Supreme Court dismisses appeal against deposit guarantee fund regarding merged bank contribution obligations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Eurobank Ergasias against the Athens Court of Appeal's decision. The bank argued it should pay separate deposit guarantee contributions for the absorbed 'Bank of Work' rather than a unified amount for the merged entity. The court held that the statutory obligation for contributions applies to the new legal person resulting from the merger, rendering the appellant's claim legally unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) of the Code of Civil Procedure; Art. 2 of Law 2832/2000: The deposit guarantee fund's contribution obligation applies to the newly formed legal entity resulting from a merger, not to the absorbed predecessor companies separately.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1775 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1775/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasian Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ορφανίδη.
Του αναιρεσιβλήτου : Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων", το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μουσά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2421/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5589/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Ρήγας ανέγνωσε την από 7 Ιουλίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, με το νόμο 2832/2000 "κωδικοποίηση των διατάξεων για τη σύσταση, οργάνωση και λειτουργία συστήματος εγγύησης καταθέσεων κλπ", κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις του νόμου 2324/1995 που εκδόθηκε για την εναρμόνιση προς τις διατάξεις της Κοινοτικής οδηγίας 94/19/ΕΟΚ (άρθρο 1).
Ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων" που σκοπό έχει την καταβολή αποζημιώσεως στους καταθέτες των πιστωτικών ιδρυμάτων τα οποία ευρίσκονται σε αδυναμία να εκπληρώσουν τις προς αυτούς υποχρεώσεις τους (άρθρο 2 παρ. 2). Το ιδρυτικό κεφάλαιο του ΤΕΚ ορίσθηκε στο ποσό 3 δις δραχμών, καλυπτόμενο κατά τα 6/10 από την Τράπεζα της Ελλάδος και κατά τα 4/10 από τα απαρτίζοντα την Ένωση Ελληνικών Τραπεζών πιστωτικά ιδρύματα (άρθρο 2 παρ. 3 και 4).
Στο σύστημα εγγύησης καταθέσεων του ταμείου μετέχουν υποχρεωτικά όλα τα κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 2076/1992 πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας στην Ελλάδα (άρθρο 3 παρ. 1). Οι πόροι του ΤΕΚ προέρχονται κυρίως από τις ετήσιες τακτικές εισφορές που καταβάλλουν τα πιστωτικά ιδρύματα.
Βάση υπολογισμού της ετήσιας εισφοράς είναι το μέσο υπόλοιπο του μηνός Ιουνίου κάθε έτους, του συνόλου των καταθέσεών τους σε δραχμές και συνάλλαγμα. Σε περίπτωση, όμως, κατά την οποία το πιστωτικό ίδρυμα διακόψει τη λειτουργία του ή τεθεί υπό εκκαθάριση προ του μηνός Ιουνίου, ως βάση υπολογισμού της εισφοράς λαμβάνεται το μέσο υπόλοιπο των καταθέσεων των τελευταίων τριάντα (30) ημερών πριν από την ημερομηνία διακοπής της λειτουργίας του.
Το πιστωτικό ίδρυμα οφείλει εισφορά για το ημερολογιακό έτος κατά το οποίο διέκοψε τη λειτουργία του, κατ' αναλογία του χρόνου που λειτούργησε εντός αυτού (άρθρο 4 παρ. 1α). Το ύψος της ετήσιας εισφοράς καθορίζεται κατά κλιμάκια καταθέσεων με φθίνουσα ποσόστωση ανά ανερχόμενο κλιμάκιο (άρθρο 4 παρ. 3α), περαιτέρω δε ορίζεται ότι τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να καταβάλλουν σε αξία το μισό (1/2) της ετήσιας εισφοράς που τους αναλογεί την 1η Οκτωβρίου εκάστου ημερολογιακού έτους και το υπόλοιπο μισό (1/2) την πρώτη εργάσιμη ημέρα του μηνός Απριλίου του αμέσως επόμενου ημερολογιακού έτους.
Αν το πιστωτικό ίδρυμα διακόψει τη λειτουργία του ή τεθεί υπό εκκαθάριση, καταβάλλει την οφειλόμενη εισφορά του σε αξία, κατά την ημέρα διακοπής της λειτουργίας του. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι όλα τα υποχρεωτικώς υπαγόμενα στο σύστημα εγγυήσεως των καταθέσεων πιστωτικά ιδρύματα υπέχουν υποχρέωση καταβολής ετήσιας εισφοράς.
Η υποχρέωση αυτή γεννάται την 1η του μηνός Ιανουαρίου κάθε ημερολογιακού έτους, αφήνεται δε απλώς να γίνει ο κατά ποσό προσδιορισμός αυτής από το μέσο υπόλοιπο των καταθέσεων του μηνός Ιουνίου κάθε έτους. Προκρίθηκε δηλαδή να γίνεται ο προσδιορισμός της εισφοράς με το υπόλοιπο του άνω μηνός, λαμβανομένου ως μέσου ετήσιου όρου, αντί του διαδικαστικά επαχθούς για τα πιστωτικά ιδρύματα λογιστικού υπολογισμού των καταθέσεων κάθε μηνός και της γνωστοποιήσεως αυτών κάθε μήνα στο ΤΕΚ, με εξαίρεση, βεβαίως, τις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες τα πιστωτικά ιδρύματα τίθενται σε εκκαθάριση ή παύουν τη λειτουργία τους προ του μηνός Ιουνίου, οπότε ο υπολογισμός γίνεται με το υπόλοιπο των καταθέσεων του μηνός της εκκαθάρισης ή παύσης της λειτουργίας.
Περαιτέρω, όπως σημειώθηκε ήδη, ορίζεται στο νόμο (άρθρο 4 παρ. 3β) ότι το 1/2 της ετήσιας εισφοράς καταβάλλεται την πρώτη εργάσιμη ημέρα του μηνός Οκτωβρίου κάθε ημερολογιακού έτους και το υπόλοιπο 1/2 την πρώτη εργάσιμη ημέρα του μηνός Απριλίου του επόμενου ημερολογιακού έτους. Τα άνω χρονικά σημεία αναφέρονται στο νόμο ως σημεία τμηματικής καταβολής της εισφοράς και συντέλεσης της υλικής πράξεως, με την οποία επέρχεται απόσβεση της ενοχής και όχι ως χρόνος γένεσης ή προσδιορισμού της οφειλής, η οποία έχει γεννηθεί από την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους, κατά δε τους άνω χρόνους καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή.
Το ότι στην ουσία πρόκειται περί της καταβολής σε δόσεις της οφειλόμενης ήδη εισφοράς προκύπτει και από την εν συνεχεία στην άνω διάταξη (άρθρο 4 παρ. 3β) πρόβλεψη ότι σε περίπτωση που το πιστωτικό ίδρυμα τεθεί υπό εκκαθάριση ή διακόψει τη λειτουργία του, η εισφορά καταβάλλεται εφάπαξ κατά την ημέρα διακοπής της λειτουργίας του.
Περαιτέρω, στο άρθρο 4 παρ. 1α του ν. 2832/2000 ορίζεται ότι εάν το πιστωτικό ίδρυμα διακόψει τη λειτουργία του ή τεθεί υπό εκκαθάριση οφείλει εισφορά για το ημερολογιακό έτος, κατά το οποίο διέκοψε τη λειτουργία του κατ' αναλογία του χρόνου που λειτούργησε μέσα σ' αυτό. Κατά την αληθή έννοια της άνω διατάξεως, αναλογικός περιορισμός της εισφοράς γίνεται σε περίπτωση εκκαθάρισης ή διακοπής της λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος.
Όμως, η συγχώνευση πιστωτικών ιδρυμάτων με τη μορφή της κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 2515/1997 απορρόφησης και η δημιουργία νέου ιδρύματος επάγεται μεν την κατάλυση της νομικής προσωπικότητας της απορροφωμένης τράπεζας, αλλ' αυτή, ως τραπεζική επιχείρηση, ως σύνολο δηλαδή πραγμάτων δικαιωμάτων και πραγματικών καταστάσεων οργανωμένων σε οικονομική οντότητα από το φορέα της (άρθρο 479 ΑΚ), εξακολουθεί να υφίσταται και να λειτουργεί για τις προς τρίτους έννομες σχέσεις υπό το νομικό ένδυμα της απορροφώσας τράπεζας, η οποία υπεισέρχεται αυτοδικαίως και υποκαθίσταται στα δικαιώματα εκείνης.
Δεν καταλείπεται άλλωστε έδαφος αναλογικής εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 90 ΑΚ, κατά την οποία "όσοι έπαψαν να είναι μέλη του σωματείου οφείλουν να καταβάλλουν εισφορά ανάλογα με τον χρόνο, που παρέμειναν μέλη". Ανεξάρτητα από την ανυπαρξία σχέσεως σωματείου - μελών και κατ' επέκταση συμβατικής υποχρεώσεως καταβολής εισφοράς, η υποχρέωση καταβολής εισφοράς των πιστωτικών ιδρυμάτων καθιδρύεται στο νόμο, ώστε η αναλογική εφαρμογή του άρθρου 90 ΑΚ, προϋποθέτουσα την ύπαρξη κενού δικαίου, αποκλείεται εν προκειμένω.
Εν προκειμένω, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθεσε με την αγωγή της τα ακόλουθα: Την 7-9-2000 συγχωνεύθηκαν η ίδια και η ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΕ, με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, τροποποιήθηκε δε και η επωνυμία των συγχωνευθεισών εταιρειών σε "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΕ". Και τα δύο πιστωτικά ιδρύματα υπήγοντο στο υπό του ν. 2832/2000 προβλεπόμενο σύστημα εγγυήσεως των τραπεζικών καταθέσεων και στην υπ' αυτού καθιδρυόμενη υποχρέωση καταβολής εισφοράς, προσδιοριζόμενης κατά τα στο νόμο αυτό ειδικότερα αναφερόμενα.
Κατ' επιταγή του νόμου, το ήμισυ της εισφοράς ήταν καταβλητέο την πρώτη εργάσιμη ημέρα του μηνός Οκτωβρίου και το άλλο ήμισυ την πρώτη εργάσιμη ημέρα του μηνός Απριλίου του επόμενου ημερολογιακού έτους. Μετά την κατά τα άνω συγχώνευση, προγενέστερη του χρόνου καταβολής της εισφοράς, γνωστοποιήθηκε στο εναγόμενο ταμείο ότι εφεξής η υποχρέωση καταβολής της εισφοράς αυτής υφίστατο μόνον για το προκύψαν από τη συγχώνευση νέο νομικό πρόσωπο και όχι για καθένα των συγχωνευθέντων πιστωτικών ιδρυμάτων.
Το εναγόμενο ταμείο, έχοντας διαφορετική άποψη, αξίωσε να του καταβληθεί, υποχρεώθηκε δε η ενάγουσα να καταβάλει ποσό 1.443.903.734 δραχμών για την Τράπεζα Εργασίας Α.Ε και ποσό 1.296.463.223 δραχμών για την Τράπεζα EFG EUROBANK ΑΕ, ήτοι συνολικό ποσό 2.740.366.957 δραχμών, ενώ έπρεπε να καταβληθεί ενιαίως για τη νέα Τράπεζα ποσό 2.011.143.810 δραχμών.
Επικουρικά, επικαλείται ότι και αν ακόμη για την απορροφηθείσα Τράπεζα Εργασίας Α.Ε οφείλεται αυτοτελώς εισφορά, η εισφορά αυτή δεν ανέρχεται στο άνω ποσό του 1.443.903.734 δραχμών, αλλά στο ποσό των 998.975.160 δραχμών που αναλογικώς αντιστοιχεί στο χρόνο λειτουργίας της Τραπέζης εντός του 2000 δηλαδή μέχρι την 7-9-2000 που απορροφήθηκε.
Με τα περιστατικά αυτά και κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο ταμείο υποχρεούται να καταβάλλει σ' αυτήν α) κυρίως μεν το ποσό των 2.140.053.26 ευρώ [ισόποσο των 729.223.147 δραχμών (2.740.366.957 μείον 2.011.143.810)], β) επικουρικώς δε το ποσό του 1.335.080,19 ευρώ [ισόποσο των 454.928.574 δραχμών (1.443.903.734 μείον 988.975.160)], νομιμοτόκως από 2-4-2001, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Το Εφετείο επομένως, που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτόδικου δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή, ως νόμω αβάσιμη, δεν παρεβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, ούτε τα άρθρα 904 έως 911 ΑΚ ή το άρθρο 75 του ν. 2190/1920, όπως ισχύει. Κατ' ακολουθίαν, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, μόνος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.
Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από από 16-12-2004 αίτηση της "Τράπεζας EFG Eurobank Ergasias ΑΕ" περί αναιρέσεως της 5589/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 8 Νοεμβρίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ