του και ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι τα έγγραφα αυτά αναφέρονται σε ενέργειες του πατέρα του αντιδίκου ο οποίος ενεργούσε δι' ίδιον αυτού λογαριασμό. Επί πλέον, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 27322/ 3813/1984 αίτησης προς τη Διεύθυνση Πολεοδομίας, με το να δεχθεί (το Εφετείο), ότι την υπέβαλε ο ίδιος ο αντίδικος και όχι ο πατέρας του, έστω και ως αντιπρόσωπός του, αν και την αίτηση αυτή είχε υποβάλει ο πατέρας του αντιδίκου δι' ίδιον αυτού λογαριασμό, όταν μάλιστα, δέχτηκε, ότι ο αντίδικος "...

στις 16.3.1995 υπέβαλε από κοινού με την αδελφή του Μ.-Β. Κ. έγκληση κατά αγνώστων για την κατάληψη εδαφικών τμημάτων του ως άνω ακινήτου" και στην από 16.3.1995 έγκληση αναγράφεται επί λέξει: "Από κληρονομιά του πατέρα (τους) Ν. Κ. που πέθανε στην Αθήνα στις 26.6.1994, χωρίς διαθήκη, απόκτησ(αν) κατά πλήρη, κυριότητα, νομή και κατοχή και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας (τους), ένα αγροτεμάχιο εμβαδού επιφανείας 15.504 τ.μ. (που) επιβεβαιώνεται και από την υπ' αριθμ. .../21.10.2008 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Κηφισιάς Μαράις Δημητρακοπούλου-Παπαγιάννη, που έχει μεταγραφεί στα βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων".

Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, δεν στήριξε αποκλειστικά ή κατά λόγο το αποδεικτικό του πόρισμα στα έγγραφα που προπαρατέθηκαν, αλλά σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στην κατάθεση του μάρτυρος Ν. Κ., που εξετάστηκε με επιμέλεια του ενάγοντος (μάρτυρας με επιμέλεια του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος δεν εξετάστηκε) και σε όλα τα λοιπά έγγραφα, που, με επίκληση, προσκόμισαν ενώπιόν του οι διάδικοι, (μεταξύ των οποίων και οι αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις που συνιστούν απλά έγγραφα, αφού λήφθηκαν στα πλαίσια προηγούμενων δικών) χωρίς να στηρίξει το επί της ουσίας πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα προμνημονευόμενα έγγραφα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.7.2010 αίτηση του "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΥ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥ ΑΣΤΕΓΩΝ ΜΙΚΡΟΑΣΤΩΝ - ΣΥΝ.Π.Ε." για αναίρεση της 2149/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ