1774/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1774/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-12-2015 αίτησή του.
Full text
Απόφαση 1774 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1774/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Π. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Νικολετάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Εμπορική Εταιρεία" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Παυλάτο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3177/2013 του ίδιου δικαστηρίου και 2238/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-12-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 2-11-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι της αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. "Αν ο λόγος της έφεσης κριθεί βάσιμος, η απόφαση που προσβάλλεται εξαφανίζεται και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ’ ουσίαν". Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι μόνο κατόπιν παραδοχής κάποιου λόγου εφέσεως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει την εξουσία να κρατήσει και να δικάσει κατ’ ουσίαν την υπόθεση και συνακόλουθα να ερευνήσει τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής (σχετ.
Α.Π. 628/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με αυτήν το εφετείο απέρριψε όλους τους λόγους της εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία είχε απορριφθεί στο σύνολό της η από 8-11-2002 αγωγή του ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη) ως απαράδεκτους και στη συνέχεια την έφεσή του στο σύνολό της, με την αιτιολογία ότι, ενώ με την αγωγή του είχε ζητήσει την επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του από την εναγομένη εργοδότριά του και όχι την επιδίκαση μισθών υπερημερίας λόγω ακυρότητας της καταγγελίας αυτής, οι λόγοι της εφέσεώς του έπλητταν την εκκαλουμένη ως προς την παραδοχή της ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ήταν έγκυρη.
Ήδη με τους τρεις πρώτους λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α, 8 περ. β και 9 περ. γ Κ.Πολ.Δ., για τη θεμελίωση δε των λόγων αυτών εκθέτει κατά λέξη τα εξής: "α) διότι διέλαθε εσφαλμένη εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής μου (παράβαση κανόνα δικαίου εκ του ά. 559 παρ. 1 ΚΠολΔ), διότι δεν ζητώ ακύρωση της απόλυσής μου, αλλά την έννομη συνέπεια της καταγγελίας της εργασιακής μου σχέσης που είναι η καταβολή της νόμιμης αποζημίωσής μου σύμφωνα με το ν. 2112/1920 και το ν. 3198/1955.
β) επειδή το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι την κύρια βάση της αγωγής μου περί καταβολής αποζημίωσης απόλυσης, συνεπώς παραβίασε την διάταξη ΚΠολΔ 559 παρ. 8... γ) άφησε την κύρια αίτησή μου περί επιδίκασης αποζημίωσης απόλυσης κατ’ ουσίαν αδίκαστη, παραβιάζοντας την διάταξη του ά. 559 παρ. 9 ΚΠολΔ".
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι προϋποθέτουν ότι το εφετείο είχε την εξουσία να ερευνήσει την ουσία της υποθέσεως. Όμως, εφόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι όλοι οι λόγοι της εφέσεως (κρίση για την οποία δεν προβάλλεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.), το εφετείο δεν είχε την εξουσία να δικάσει κατ’ ουσίαν την υπόθεση και να ερευνήσει το νόμω και ουσία βάσιμο της αγωγής, την οποία (εξουσία) θα είχε, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, μόνο αν είχε κριθεί παραδεκτός και βάσιμος κάποιος λόγος εφέσεως.
Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 17 Κ.Πολ.Δ. δημιουργείται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Προκειμένου να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης αποφάσεως να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται εξαιτίας αυτής αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου.
Αν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, μπορεί να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως (Α.Π. 1153/2010). Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα (Ολ. Α.Π. 3/1997, 44/1990). Στην προκειμένη περίπτωση με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω αναιρετικές πλημμέλειες και συγκεκριμένα ότι, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο: "δ) περιέχει σε κάθε περίπτωση αντιφατικές διατάξεις, αφού από την μία αναφέρει το αίτημά μου για αποζημίωση λόγω απόλυσης την 21-5-2012 και από την άλλη πλευρά επικαλείται ότι αποδέχτηκα σιωπηρά την απόλυσή μου ως έγκυρη μη δικαιούμενος αποζημίωση απόλυσης, παραβιάζοντας την διάταξη του ά. 559 παρ. 18 ΚΠολΔ, ε) τέλος, το Εφετείο δεν περιέλαβε την αναγκαία νόμιμη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην ώδε προσβαλλόμενη απόφασή του, καθότι δέχεται μεν ότι η απόλυσή μου έλαβε χώρα χωρίς ωστόσο να αιτιολογεί για ποιο λόγο δεν πρέπει να μου καταβληθεί η αποζημίωσή μου, παραβιάζοντας την διάταξη του ά. 559 παρ. 19 ΚΠολΔ".
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι και ειδικότερα ο μεν τέταρτος από το άρθρο 559 αριθ. 18 (πράγματι δε αριθ. 17) Κ.Πολ.Δ. διότι με αυτόν ο αναιρεσείων δεν επικαλείται αντιφάσεις στο διατακτικό της προσβαλλομένης αλλά στο σκεπτικό της, ο δε πέμπτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. διότι, όπως ήδη έχει εκτεθεί, για το παραδεκτό του λόγου αυτού απαιτείται ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, προϋπόθεση που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση.
Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-12-2015 αίτηση για αναίρεση της 2238/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, 17 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ